Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Posts


εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 1/2/2020

Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική είναι αριστοτεχνική. Παίζει με όλους και με όλα, αξιοποιεί όλα τα μέσα, οικοδομεί συμμαχίες και λυκοφιλίες, τις γκρεμίζει την επόμενη μέρα, αν χρειαστεί, διεξάγει πόλεμο νεύρων, στέλνει μηνύματα. Η Τουρκία ανήκει στο ΝΑΤΟ αλλά αγοράζει προηγμένα οπλικά συστήματα από τη Ρωσία. Έχει αμερικανονατοϊκές βάσεις στο έδαφός της αλλά κατά καιρούς απειλεί ότι θα τις κλείσει. Βρίσκει έδαφος συνεννόησης με τη Ρωσία παρότι τόσο στη Συρία όσο και στη Λιβύη υποστηρίζει αντίπαλο στρατόπεδο.
Όλα αυτά θα ήταν αδιάφορα ή μπορεί και ενδιαφέροντα, αν αποτελούσαν απλώς αντικείμενο μελέτης και διανοητικές ασκήσεις. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Αποτελούν μηχανισμούς της επιθετικής πολιτικής του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος που απειλεί ευθέως την ειρήνη στην περιοχή και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα του λαού μας. Μας αφορούν και μας απειλούν άμεσα.
Τι έχει να αντιπαρατάξει η Ελλάδα στην ευέλικτη και αριστοτεχνική πολιτική της Τουρκίας; Δυστυχώς τίποτα το αξιόλογο. Οι κυβερνήσεις μας παραμένουν εγκλωβισμένες στην τριάδα ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και μάλιστα χωρίς να επιδείξουν έστω διάθεση πραγματικής διαπραγμάτευσης, δηλαδή διάθεση να σκληρύνουν τη στάση έναντι των εταίρων και συμμάχων.
Κι όμως, η χώρα μας κατάφερε έστω και προσωρινά να θέσει φραγμούς στην επιθετικότητα της Τουρκίας, μόνο όποτε αποστασιοποιήθηκε από το τρίγωνο αυτό και έδειξε διατεθειμένη να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι. Αν κάτι σταμάτησε την Τουρκία τη δεκαετία του 1970 μετά την εισβολή στην Κύπρο, ήταν η απομάκρυνση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ας μην ξεχνάμε ότι το 1978 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απείλησε ακόμη και την έξοδο από το πολιτικό σκέλος της Συμμαχίας.
Το 1987, κατά την κρίση του Πίρι Ρέις, που μοιάζει λίγο με τεκταινόμενα στις μέρες μας, ο Ανδρέας Παπανδρέου προέβη σε δυο κινήσεις αποφασιστικές: έκλεισε την αμερικανική βάση στη Ν. Μάκρη και έστειλε αυθημερόν τον υπουργό Εξωτερικών στη σοσιαλιστική τότε Βουλγαρία. Επιπλέον, έμμεσα απείλησε με έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, αν αυτό δεν χαλιναγωγήσει την Τουρκία. Οι επιλογές αυτές, ανεξάρτητα από το βάθος και τη συνέπειά τους, απέδωσαν.
Σήμερα δίνουμε λευκή επιταγή στις ΗΠΑ με το Πρωτόκολλο για τις βάσεις που ψηφίστηκε προχτές, ενώ στην ΕΕ μήνες τώρα συζητούν για οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία. Θα συζητούν για πολύ ακόμη, εφόσον η χώρα μας θεωρείται προβλέψιμη και δεδομένη.


εφημ. Εφημερίδα των Συντακτών, 31/1/2020
Το Πρωτόκολλο Τροποποίησης της Συμφωνίας για τις βάσεις, που ψηφίζεται αυτή τη βδομάδα στην Ολομέλεια της Βουλής, δεν είναι απλώς μια ακόμη συμφωνία. Συνιστά ένα ποιοτικό βήμα στην κατεύθυνση της απομείωσης της εθνικής μας κυριαρχίας. Έτσι κι αλλιώς η ύπαρξη των βάσεων συνδέθηκε ιστορικά με ποικίλες παρεμβάσεις τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Τα κορυφαία μελανά σημεία υπήρξαν βέβαια η επιβολή της δικτατορίας 1967-1974 και η προδοσία της Κύπρου το 1974, που οδήγησε στην τουρκική εισβολή και στην κατοχή μέχρι σήμερα του 40% του εδάφους της. Σε όλα αυτά ήταν συμμέτοχη με τον ένα ή άλλο τρόπο η άρχουσα τάξη της χώρας μας και οι εκάστοτε πολιτικοί της εκφραστές. Οι τελευταίοι, με αποχρώσεις φυσικά, είτε επέβαλαν την πραγματικότητα των βάσεων και της αμερικανοκρατίας είτε την αποδέχτηκαν, δεν την αμφισβήτησαν ουσιαστικά ποτέ.
Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο τίτλος της Συμφωνίας ήταν (ήδη στην εκδοχή του ν. 1893/1990) και είναι ψευδεπίγραφος αφού αναφέρεται σε “αμοιβαία αμυντική συνεργασία”. Αντίθετα, πρόκειται για μονομερείς δυνατότητες που παρέχονται στις ΗΠΑ.
Η σημερινή τροποποίηση της Συμφωνίας έχει νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη μέχρι τώρα συμφωνία. Πρώτο, εμπλουτίζει τον κατάλογο των βάσεων και των ευκολιών που παρέχει η χώρα μας στις ΗΠΑ. Δεύτερο, ακόμη περισσότερο, παρέχει ευκολίες ακόμη και εντός εγκαταστάσεων των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Τρίτο, παρέχει ευκολίες ακόμη και εντός πολιτικών εγκαταστάσεων. Τα τρία αυτά νέα στοιχεία κάθε άλλο παρά αθώα ή άνευ ιδιαίτερης σημασίας είναι.
Το Πρωτόκολλο προχωρά όμως ακόμη παραπέρα. Δίνει ουσιαστικά λευκή επιταγή στις ΗΠΑ. Στο άρθρο 1 παρ. 2 παρέχονται μη συνορεύουσες ευκολίες στις βάσεις στη Σούδα “όπως καθορίζονται σε υφιστάμενες ή μελλοντικές συμφωνίες και διευθετήσεις”. Το “μελλοντικές” σημαίνει ότι παρέχονται με συνεννόηση των μερών, χωρίς νόμο ψηφισμένο από τη Βουλή με πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών όπως απαιτεί το άρθρο 27 παρ.2 του Συντάγματος.
Το ίδιο, στο άρθρο 1 παρ. 3 ΙΙΙ, αναφέρονται αόριστα “άλλες εγκαταστάσεις”, (πλην των ρητά αναφερόμενων βάσεων της Λάρισας και του Στεφανοβίκειου) των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, όπως κάθε φορά συμφωνούνται από τα μέρη, και στις οποίες παρέχονται ευκολίες στις ΗΠΑ. Πρόκειται και εδώ για μια αντισυνταγματική δυνατότητα που παρέχεται στις ΗΠΑ. Η παροχή εν λευκώ τέτοιων δυνατοτήτων ακόμη και σε ένοπλες δυνάμεις που κάποιος τις θεωρεί σύμμαχες είναι έξω από κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας και εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους. Καμιά χώρα που σέβεται τον εαυτό της δεν παρέχει τέτοια λευκή εξουσιοδότηση, παρά μόνο οι λεγόμενες “μπανανίες”.
Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στην παρ. 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η διοίκηση και ο έλεγχος, τα ζητήματα ασφάλειας των εγκαταστάσεων των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων μπορεί να παραχωρηθούν στους αμερικανούς, μέσω μιας αόριστης αναφοράς περί “μελλοντικών διευθετήσεων” των ζητημάτων αυτών.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στο Πρωτόκολλο οι δραστηριότητες των δυνάμεων των ΗΠΑ δεν αναφέρονται συγκεκριμένα αλλά αόριστα: “ασκήσεις”, “κινήσεις”, “διέλευση”. Αυτό, εκτός από τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας, έρχεται σε αντίθεση ακόμη και με την Συμφωνία του 1990. Στην τελευταία, προφανώς λόγω της πίεσης που ασκούσε η ελληνική κοινή γνώμη και το κίνημα ενάντια στις βάσεις, γινόταν κάπως προσπάθεια να οριστούν συγκεκριμένα όλα αυτά, ακόμη και η πτητική δραστηριότητα.
Στο άρθρο 1 παρ. 8 παρέχονται ευκολίες στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Το Πρωτόκολλο δεν περιορίζεται ούτε σε αυτό. Αλλά στην παρ. 8 ΙΙ γενικεύεται, χωρίς σαφή προσδιορισμό, η παροχή ευκολιών σε πολιτικές εγκαταστάσεις αόριστα, οπουδήποτε (“άλλες τοποθεσίες”).
Τέλος, να πρέπει να αναφερθεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι φοροαπαλλαγές που προέβλεπε η Συμφωνία του 1990 για το προσωπικό των βάσεων, τους εργολάβους τους, κλπ. Άλλες χώρες ζητούν την καταβολή ενοικίου για τις βάσεις που παρέχουν. Η Ελλάδα αντίθετα, παρέχει φοροαπαλλαγές. Είναι κι αυτό ενδεικτικό.
Το Πρωτόκολλο επαναφέρει λογικές του 1950. Το άρθρο 1 της Συμφωνίας του 1953 έδινε κι αυτό διευκολύνσεις εν λευκώ: “Η ελληνική κυβέρνηση εξιουσιοδοτεί την κυβέρνηση των ΗΠΑ να χρησιμοποιεί οδούς, σιδηροδρομικές γραμμές και χώρους, να κατασκευάζει, αναπτύσσει, χρησιμοποιεί και θέτει σε λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι… Οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ και τα υπό τον έλεγχό τους υλικά δύνανται να εισέρχονται, εξέρχονται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και στα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως”.
Θα πρέπει, νομίζω, να προβληματιστούμε από τα ανωτέρω, και επειδή διανύουμε μια περίοδο περιφερειακών αναφλέξεων στις οποίες η Ελλάδα είναι δυστυχώς εμπλεκόμενη.



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 28/1/2020

Η χώρα μας πρέπει σταθερά να βασίζεται στην ειρηνική επίλυση των διαφορών- που είναι θεμελιώδης αρχή του διεθνούς δικαίου- με την Τουρκία είτε με οποιοδήποτε άλλο κράτος. Τούτο μάλιστα δεν αρκεί να είναι σαφές μόνο στην ελληνική κοινή γνώμη αλλά επίσης στην τουρκική καθώς και στη διεθνή. Γι’ αυτό η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι μια επιλογή που δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εντάσσεται στη λογική του διεθνούς δικαίου.
Γνωρίζουμε εντούτοις ότι κανένα δικαστήριο δεν είναι ουδέτερο και απολύτως αμερόληπτο. Αντανακλάται σε αυτό, επιδρά ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αυτός όμως δεν είναι λόγος που μπορεί να οδηγήσει στην άρνηση προσφυγής σε αυτό. Πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη του το συσχετισμό των δυνάμεων, αρκεί να μην κάνει πίσω από ζητήματα αρχής: τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και τα κυριαρχικά δικαιώματα που αυτό προστατεύει.
Για να υπάρξει όμως προσφυγή απαιτείται η εκπλήρωση ενός σημαντικού όρου. Προσφυγή νοείται για ένα και μόνο ζήτημα αποκλειστικά: την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας - ΑΟΖ. Το δικαστήριο έτσι θα κρίνει τη συγκεκριμένη διαφορά με βάση τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Δεν θα ασχοληθεί με το σύνολο των ζητημάτων που θέτει αυθαίρετα η Τουρκία. Θα πρέπει μάλιστα να διευκρινιστεί ότι η ηγεσία της γειτονικής χώρας οφείλει πρωτύτερα να άρει το casus belli έτσι ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να ασκήσει χωρίς απειλή χρήσης βίας, όταν το αποφασίσει, το αυτονόητο δικαίωμά της με βάση τη Σύμβαση για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ., όπως έχουν κάνει όλες οι χώρες του κόσμου.
Χρήσιμο θα ήταν επίσης να αξιοποιήσουμε την σχετική ιστορική εμπειρία. Το 1976 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εν μέσω κορύφωσης των τουρκικών προκλήσεων και με νωπή την εισβολή στην Κύπρο, είχε προβεί σε δυο σημαντικές κινήσεις: διατύπωσε πρόταση υπογραφής συμφώνου μη επίθεσης προς την Τουρκία ενώ δυο χρόνια πρωτύτερα είχε απομακρύνει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Η πρόταση φυσικά δεν ευδοκίμησε αλλά έφερε σε δύσκολη θέση την Άγκυρα. Συνέβαλε στην ανάδειξη των δίκαιων και σύμφωνων με το διεθνές δίκαιο ελληνικών θέσεων. Ταυτόχρονα οι κινήσεις αυτές άσκησαν πίεση προς τις ΗΠΑ, ώστε να λάβουν μια κάπως λιγότερο φιλοτουρκική θέση. Οι πρωτοβουλίες αυτές απέτρεψαν τότε την περαιτέρω επιθετικότητα της Τουρκίας και θα ήταν ακόμη πιο αποτελεσματικές, αν προχωρούσαν με συνέπεια ένα βήμα παραπέρα στη λογική αυτή.
Mήπως είναι η ώρα να αναλάβει η χώρα μας την πρωτοβουλία των κινήσεων; Να σταματήσει να απαντά μόνο στις επιθετικές κινήσεις; Δεν θα μπορούσε να διατυπώσει μια παρόμοια πρόταση προς την Τουρκία; Προσφυγή στη Χάγη για το ένα και μοναδικό ζήτημα, σύναψη Συμφώνου Ειρήνης και φιλίας και παράλληλα ένα απολύτως ξεκάθαρο μήνυμα προς τις ΗΠΑ ότι δεν είμαστε δεδομένοι και προβλέψιμοι.



εφημ. Documento 26/1/2020

Η κατ’ ουσία εξομοίωση των ιδιωτικών κολεγίων με τα πανεπιστήμια δείχνει:
1. Την ακόμη περαιτέρω εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, όπου όποιος πληρώνει σπουδάζει (άσχετα αν πραγματικά μαθαίνει κάτι στα κολέγια). Βήματα στην κατεύθυνση της εμπορευματοποίησης έχουν γίνει από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις και συνδυάζονται με την περικοπή της χρηματοδότησης μετά την κρίση στο 1/3. Τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά έχουν ήδη νομιμοποιηθεί με νόμο το 2018.
2. Την βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη της κυβέρνησης που περιφρονεί το Σύνταγμα παραβιάζοντας ξεδιάντροπα το άρθρο 16.
3. Την βαθιά αντιεπιστημονική άποψη των κυβερνώντων καθώς μόνο τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν προάγει στα σοβαρά την επιστημονική γνώση και έρευνα σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Υπάρχουν επιστημονικές έρευνες που δείχνουν καθαρά ότι η ποιότητα των πανεπιστημίων είναι ανάλογη με το ύψος της χρηματοδότησής τους από το κράτος.
4. Δείχνει την μεταπρατική αντίληψη των κυβερνώντων μιας “χώρας – μπανανίας”, αφού ικανοποιούν το αίτημα των μεγάλων αφεντικών, των ΗΠΑ και των εγχώριων επιχειρηματιών συνεργατών τους.
5. Κρύβει ότι τα κολέγια δεν διαθέτουν και δεν μπορούν να διαθέσουν την υποδομή και το επιστημονικό δυναμικό που χρειάζεται ένα αληθινό πανεπιστήμιο. Έτσι είτε θα φυτοζωούν κοροϊδεύοντας τους πελάτες τους είτε θα ζητήσουν και θα λάβουν κρατική χρηματοδότηση.
6. Τα κολέγια το μόνο που μπορούν να διδάξουν στα κρατικά ΑΕΙ είναι αντιπαιδαγωγικές - αντιεπιστημονικές πρακτικές όπως πχ. να περνούν όλοι οι φοιτητές τα μαθήματα για να μην χάσουν πελάτες, κάτι που συμβαίνει ήδη και στα εμπορευματοποιημένα δημόσια ΑΕΙ της Βρετανίας, ακόμη και σε εκείνα που έχουν ιστορικό όνομα.
Από όλα αυτά κερδίζει η επιστήμη και η κοινωνία; ο φοιτητής - πελάτης; ή μόνο ο επιχειρηματίας;




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 20/1/2020
Η Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη είχε μια έντονη οσμή αποικιοκρατίας. Οι μεγάλες δυνάμεις της Δύσης διαφέντευαν για χρόνια την περιοχή ως αποικιοκράτες. Υπό την υψηλή καθοδήγηση των ΗΠΑ διέλυσαν μια ολόκληρη χώρα, δολοφόνησαν τον ηγέτη της με τον πιο σκαιό τρόπο. Και όλα αυτά υπό το πρόσχημα της δημοκρατίας. Οι μεγάλες δυνάμεις, μαζί και περιφερειακές όπως η Τουρκία, εξόπλισαν τις διάφορες φατρίες, τους οπλαρχηγούς, που θυμίζουν έντονα κάτι ανάμεσα σε λήσταρχους και μπίζνεσμαν. Σήμερα, πάνω από το σκυλεμένο πτώμα της Λιβύης μοιράζουν τα ιμάτιά της, δηλαδή τον πετρελαϊκό πλούτο της. Για δημοκρατία, πραγματική ειρήνη, ευηερία του λαού, κυριαρχία του πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, ούτε λόγος.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ήταν τελικά ευλογία το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν συμμετείχε σε αυτή τη διαδικασία. Δεν ήταν ο κατάλληλος τόπος για συζήτηση περί σεβασμού στο διεθνές δίκαιο. Αλλά η Ελλάδα δεν προσκλήθηκε, επειδή είναι απολύτως προβλέψιμη και δεδομένη. Η τυφλή υποταγή στις ΗΠΑ και στους ισχυρούς της ΕΕ την απομονώνει ολοένα και περισσότερο.
Ωστόσο η κυβέρνηση επιμένει στην ίδια λογική. Το Υπουργείο Εξωτερικών βρήκε τη στιγμή να δείξει την υπακοή του στις ΗΠΑ εκδίδοντας πάλι ανακοίνωση στήριξης στον αυτοανακηρυγμένο πραξικοπηματικά μεταβατικό "πρόεδρο" της Βενεζουέλας Γουαϊδό. Ποιον βοηθά η τόση υποταγή στις ΗΠΑ; Ποιον εξυπηρετεί η αντίθετη με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ παρέμβαση στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας; Τι εξυπηρετεί η κατά παραβίαση του άρθρου 27 παρ. 2 του Συντάγματός μας λευκή επιταγή που δίνει στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ η νέα Συμφωνία για τις βάσεις στο άρθρο 1 παρ. 2, 3ιιι, 8 και 11;
Παράλληλα δυναμώνει η φημολογία ότι η κυβέρνηση εκφράζει την ετοιμότητά της για συμμετοχή σε "ειρηνευτική" αποστολή στη Λιβύη και για αποστολή σύστηματος "πάτριοτ" στην Σαουδική Αραβία. Τέτοιες επιλογές στρατιωτικής εμπλοκής εκθέτουν σε ύψιστο κίνδυνο την ασφάλεια του λαού. Τον εκθέτουν ακόμη στον κίνδυνο τρομοκρατικών ενεργειών.
Μήπως έτσι θα μας βοηθήσουν οι σύμμαχοι στο ζήτημα της ΑΟΖ; Και γιατί δεν το έκαναν μέχρι τώρα; Και γιατί δεν μας έχουν βοηθήσει στο πιο θεμελιώδες και από την ΑΟΖ ζήτημα της κήρυξης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ., που είναι αναφαίρετο δικαίωμα με βάση τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που το έχει εφαρμόσει η συντριπτική πλειονότητα των κρατών αλλά που η Τουρκία το θεωρεί casus belli; Είναι άρα σήμερα τόσο σημαντικό το θέμα της ΑΟΖ για την καθημερινότητα του χειμαζόμενου ελληνικού λαού; Μήπως θα του εξασφαλίσει ευημερία τη στιγμή που τα όποια οφέλη θα τα καρπωθούν οι ισχυρές πετρελαϊκές της Δύσης; Μάλλον είναι πιο συνετό να μείνουμε στην πλαγιά του βουνού κοιτάζοντας από μακριά τις τίγρεις να μαλώνουν, όπως λέει η πανάρχαιη σοφία του κινέζικου λαού.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 14/1/2020
Με τη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού οι ΗΠΑ, υπό την προεδρία Τραμπ, έδειξαν με πιο εμφατικό από κάθε άλλη φορά τρόπο ότι ο σεβασμός που τρέφουν για τις ιδρυτικές αρχές του ΟΗΕ είναι μηδενικός. Αυτή τη φορά ξεπέρασαν ένα ακόμη όριο αφού, από το τέλος το β' παγκοσμίου πολέμου δεν είχε δολοφονηθεί, σε συνθήκες κατά τις οποίες δεν έχει κηρυχθεί επίσημα πόλεμος, ανώτατος πολιτικός ή στρατιωτικός αξιωματούχος. Οι κατοπινές εξελίξεις έδειξαν όμως ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν έναν στρατιωτικό περίπατο στην περιοχή.
Αναλόγως, διαφαίνεται ολοένα και ευκρινέστερα ότι, όπως συνέβη στη Συρία, αντίστοιχα και στη Λιβύη οι ΗΠΑ και οι Νατοϊκοί σύμμαχοί τους δείχνουν να χάνουν την πρωτοβουλία. Αντ' αυτών, αναδύεται πανταχούσα παρούσα σχεδόν η ρωσική διπλωματική, πολιτική και στρατιωτική παρέμβαση. Από τα παραπάνω δεν πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα παραμεριστούν εύκολα, ότι θα περάσουν σε δεύτερο ρόλο στο ιστορικό προσκήνιο έτσι εύκολα και ήσυχα. Κάθε άλλο. Οι σπασμωδικές κινήσεις του προέδρου Τραμπ το αποδεικνύουν αυτό.
Σε ότι αφορά όμως τη χώρα μας, τα παραπάνω πρέπει να οδηγήσουν σε αναστοχασμό και επειγόντως σε αναπροσανατολισμό της εξωτερικής μας πολιτικής. Μέχρι τώρα ήταν βαθιά ανήθικο και επικίνδυνο να επικροτούμε τυφλά την επεμβατική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Επιπλέον, όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα, δεν πρόσφερε καμιά προστασία στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλλάδας. Όποτε υπήρξε πρόβλημα, οι ΗΠΑ τήρησαν δήθεν ουδέτερη στάση αλλά στην πραγματικότητα ευνοήσαν τις επιδιώξεις του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος. Αυτό συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν: από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο μέχρι τα Ίμια και τα πιο πρόσφατα γεγονότα. Έχει γι' αυτό σημασία να τονιστεί ότι η επίσημη (που διαψεύστηκε τελικά) ή η άτυπη ανάθεση (που υπάρχει ούτως ή άλλως) στις ΗΠΑ του ρόλου επιδιαιτητή για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μόνο πολιτική μυωπία και ιστορικό δογματισμό αποδεικνύει.
Σήμερα είναι δύο φορές πιο αδιέξοδη και πιο επικίνδυνη η επιλογή της τυφλής υπακοής στα κελεύσματα των ΗΠΑ. Η επικείμενη ψήφιση στη Βουλή της νέας σύμβασης για τις βάσεις, η παροχή επιπλέον διευκολύνσεων στις ΗΠΑ δεν θα παράγουν παρά μόνο αρνητικά αποτελέσματα για τον ελληνικό λαό. Ακόμη πιο επικίνδυνη μπορεί να αποδειχθεί τυχόν απόπειρα εμπλοκής της Ελλάδας στον εμφύλιο της Λιβύης, όπου διεξάγεται ένας πόλεμος δι' αντιπροσώπων για τον έλεγχο της πλούσιας αυτής περιοχής.
Η εμπλοκή στα σχέδια των ΗΠΑ και γενικότερα στις διενέξεις των μεγάλων δυνάμεων μόνο κινδύνους εγκυμονεί. Ας μην ακολουθούμε άκριτα κανέναν, ας μην εμπλεκόμαστε σε συγκρούσεις, ας κάνουμε καινούργιους φίλους. Παρότι καμιά ελληνική κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν αμφισβήτησε στα σοβαρά το δόγμα της υποταγής στις ΗΠΑ, είναι ίσως καιρός να το ξανασκεφτούμε. Μόνο και μόνο από ένστικτο επιβίωσης.



εφημ. Documento 12/1/2020

Η Κίνα από το 2010 είναι η δεύτερη παγκοσμίως οικονομική δύναμη μετά τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, σε δέκα, είκοσι ή το πολύ τριάντα χρόνια θα γίνει η πρώτη δύναμη. Το κινεζικό κράτος εργάζεται για το σκοπό αυτό επιμελώς: επεκτείνει με σχέδιο την εγχώρια παραγωγή νέων πρωτοπόρων τεχνολογιών, λαμβάνει μέτρα προστασίας της εγχώριας οικονομίας. Τονώνει την εσωτερική αγορά καθώς τα περιθώρια είναι ακόμη μεγάλα. Η εσωτερική κατανάλωση αποτελεί το 39% του ΑΕΠ, δηλαδή βρίσκεται χαμηλά σε σύγκριση με το αντίστοιχο 69% των ΗΠΑ ή το 55% της Γαλλίας.
Φροντίζει για την άμβλυνση των πιο ακραίων κοινωνικών αντιθέσεων με την εκμαίευση της κοινωνικής συναίνεσης ή και την καταστολή. Η κινεζική κυβέρνηση απολαμβάνει σήμερα μιας σχετικά πλατιάς νομιμοποίησης στον πληθυσμό. Αυτό επιβεβαιώνεται ακόμη και από τις δημοσκοπήσεις που διενεργούν φορείς που βρίσκονται εκτός Κίνας. Το ποσοστό συναίνεσης που εκφράζεται στις δημοσκοπήσεις είναι συχνά υψηλότερο εκείνων που υπάρχει στις δυτικές αστικές δημοκρατίες.
Στο διεθνές πεδίο επεκτείνει συστηματικά και με σχέδιο την κινεζική οικονομική παρουσία σε όλο τον πλανήτη. Αποφεύγει, όσο μπορεί, την εμπλοκή σε διπλωματικές και στρατιωτικές συγκρούσεις. Προς το παρόν επομένως δεν διακρίνεται κάποια σοβαρή κρίση στον ιστορικό ορίζοντα. Όσο η Κίνα διανύει φάση οικονομικής ανάπτυξης και ανόδου του διεθνούς της ρόλου, θα έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται τις εσωτερικές αντιθέσεις. Το ΚΚ Κίνας θα μπορεί να προβαίνει σε επιμέρους παραχωρήσεις με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων. Η δυνατότητα αυτή αυξάνεται στο βαθμό που η διεθνής οικονομική δραστηριότητα της Κίνας διασφαλίζει πρόσθετα κέρδη, μέρος των οποίων μπορεί να διοχετεύεται στο εσωτερικό με στόχο την κοινωνική ειρήνευση.
Σημαντική για τη μακροημέρευση του πολιτικού συστήματος είναι η διατήρηση του μοντέλου του γραφειοκρατικού, πατερναλιστικού καπιταλισμού. Στην παρούσα ιστορική φάση η αναδυθείσα οικονομική ολιγαρχία της Κίνας εμπιστεύεται πολιτικά την ηγεμονία του κυβερνώντος κόμματος, σε ένα βαθμό συγχωνεύεται μαζί του. Δεν έχει τη βούληση αλλά ούτε τη δύναμη να το υπερκεράσει. Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει κοινωνική δύναμη (από τα κάτω ή από τα πάνω) που να αμφισβητεί το πολιτικό σύστημα.
Ωστόσο, η τάση ίσως ανατραπεί λόγω των ανακατατάξεων και συγκρούσεων που επιφέρει η παγκόσμια κρίση. Το τοπίο ίσως μεταβληθεί, αν αλλάξουν σημαντικά τα οικονομικά δεδομένα. H επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών θα επέφερε πολιτικές ανακατατάξεις στη μια ή άλλη κατεύθυνση, λιγότερο ή περισσότερο βαθιές. Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι το οικονομικό θαύμα της Κίνας τείνει πιθανά να αποδυναμωθεί. Η μεταβολή μπορεί να εκφραστεί με τρεις κατά βάση τρόπους που αλληλοεπηρεάζονται.

α. Παγκόμια κρίση και β. Εξάντληση “κεϋνσιανού” μοντέλου

Η παγκόσμια οικονομική κρίση ή μια γεωπολιτική επιδείνωση της θέσης της Κίνας μπορεί να αγγίξει πολύ πιο έντονα την οικονομία, να την κλυδωνίσει, να ανακόψει την ανάπτυξή της. Η Κίνα, παρότι τελευταία έχει λάβει κάποια μέτρα, είναι μια εξαγωγικά προσανατολισμένη οικονομία. Άρα είναι ευάλωτη στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς. Σε αυτή την περίπτωση θα προκύψει αναπόφευκτα επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης που θα οδηγήσει στην όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων, τόσο ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και στην οικονομικο-πολιτική ελίτ, όσο και στο εσωτερικό της ελίτ.
Μια κρίση μπορεί να επέλθει και από ενδογενείς ιδίως αιτίες, στο ενδεχόμενο που η οικονομική ανάπτυξη περιοριστεί λόγω εξάντλησης του “κεϋνσιανού τύπου” μοντέλου που ακολουθείται. Έχει αποδειχθεί ιστορικά και από την εμπειρία της μεταπολεμικής Ευρώπης ότι η πολιτική παροχών έχει όρια. Δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' άπειρο καθώς πλήττει την κερδοφορία του κεφαλαίου.
Ο περιορισμός των παροχών είναι πιθανό να ωθήσει σε μια ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων και της αντιπαράθεσης των λαϊκών τάξεων με την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική ελίτ. Μια τέτοια κρίση θα μπορούσε να αγγίξει ακόμη και τη συνοχή της κυρίαρχης τάξης. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος ή ακόμη και του κράτους.

γ. Πολεμική εμπλοκή;

Η διεθνής οικονομική κρίση και η παγκόσμια αναδιάταξη δυνάμεων μπορεί να οδηγήσει σε άμεση ή έμμεση στρατιωτική εμπλοκή της Κίνας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν αποκλείεται. Μπορεί η πρωτοβουλία να ανήκει στις ΗΠΑ οι οποίες προφανώς επιδεικνύουν μια ιδιαίτερη επιθετικότητα, καθώς αποδυναμώνεται η διεθνής τους θέση και αντιμετωπίζουν την Κίνα ως τον υπ' αριθμό ένα ανταγωνιστή τους. Πολύ λιγότερο πιθανό είναι να υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή με πρωτοβουλία της Κίνας. Η ηγεσία της επιδεικνύει αξιοπρόσεχτη σύνεση και, μέχρι τώρα τουλάχιστον, αίσθηση ακριβούς υπολογισμού του συσχετισμού των δυνάμεων.
Ωστόσο, η αυξανόμενη παρουσία των κινεζικών επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο αλλάζει τα δεδομένα. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η Κίνα άρχισε σιγά σιγά να επενδύει στο εξωτερικό. Μετά το 2000 πραγματοποίησε ένα ποιοτικό βήμα στην εξαγωγή κεφαλαίου και ειδικά μετά την οικονομική κρίση του 2008 το ποιοτικό βήμα μετατράπηκε σε άλμα. Σήμερα, μια σειρά κινεζικές επιχειρήσεις (όπως για παράδειγμα η σιδηροβιομηχανία) αδυνατούν πλέον να διαθέσουν τα προϊόντα τους την εσωτερική αγορά και στρέφονται στη διεθνή. Εξου και η πρωτοβουλία για το νέο “δρόμο του μεταξιού”. Έτσι, η Κίνα ωθείται σε μια ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Μια αποτυχημένη για την Κίνα πολεμική σύρραξη θα είχε επιπτώσεις στη γεωπολιτική της θέση. Θα είχε ταυτόχρονα επίπτωση στην οικονομική ανάπτυξη, στο βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού αλλά και στην πολιτική συνοχή, καθώς αναπόφευκτα θα κλονιζόταν η συναίνεση τόσο των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων όσο και τμήματος τουλάχιστον της άρχουσας τάξης προς το πολιτικό σύστημα.
Ωστόσο, το καταστροφικό αυτό σενάριο δεν μοιάζει ιδιαίτερα πειστικό. Με δεδομένη τη σημερινή ανοδική τάση της Κίνας, η επιτυχής εμπλοκή σε μια άμεση ή έμμεση πολεμική σύγκρουση φαντάζει πιθανότερη, έστω και αν μέχρι τώρα η Κίνα είναι ένας στρατιωτικός νάνος μπροστά στις ΗΠΑ. Σε αυτή την περίπτωση το κράτος και το πολιτικό σύστημα θα ισχυροποιηθούν. Θα αναδειχθεί ως παγκόσμια υπερδύναμη μέχρι την πτώση της, που αναπόφευκτα επίσης θα έρθει κάποια στιγμή καθώς “τα πάντα ρει”.
Εξάλλου, δεν πρέπει να διαφεύγει το γεγονός ότι στην Κίνα υπάρχει η πλέον πολυάριθμη και με τον πιο υψηλό βαθμό συγκέντρωσης εργατική τάξη στον κόσμο. Σήμερα η συνδικαλιστική και κυρίως η πολιτική της συγκρότηση βρίσκονται στα σπάργανα. Αν όμως αρχίσει να εισέρχεται στο ιστορικό προσκήνιο;


ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION