εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 20/8/2026
Η έκδοση των τουρκικών διαταγμάτων για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων με τις συγκεκεριμένες συντεταγμένες θέτει ξανά επί τάπητος, εμμέσως πλην σαφώς, τις επιδιώξεις της Άγκυρας, ακόμη και τις πλέον ακραίες, όπως η αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί διαφόρων νησίδων. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από τις αναβαθμισμένες σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Πλευρές της αναβάθμισης φάνηκαν στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ, στην αμυντική συνεργασία της με την ΕΕ, στο γεγονός ότι ξανάνοιξε η συζήτηση για ένταξη της Τουρκίας, στην επικείμενη πώληση τουρκικών οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία και βέβαια στη δημιουργία του λεγόμενου “ισλαμικού ΝΑΤΟ”.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιδρά με το γνωστό τρόπο. Πρώτο, διακηρύσσει -και ορθά- ότι οι χαράξεις που επεκτείνονται εκτός των τουρκικών χωρικών υδάτων δεν μπορούν βάσει του διεθνούς δικαίου να καθορίζονται μονομερώς και είναι γι’ αυτό παράνομες. Αυτό είναι το ελάχιστο που έπρεπε να θέσει αλλά είναι απολύτως ανεπαρκές.
Δεύτερο, θα απευθυνθεί και πάλι στην ΕΕ, στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ για να εισπράξει για πολλοστή φορά φιλικά χτυπήματα στην πλάτη ενώ παράλληλα οι εταίροι θα επιδεικνύουν ουσιαστική ανοχή στις τουρκικές κινήσεις.
Τρίτο, συνεχίζει την πολιτική του πρόθυμου εταίρου, που δεν διανοείται να ασκήσει ούτε ένα βέτο, συμβάλλοντας στους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς (Ιράν, Ουκρανία).
Τέταρτο, απομονώνει διαρκώς την Ελλάδα με τη στρατηγική συμμαχία με το γενοκτονικό καθεστώς του Ισραήλ και τη θέτει δυνητικά στο στόχαστρο των ανταγωνιστών του.
Πέμπτο, προβαίνει σε κινήσεις για όφελος των πολυεθνικών όπως οι έρευνες της Chevron νότια της Κρήτης, εκτός χωρικών υδάτων, προκαλώντας και δίνοντας επιχειρήματα στην Τουρκία.
Είναι φανερό ότι η επιμονή σε αυτή την πολιτική, την οποία με παραλλαγές έχουν ακολουθήσει όλες οι κυβερνήσεις, οδηγεί βήμα βήμα σε αδιέξοδο. Θέτει σε κίνδυνο τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού και την ειρήνη. Η Ελλάδα σύρεται πίσω από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, οι οποίες νοιάζονται προφανώς για τα συμφέροντά τους. Και τα συμφέροντά τους βρίσκονται στην ίδια στρατηγική κατεύθυνση με εκείνα της Τουρκίας, παρά τις όποιες τυχόν μικροαντιθέσεις. Άρα με μαθηματική ακρίβεια η χώρα μας θα είναι ο μεγάλος χαμένος, όπως ακριβώς συνέβη επανειλημμένα στο παρελθόν, από το Κυπριακό μέχρι τα Ίμια.
Γιατί να μην ακολουθήσει η χώρα μας την πολιτική του “επιτήδειου ουδέτερου”, που δεν συμμετέχει στις αντιπαραθέσεις των μεγάλων δυνάμεων αλλά ευλύγιστα αξιοποιεί τις αντιθέσεις τους; Γιατί να μην αναζητήσει τη διπλωματική στήριξη άλλων ισχυρών χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, οι χώρες BRICS; Γιατί να αποξενώνεται από τα αραβικά κράτη μέσω της πρόσδεσής της στο Ισραήλ; Γιατί να συμμετέχει σε πολέμους και σε συμμαχίες που αποδεδειγμένα ανέχονται ή και στηρίζουν τις αντίθετες στο διεθνές δίκαιο αξιώσεις του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος;


