Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Posts



εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο του ΜΑΧΩΜΕ: 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ, 10-11 Νοεμβρίου 2018

Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα ξεκίνησαν την οικοδόμηση μιας νέου τύπου κρατικής εξουσίας και δημοκρατίας και νέων παραγωγικών σχέσεων. Καταβλήθηκε προσπάθεια για δημιουργία μιας αληθινής δημοκρατίας -ανώτερης από την δήθεν δημοκρατία της πλουτοκρατίας- όπου η εργατική τάξη και ο λαός θα έχουν τον αποφασιστικό λόγο. Για το σκοπό αυτό αξιοποιήθηκαν ή αυθόρμητα συνέκλιναν προς εμπειρίες αντίστοιχες της Παρισινής Κομμούνας.
Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πλην της κουβανικής, καταγράφηκε η ίδια τάση. Αυτή της βαθμιαίας αποδυνάμωσης της επαναστατικής δημοκρατίας, της συγκέντρωσης των αποφάσεων στην ηγετική ομάδα του κόμματος και του κράτους. Οι αρχές της αιρετότητας, της ανακλητότητας, της εναλλαγής των προσώπων στις υπεύθυνες θέσεις, του ελέγχου από τα κάτω, της κατάργησης των προνομίων για τους κυβερνώντες αποδυναμώθηκαν, έγιναν τυπικό γράμμα και παραβιάστηκαν ανοιχτά. Με όλα αυτά όμως χάθηκε το βασικό χαρακτηριστικό πλεονέκτημα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Χάθηκε η ειδοποιός διαφορά της από την αστική δημοκρατία. Η κατάσταση αυτή οδήγησε βαθμιαία τους λαούς στην αδιαφορία και στην αδράνεια.


Οι αιτίες

Μπορούμε καταρχήν να εντοπίσουμε μερικούς βασικούς παράγοντες που επέδρασαν αρνητικά ώστε να δυσκολευτεί το έργο της οικοδόμησης μιας ανώτερης δημοκρατίας όπου η εργατική τάξη και ο λαός θα έχουν πραγματικά τον καθοριστικό λόγο και ρόλο.
Πρώτο, οι επαναστάσεις ξέσπασαν σε χώρες με χαμηλό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων.
Δεύτερο, αυτό συνδυαζόταν με χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο των λαών. Όλα αυτά δυσχέραιναν το έργο της συμμετοχής τους στη δημιουργία νέου κράτους και οικονομικού συστήματος.
Τρίτο, ο διαμορφωμένος εδώ και αιώνες καταμερισμός της εργασίας σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, δεν μπορεί παρά να υφίσταται για ένα ιστορικό διάστημα και μετά από μια επαναστατική αλλαγή. Αυτόματα επομένως, διαμορφώνεται η τάση της ανάθεσης και η παράλληλη τάση των κυβερνώντων να αυτονομούνται.
Τέταρτο, οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ο οικονομικός αποκλεισμός που εξαπέλυσε η αστική τάξη ανάγκασαν τις επαναστατημένες χώρες να δρουν σε καθεστώς κατάστασης πολιορκίας. Έτσι, μια σειρά δημοκρατικές λειτουργίες και ελευθερίες αναστάλθηκαν ή περιορίστηκαν δραστικά προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι έκτακτες πολεμικές συνθήκες. Αυτό θα έκανε κάθε κράτος και κάθε εξουσία που δεν ήθελε να παραδοθεί.
Πέμπτο, οι λαοί και οι ηγέτες δεν διέθεταν καμιά τέτοια προηγούμενη εμπειρία. Άρα τα λάθη, μικρά και μεγαλύτερα, ήταν αναπόφευκτα.
Έκτο, σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι αρνητικές αντιλήψεις και οι νοοτροπίες που σημαδεύουν τους ανθρώπους μέσω της μακραίωνης κυριαρχίας εκμεταλλευτικών συστημάτων και των αντίστοιχων ιδεολογιών, οι εγωισμοί, οι ιδιοτέλειες, που αποτελούν μακραίωνη κληρονομιά της ανθρωπότητας και καθόλου δεν εξαλείφονται σε μερικές δεκαετίες.


Η αντεπίδραση στην οικονομία

Η αφυδάτωση της επαναστατικής δημοκρατίας, η γραφειοκρατική στρέβλωση των σοσιαλιστικών κρατών είχε αρνητική αντεπίδραση στην οικονομία. Η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία αλλά και γενικότερα έγινε σε μεγάλο βαθμό τυπική, ή και ανύπαρκτη. Όπως σημειώνει ο κουβανός οικονομολόγος Κάρλος Ταμπλάδα, το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών1. Αντίστοιχες παρατηρήσεις είχε κάνει πολλά χρόνια πριν ο Τσε2.
Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αποξενώνονταν ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές (και όχι μόνο) αποφάσεις οδήγησε στην πτώση του ενδιαφέροντος για την εργασία και τα αποτελέσματά της και άρα σε πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οδήγησε σε αστοχίες στο σχεδιασμό, σε υπερβολές, σε βουλησιαρχικές αποφάσεις. Το παράδειγμα του μεγάλου άλματος μπροστά στην Κίνα το 1958 είναι το πλέον κραυγαλέο αλλά όχι το μοναδικό. Προκλήθηκαν ανισορροπίες, ανισομέρειες και αναποτελεσματικότητα. Σημειώθηκαν παραβιάσεις της αρχής κατανομής του κοινωνικού πλούτου “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του3. Συσσωρεύθηκαν εντέλει αδικίες και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Έτσι, τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα της πρώτης επαναστατικής περιόδου, που οφείλονταν ακριβώς στο σχεδιασμό της οικονομίας και στην ενθουσιώδη συμμετοχή των λαών, άρχισαν να αποδυναμώνονται. Οι οικονομικοί δείκτες οδηγήθηκαν σε στασιμότητα και υποχώρηση.
Στο τελικό στάδιο μεθοδεύτηκε από το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα η καπιταλιστική παλινόρθωση. Η γραφειοκρατία (τουλάχιστον το σημαντικότερο τμήμα της) μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη. Οι πρώην αξιωματούχοι μετατράπηκαν σε καπιταλιστές ιδιοποιούμενοι τη δημόσια περιουσία.

Επαναστατική δημοκρατία ίσον οικονομικός δυναμισμός

Τα παραπάνω μας βοηθούν να εξάγουμε κάποια θεωρητικά πορίσματα4. Η οικονομία στις σοσιαλιστικές κοινωνίες αναπτύσσεται με βάση το σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει 1. να λαμβάνει υπόψη του τις αντικειμενικές δυνατότητες και τους κανόνες που διέπουν τις κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες, 2. να εκφράζει τη βούληση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων για το πώς θέλουν να αναπτύξουν την οικονομία τους.
Κατά συνέπεια, η εργατική τάξη και ο λαός μπορεί και πρέπει μέσα από τους θεσμούς άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να λαμβάνει τις οικονομικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, τι ποσοστό των πόρων θα διατεθούν για τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη, για την εκπαίδευση, για την υγεία, την άμυνα κλπ, τι μέρος των επενδύσεων θα στραφεί στη βαριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της, ποιο μέρος των επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην ελαφριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της πρέπει να το συζητήσουν και να το αποφασίζουν οι εργαζόμενοι. Σε ποιο βαθμό και για ποιο ιστορικό διάστημα, θα εφαρμοστεί πολιτική τύπου ΝΕΠ, ποια θα είναι η έκταση των εμπορευματικών σχέσεων είναι ζητήματα όχι μόνο επιστημονικής τεχνοκρατικής ανάλυσης αλλά και κοινωνικές – πολιτικές αποφάσεις τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν οι λαοί.
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει να συζητήσουν και να αποφασίσουν όχι μόνο γιατί έτσι εκφράζουν τη βούλησή τους αλλά και επειδή μόνο έτσι μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο κοινωνικής τους συνείδησης, να μάθουν ακόμη και από τα λάθη τους. Άλλωστε, οι «ειδικοί» (πολιτικοί, οικονομολόγοι κλπ) μπορεί εξίσου να λάβουν λαθεμένες αποφάσεις. Μπορεί επίσης να λάβουν αποφάσεις που δεν εκφράζουν τις επιθυμίες και επιδιώξεις της κοινωνίας.
Η κυβέρνηση και το κυβερνητικό επαναστατικό κόμμα πρέπει να υποβάλλουν τις προτάσεις τους οι οποίες, μαζί με όποιες άλλες προτάσεις κατατεθούν, οφείλουν να τίθενται σε πλατιά συζήτηση τόσο στις συνελεύσεις στους εργασιακούς χώρους όσο και τοπικά, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς. Η τελική απόφαση βέβαια πρέπει να λαμβάνεται στη συνέχεια από το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο.
Η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων είναι αναγκαία και στο στάδιο της κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Στη σοσιαλιστική κοινωνία γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί η αρχή “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του”. Πώς όμως γίνεται η μέτρηση, αξιολόγηση και αποτίμηση της εργασίας; Και κυρίως ποιος την υπολογίζει σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης όπου δεν κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής; Ο υπολογισμός της εργατικής δύναμης που ξόδεψε κάθε εργαζόμενος είναι ένα σύνθετο επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα. Τα πορίσματα διάφορων επιστημών και η κοινωνική εμπειρία μπορούν να υποδείξουν τρόπους για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης εργασίας. Τα συμπεράσματα όμως της επιστήμης και της εμπειρίας μπορούν να διαφέρουν στις εκτιμήσεις τους. Ο υπολογισμός δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα αλλά και κοινωνικο-πολιτική απόφαση.
Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Επομένως ο ρόλος της δημοκρατίας είναι κι εδώ καθοριστικός. Πώς θα αποτιμηθεί από την κοινωνία μια ώρα εργασίας του εκπαιδευτικού και πώς ενός προγραμματιστή, πώς ενός ανθρακωρύχου και πώς ενός κλητήρα; Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς μπορούν να καθορίσουν τα σχετικά κριτήρια.
Η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων είναι καθοριστική για την οικονομική αποτελεσματικότητα, την έγκαιρη διόρθωση των λαθών, την κοινωνική συνοχή ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες και στρώματα του λαού. Μόνο με την επαναστατική δημοκρατία μπορεί να αναδειχθεί η υπεροχή του σοσιαλισμού και στο οικονομικό πεδίο. Όποτε και στο βαθμό που υπήρξε οδήγησε σε άλματα. Για παράδειγμα, η Σοβιετική Ρωσία η οποία εκτινάχθηκε από τη μεσαιωνική καθυστέρηση σε δεύτερη οικονομική δύναμη στον πλανήτη τα πρώτα χρόνια. Στη συνέχεια καθώς ατόνησε η επαναστατική δημοκρατία και κυριάρχησε η γραφειοκρατική στρέβλωση, οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στον οικονομικό μαρασμό.


Επιστημονική πρόβλεψη

Οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν προβλέψει επιστημονικά μια τέτοια εξέλιξη της επαναστατικής δημοκρατίας και των επαναστάσεων; Πολύ διορατικά σημείωνε ο Μαρξ ότι οι προλεταριακές επαναστάσεις “κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν σε κείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνεται να ξαπλώνουν χάμω τον αντίπαλό τους μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία ν' αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί πάλι πιο γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα5.
Ο Ένγκελς επίσης, στον πρόλογο του βιβλίου του Μαρξ Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία τόνιζε ότι αν δεν εφαρμοστούν οι αρχές της Παρισινής Κομμούνας η εργατική τάξη ενδέχεται να ξαναχάσει την εξουσία, αν δεν “εξασφαλίσει τον εαυτό της” από τα “ειδικά συμφέροντα” των ίδιων της των βουλευτών, των στελεχών, των υπαλλήλων της6.
Είναι πολύ εύστοχη από την άποψη αυτή και η επισήμανση του Φιδέλ Κάστρο ότι «Οι επαναστάτες, όσοι ξεκινάνε μια επανάσταση, έχουν συνήθως μεγάλο γόητρο στο λαό, μια μεγάλη εξουσία πάνω στο λαό, και μ’ αυτή την εξουσία, μπορούν να κάνουν πολύ καλό, αλλά μπορεί να συμβεί να κάνουν πολύ κακό. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον, πολλοί λίγοι άνθρωποι, ή και ούτε ένας, δεν θα έχουν την εξουσία που είχαμε στην αρχή της Επανάστασης, γιατί είναι επικίνδυνο άνθρωποι να έχουν τόσο μεγάλη εξουσία»7.


Υπάρχει δυνατότητα και αναγκαιότητα

Η εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα μας δείχνει ότι το ζήτημα της επαναστατικής δημοκρατίας, της ουσιαστικής συμμετοχής του λαού στις αποφάσεις έχει κομβική σημασία για την επιβίωση και ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Μήπως όμως είναι ουτοπία η οικοδόμηση μιας τέτοιας δημοκρατίας; Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για εύκολο έργο. Ωστόσο, η επιστημονική ανάλυση και αφομοίωση της εμπειρίας του 20ού αιώνα θα συμβάλλει στην ωριμότερη προσέγγιση του ζητήματος, στην απαλλαγή των επαναστατικών κομμάτων από πατερναλιστικές αντιλήψεις, από την εγκαθίδρυση του διοικητικού, ελιτίστικου αυταρχισμού στη θέση της διαλεκτικής σχέσης με το λαό. Η προσέλκυση του λαού στη διαχείριση των καθημερινών του υποθέσεων, η εκμάθηση με βάση την εμπειρία, η άνοδος του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου, είναι υπόθεση μακρόχρονης, επίπονης, συστηματικής προσπάθειας, που θα έχει πάντα τον κίνδυνο πισωγυρίσματος. Θα είναι μια δυνατότητα που πρέπει πάντοτε, καθημερινά, να επιβεβαιώνεται για να μετατρέπεται σε πραγματικότητα.
Η περίπτωση της κουβανέζικης επανάστασης (χωρίς να αγνοηθούν τα λάθη, χωρίς διάθεση ωραιοποίησης, χωρίς να αγνοηθούν οι κίνδυνοι και οι μεγάλες δυσκολίες), το γεγονός ότι κατόρθωσε να επιζήσει, μόνη, υπερήφανη, αξιοπρεπής, 28 χρόνια μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ανατολική Ευρώπη, δείχνει, έστω και ημιτελώς, ότι μπορεί να γίνει και αλλιώς.
Η επαναστατική δημοκρατία, ο δρόμος δηλαδή προς τον αυτοκαθορισμό του ανθρώπου, η πραγματική ελευθερία αποτελεί αναμφίβολα δύσκολο έργο, υψηλό, προμηθεϊκό, αντίστοιχο προς τις ανάγκες αλλά και τις δυνατότητες του homo sapiens. Η ανθρωπότητα έχει διανύσει έναν υπέροχο δρόμο από τα βάθη της πρωτόγονης κατάστασης μέχρι σήμερα. Όπως σημείωνε ο Φ. Ένγκελς, η ιστορία των επιστημών -και του ανθρώπου θα προσθέταμε- είναι η ιστορία της σταδιακής εξάλειψης της άγνοιας και της ανοησίας8.
Σήμερα, η αστική τάξη επιδίδεται σε μια αυταρχική ρεβάνς: κατάργηση εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων, στροφή προς την ακροδεξιά και τον αυταρχισμό, συρρίκνωση ακόμη και αυτής της υποκριτικής αστικής δημοκρατίας. Εξαιτίας της αδηφαγίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου απειλείται η ίδια η επιβίωση του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη. Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατάργηση από τον πρόεδρο της Βραζιλίας του υπουργείου προστασίας της περιοχής της Αμαζονίας, γεγονός που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη υπερεκμετάλλευση του πνεύμονα της ανθρωπότητας από τις πολυεθνικές, με ολέθριες συνέπειες για όλους μας σε όλο τον πλανήτη. Όμως η ιστορία έτσι προχωρά. Οι λαοί συσσωρεύουν καθημερινά, με οδυνηρό τρόπο, εμπειρία και γνώση. Θα συνεχίσουν ανοίγοντας νέους, καλύτερους δρόμους. Το επιστημονικό κεφάλαιο που άνοιξε ο Μαρξ θα είναι πολύτιμος αρωγός.

1Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), οπ. π., σελ. 204 επ.
2Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 152 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
3Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 13 επ.
4 Βλ. περισσότερα στο Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ.
5Βλ. Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 17.
6 Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 20.
7 Βλ. F. Castro, Révolution cubaine, II (textes choisis 1962-1968), Paris, Maspero, 1969, σελ. 158 επ.
8 Βλ. Φ. Ένγκελς, Κείμενα για την οικονομία και την πολιτική, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 79.



Το καραβάνι των χιλιάδων απελπισμένων που ξεκίνησαν από το Σαλβαδόρ και επιχειρεί να φτάσει στις ΗΠΑ θα αντιμετωπιστεί με στρατιωτικά πυρά, διέταξε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα όμως οι ΗΠΑ και η πολιτική τους είναι υπεύθυνες για το καραβάνι. Οι ΗΠΑ επέβαλλαν από τις αρχές του 20ού αιώνα δικτατορίες στη Λ. Αμερική και κυρίως στην κεντρική Αμερική. Νικαράγουα, Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα και αλλού, τα δικτατορικά καθεστώτα που επέβαλλαν κατέστρεψαν τις χώρες, λεηλάτησαν τους λαούς και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους σε όφελος των πολυεθνικών των ΗΠΑ και των εγχώριων ολιγαρχιών.
Συχνά οι ΗΠΑ επέβαλαν αυτή την πολιτική λεηλασίας και καταστροφής άμεσα, με στρατιωτικές επεμβάσεις όπως έκαναν σε Νικαράγουα, Αϊτή, Σαλβαδόρ, Παναμά και αλλού. Η ίδια η δημιουργία του κράτους του Παναμά έγινε με παρέμβαση των ΗΠΑ προκειμένου να ελέγξουν τη διώρυγα. Οι ΗΠΑ ανέτρεψαν ή και δολοφόνησαν προέδρους που δεν τους ήταν αρεστοί. Χρηματοδότησαν και εξόπλισαν δικτατορικές κυβερνήσεις προκειμένου αυτές να διεξάγουν μακροχρόνιους -δεκαετιών- εμφύλιους πολέμους σε βάρος των λαών τους. Τις εξόπλισαν για να βομβαρδίζουν τις φτωχογειτονιές και τις παραγκουπόλεις όπως έκαναν για παράδειγμα στο Σαλβαδόρ στις 11 Δεκεμβρίου του 1989.
Και όταν σταμάτησαν κάποια στιγμή οι εμφύλιες συρράξεις, εγκατέστησαν ειδικές οικονομικές ζώνες, όπου οι εργαζόμενοι βρίσκονται χωρίς καμιά νομική προστασία, στο έλεος των πολυεθνικών, χειρότερα και από τους δουλοπάροικους του μεσαίωνα. Η ίδια η γη και το υπέδαφος μολύνονται ατιμώρητα από τη δράση των πολυεθνικών.
Να γιατί σχηματίστηκε το καραβάνι. Να γιατί η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει υποχρέωση όχι μόνο να τους δεχτεί και να τους περιθάλψει. Αυτό δεν είναι τίποτα. Έχει εξάλλου τα οικονομικά μέσα να το κάνει. Ούτε φυσικά είναι λύση η δανειοδότηση των χωρών αυτών, δηλαδή η αναπαραγωγή και επιδείνωση του υπάρχοντος συστήματος εκμετάλλευσης και υποτέλειας. Όσο για τις λεγόμενες επενδύσεις, που δήθεν α δώσουν δουλειά, η πράξη (ιδίως στις ειδικές οικονομικές ζώνες) έχει δείξει ότι παρέχουν δουλεία και εξοντωτική εκμετάλλευση, όχι εργασία με δικαιώματα.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει υποχρέωση να καταβάλλει αποζημιώσεις για τις καταστροφές που έχει προκαλέσει πάνω από εκατό χρόνια τώρα στις χώρες αυτές. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει επανόρθωση για τα εγκλήματα (οικονομικά και ποινικά) που έχουν διαπραχθεί. Το αίτημα αυτό, που έχει ηθική αλλά και νομική βάση, έχει τεθεί στο παρελθόν από την Κούβα, άλλες χώρες του Κινήματος των Αδεσμεύτων, διάφορους διανοούμενους και λαϊκά κινήματα σε όλο τον κόσμο. Καιρός να επανέλθει στην επικαιρότητα, πιο δυνατά. Όπως η Γερμανία οφείλει αποζημιώσεις και πολεμικές επανορθώσεις (στην Ελλάδα τουλάχιστον) για το ναζιστικό όλεθρο, έτσι και οι ΗΠΑ.
http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29208/%CE%A4%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82




Εισήγηση στο διεθνές επιστημονικό συμπόσιο του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα “50 χρόνια από το Μάη του 1968. Η Ευρώπη σε αναζήτηση για τη Δημοκρατία, την Ειρήνη, τα Δικαιώματα”, 14/5/2018

Περίληψη: Η εισήγηση εξετάζει τις βασικές κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν στον Μάη του 68 εντοπίζοντας τις ιδίως στην ιστορική παράδοση του επαναστατικού και εργατικού κινήματος στη Γαλλία, στην απαρχή εξάντλησης του κεϋνσιανού μοντέλου και της κρίσης της θέσης της χώρας ως παγκόσμιας δύναμης. Αναλύει τις θεωρητικές προϋποθέσεις ύπαρξης επαναστατικής κατάστασης. Θέτει το ερώτημα αν υπήρχαν στη Γαλλία του 1968 συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια επαναστατική δημοκρατία. Τέλος, καταδεικνύει το αποτύπωμα του Μάη του 68 στις μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν και οι οποίες καθυστέρησαν τη νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση.

Το μεγάλο κύμα διαδηλώσεων και απεργιών που συγκλόνισε τη Γαλλία το Μάιο του 1968 ήταν καρπός συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών συνθηκών. Η πρώτη αιτία εντοπίζεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αρχίζουν να εμφανίζονται σημάδια κάμψης της καπιταλιστικής οικονομίας. Μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια μετά ξεσπά η μεγάλη οικονομική κρίση που πήρε τη μορφή της πετρελαϊκής. Η καπιταλιστική οικονομία είχε αρχίσει σιγά σιγά να ολοκληρώνει τη φάση της ανάκαμψης. Η τελευταία ξεκίνησε με το πέρας του β' παγκοσμίου πολέμου. Οι καταστροφές και τα ερείπια του πολέμου υπήρξαν ακριβώς το υπέδαφος της υπέρβασης της κρίσης της δεκαετίας του 1930.
Έτσι από το 1945 ξεκίνησε η νέα φάση ανάπτυξης. Σε αυτό πρέπει να συνυπολογιστεί η ισχυρή παρουσία του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος στον κόσμο αλλά και στη Γαλλία ειδικότερα. Τα ισχυρά αντιφασιστικά κινήματα του β' παγκοσμίου πολέμου, η διαμόρφωση των λαϊκών δημοκρατιών στην Ανατολική Ευρώπη, η ισχυροποίηση της ΕΣΣΔ λειτούργησαν ως παράγοντας που εξανάγκασε τις κυρίαρχες τάξεις της δυτικής Ευρώπης σε σημαντικές παραχωρήσεις προς τους εργαζόμενους.
Στη Γαλλία έπαιξε ειδικό ρόλο η ισχυρή παρουσία του εργατικού κινήματος και του ΚΚ Γαλλίας1. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι επαναστατικές παραδόσεις του γαλλικού λαού: από τη ρηξικέλευθη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό το 1789, τη σειρά των επαναστάσεων που συγκλόνισαν τη χώρα καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα με τις επαναστάσεις του 1830, 1848, την Παρισινή Κομμούνα το 1871, μέχρι την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου το 1936 και το κίνημα της αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή2. Όλα αυτά αποτυπώθηκαν σε ένα βαθμό στις συνταγματικές και νομικοπολιτικές αλλαγές που εισήγαγε το Σύνταγμα του 1946 και ιδίως στο ριζοσπαστικό προοίμιό του3.
Η κεϋνσιανή διαχείριση όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε αρχίσει να πλησιάζει τα όριά της. Για τη Γαλλία υπήρχε ένας επιπλέον παράγοντας που ενέτεινε τα όποια προβλήματα. Η χώρα είχε εξέλθει από τον παγκόσμιο πόλεμο χάνοντας σημαντικές δυνάμεις και υποβαθμισμένη στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αυτό εκφράστηκε με τον πιο εύγλωττο τρόπο στην απώλεια των αποικιών της. Οι ήττες στο Βιετνάμ, στο Σουέζ, στην Αλγερία αφαίρεσαν σημαντικές πηγές εκμετάλλευσης για το γαλλικό κεφάλαιο4. Κατά συνέπεια, ο μηχανισμός αναδιανομής των υπερκερδών από την καταλήστευση του τρίτου κόσμου άρχισε να εισέρχεται σε περίοδο σχετικής κρίσης. Η γαλλική κυρίαρχη τάξη δεν διέθετε πλέον, όπως παλαιότερα, την ευχέρεια να μεταβιβάζει στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα της Γαλλίας ένα μέρος των υπερκερδών και να διασφαλίζει έτσι την κοινωνική ειρήνη5.
Είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια τάση περιορισμού των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων που είχαν κατακτηθεί μέχρι τότε. Επρόκειτο για πολύ πρώιμη φάση αυτής της τάσης. Ένα τέτοιο δείγμα ήταν ο νόμος για την κοινωνική ασφάλιση που προώθησε ο Ντε Γκωλ. Κυρίως, όμως, οι διαφαινόμενες αλλαγές αφορούσαν στις μελλοντικές γενιές της εργατικής τάξης και στη σχετική υποβάθμιση τμήματος των μεσαίων στρωμάτων και ειδικά του μελλοντικού επιστημονικού δυναμικού. Αυτός ήταν ο λόγος που η φοιτητική νεολαία αποτέλεσε τον πυροκροτητή της εξέγερσης του Μάη6.
Συναφές με τo οικονομικό υπόβαθρο είναι το ζήτημα της δημοκρατίας. Από το 1958 η Γαλλία είχε εισέλθει και επίσημα σε μια εκδοχή της αστικής δημοκρατίας πιο περιορισμένη, με μεγάλη συγκέντρωση της εξουσίας στην εκτελεστική και ακόμη περισσότερο στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Ντε Γκωλ προώθησε και ενσωμάτωσε αυτό το μοντέλο, δίνοντάς του συνάμα πατερναλιστικά και βοναπαρτιστικά χαρακτηριστικά7. Το μοντέλο αυτό διακυβέρνησης ήταν απαραίτητο για να ανταπεξέλθει η κυρίαρχη τάξη στις έντονες πιέσεις που δεχόταν από το εργατικό κίνημα στο εσωτερικό, από τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα στο εξωτερικό και από τον αδυσώπητο ανταγωνισμό των άλλων μεγάλων δυνάμεων, ιδίως των ΗΠΑ και της αναδυόμενης Γερμανίας. Ωστόσο, ο αυταρχισμός που το χαρακτήριζε δημιουργούσε πρόσθετες εστίες αντιθέσεων και συγκρούσεων, ακόμη και στο εσωτερικό της αστικής τάξης.


Επαναστατική κατάσταση

Υπήρξε όμως τελικά επαναστατική κρίση -ή αλλιώς επαναστατική κατάσταση- στη Γαλλία που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια επανάσταση, στην ανατροπή του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας και στην εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής δημοκρατίας, η οποία θα βασιζόταν στο συνδυασμό άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με πλήρη αιρετότητα, ανακλητότητα των αντιπροσώπων, κατάργηση των προνομίων τους και τον διαρκή έλεγχό τους από τους εργαζόμενους8; Μια τέτοια επαναστατική δημοκρατία, ανάλογη της Παρισινής Κομμούνας θα ξεκινούσε τη διαδικασία κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής.
Το ερώτημα είναι: υπήρξε επαναστατική κατάσταση και απλώς έλειψε ο υποκειμενικός παράγοντας για να τη μετατρέψει σε επανάσταση; Η ιστορική εμπειρία και η θεωρητική της γενίκευση έχουν δείξει ότι επαναστατική κατάσταση υπάρχει όταν συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω όροι9.
Πρώτος όρος είναι η επιδείνωση πέρα από τα συνηθισμένα όρια των συνθηκών ζωής των εργαζομένων. Αυτός ο όρος αφορά κυρίως την αντικειμενική οικονομική κατάσταση. Συνήθως παρουσιάζεται στο πλαίσιο μιας οικονομικής κρίσης ή ειδικών συνθηκών που μπορούν να αφορούν μια χώρα. Είναι πρωταρχικός γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορούν να γεννηθούν οι τρεις επόμενοι.
Ενδέχεται όμως η επιδείνωση των συνθηκών ζωής να μην έχει άμεσα τουλάχιστον, απτό οικονομικό περιεχόμενο. Η κατάργηση της δημοκρατίας από μια δικτατορία, μια εθνική προδοσία και καταστροφή μπορεί εξίσου να δημιουργήσουν την απότομη επιδείνωση των συνθηκών ζωής και στη συνέχεια μόνο να εκφραστεί αυτό και με επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου. Για παράδειγμα, η προδοσία της Κύπρου από την ελληνική χούντα, η επιβολή της δικτατορίας Μπατίστα στην Κούβα το 1952 ή η εθνική ταπείνωση της Κίνας με τη συμφωνία του 1919 υπήρξαν γεγονότα που, χωρίς να έχουν άμεση οικονομική συνέπεια (αυτή ήρθε μετά) προκάλεσαν απότομη αλλαγή των συνθηκών ζωής.
Δεύτερος όρος είναι η δημιουργία της αίσθησης στην κοινή γνώμη των κατώτερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν και να κυβερνιούνται όπως πριν. Η αίσθηση αυτή δεν είναι απαραίτητα συνειδητή πολιτική επιλογή, ούτε οδηγεί μονοσήμαντα σε επαναστατικές λύσεις. Αποτελεί σε σημαντικό βαθμό καρπό της αυθόρμητης διαμόρφωσης της συνείδησης που στη συνέχεια βέβαια σμίγει με συνειδητές πολιτικές παρεμβάσεις και επιλογές.
Τρίτος όρος είναι η κατακόρυφη άνοδος της πολιτικής δραστηριοποίησης και του αναβρασμού στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, πέρα από τα συνηθισμένα όρια. Ο όρος αυτός σχετίζεται αλλά δεν ταυτίζεται με τον προηγούμενο.
Τέταρτος όρος είναι η δυσχέρεια του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί την οικονομική και πολιτική κρίση. Προκύπτει ιδίως ως συνέπεια όλων των προηγούμενων παραγόντων. Η δυσχέρεια αυτή γεννά αντιπαραθέσεις, διενέξεις, συγκρούσεις στο εσωτερικό του. Παράγει τελικά αστάθεια του πολιτικού συστήματος.
Η εκπλήρωση αυτών των όρων συνιστά τη λεγόμενη επαναστατική κατάσταση. Η επαναστατική κατάσταση μπορεί να μετατραπεί σε επανάσταση, πολιτική ή και κοινωνική, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης πολιτικής δύναμης η οποία θα προτείνει τη μετάβαση σε ένα νέου τύπου πολιτικό καθεστώς ή μια νέου τύπου κρατική εξουσία και κοινωνικό σύστημα.


Η ιδιαιτερότητα της Γαλλίας

Στη Γαλλία του Μάη του 1968 φαίνεται πως έλειπε ο πρώτος όρος. Δεν σημειώθηκε μια απότομη καταβύθιση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων. Υπήρχαν στοιχεία που προϊδέαζαν για μια συρρίκνωση των κοινωνικών κατακτήσεων αλλά όχι μια βαθιά γενικευμένη επίθεση στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Η δυσαρέσκεια ήταν υπαρκτή, εξαιτίας αυτών των πρώτων δειγμάτων αλλά και εξαιτίας της αυταρχικής, αντιδημοκρατικής άσκησης της διακυβέρνησης από τον Ντε Γκωλ.
Ωστόσο, ο αυταρχισμός της κυβέρνησης και ειδικά η έξαρση του αυταρχισμού με την οποία αντιμετωπίστηκε τις πρώτες μέρες του Μάη το φοιτητικό κίνημα, προκάλεσαν μια βίαιη αλλαγή στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Η έκταση της επιδείνωσης ήταν αξιοσημείωτη αλλά μάλλον όχι αποφασιστική.
Κατά συνέπεια, η κρίση διακυβέρνησης, δηλαδή η αδυναμία των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων να συνεχίσουν να κυβερνώνται όπως παλιά και η αδυναμία των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων να διαχειριστούν την κατάσταση ήταν σχετική.
Αντίστοιχα, η κινητοποίηση ευρύτατων τμημάτων του πληθυσμού ήταν υπαρκτή αλλά όχι της έκτασης που θα ανέμενε κανείς σε μια επαναστατική κατάσταση. Υπήρξε μια ευρύτατη κινητοποίηση αρχικά των φοιτητών με συνεχείς μαζικές διαδηλώσεις. Οι μεγαλύτερες από αυτές δεν ξεπέρασαν τις 35 χιλιάδες. Στη συνέχεια εκδηλώθηκε η εργατική απεργία στην οποία συμμετείχαν στην αποκορύφωση 7 - 8 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Οι απεργιακές συγκεντρώσεις συγκέντρωσαν στο μέγιστο 800 χιλιάδες με 1 εκατομμύριο. Η κοινή γνώμη ωστόσο ήταν διχασμένη. Οι σχετικές δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 55% επιθυμούσε μια άλλη μορφή κοινωνίας αλλά το 50% δήλωνε αντίθετο στις απεργίες10. Η έκταση και το βάθος των κινητοποιήσεων ήταν πολύ σημαντική αλλά δεν ξεπέρασε τα όρια. Είναι ενδεικτικό ότι δεν δημιούργησε ρήγμα στην πειθαρχία των ενόπλων δυνάμεων, όπου δεν παρατηρήθηκε πολιτική αμφισβήτηση.
Μπορεί επομένως να υποστηριχθεί ότι στη Γαλλία το Μάη του 1968 δεν είχε ακριβώς διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση αλλά το προοίμιό της. Σημειώθηκε βαθιά πολιτική κρίση αλλά όχι ακόμη επαναστατική κατάσταση. Δεν είναι τυχαίο που κανένας πολιτικός φορέας, ούτε το ΚΚ Γαλλίας, ούτε οι λοιπές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς έθεσαν στην πραγματικότητα ζήτημα κατάληψης της εξουσίας11. Δεν ήταν μόνο ζήτημα ανεπάρκειας ή ατολμίας των πολιτικών αυτών φορέων αλλά ζήτημα ανεπάρκειας των αντικειμενικών προϋποθέσεων.
Εξάλλου, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας η νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος παραμένει κατά κανόνα υψηλή, όσο και αν αυτό έχει φθαρεί. Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά αυταρχικής εκτροπής κατά την οποία ο δημοκρατικός μανδύας έχει πάψει να αποτελεί πηγή νομιμοποίησης12. Πάντως τέτοια μεγάλη, δομική, φθορά δεν υπήρξε στη Γαλλία.


Μεταρρυθμίσεις

Έτσι, η πολιτική κρίση του Μάη του 1968 έληξε χωρίς να οδηγήσει σε επαναστατική μεταβολή. Δεν υπήρξε δυνατότητα ανατροπής της κυβέρνησης και αντικατάστασης του αστικού κράτους από μια επαναστατική δημοκρατία τύπου Παρισινής Κομμούνας.
Μια δυνατότητα που ίσως διανοιγόταν ήταν η δρομολόγηση, με τον ένα ή άλλο τρόπο, της κατάργησης του αυταρχικού Συντάγματος του 1958, η εφαρμογή μιας σειράς ριζοσπαστικών δημοκρατικών και οικονομικών αλλαγών. Κάτι τέτοιο δεν θα συνιστούσε κοινωνική επανάσταση αλλά μια ριζική τομή που μπορεί να άνοιγε περαιτέρω το δρόμο της επαναστατικής μεταβολής.
Ωστόσο, η κρίση του Μάη ανάγκασε την κυρίαρχη τάξη και το πολιτικό της σύστημα στην παραχώρηση μιας σειράς σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε πολλούς τομείς. Αυτό συνέβη πρωτίστως στον εργασιακό τομέα, όπου κυβέρνηση και εργοδότες έκαναν αποδεκτά πολλά από τα αιτήματα των απεργών. Αντέστρεψαν με τον τρόπο αυτό, προσωρινά είναι γεγονός, την τάση αφαίρεσης των εργασιακών κατακτήσεων. Ακόμη και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 1973 και την έναρξη εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, η Γαλλία καθυστέρησε κατά πολύ, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή τη Βρετανία, να εισέλθει στο φάσμα αυτό. Η καθυστέρηση ήταν κατά βάση συνέπεια του Μάη του 1968.
Σημαντικές ήταν επίσης οι μεταρρυθμίσεις που συνέβησαν σε πολιτικό επίπεδο. Ο εκδημοκρατισμός των πανεπιστημίων, που υπήρξε βαθύς και αξιοσημείωτος, η ήττα του Ντε Γκωλ ένα χρόνο μετά, στο δημοψήφισμα που πρότεινε, αλλά και οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του Ζισκάρ Ντ' Εστέν μετά το 1974 ήταν επίσης καρπός του Μάη του 196813. Τίποτε από όλα αυτά δεν υπερέβαινε το καπιταλιστικό σύστημα βεβαίως γι' αυτό και σχετικά σύντομα οι μεταρρυθμίσεις αυτές άρχισαν να καταργούνται. Σε κάθε περίπτωση, ο Μάης απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι η ιστορία προχωρά με κοινωνικούς αγώνες αλλά και με πισωγυρίσματα.

http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29127/%CE%9C%CE%AC%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-68-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1

1Βλ. Τ. Κυπριανίδης, “Η λεωφόρος της δύσης. Σημειώσεις για την ιστορική πορεία του ΚΚ Γαλλίας”, περ. Θέσεις, τευχ. 13, 1985.
2Βλ. G. Lefranc, Το λαϊκό μέτωπο, Αθήναι, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1966, ιδίως, σελ. 60 επ. και S. Wolikow, Le front populaire en France, Paris, éd. Complexe, 1996, σελ. 169 επ.
3C. Emeri – C. Bidégaray, La Constitution en France (de 1789 a nos jours), Paris, éd. Armand Colin, 1997, σελ. 123 επ. και P. Pactet, Institutions politiques – Droit Constitutionnel, Paris, éd. Armand Colin, 2003, σελ. 306 επ.
4Βλ. Ε. Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2002, σελ. 155-156.
5Βλ. Ε. Μαντέλ, Ο ύστερος καπιταλισμός, τ. Α, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, χ.χρ., σελ. 106-107.
6Βλ. Β. Μηνακάκης, Μάης 1968, ρωγμή από το μέλλον, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2018, σελ. 27 επ.
7Βλ. B. Chantebout, Droit constitutionnel et science politique, Paris, Armand Colin, 1985, σελ. 510 επ.
8Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000.
9Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς”, Άπαντα, τ. 26, σελ. 220.
10Βλ. Β. Μηνακάκης, Μάης 1968, ρωγμή από το μέλλον, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2018, σελ. 225.
11Βλ. Φ. Παρρής, “Ο Μάης του 1968 στη Γαλλία. Το πολιτικό – οικονομικό υπόβαθρό του”, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 3/2008.
12Βλ. Ε. Γκεβάρα, Ο ανταρτοπόλεμος, Αθήνα, εκδ. Καρανάση, 1982, σελ. 38 και Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 101 επ.
13Βλ. τον τόμο Μάης '68 (20 χρόνια μετά), Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1988, σελ. 68-69, 137, 141.



Η επικράτηση του ακροδεξιού Μπολσονάρο στις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία ήταν λίγο πολύ ένα “χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου”. Η εκλογή αυτή θα έχει όχι μόνο δραματικές εσωτερικές επιπτώσεις αλλά θα επιδράσει σε όλη τη Λ. Αμερική και στον κόσμο καθώς η Βραζιλία είναι η 8η οικονομία του πλανήτη.
Πως έγινε δυνατή η νίκη του Μπολσονάρο; Ας ξεχωρίσουμε 6 βασικές αιτίες:
1. Η κατάρρευση του δεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το ποιο είχε επανειλημμένα χάσει όλες τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και είχε καταστεί πλήρως αναξιόπιστο στην κοινή γνώμη. Έτσι υπήρξε μια μετατόπιση προς το κόμμα του Μπολσονάρο. Η κυρίαρχη τάξη πόνταρε σε ένα νέο κόμμα.
2. Ο Μπολσονάρο είχε την ολόπλευρη στήριξη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και του συνόλου σχεδόν των μέσων ενημέρωσης. Είχε επίσης τη στήριξη του βαθέος κράτους. Είναι ενδεικτικό ότι παρότι παραβίασε τους όρους της νομοθεσία περί προεκλογικής εκστρατείας (όρια χρηματοδότησης κλπ), κανένα δικαστήριο δεν κινήθηκε εναντίον του.
3. Ο Μπολσονάρο πραγματοποίησε με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης μια ξέφρενη διαδικτυακή, συκοφαντική, παραπειστική προπαγάνδα. Για παράδειγμα, με χαλκευμένα έγγραφα ή πλαστές φωτογραφίες ισχυρίστηκε ότι ο υποψήφιος του ΡΤ ήταν υπέρ της παιδοφιλίας ή ότι είχε στην ιδιοκτησία του αυτοκίνητο ferrari. Το 60% των ψηφοφόρων του Μπολσονάρο, ειδικά αυτοί των χαμηλών στρωμάτων ενημερώνονταν πολιτικά μόνο από τα μηνύματα what's app με τα οποία τους βομβάρδισε καθημερινά ο μηχανισμός του Μπολσονάρο. Δεν είχαν καμιά άλλη ενημέρωση από έντυπα ή από διαδικτυακές πηγές ώστε να μπορέσουν να συγκρίνουν και να κρίνουν κάπως πιο αντικειμενικά. Είναι ενδεικτικό ότι ο γιος του Μπολσονάρο συναντήθηκε τον Αύγουστο με τον Μπάνον για να αντλήσει τεχνογνωσία για τις μεθόδους βομβαρδισμού με λάσπη.
4. Η επιρροή του Μπολσονάρο εστιάζεται κυρίως στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και στα ανώτερα μεσαία στρώματα. Οι κοινωνικές αυτές τάξεις και ομάδες είναι κυριολεκτικά εξοργισμένες από τις φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες έγιναν τα προηγούμενα χρόνια από το Κόμμα των Εργαζομένων (ΡΤ), το κόμμα του Λούλα.
5. Στην προεκλογική περίοδο δεν έγινε καμιά ουσιαστική συζήτηση για την οικονομία. Ο Μπολσονάρο απέφυγε συστηματικά κάτι τέτοιο γιατί διαφορετικά θα αποκαλυπτόταν το σκληρό, αντιλαϊκό αντικοινωνικό πρόσωπο της πολιτικής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο βασικός του οικονομικός σύμβουλος (και πιθανός υπουργός Οικονομίας) είναι ο Πάουλο Γκίντες, τραπεζίτης, που ανήκει στη σκληρή, νεοφιλελεύθερη Σχολή του Σικάγο.
6. Το ΡΤ όλα τα προηγούμενα χρόνια έκανε αλλαγές χωρίς όμως να πραγματοποιήσει αλλαγή της κατάστασης. Έμεινε στα μισά του δρόμου αφού δε τόλμησε να προχωρήσει σε βαθύτερη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου και να συγκρουστεί με τα μεγάλα συμφέροντα. Έτσι, οι φιλεργατικές του μεταρρυθμίσεις έμειναν μετέωρες και, όταν ενέσκηψε η κρίση, άρχισαν να αποδυναμώνονται. Άρχισε έτσι να χάνει την αξιοπιστία του στα μάτια των ίδιων του των οπαδών. Δεν επιδίωξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο λαϊκό παράγοντα. Οι όποιες αλλαγές έγιναν από τα πάνω χωρίς να επιδιωχθεί μια κινητοποίηση του λαού. Επιπλέον, εναγκαλίστηκε εν μέρει με τα μεγάλα συμφέροντα γεγονός που ευνόησε φαινόμενα διαφθοράς. Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στο χώρο των συντηρητικών και αντιδραστικών δυνάμεων, τα λαϊκά στρώματα έχασαν τον πολιτικό τους εκφραστή και δεν μπόρεσαν να τον αντικαταστήσουν με έναν άλλο, πιο αξιόπιστο και πιο ριζοσπαστικό.

Θα έχει την τύχη του Μπάνσερ;

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας δικτάτορας ή οπαδός δικτατορίας εκλέγεται στη Λ. Αμερική στην προεδρία. Παράδειγμα, ο Ούγο Μπάνσερ πρώην δικτάτορας της Βολιβίας ο οποίος εξελέγη αργότερα στην προεδρία (1997-2001) με ένα λαϊκίστικο προφίλ. Άσκησε σκληρή, νεοφιλελεύθερη, αντιλαϊκή πολιτική, ξεπούλησε ακόμη και το νερό της χώρας του στις πολυεθνικές, για να αναγκαστεί σε παραίτηση μετά από λαϊκή εξέγερση. Θα έχει την ίδια τύχη ο Μπολσονάρο;


 http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29186/%CE%93%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CE%BF-%CE%9C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%83%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%BF



στον τόμο Μ. Αγγελίδης, Μ. Σπουρδαλάκης (επιμ.), Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση (προκλήσεις και προοπτικές στη δημοκρατία τον 21ο αιώνα), Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σελ. 197-208

εισήγηση στο συνέδριο με θέμα “Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση - Προκλήσεις και προοπτικές στη δημοκρατία τον 21ο αιώνα”, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 15-17/12/2016

Η ιστορική εμπειρία, παλαιότερη και πρόσφατη, δείχνει ότι στις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις αναφύεται με τον ένα ή άλλο τρόπο ένα ερώτημα σχετικό με τον τρόπο διακυβέρνησης και ειδικότερα με τη δημοκρατία. Η υπέρβαση της κρίσης με παραδοσιακά μέσα και εντός του πλαισίου των υπαρχόντων σχέσεων οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας απαιτεί επώδυνα μέτρα1. Αυτά πλήττουν τις συνθήκες ζωής μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας και γι' αυτό συνήθως προκαλούν αντιδράσεις, μεγαλύτερες ή μικρότερες.
Η υλοποίηση των μέτρων αυτών απαιτεί αντιμετώπιση των αντιδράσεων και άρα γεννά ροπή προς τις αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης. Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε τρία επίπεδα: συρρίκνωση της υπάρχουσας δημοκρατίας, θεσμικές αλλαγές σε αυταρχική κατεύθυνση, κατάργηση της δημοκρατίας. Η υπέρβαση της κρίσης, σε συνδυασμό με την κοινωνική πίεση, μπορεί να επαναφέρει αργότερα ένα επίπεδο δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Το παράδειγμα του μεσοπολέμου είναι παραπάνω από εύγλωττο. Στη χώρα μας εκφράστηκε ήδη με την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος το 1932 η οποία αποσκοπούσε στη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό και στην παροχή ευχερειών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να επιβάλλει χωρίς πολλές διατυπώσεις την κατάσταση πολιορκίας2. Ολοκληρώθηκε με την επαναφορά της βασιλευομένης δημοκρατίας και αργότερα με την κατάργηση της δημοκρατίας.


Η αντίστροφη πορεία προς τη δημοκρατία

Υπήρξαν όμως ιστορικά και περιπτώσεις που η υπέρβαση της κρίσης έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με διεύρυνση της δημοκρατίας. Διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας συνεπάγεται ότι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα διευκολύνονται να λάβουν ενεργητικότερο ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Αυτό με τη σειρά του επιφέρει κατά κανόνα αναδιανομή του πλούτου σε όφελός τους. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί καταρχήν ότι όσο πιο βαθιές είναι οι δημοκρατικές αλλαγές, όσο περισσότερο αναδεικνύουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, τόσο περισσότερο συνοδεύονται από βαθύτερες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές.
Η διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας αποτελεί όρο χωρίς τον οποίο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και να σταθεροποιηθούν κοινωνικές αλλαγές στη λογική του περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων. Η αναδιανομή κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων μπορεί να εμπεδωθεί μακροπρόθεσμα μόνο αν αποτελεί προϊόν της δημοκρατικής συμμετοχής.
Για παράδειγμα, κεϋνσιανές πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος, που βασίστηκαν στις από τα πάνω παροχές, γρήγορα αποδυναμώθηκαν ή ανατράπηκαν. Αυτό συνέβη ιδίως με τις διάφορες λαϊκιστικές, πατερναλιστικές κυβερνήσεις στη Λ. Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 19603.
Ριζικότερα εγχειρήματα εξάλειψης της κοινωνικής ανισότητας και των σχέσεων εκμετάλλευσης μετά από επαναστατικές αλλαγές, όπως στη Ρωσία το 1917, αποδυναμώθηκαν και ανατράπηκαν ως συνέπεια και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού της επαναστατικής δημοκρατίας.
Ένα λίγο διαφορετικό παράδειγμα είναι αυτό της Χιλής την περίοδο της διακυβέρνησης από τον Αλλιέντε. Εκεί, οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές δεν συνοδεύτηκαν και δεν υποστηρίχθηκαν από ένα σύνολο βαθιών δημοκρατικών αλλαγών στο πολιτικό σύστημα και στον κρατικό μηχανισμό. Δεν προχώρησε η αλλαγή του Συντάγματος που σχεδίαζε, ούτε η καθιέρωση της ανακλητότητας των αιρετών, ούτε ο ριζικός εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων. Η κατάλυση της δημοκρατίας από το πραξικόπημα επέφερε ραγδαία υποχώρηση των κοινωνικών κατακτήσεων μέσω της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου.
Από την άλλη πλευρά, η δημοκρατία από μόνη της δεν οδηγεί πάντοτε σε προαγωγή των συμφερόντων των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Η διεύρυνση της δημοκρατίας από μόνη της δίνει απλώς τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Η δυνατότητα αυτή μετατρέπεται σε πραγματικότητα μόνο αν συντρέξουν και άλλοι όροι, κοινωνικο-οικονομικοί και ιδεολογικοί.

Η εμπειρία της Λ. Αμερικής

Η Λατινική Αμερική του τέλους του 20ού αιώνα – αρχών του 21ου παρέχει σχετικό υλικό. Η βαθιά και χρόνια κρίση που αντιμετώπιζαν πολλές από τις χώρες αυτές εξαιτίας των μοντέλων υπανάπτυξης και της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών οδήγησαν στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Αυτές βασίστηκαν σε πολιτικές μεταβολές που εμπνέονταν από μια λογική διεύρυνσης της δημοκρατίας. Στη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ αναπτύχθηκαν οι πλέον προωθημένες μορφές.
Περιελάμβαναν τομές σε δύο επίπεδα: πρώτο, κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και δεύτερο, διεύρυνση της δημοκρατίας. Καταγράφηκαν και συνταγματικά δημιουργώντας το φαινόμενο του λατινοαμερικανικού “νέου συνταγματισμού”4. Προέκυψαν ως αποτέλεσμα έντονων κοινωνικών αγώνων. Συγκροτήθηκαν συνταγματικά μέσω Συντακτικών Συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων. Οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από τους πολέμιους των εγχειρημάτων αυτών.
Στο πρώτο επίπεδο, η επιδίωξη της εθνικής κυριαρχίας περιελάμβανε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτο, την κατοχύρωση της δημόσιας ιδιοκτησίας στους βασικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, δεύτερο, την απαγόρευση ύπαρξης ξένων στρατιωτικών βάσεων και τρίτο την προσπάθεια οικοδόμησης νέων, εναλλακτικών μορφών διεθνούς οικονομικής συνεργασίας. Αυτό έγινε σε αντιπαράθεση με την προωθούμενη από τις ΗΠΑ παναμερικανική ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, την γνωστή ALCA, η οποία τελικά ναυάγησε. Ο “νέος συνταγματισμός” διεκδίκησε μια άλλου τύπου παγκοσμιοποίηση, όπου οι πηγές του δικαίου δεν θα μετατοπίζονται σε διακυβερνητικά ή ιδιωτικά παγκόσμια δίκτυα ισχυρών συμφερόντων5.
Στο δεύτερο επίπεδο, σχετικοποίησαν το προεδρικό σύστημα που παραδοσιακά ακολουθούσαν οι χώρες αυτές με την εισαγωγή του θεσμού της δυνατότητας ανάκλησης του προέδρου με λαϊκή πρωτοβουλία. Ο θεσμός αυτός μάλιστα έχει εφαρμοστεί καθώς τέτοιες πρωτοβουλίες ελήφθησαν στην πράξη και οδήγησαν στη διεξαγωγή σχετικών δημοψηφισμάτων στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία.
Εισήχθησαν επίσης θεσμοί άμεσης δημοκρατίας όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών. Χρησιμοποιήθηκε η προσφυγή στο δημοψήφισμα, ειδικά κατά τη διαδικασία υιοθέτησης των νέων Συνταγμάτων, όπως και οι άτυπες τοπικές λαϊκές συνελεύσεις. Έγινε ακόμη προσπάθεια να εισαχθούν και να κατοχυρωθούν νομοθετικά πρακτικές τοπικών λαϊκών συνελεύσεων, όπως με το νόμο για τα λαϊκά συμβούλια στη Βενεζουέλα6.
Η διεύρυνση αυτή της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μερική αναδιανομή του πλούτου και περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Το επίσημο ποσοστό φτώχειας μειώθηκε στο μισό ενώ πραγματοποιήθηκαν σοβαρά βήματα στην κατεύθυνση της δωρεάν παιδείας και υγείας7.


Ατολμία και ταλάντευση

Ωστόσο, το σύνολο των παρεμβάσεων χαρακτηρίστηκε από ατολμία. Έτσι, δεν προχώρησαν στην αντικατάσταση του προεδρικού μοντέλου από άλλο, στο οποίο η Βουλή θα είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν υιοθετήθηκε ως εκλογικό σύστημα για τις βουλευτικές και τοπικές εκλογές η απλή αναλογική ενώ, στη Βενεζουέλα για παράδειγμα, δεν ψηφίστηκε ποτέ η πρόταση νόμου που είχε κατατεθεί και που αφορούσε τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις8. Κάποιοι από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας έμειναν κατά βάση ανεφάρμοστοι.
Ημιτελής έμεινε ο εκδημοκρατισμός του κρατικού μηχανισμού. Τα βήματα που πραγματοποιήθηκαν στην κατεύθυνση αυτή στη Βενεζουέλα, για παράδειγμα, δεν ήταν προϊόν συνειδητού πολιτικού σχεδιασμού. Αποτέλεσαν μάλλον απάντηση στο πραξικόπημα του 2002, το οποίο ανέτρεψε για ένα τριήμερο τον εκλεγμένο πρόεδρο επιχειρώντας να επιβάλλει μια ακόμη χούντα στη Λατινική Αμερική. Μετά την ανατροπή του πραξικοπήματος, επήλθαν μια σειρά αλλαγές στο ηγετικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και της Δικαιοσύνης. Απομακρύνθηκαν όσοι συνεργάστηκαν με τους πραξικοπηματίες και υπήρξαν νομοθετικές παρεμβάσεις που επέφεραν κάποιο εκδημοκρατισμό της λειτουργίας τους. Ωστόσο, δεν σημειώθηκαν ριζικές τομές9. Αδύναμες μάλλον ήταν και οι παρεμβάσεις για να περιοριστεί η απόλυτη κυριαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης10.
Δεν ελήφθησαν μέτρα εκδημοκρατισμού του κρατικού μηχανισμού ώστε να περιοριστούν δραστικά τα προνόμια και η διαφθορά. Αντίθετα, η κρατική γραφειοκρατία κατάφερε να ενσωματώσει στο διεφθαρμένο σύστημά της πολιτικά στελέχη των κυβερνώντων πολιτικών δυνάμεων.
Η πολιτική ταλάντευση αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος που παρουσιάστηκε στη Βενεζουέλα το 2007. Το σχέδιο αναθεώρησης περιελάμβανε στοιχεία περαιτέρω διεύρυνσης του πεδίου δημοκρατικής συμμετοχής αλλά και στοιχεία στην αντίθετη λογική, όπως ήταν η ενίσχυση του ρόλου του προέδρου της δημοκρατίας μέσω της δυνατότητας επανεκλογής του χωρίς περιορισμό θητειών. Η επιλογή αυτή ενόχλησε εύλογα την κοινή γνώμη, ενώ στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού υπήρξαν αντιδράσεις στην προώθηση περισσότερο ριζοσπαστικών μέτρων11. Γι' αυτό τελικά, το σχέδιο αναθεώρησης απορρίφθηκε οριακά στο σχετικό δημοψήφισμα.
Η ατολμία στην υιοθέτηση ακόμη περισσότερο ριζοσπαστικών μορφών δημοκρατίας συνοδεύτηκε από δισταγμό στο πεδίο των παρεμβάσεων στην οικονομία. Δεν οικοδομήθηκε συστηματικά ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, μόλις οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κατακρημνίστηκαν, η κεϋνσιανού τύπου πολιτική αναδιανομής του πλούτου έγινε αδύνατη. Η διεθνής οικονομική κρίση και οι οικονομικές πιέσεις από το εξωτερικό και το εσωτερικό βύθισαν τη χώρα στην κρίση. Η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε το άρθρο 302 του Συντάγματος ώστε να ελέγξει τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Βρέθηκε έτσι χωρίς τα αναγκαία μέσα για να την αντιμετωπίσει12.
Συμπερασματικά, η διεύρυνση της δημοκρατίας που επιχειρήθηκε από τον λατινοαμερικανικό “νέο συνταγματισμό” υπήρξε μερική και ασυνεπής, γι' αυτό και εύθραυστη. Εξαιτίας αυτών, η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν υπήρξε σταθερή, όπως και τα οικονομικά αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο η πολιτική επιρροή των εγχειρημάτων δείχνει σαφή δείγματα υποχώρησης, όπως φάνηκε από τις βουλευτικές εκλογές στη Βενεζουέλα και τις προεδρικές στην Αργεντινή.
Στον αντίποδα, μπορούν να αναφερθούν εν συντομία τα παραδείγματα της Βραζιλίας, του Μεξικού και της Αργεντινής. Μετά την καθαίρεση της προέδρου Ρούσεφ, ακολούθησε εφαρμογή μέτρων περιορισμού των κοινωνικών δαπανών, ένταση του κρατικού αυταρχισμού, αναθεώρηση του Συντάγματος στην ίδια λογική. Στο Μεξικό, η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2013 παρέδωσε τον πλούτο της χώρας στις πολυεθνικές εταιρείες συμφερόντων ΗΠΑ, η ποινική νομοθεσία έγινε δρακόντεια, οι κοινωνικές ανισότητες οξύνθηκαν στο έπακρο και οι αναπτυξιακοί δείκτες βυθίστηκαν. Η αποβιομηχάνιση κυριάρχησε και η αγροτική παραγωγή μειώθηκε με συνέπεια η χώρα να μετατραπεί σε εισαγωγέα. Στην Αργεντινή, η νέα κυβέρνηση του προέδρου Μάκρι με προεδρικά διατάγματα μετέβαλε τη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να το ελέγξει, περιόρισε τον πολιτικό έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις, ο οποίος είχε καθιερωθεί από την κυβέρνηση Αλφονσίν μετά την πτώση της δικτατορίας13. Και στις τρεις περιπτώσεις η αφυδάτωση της δημοκρατίας και η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι προφανείς.


Η ελληνική κρίση

Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες για την Ελλάδα. Η πραγματικότητα των ετών της κρίσης έχει επιβεβαιώσει την τάση υποβάθμισης της δημοκρατίας, παραγκωνισμού ή και παραβίασης του Συντάγματος. Παράλληλα, από τον επιστημονικό και πολιτικό διάλογο που διεξάγεται στη χώρα μας προκύπτει ξεκάθαρα η τάση θεσμικής υποβάθμισης της δημοκρατίας. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί τείνουν, στον ένα ή άλλο βαθμό, στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται πρωτίστως προτάσεις που καλούν σε μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρική δημοκρατία. Πρόκειται για την πιο ακραία μορφή της τάσης αυτής. Υπάρχουν όμως και άλλες που βρίσκονται με πιο μετριοπαθή τρόπο στην ίδια κατεύθυνση. Έτσι, προτείνεται η άμεση εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας που, εκ των πραγμάτων, θα συνιστούσε ενίσχυση του ρόλου του σε βάρος της κυβέρνησης και της Βουλής14. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόβλεψη για “λελογισμένη” ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, η οποία ωστόσο μπορεί να φέρνει ένα μονοπρόσωπο θεσμό σε αντιπαράθεση με τη Βουλή και κατά προέκταση με τη λαϊκή βούληση15.
Άλλες κατατεθειμένες προτάσεις κατατείνουν στην ξεκάθαρη ενίσχυση του ρόλου του. Για παράδειγμα, προτείνεται η θητεία του να είναι εξαετής ή να τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 37 του Συντάγματος που ρυθμίζει τις διερευνητικές εντολές έτσι ώστε να παρέχεται μεγαλύτερη ευχέρεια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διορίζει τον πρωθυπουργό. Ακόμη περισσότερο, έχει προταθεί η επαναφορά της ρύθμισης του άρθρου 41, η οποία καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 1986. Βάσει αυτής ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή εάν αυτή, κατά την αυθαίρετη κρίση του, βρίσκεται σε δυσαρμονία προς τη βούληση του εκλογικού σώματος.
Η τάση περαιτέρω αποδυνάμωσης των εξουσιών της Βουλής σε όφελος της εκτελεστικής εξουσίας διακρίνει και άλλες προτάσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 44 έτσι ώστε να διευκολυνθεί η πρακτική της έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Η πρακτική αυτή έχει ήδη επεκταθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης συχνά μάλιστα με τρόπο αντισυνταγματικό.
Άλλες σκέψεις κλίνουν υπέρ μιας τεχνοκρατικής αντίληψης της πολιτικής. Για παράδειγμα, στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόταση για αποκλειστικά υπηρεσιακούς υφυπουργούς που θα επιλέγονται από ειδική επιτροπή για ορισμένη θητεία. Στην ίδια αντίληψη βρίσκεται η πρόταση για θέσπιση ασυμβίβαστου της ιδιότητας υπουργού και βουλευτή16.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι έχει αναπτυχθεί μια σθεναρή άρνηση κάθε μορφής άμεσης δημοκρατίας, ακόμη και των πλέον ανώδυνων17. Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, που φυσικά δεν είναι πανάκεια, θεωρούνται λίγο πολύ έκφραση οχλοκρατίας αφού ο λαός δεν είναι ικανός να κρίνει εμποδιζόμενος από το θυμικό18.
Αλλά και προτάσεις που διατείνονται πως ενισχύουν τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας, απέχουν δομικά από το να επιτύχουν κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία 500 χιλιάδων εκλογέων, που προτάθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή. Η προϋπόθεση των 500 χιλιάδων υπογραφών είναι απαγορευτική. Ας υπολογιστεί μόνο πως στην Ιταλία ισχύει ο ίδιος αριθμός υπογραφών (άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος) ενώ για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται 50 χιλιάδες (άρθρο 71 παρ. 2). Με δεδομένο ότι ο πληθυσμός και το εκλογικό σώμα είναι περίπου πενταπλάσια της Ελλάδας, για την περίπτωση της χώρας μας ο αριθμός θα έπρεπε να είναι 100 χιλιάδες το ανώτερο, ίσως και λιγότερο19.
Δεδομένες θεωρούνται στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο οι επιλογές παραχώρησης κυριαρχίας όπως αυτές αποτυπώνονται στα άρθρα 27 παρ.2, 28 και 80 του Συντάγματος20. Υπάρχει μάλιστα πρόταση να παρέχονται αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα ευρωπαϊκών οργανισμών μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και όχι με αυξημένη πλειοψηφία 3/521.
Σε παρόμοιο μήκος κύματος είναι οι προτάσεις που αφορούν στα δικαιώματα. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση για μεταρρύθμιση του άρθρου 48 περί κατάστασης πολιορκίας. Προτείνεται ουσιαστικά η διευκόλυνση της κήρυξής της. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της ανταπεργίας με ρητή αναφορά σε αυτή ως δικαίωμα22. Αξίζει εδώ να υπογραμμιστεί η ομοιότητα με το άρθρο 54 του αυταρχικού Τουρκικού Συντάγματος.
Το πνεύμα των προτάσεων συμπληρώνεται από άλλες που διευκρινίζουν το περιεχόμενο της αναδιανομής του πλούτου στο οποίο στοχεύουν. Αυτό προσδιορίζεται από την περαιτέρω απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε όφελος των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων και από τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση φορολογικών και άλλων προνομίων, πέρα των ήδη υπαρχόντων. Προτείνεται ακόμη και η συνταγματική θεσμοθέτηση “ελεύθερων οικονομικών ζωνών” με τις γνωστές, από τη διεθνή εμπειρία, ολέθριες επιπτώσεις στα εργασιακά δικαιώματα, στο βιοτικό επίπεδο και στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων23. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων με όρους αποικιοκρατικούς ούτε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιφέρει ούτε βελτίωση των συνθηκών ζωής.
Οι παραπάνω προτάσεις συγκροτούν -με αποχρώσεις βέβαια- μόνο μία συγκεκριμένη κατεύθυνση υπέρβασης της κρίσης, που ευνοεί τη βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ισχυρότερων κοινωνικών συμφερόντων. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι ενώ η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας έχει δει το βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες ζωής της να κατακρημνίζονται, μια ισχνή μειοψηφία έχει ισχυροποιήσει τη θέση της κατά την περίοδο της κρίσης24. Η υπέρβαση της τελευταίας μπορεί όμως να αναζητηθεί και σε διαφορετική λογική, στην κατεύθυνση της μεταβολής του παραγωγικού μοντέλου, της διεύρυνσης της δημοκρατίας και της αναδιανομής του πλούτου σε όφελος των αδύναμων κοινωνικών τάξεων.


Μια εναλλακτική διέξοδος

Σε αυτή την περίπτωση, η κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι πρώτιστη, αναγκαία, αν και όχι επαρκής προϋπόθεση για τη διέξοδο. Καμιά προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να επιτύχει, αν δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας των στρατηγικών τομέων της εθνικής οικονομίας από τους δανειστές, το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις πολυεθνικές. Αυτό ισχύει ιδίως για τις μέσου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης χώρες.
Για παράδειγμα, στη λογική αυτή το Σύνταγμα της Πορτογαλίας του 1976 περιελάμβανε μια ενδιαφέρουσα διάταξη. Στο άρθρο 86 όριζε ότι «Ο νόμος επιβάλλει πειθαρχία στην οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις των ξένων φυσικών ή νομικών προσώπων για να εξασφαλίζει τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της χώρας, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, και να προασπίζει την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των εργαζομένων». Στο άρθρο 81 προέβλεπε ότι υποχρέωση του κράτους είναι “Στ) Να αναπτύσσει τις οικονομικές σχέσεις με όλους τους λαούς περιφρουρώντας πάντοτε την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των Πορτογάλων συγχρόνως με την οικονομία της χώρας…”
Πρωτοποριακές είναι οι σχετικές διατάξεις των Συνταγμάτων της Βολιβίας και του Εκουαδόρ. Στο Σύνταγμα Βολιβίας του 2009 το άρθρο 320 παρ. 3 και 4 προβλέπει ότι οι οικονομικές σχέσεις με κράτη ή ξένες επιχειρήσεις πραγματοποιούνται σε συνθήκες ανεξαρτησίας, αμοιβαίου σεβασμού και ισότητας και ότι το κράτος είναι ανεξάρτητο σε όλες τις αποφάσεις της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής και δεν δέχεται επιβολή ή όρους από την πλευρά των κρατών, εγχώριων ή αλλοδαπών τραπεζών και θεσμών, διεθνών οργανισμών ή πολυεθνικών εταιρειών. Σε παρόμοιο πνεύμα, το Σύνταγμα του Εκουαδόρ του 2006 στο άρθρο 416 εδ. 12 προβλέπει ότι το κράτος ενθαρρύνει ένα νέο σύστημα εμπορίου και επενδύσεων ανάμεσα στα κράτη που βασίζεται στη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, τη δημιουργία διεθνών μηχανισμών ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες. Σε τελική ανάλυση, η σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να τεθεί σε νηφάλια δημόσια συζήτηση και στην κρίση του λαού με τη μορφή δημοψηφίσματος, ενώ το Σύνταγμα θα πρέπει να αποκλείει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, σε αντίθεση με το ισχύον άρθρο 28 παρ. 2 και την ερμηνευτική δήλωση που το συνοδεύει25.
Παράλληλα, απαιτείται ως ελάχιστο η ενδυνάμωση του ρόλου της Βουλής και όχι της εκτελεστικής εξουσίας. Ακόμη πιο σημαντική είναι η ενίσχυση του ελέγχου των πολιτών στους αντιπροσώπους τους. Σε αυτό θα συνέβαλε πρωτίστως η καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής για κάθε εκλογική διαδικασία, έτσι ώστε να μην φαλκιδεύεται η βούληση του εκλογικού σώματος. Θα μπορούσε ακόμη να συζητηθεί η εισαγωγή της δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων μια και η αναντιστοιχία προεκλογικών δεσμεύσεων και μετεκλογικών πρακτικών έχει γίνει πιο κραυγαλέα από ποτέ στη διάρκεια της κρίσης. Σημαντική είναι και η καθιέρωση θεσμών άμεσης δημοκρατίας όπως για παράδειγμα το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Συγχρόνως, χρειάζεται η ανάταξη των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων που έχουν πληγεί, ιδίως στο εργατικό δίκαιο26. Μόνο με ένα σύνολο τέτοιων παρεμβάσεων η λαϊκή κυριαρχία θα πάψει να αποτελεί “πλάσμα”, όπως είχε εύστοχα επισημάνει ο Αλέξανδρος Σβώλος.
Η προστασία της εθνικής οικονομίας και η διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας αποτελούν στοιχειώδεις όρους για την υπέρβαση της κρίσης. Δεν δίνουν φυσικά αυτόματες λύσεις. Παρέχουν όμως δυνατότητες που μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές, αρκεί να συντρέξουν και άλλοι πολιτικοί όροι. Χωρίς όμως διεύρυνση της δημοκρατίας καμιά σημαντική αλλαγή προς όφελος εκείνων που έχουν πληγεί βαθιά από την κρίση δεν πρόκειται να επέλθει. Τον εκδημοκρατισμό έχουν λόγο να τον φοβούνται μόνο τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που, αποδεδειγμένα πλέον, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία δεκαετίες τώρα. Χρειαζόμαστε ίσως έναν δικό μας “νέο συνταγματισμό”, χωρίς τις αμφισημίες του λατινοαμερικάνικου, για να ξεπεράσουμε την “αμηχανία της δημοκρατίας”27.

1 Βλ. J. Gambina, “El debate para superar la crisis capitalista actual”, Temporalis, ano 11, n. 22, jul/dez 2011, σελ. 217 επ. και Β. Στρεκ, Κερδίζοντας χρόνο (η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού), Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, ιδίως σελ. 131 επ.
2 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο 1995, σελ. 58 επ.
3 Βλ. Μ. Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής, Αθήνα, εκδ. Αιώρα, 2014, σελ. 128 επ., 141 επ.
4 Βλ. ενδεικτικά τον τόμο El nuevo constitucionalismo en America Latina, Quito, Corte Constitucional, 2010, ιδίως σελ. 13 επ., 49 επ., 71 επ. και R. Viciano Pastor y R. Martinez Dalmau, “La Constitucion democratica, entre el neoconstitucionalismo y el nuevo constitucionalismo”, in S. Bagni (coord.), El Constitucionalismo por encima de la crisis. Propuestas para el cambio en un mundo (des)integrado, Bologna, Filodiritto editore, 2016, σελ. 230 επ.
5 Βλ. J. Cardenas Gracia, “Las caracteristicas juridicas del neoliberalismo”, Cuestiones Constitucionales, num. 32, enero-junio 2015, σελ. 3 επ., 20 επ.
6 Βλ. όμως και K. Roberts, “Λαϊκισμός και δημοκρατία στη Βενεζουέλα υπό τον Ούγκο Τσάβεζ”, στον τόμο C. Μudde – Cr. Rovira Kaltwasser (επιμ.), Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, Θεσσαλονίκη, εκδ. Επίκεντρο, 2013, σελ. 233 επ.
7 Βλ. Ι. Πιπίνης, Το καμένο παλάτι (Έβο Μοράλες), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 117 επ.
8 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 144 επ.
9 Βλ. G. Ciccariello-Maher, La révolution au Venezuela, Paris, éd. La fabrique, 2016, σελ. 304-305
10 Βλ. R. Lambert, “Στη Λατινική Αμερική, αναμέτρηση των κυβερνήσεων με τους μεγιστάνες του Τύπου”, 2015, Le Monde Diplomatique, http://monde-diplomatique.gr/?p=526
11 Βλ. G. Ciccariello-Maher, La révolution au Venezuela, οπ.π., σελ. 302-303.
12 Βλ. L. Cher, “Η Βενεζουέλα υπονομεύεται από την κερδοσκοπία”, 2015, Le Monde Diplomatique,http://monde-diplomatique.gr/?p=293 και L. Ramirez, “Απογοήτευση των τσαβιστών στη Βενεζουέλα”, 2016, Le Monde Diplomatique, http://monde-diplomatique.gr/?p=1623
13 Βλ. A. Boron, “La Argentina de Macri y la involucion democratica”, Cubadebate, 6/6/2016, http://www.cubadebate.cu/opinion/2016/06/06/la-argentina-de-macri-y-la-involucion-democratica/#.WFLnF1OLSM8
14 Βλ. Θ. Διαμαντόπουλος, Θεσμοί, κρίση και ρήξη, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2016, ιδίως σελ. 27 επ. αλλά και τις σχετικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, Η Καθημερινή, 10/3/2016.
15 Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
16 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 57-58, 117, 122, 125.
17 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, “Τα δημοψηφίσματα του κ. Τσίπρα”, εφημ. Η Καθημερινή, 31/7/2016 και Γ. Σωτηρέλης, ¨Παρανοήσεις και στρεβλώσεις για την “άμεση δημοκρατία””, Εφημερίδα των Συντακτών, 3/9/2016 και Ο. Αθανασιάδου, “Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;”, www.constitutionalism.gr αλλά και Κ. Δουζίνας, “Το συνταγματικό παράδοξο”, Εφημερίδα των Συντακτών, 13/3/2017.
18 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Στ. Τσακυράκης, Ε. Βενιζέλος, Μια συζήτηση για το Σύνταγμα και τη δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Ποικίλη Στοά, 2016, σελ. 20, 33, 46.
19 Βλ. την πρόταση για 50 χιλιάδες στο Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 126.
20 Βλ. και Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
21 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 106.
22 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 128-129, 101.
23 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 197.
24 Βλ. Σ. Σακελλαρόπουλος, Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 101 επ.
25 Βλ. ενδεικτικά Κ. Λαπαβίτσας, Χ. Φλάσμπεκ, Γκ. Ετιεβάν κά., Ευρώ, σχέδιο Β', Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, ιδίως σελ. 75 επ. και Γ. Τόλιος, Η μετάβαση στο “εθνικό νόμισμα”, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής, 2016, σελ. 131 και Δ. Καλτσώνης, Θ. Μαριόλης, Κ. Παπουλής, Μετωπικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση, Αθήνα, εκδ. Κοροντζή, 2017.
26 Βλ. αναλυτικότερα στο Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; – τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 119 επ. αλλά και στο Δ. Καλτσώνης, “Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης” στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7 -14, προσβάσιμο και στο http://kaltsonis.blogspot.gr/2011/03/blog-post.html
27 Βλ. C. Galli, Η αμηχανία της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 91 επ. και M. Arriaga, Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Αιώρα, 2015.

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION