Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Posts



Η επικράτηση του ακροδεξιού Μπολσονάρο στις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία ήταν λίγο πολύ ένα “χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου”. Η εκλογή αυτή θα έχει όχι μόνο δραματικές εσωτερικές επιπτώσεις αλλά θα επιδράσει σε όλη τη Λ. Αμερική και στον κόσμο καθώς η Βραζιλία είναι η 8η οικονομία του πλανήτη.
Πως έγινε δυνατή η νίκη του Μπολσονάρο; Ας ξεχωρίσουμε 6 βασικές αιτίες:
1. Η κατάρρευση του δεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το ποιο είχε επανειλημμένα χάσει όλες τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και είχε καταστεί πλήρως αναξιόπιστο στην κοινή γνώμη. Έτσι υπήρξε μια μετατόπιση προς το κόμμα του Μπολσονάρο. Η κυρίαρχη τάξη πόνταρε σε ένα νέο κόμμα.
2. Ο Μπολσονάρο είχε την ολόπλευρη στήριξη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και του συνόλου σχεδόν των μέσων ενημέρωσης. Είχε επίσης τη στήριξη του βαθέος κράτους. Είναι ενδεικτικό ότι παρότι παραβίασε τους όρους της νομοθεσία περί προεκλογικής εκστρατείας (όρια χρηματοδότησης κλπ), κανένα δικαστήριο δεν κινήθηκε εναντίον του.
3. Ο Μπολσονάρο πραγματοποίησε με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης μια ξέφρενη διαδικτυακή, συκοφαντική, παραπειστική προπαγάνδα. Για παράδειγμα, με χαλκευμένα έγγραφα ή πλαστές φωτογραφίες ισχυρίστηκε ότι ο υποψήφιος του ΡΤ ήταν υπέρ της παιδοφιλίας ή ότι είχε στην ιδιοκτησία του αυτοκίνητο ferrari. Το 60% των ψηφοφόρων του Μπολσονάρο, ειδικά αυτοί των χαμηλών στρωμάτων ενημερώνονταν πολιτικά μόνο από τα μηνύματα what's app με τα οποία τους βομβάρδισε καθημερινά ο μηχανισμός του Μπολσονάρο. Δεν είχαν καμιά άλλη ενημέρωση από έντυπα ή από διαδικτυακές πηγές ώστε να μπορέσουν να συγκρίνουν και να κρίνουν κάπως πιο αντικειμενικά. Είναι ενδεικτικό ότι ο γιος του Μπολσονάρο συναντήθηκε τον Αύγουστο με τον Μπάνον για να αντλήσει τεχνογνωσία για τις μεθόδους βομβαρδισμού με λάσπη.
4. Η επιρροή του Μπολσονάρο εστιάζεται κυρίως στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και στα ανώτερα μεσαία στρώματα. Οι κοινωνικές αυτές τάξεις και ομάδες είναι κυριολεκτικά εξοργισμένες από τις φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες έγιναν τα προηγούμενα χρόνια από το Κόμμα των Εργαζομένων (ΡΤ), το κόμμα του Λούλα.
5. Στην προεκλογική περίοδο δεν έγινε καμιά ουσιαστική συζήτηση για την οικονομία. Ο Μπολσονάρο απέφυγε συστηματικά κάτι τέτοιο γιατί διαφορετικά θα αποκαλυπτόταν το σκληρό, αντιλαϊκό αντικοινωνικό πρόσωπο της πολιτικής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο βασικός του οικονομικός σύμβουλος (και πιθανός υπουργός Οικονομίας) είναι ο Πάουλο Γκίντες, τραπεζίτης, που ανήκει στη σκληρή, νεοφιλελεύθερη Σχολή του Σικάγο.
6. Το ΡΤ όλα τα προηγούμενα χρόνια έκανε αλλαγές χωρίς όμως να πραγματοποιήσει αλλαγή της κατάστασης. Έμεινε στα μισά του δρόμου αφού δε τόλμησε να προχωρήσει σε βαθύτερη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου και να συγκρουστεί με τα μεγάλα συμφέροντα. Έτσι, οι φιλεργατικές του μεταρρυθμίσεις έμειναν μετέωρες και, όταν ενέσκηψε η κρίση, άρχισαν να αποδυναμώνονται. Άρχισε έτσι να χάνει την αξιοπιστία του στα μάτια των ίδιων του των οπαδών. Δεν επιδίωξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο λαϊκό παράγοντα. Οι όποιες αλλαγές έγιναν από τα πάνω χωρίς να επιδιωχθεί μια κινητοποίηση του λαού. Επιπλέον, εναγκαλίστηκε εν μέρει με τα μεγάλα συμφέροντα γεγονός που ευνόησε φαινόμενα διαφθοράς. Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στο χώρο των συντηρητικών και αντιδραστικών δυνάμεων, τα λαϊκά στρώματα έχασαν τον πολιτικό τους εκφραστή και δεν μπόρεσαν να τον αντικαταστήσουν με έναν άλλο, πιο αξιόπιστο και πιο ριζοσπαστικό.

Θα έχει την τύχη του Μπάνσερ;

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας δικτάτορας ή οπαδός δικτατορίας εκλέγεται στη Λ. Αμερική στην προεδρία. Παράδειγμα, ο Ούγο Μπάνσερ πρώην δικτάτορας της Βολιβίας ο οποίος εξελέγη αργότερα στην προεδρία (1997-2001) με ένα λαϊκίστικο προφίλ. Άσκησε σκληρή, νεοφιλελεύθερη, αντιλαϊκή πολιτική, ξεπούλησε ακόμη και το νερό της χώρας του στις πολυεθνικές, για να αναγκαστεί σε παραίτηση μετά από λαϊκή εξέγερση. Θα έχει την ίδια τύχη ο Μπολσονάρο;


 http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29186/%CE%93%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CE%BF-%CE%9C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%83%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%BF



στον τόμο Μ. Αγγελίδης, Μ. Σπουρδαλάκης (επιμ.), Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση (προκλήσεις και προοπτικές στη δημοκρατία τον 21ο αιώνα), Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σελ. 197-208

εισήγηση στο συνέδριο με θέμα “Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση - Προκλήσεις και προοπτικές στη δημοκρατία τον 21ο αιώνα”, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 15-17/12/2016

Η ιστορική εμπειρία, παλαιότερη και πρόσφατη, δείχνει ότι στις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις αναφύεται με τον ένα ή άλλο τρόπο ένα ερώτημα σχετικό με τον τρόπο διακυβέρνησης και ειδικότερα με τη δημοκρατία. Η υπέρβαση της κρίσης με παραδοσιακά μέσα και εντός του πλαισίου των υπαρχόντων σχέσεων οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας απαιτεί επώδυνα μέτρα1. Αυτά πλήττουν τις συνθήκες ζωής μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας και γι' αυτό συνήθως προκαλούν αντιδράσεις, μεγαλύτερες ή μικρότερες.
Η υλοποίηση των μέτρων αυτών απαιτεί αντιμετώπιση των αντιδράσεων και άρα γεννά ροπή προς τις αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης. Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε τρία επίπεδα: συρρίκνωση της υπάρχουσας δημοκρατίας, θεσμικές αλλαγές σε αυταρχική κατεύθυνση, κατάργηση της δημοκρατίας. Η υπέρβαση της κρίσης, σε συνδυασμό με την κοινωνική πίεση, μπορεί να επαναφέρει αργότερα ένα επίπεδο δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Το παράδειγμα του μεσοπολέμου είναι παραπάνω από εύγλωττο. Στη χώρα μας εκφράστηκε ήδη με την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος το 1932 η οποία αποσκοπούσε στη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό και στην παροχή ευχερειών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να επιβάλλει χωρίς πολλές διατυπώσεις την κατάσταση πολιορκίας2. Ολοκληρώθηκε με την επαναφορά της βασιλευομένης δημοκρατίας και αργότερα με την κατάργηση της δημοκρατίας.


Η αντίστροφη πορεία προς τη δημοκρατία

Υπήρξαν όμως ιστορικά και περιπτώσεις που η υπέρβαση της κρίσης έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με διεύρυνση της δημοκρατίας. Διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας συνεπάγεται ότι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα διευκολύνονται να λάβουν ενεργητικότερο ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Αυτό με τη σειρά του επιφέρει κατά κανόνα αναδιανομή του πλούτου σε όφελός τους. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί καταρχήν ότι όσο πιο βαθιές είναι οι δημοκρατικές αλλαγές, όσο περισσότερο αναδεικνύουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, τόσο περισσότερο συνοδεύονται από βαθύτερες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές.
Η διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας αποτελεί όρο χωρίς τον οποίο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και να σταθεροποιηθούν κοινωνικές αλλαγές στη λογική του περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων. Η αναδιανομή κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων μπορεί να εμπεδωθεί μακροπρόθεσμα μόνο αν αποτελεί προϊόν της δημοκρατικής συμμετοχής.
Για παράδειγμα, κεϋνσιανές πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος, που βασίστηκαν στις από τα πάνω παροχές, γρήγορα αποδυναμώθηκαν ή ανατράπηκαν. Αυτό συνέβη ιδίως με τις διάφορες λαϊκιστικές, πατερναλιστικές κυβερνήσεις στη Λ. Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 19603.
Ριζικότερα εγχειρήματα εξάλειψης της κοινωνικής ανισότητας και των σχέσεων εκμετάλλευσης μετά από επαναστατικές αλλαγές, όπως στη Ρωσία το 1917, αποδυναμώθηκαν και ανατράπηκαν ως συνέπεια και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού της επαναστατικής δημοκρατίας.
Ένα λίγο διαφορετικό παράδειγμα είναι αυτό της Χιλής την περίοδο της διακυβέρνησης από τον Αλλιέντε. Εκεί, οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές δεν συνοδεύτηκαν και δεν υποστηρίχθηκαν από ένα σύνολο βαθιών δημοκρατικών αλλαγών στο πολιτικό σύστημα και στον κρατικό μηχανισμό. Δεν προχώρησε η αλλαγή του Συντάγματος που σχεδίαζε, ούτε η καθιέρωση της ανακλητότητας των αιρετών, ούτε ο ριζικός εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων. Η κατάλυση της δημοκρατίας από το πραξικόπημα επέφερε ραγδαία υποχώρηση των κοινωνικών κατακτήσεων μέσω της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου.
Από την άλλη πλευρά, η δημοκρατία από μόνη της δεν οδηγεί πάντοτε σε προαγωγή των συμφερόντων των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Η διεύρυνση της δημοκρατίας από μόνη της δίνει απλώς τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Η δυνατότητα αυτή μετατρέπεται σε πραγματικότητα μόνο αν συντρέξουν και άλλοι όροι, κοινωνικο-οικονομικοί και ιδεολογικοί.

Η εμπειρία της Λ. Αμερικής

Η Λατινική Αμερική του τέλους του 20ού αιώνα – αρχών του 21ου παρέχει σχετικό υλικό. Η βαθιά και χρόνια κρίση που αντιμετώπιζαν πολλές από τις χώρες αυτές εξαιτίας των μοντέλων υπανάπτυξης και της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών οδήγησαν στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Αυτές βασίστηκαν σε πολιτικές μεταβολές που εμπνέονταν από μια λογική διεύρυνσης της δημοκρατίας. Στη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ αναπτύχθηκαν οι πλέον προωθημένες μορφές.
Περιελάμβαναν τομές σε δύο επίπεδα: πρώτο, κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και δεύτερο, διεύρυνση της δημοκρατίας. Καταγράφηκαν και συνταγματικά δημιουργώντας το φαινόμενο του λατινοαμερικανικού “νέου συνταγματισμού”4. Προέκυψαν ως αποτέλεσμα έντονων κοινωνικών αγώνων. Συγκροτήθηκαν συνταγματικά μέσω Συντακτικών Συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων. Οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από τους πολέμιους των εγχειρημάτων αυτών.
Στο πρώτο επίπεδο, η επιδίωξη της εθνικής κυριαρχίας περιελάμβανε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτο, την κατοχύρωση της δημόσιας ιδιοκτησίας στους βασικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, δεύτερο, την απαγόρευση ύπαρξης ξένων στρατιωτικών βάσεων και τρίτο την προσπάθεια οικοδόμησης νέων, εναλλακτικών μορφών διεθνούς οικονομικής συνεργασίας. Αυτό έγινε σε αντιπαράθεση με την προωθούμενη από τις ΗΠΑ παναμερικανική ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, την γνωστή ALCA, η οποία τελικά ναυάγησε. Ο “νέος συνταγματισμός” διεκδίκησε μια άλλου τύπου παγκοσμιοποίηση, όπου οι πηγές του δικαίου δεν θα μετατοπίζονται σε διακυβερνητικά ή ιδιωτικά παγκόσμια δίκτυα ισχυρών συμφερόντων5.
Στο δεύτερο επίπεδο, σχετικοποίησαν το προεδρικό σύστημα που παραδοσιακά ακολουθούσαν οι χώρες αυτές με την εισαγωγή του θεσμού της δυνατότητας ανάκλησης του προέδρου με λαϊκή πρωτοβουλία. Ο θεσμός αυτός μάλιστα έχει εφαρμοστεί καθώς τέτοιες πρωτοβουλίες ελήφθησαν στην πράξη και οδήγησαν στη διεξαγωγή σχετικών δημοψηφισμάτων στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία.
Εισήχθησαν επίσης θεσμοί άμεσης δημοκρατίας όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών. Χρησιμοποιήθηκε η προσφυγή στο δημοψήφισμα, ειδικά κατά τη διαδικασία υιοθέτησης των νέων Συνταγμάτων, όπως και οι άτυπες τοπικές λαϊκές συνελεύσεις. Έγινε ακόμη προσπάθεια να εισαχθούν και να κατοχυρωθούν νομοθετικά πρακτικές τοπικών λαϊκών συνελεύσεων, όπως με το νόμο για τα λαϊκά συμβούλια στη Βενεζουέλα6.
Η διεύρυνση αυτή της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μερική αναδιανομή του πλούτου και περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Το επίσημο ποσοστό φτώχειας μειώθηκε στο μισό ενώ πραγματοποιήθηκαν σοβαρά βήματα στην κατεύθυνση της δωρεάν παιδείας και υγείας7.


Ατολμία και ταλάντευση

Ωστόσο, το σύνολο των παρεμβάσεων χαρακτηρίστηκε από ατολμία. Έτσι, δεν προχώρησαν στην αντικατάσταση του προεδρικού μοντέλου από άλλο, στο οποίο η Βουλή θα είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν υιοθετήθηκε ως εκλογικό σύστημα για τις βουλευτικές και τοπικές εκλογές η απλή αναλογική ενώ, στη Βενεζουέλα για παράδειγμα, δεν ψηφίστηκε ποτέ η πρόταση νόμου που είχε κατατεθεί και που αφορούσε τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις8. Κάποιοι από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας έμειναν κατά βάση ανεφάρμοστοι.
Ημιτελής έμεινε ο εκδημοκρατισμός του κρατικού μηχανισμού. Τα βήματα που πραγματοποιήθηκαν στην κατεύθυνση αυτή στη Βενεζουέλα, για παράδειγμα, δεν ήταν προϊόν συνειδητού πολιτικού σχεδιασμού. Αποτέλεσαν μάλλον απάντηση στο πραξικόπημα του 2002, το οποίο ανέτρεψε για ένα τριήμερο τον εκλεγμένο πρόεδρο επιχειρώντας να επιβάλλει μια ακόμη χούντα στη Λατινική Αμερική. Μετά την ανατροπή του πραξικοπήματος, επήλθαν μια σειρά αλλαγές στο ηγετικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και της Δικαιοσύνης. Απομακρύνθηκαν όσοι συνεργάστηκαν με τους πραξικοπηματίες και υπήρξαν νομοθετικές παρεμβάσεις που επέφεραν κάποιο εκδημοκρατισμό της λειτουργίας τους. Ωστόσο, δεν σημειώθηκαν ριζικές τομές9. Αδύναμες μάλλον ήταν και οι παρεμβάσεις για να περιοριστεί η απόλυτη κυριαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης10.
Δεν ελήφθησαν μέτρα εκδημοκρατισμού του κρατικού μηχανισμού ώστε να περιοριστούν δραστικά τα προνόμια και η διαφθορά. Αντίθετα, η κρατική γραφειοκρατία κατάφερε να ενσωματώσει στο διεφθαρμένο σύστημά της πολιτικά στελέχη των κυβερνώντων πολιτικών δυνάμεων.
Η πολιτική ταλάντευση αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος που παρουσιάστηκε στη Βενεζουέλα το 2007. Το σχέδιο αναθεώρησης περιελάμβανε στοιχεία περαιτέρω διεύρυνσης του πεδίου δημοκρατικής συμμετοχής αλλά και στοιχεία στην αντίθετη λογική, όπως ήταν η ενίσχυση του ρόλου του προέδρου της δημοκρατίας μέσω της δυνατότητας επανεκλογής του χωρίς περιορισμό θητειών. Η επιλογή αυτή ενόχλησε εύλογα την κοινή γνώμη, ενώ στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού υπήρξαν αντιδράσεις στην προώθηση περισσότερο ριζοσπαστικών μέτρων11. Γι' αυτό τελικά, το σχέδιο αναθεώρησης απορρίφθηκε οριακά στο σχετικό δημοψήφισμα.
Η ατολμία στην υιοθέτηση ακόμη περισσότερο ριζοσπαστικών μορφών δημοκρατίας συνοδεύτηκε από δισταγμό στο πεδίο των παρεμβάσεων στην οικονομία. Δεν οικοδομήθηκε συστηματικά ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, μόλις οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κατακρημνίστηκαν, η κεϋνσιανού τύπου πολιτική αναδιανομής του πλούτου έγινε αδύνατη. Η διεθνής οικονομική κρίση και οι οικονομικές πιέσεις από το εξωτερικό και το εσωτερικό βύθισαν τη χώρα στην κρίση. Η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε το άρθρο 302 του Συντάγματος ώστε να ελέγξει τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Βρέθηκε έτσι χωρίς τα αναγκαία μέσα για να την αντιμετωπίσει12.
Συμπερασματικά, η διεύρυνση της δημοκρατίας που επιχειρήθηκε από τον λατινοαμερικανικό “νέο συνταγματισμό” υπήρξε μερική και ασυνεπής, γι' αυτό και εύθραυστη. Εξαιτίας αυτών, η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν υπήρξε σταθερή, όπως και τα οικονομικά αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο η πολιτική επιρροή των εγχειρημάτων δείχνει σαφή δείγματα υποχώρησης, όπως φάνηκε από τις βουλευτικές εκλογές στη Βενεζουέλα και τις προεδρικές στην Αργεντινή.
Στον αντίποδα, μπορούν να αναφερθούν εν συντομία τα παραδείγματα της Βραζιλίας, του Μεξικού και της Αργεντινής. Μετά την καθαίρεση της προέδρου Ρούσεφ, ακολούθησε εφαρμογή μέτρων περιορισμού των κοινωνικών δαπανών, ένταση του κρατικού αυταρχισμού, αναθεώρηση του Συντάγματος στην ίδια λογική. Στο Μεξικό, η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2013 παρέδωσε τον πλούτο της χώρας στις πολυεθνικές εταιρείες συμφερόντων ΗΠΑ, η ποινική νομοθεσία έγινε δρακόντεια, οι κοινωνικές ανισότητες οξύνθηκαν στο έπακρο και οι αναπτυξιακοί δείκτες βυθίστηκαν. Η αποβιομηχάνιση κυριάρχησε και η αγροτική παραγωγή μειώθηκε με συνέπεια η χώρα να μετατραπεί σε εισαγωγέα. Στην Αργεντινή, η νέα κυβέρνηση του προέδρου Μάκρι με προεδρικά διατάγματα μετέβαλε τη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να το ελέγξει, περιόρισε τον πολιτικό έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις, ο οποίος είχε καθιερωθεί από την κυβέρνηση Αλφονσίν μετά την πτώση της δικτατορίας13. Και στις τρεις περιπτώσεις η αφυδάτωση της δημοκρατίας και η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι προφανείς.


Η ελληνική κρίση

Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες για την Ελλάδα. Η πραγματικότητα των ετών της κρίσης έχει επιβεβαιώσει την τάση υποβάθμισης της δημοκρατίας, παραγκωνισμού ή και παραβίασης του Συντάγματος. Παράλληλα, από τον επιστημονικό και πολιτικό διάλογο που διεξάγεται στη χώρα μας προκύπτει ξεκάθαρα η τάση θεσμικής υποβάθμισης της δημοκρατίας. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί τείνουν, στον ένα ή άλλο βαθμό, στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται πρωτίστως προτάσεις που καλούν σε μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρική δημοκρατία. Πρόκειται για την πιο ακραία μορφή της τάσης αυτής. Υπάρχουν όμως και άλλες που βρίσκονται με πιο μετριοπαθή τρόπο στην ίδια κατεύθυνση. Έτσι, προτείνεται η άμεση εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας που, εκ των πραγμάτων, θα συνιστούσε ενίσχυση του ρόλου του σε βάρος της κυβέρνησης και της Βουλής14. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόβλεψη για “λελογισμένη” ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, η οποία ωστόσο μπορεί να φέρνει ένα μονοπρόσωπο θεσμό σε αντιπαράθεση με τη Βουλή και κατά προέκταση με τη λαϊκή βούληση15.
Άλλες κατατεθειμένες προτάσεις κατατείνουν στην ξεκάθαρη ενίσχυση του ρόλου του. Για παράδειγμα, προτείνεται η θητεία του να είναι εξαετής ή να τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 37 του Συντάγματος που ρυθμίζει τις διερευνητικές εντολές έτσι ώστε να παρέχεται μεγαλύτερη ευχέρεια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διορίζει τον πρωθυπουργό. Ακόμη περισσότερο, έχει προταθεί η επαναφορά της ρύθμισης του άρθρου 41, η οποία καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 1986. Βάσει αυτής ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή εάν αυτή, κατά την αυθαίρετη κρίση του, βρίσκεται σε δυσαρμονία προς τη βούληση του εκλογικού σώματος.
Η τάση περαιτέρω αποδυνάμωσης των εξουσιών της Βουλής σε όφελος της εκτελεστικής εξουσίας διακρίνει και άλλες προτάσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 44 έτσι ώστε να διευκολυνθεί η πρακτική της έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Η πρακτική αυτή έχει ήδη επεκταθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης συχνά μάλιστα με τρόπο αντισυνταγματικό.
Άλλες σκέψεις κλίνουν υπέρ μιας τεχνοκρατικής αντίληψης της πολιτικής. Για παράδειγμα, στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόταση για αποκλειστικά υπηρεσιακούς υφυπουργούς που θα επιλέγονται από ειδική επιτροπή για ορισμένη θητεία. Στην ίδια αντίληψη βρίσκεται η πρόταση για θέσπιση ασυμβίβαστου της ιδιότητας υπουργού και βουλευτή16.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι έχει αναπτυχθεί μια σθεναρή άρνηση κάθε μορφής άμεσης δημοκρατίας, ακόμη και των πλέον ανώδυνων17. Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, που φυσικά δεν είναι πανάκεια, θεωρούνται λίγο πολύ έκφραση οχλοκρατίας αφού ο λαός δεν είναι ικανός να κρίνει εμποδιζόμενος από το θυμικό18.
Αλλά και προτάσεις που διατείνονται πως ενισχύουν τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας, απέχουν δομικά από το να επιτύχουν κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία 500 χιλιάδων εκλογέων, που προτάθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή. Η προϋπόθεση των 500 χιλιάδων υπογραφών είναι απαγορευτική. Ας υπολογιστεί μόνο πως στην Ιταλία ισχύει ο ίδιος αριθμός υπογραφών (άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος) ενώ για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται 50 χιλιάδες (άρθρο 71 παρ. 2). Με δεδομένο ότι ο πληθυσμός και το εκλογικό σώμα είναι περίπου πενταπλάσια της Ελλάδας, για την περίπτωση της χώρας μας ο αριθμός θα έπρεπε να είναι 100 χιλιάδες το ανώτερο, ίσως και λιγότερο19.
Δεδομένες θεωρούνται στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο οι επιλογές παραχώρησης κυριαρχίας όπως αυτές αποτυπώνονται στα άρθρα 27 παρ.2, 28 και 80 του Συντάγματος20. Υπάρχει μάλιστα πρόταση να παρέχονται αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα ευρωπαϊκών οργανισμών μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και όχι με αυξημένη πλειοψηφία 3/521.
Σε παρόμοιο μήκος κύματος είναι οι προτάσεις που αφορούν στα δικαιώματα. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση για μεταρρύθμιση του άρθρου 48 περί κατάστασης πολιορκίας. Προτείνεται ουσιαστικά η διευκόλυνση της κήρυξής της. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της ανταπεργίας με ρητή αναφορά σε αυτή ως δικαίωμα22. Αξίζει εδώ να υπογραμμιστεί η ομοιότητα με το άρθρο 54 του αυταρχικού Τουρκικού Συντάγματος.
Το πνεύμα των προτάσεων συμπληρώνεται από άλλες που διευκρινίζουν το περιεχόμενο της αναδιανομής του πλούτου στο οποίο στοχεύουν. Αυτό προσδιορίζεται από την περαιτέρω απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε όφελος των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων και από τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση φορολογικών και άλλων προνομίων, πέρα των ήδη υπαρχόντων. Προτείνεται ακόμη και η συνταγματική θεσμοθέτηση “ελεύθερων οικονομικών ζωνών” με τις γνωστές, από τη διεθνή εμπειρία, ολέθριες επιπτώσεις στα εργασιακά δικαιώματα, στο βιοτικό επίπεδο και στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων23. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων με όρους αποικιοκρατικούς ούτε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιφέρει ούτε βελτίωση των συνθηκών ζωής.
Οι παραπάνω προτάσεις συγκροτούν -με αποχρώσεις βέβαια- μόνο μία συγκεκριμένη κατεύθυνση υπέρβασης της κρίσης, που ευνοεί τη βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ισχυρότερων κοινωνικών συμφερόντων. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι ενώ η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας έχει δει το βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες ζωής της να κατακρημνίζονται, μια ισχνή μειοψηφία έχει ισχυροποιήσει τη θέση της κατά την περίοδο της κρίσης24. Η υπέρβαση της τελευταίας μπορεί όμως να αναζητηθεί και σε διαφορετική λογική, στην κατεύθυνση της μεταβολής του παραγωγικού μοντέλου, της διεύρυνσης της δημοκρατίας και της αναδιανομής του πλούτου σε όφελος των αδύναμων κοινωνικών τάξεων.


Μια εναλλακτική διέξοδος

Σε αυτή την περίπτωση, η κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι πρώτιστη, αναγκαία, αν και όχι επαρκής προϋπόθεση για τη διέξοδο. Καμιά προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να επιτύχει, αν δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας των στρατηγικών τομέων της εθνικής οικονομίας από τους δανειστές, το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις πολυεθνικές. Αυτό ισχύει ιδίως για τις μέσου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης χώρες.
Για παράδειγμα, στη λογική αυτή το Σύνταγμα της Πορτογαλίας του 1976 περιελάμβανε μια ενδιαφέρουσα διάταξη. Στο άρθρο 86 όριζε ότι «Ο νόμος επιβάλλει πειθαρχία στην οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις των ξένων φυσικών ή νομικών προσώπων για να εξασφαλίζει τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της χώρας, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, και να προασπίζει την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των εργαζομένων». Στο άρθρο 81 προέβλεπε ότι υποχρέωση του κράτους είναι “Στ) Να αναπτύσσει τις οικονομικές σχέσεις με όλους τους λαούς περιφρουρώντας πάντοτε την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των Πορτογάλων συγχρόνως με την οικονομία της χώρας…”
Πρωτοποριακές είναι οι σχετικές διατάξεις των Συνταγμάτων της Βολιβίας και του Εκουαδόρ. Στο Σύνταγμα Βολιβίας του 2009 το άρθρο 320 παρ. 3 και 4 προβλέπει ότι οι οικονομικές σχέσεις με κράτη ή ξένες επιχειρήσεις πραγματοποιούνται σε συνθήκες ανεξαρτησίας, αμοιβαίου σεβασμού και ισότητας και ότι το κράτος είναι ανεξάρτητο σε όλες τις αποφάσεις της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής και δεν δέχεται επιβολή ή όρους από την πλευρά των κρατών, εγχώριων ή αλλοδαπών τραπεζών και θεσμών, διεθνών οργανισμών ή πολυεθνικών εταιρειών. Σε παρόμοιο πνεύμα, το Σύνταγμα του Εκουαδόρ του 2006 στο άρθρο 416 εδ. 12 προβλέπει ότι το κράτος ενθαρρύνει ένα νέο σύστημα εμπορίου και επενδύσεων ανάμεσα στα κράτη που βασίζεται στη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, τη δημιουργία διεθνών μηχανισμών ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες. Σε τελική ανάλυση, η σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να τεθεί σε νηφάλια δημόσια συζήτηση και στην κρίση του λαού με τη μορφή δημοψηφίσματος, ενώ το Σύνταγμα θα πρέπει να αποκλείει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, σε αντίθεση με το ισχύον άρθρο 28 παρ. 2 και την ερμηνευτική δήλωση που το συνοδεύει25.
Παράλληλα, απαιτείται ως ελάχιστο η ενδυνάμωση του ρόλου της Βουλής και όχι της εκτελεστικής εξουσίας. Ακόμη πιο σημαντική είναι η ενίσχυση του ελέγχου των πολιτών στους αντιπροσώπους τους. Σε αυτό θα συνέβαλε πρωτίστως η καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής για κάθε εκλογική διαδικασία, έτσι ώστε να μην φαλκιδεύεται η βούληση του εκλογικού σώματος. Θα μπορούσε ακόμη να συζητηθεί η εισαγωγή της δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων μια και η αναντιστοιχία προεκλογικών δεσμεύσεων και μετεκλογικών πρακτικών έχει γίνει πιο κραυγαλέα από ποτέ στη διάρκεια της κρίσης. Σημαντική είναι και η καθιέρωση θεσμών άμεσης δημοκρατίας όπως για παράδειγμα το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Συγχρόνως, χρειάζεται η ανάταξη των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων που έχουν πληγεί, ιδίως στο εργατικό δίκαιο26. Μόνο με ένα σύνολο τέτοιων παρεμβάσεων η λαϊκή κυριαρχία θα πάψει να αποτελεί “πλάσμα”, όπως είχε εύστοχα επισημάνει ο Αλέξανδρος Σβώλος.
Η προστασία της εθνικής οικονομίας και η διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας αποτελούν στοιχειώδεις όρους για την υπέρβαση της κρίσης. Δεν δίνουν φυσικά αυτόματες λύσεις. Παρέχουν όμως δυνατότητες που μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές, αρκεί να συντρέξουν και άλλοι πολιτικοί όροι. Χωρίς όμως διεύρυνση της δημοκρατίας καμιά σημαντική αλλαγή προς όφελος εκείνων που έχουν πληγεί βαθιά από την κρίση δεν πρόκειται να επέλθει. Τον εκδημοκρατισμό έχουν λόγο να τον φοβούνται μόνο τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που, αποδεδειγμένα πλέον, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία δεκαετίες τώρα. Χρειαζόμαστε ίσως έναν δικό μας “νέο συνταγματισμό”, χωρίς τις αμφισημίες του λατινοαμερικάνικου, για να ξεπεράσουμε την “αμηχανία της δημοκρατίας”27.

1 Βλ. J. Gambina, “El debate para superar la crisis capitalista actual”, Temporalis, ano 11, n. 22, jul/dez 2011, σελ. 217 επ. και Β. Στρεκ, Κερδίζοντας χρόνο (η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού), Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, ιδίως σελ. 131 επ.
2 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο 1995, σελ. 58 επ.
3 Βλ. Μ. Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής, Αθήνα, εκδ. Αιώρα, 2014, σελ. 128 επ., 141 επ.
4 Βλ. ενδεικτικά τον τόμο El nuevo constitucionalismo en America Latina, Quito, Corte Constitucional, 2010, ιδίως σελ. 13 επ., 49 επ., 71 επ. και R. Viciano Pastor y R. Martinez Dalmau, “La Constitucion democratica, entre el neoconstitucionalismo y el nuevo constitucionalismo”, in S. Bagni (coord.), El Constitucionalismo por encima de la crisis. Propuestas para el cambio en un mundo (des)integrado, Bologna, Filodiritto editore, 2016, σελ. 230 επ.
5 Βλ. J. Cardenas Gracia, “Las caracteristicas juridicas del neoliberalismo”, Cuestiones Constitucionales, num. 32, enero-junio 2015, σελ. 3 επ., 20 επ.
6 Βλ. όμως και K. Roberts, “Λαϊκισμός και δημοκρατία στη Βενεζουέλα υπό τον Ούγκο Τσάβεζ”, στον τόμο C. Μudde – Cr. Rovira Kaltwasser (επιμ.), Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, Θεσσαλονίκη, εκδ. Επίκεντρο, 2013, σελ. 233 επ.
7 Βλ. Ι. Πιπίνης, Το καμένο παλάτι (Έβο Μοράλες), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 117 επ.
8 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 144 επ.
9 Βλ. G. Ciccariello-Maher, La révolution au Venezuela, Paris, éd. La fabrique, 2016, σελ. 304-305
10 Βλ. R. Lambert, “Στη Λατινική Αμερική, αναμέτρηση των κυβερνήσεων με τους μεγιστάνες του Τύπου”, 2015, Le Monde Diplomatique, http://monde-diplomatique.gr/?p=526
11 Βλ. G. Ciccariello-Maher, La révolution au Venezuela, οπ.π., σελ. 302-303.
12 Βλ. L. Cher, “Η Βενεζουέλα υπονομεύεται από την κερδοσκοπία”, 2015, Le Monde Diplomatique,http://monde-diplomatique.gr/?p=293 και L. Ramirez, “Απογοήτευση των τσαβιστών στη Βενεζουέλα”, 2016, Le Monde Diplomatique, http://monde-diplomatique.gr/?p=1623
13 Βλ. A. Boron, “La Argentina de Macri y la involucion democratica”, Cubadebate, 6/6/2016, http://www.cubadebate.cu/opinion/2016/06/06/la-argentina-de-macri-y-la-involucion-democratica/#.WFLnF1OLSM8
14 Βλ. Θ. Διαμαντόπουλος, Θεσμοί, κρίση και ρήξη, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2016, ιδίως σελ. 27 επ. αλλά και τις σχετικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, Η Καθημερινή, 10/3/2016.
15 Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
16 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 57-58, 117, 122, 125.
17 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, “Τα δημοψηφίσματα του κ. Τσίπρα”, εφημ. Η Καθημερινή, 31/7/2016 και Γ. Σωτηρέλης, ¨Παρανοήσεις και στρεβλώσεις για την “άμεση δημοκρατία””, Εφημερίδα των Συντακτών, 3/9/2016 και Ο. Αθανασιάδου, “Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;”, www.constitutionalism.gr αλλά και Κ. Δουζίνας, “Το συνταγματικό παράδοξο”, Εφημερίδα των Συντακτών, 13/3/2017.
18 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Στ. Τσακυράκης, Ε. Βενιζέλος, Μια συζήτηση για το Σύνταγμα και τη δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Ποικίλη Στοά, 2016, σελ. 20, 33, 46.
19 Βλ. την πρόταση για 50 χιλιάδες στο Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 126.
20 Βλ. και Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
21 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 106.
22 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 128-129, 101.
23 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 197.
24 Βλ. Σ. Σακελλαρόπουλος, Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 101 επ.
25 Βλ. ενδεικτικά Κ. Λαπαβίτσας, Χ. Φλάσμπεκ, Γκ. Ετιεβάν κά., Ευρώ, σχέδιο Β', Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, ιδίως σελ. 75 επ. και Γ. Τόλιος, Η μετάβαση στο “εθνικό νόμισμα”, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής, 2016, σελ. 131 και Δ. Καλτσώνης, Θ. Μαριόλης, Κ. Παπουλής, Μετωπικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση, Αθήνα, εκδ. Κοροντζή, 2017.
26 Βλ. αναλυτικότερα στο Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; – τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 119 επ. αλλά και στο Δ. Καλτσώνης, “Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης” στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7 -14, προσβάσιμο και στο http://kaltsonis.blogspot.gr/2011/03/blog-post.html
27 Βλ. C. Galli, Η αμηχανία της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 91 επ. και M. Arriaga, Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Αιώρα, 2015.



Στις μέρες μας με τόσες εστίες έντασης στην ευρύτερη περιοχή αλλά και γενικά στον κόσμο, η αναζήτηση νηφάλιων λύσεων στα προβλήματα είναι παραπάνω από επιβεβλημένη. Οι λύσεις αυτές θα πρέπει οπωσδήποτε να βασίζονται στο σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και να υπηρετούν τις αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Είναι και οι δύο αρχές κατοχυρωμένες από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ αλλά εξίσου ταλαιπωρημένες από τις συνεχείς παραβιάσεις των μεγάλων, ιδίως, δυνάμεων.
Η επίλυση των εκκρεμοτήτων με την ΠΓΔΜ οφείλει να ακολουθήσει ακριβώς αυτή την οδό. Επιστημονικά είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι η έννοια της Μακεδονίας αποτελεί ιστορικό, γεωγραφικό χώρο. Τα σύνορά του ήταν σχετικά ασαφή, όπως συνέβαινε γενικά τα αρχαία χρόνια. Με τη σύγχρονη διαμόρφωση των εθνικών κρατών, το μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας ανήκει στην Ελλάδα ένα μικρότερο τμήμα της ενσωματώθηκε το 1918 στο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων το οποίο μετονομάστηκε το 1929 σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας (Νοτιοσλαβίας). Μετά το 1945 αποτέλεσε τμήμα της Σοσιαλιστικής ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Ένα άλλο μικρότερο τμήμα της γεωγραφικής Μακεδονίας ανήκει στη Βουλγαρία.
Η ΠΓΔΜ αποτελούσε από το 1945 ομόσπονδη Δημοκρατία της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας με το όνομα “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Το σημερινό κράτος προέκυψε το 1991 κατά τη διαδικασία διάλυσης της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Από εκεί και πέρα οι διαφορές που ανέκυψαν είναι γνωστές.


Τα θετικά στοιχεία;

Η συμφωνία των Πρεσπών φιλοδοξεί να θέσει τέρμα στις διενέξεις που προέκυψαν μετά τη δημιουργία της ΠΓΔΜ, δίνοντας τη λύση του ονόματος “Βόρεια Μακεδονία” erga omnes. Μπορεί να το καταφέρει αν τελικά ψηφιστεί; Εμπεριέχει στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν πράγματι να συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή;
Το άρθρο 1 ιδίως παρ. 6 και 9 προβλέπει τη συμμόρφωση της ΠΓΔΜ με την προσαρμογή και την εξάλειψη κάθε αλυτρωτικής αναφοράς και χρήσης του όρου Μακεδονία. Πιο σημαντική είναι η παράγραφος 12. Εκτός των αλλαγών στο Σύνταγμα των σχετικών με την ονομασία του γειτονικού κράτους, η παρ. 12 επιβάλλει ότι “Επιπροσθέτως, το Δεύτερο Μέρος θα προβεί στις κατάλληλες τροποποιήσεις του Προοιμίου, του Άρθρου 3 και του Άρθρου 49, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος”. Πρόκειται για σημαντική πρόνοια καθώς εκεί εντοπίζονται οι εθνικιστικού, αλυτρωτικού χαρακτήρα συνταγματικές αναφορές1.
Αξιοσημείωτο είναι το άρθρο 3 παρ. 1 που ορίζει ότι “Τα Μέρη δια της παρούσης επιβεβαιώνουν το υφιστάμενο κοινό τους σύνορο ως ισχυρό και απαραβίαστο διεθνές σύνορο. Κανένα από τα Μέρη δεν θα εκφράσει ή υποστηρίξει οιεσδήποτε διεκδικήσεις για οποιοδήποτε τμήμα της επικράτειας του άλλου Μέρους...” Στο άρθρο 4 παρ. 2 αναφέρεται ότι “Έκαστο Μέρος δεσμεύεται να μην προβαίνει σε ή επιτρέπει οιεσδήποτε αλυτρωτικές δηλώσεις...”. Το άρθρο 6 ορίζει ότι “κάθε Μέρος θα λάβει αμέσως αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να απαγορεύσει εχθρικές δραστηριότητες, ενέργειες ή προπαγάνδα από κρατικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες αμέσως ή εμμέσως ελεγχόμενες από το κράτος” και οι οποίες “υποδαυλίζουν τον σωβινισμό, την εχθρότητα, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό εναντίον του άλλου Μέρους”.
Σημαντικές για την αποφυγή πιθανών παρεξηγήσεων και εντάσεων στο μέλλον είναι και οι διευκρινίσεις του άρθρου 7. Η παρ. 1 ορίζει ότι “Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους “Μακεδονία” και “Μακεδόνας” αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και κληρονομιά”. Η παρ. 4 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι “η επίσημη γλώσσα του (ενν. του Δεύτερου συμβαλλόμενου μέρους, δηλ. της ΠΓΔΜ), η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους (δηλ. της Ελληνικής Μακεδονίας – διευκρίνιση δική μου)”.


Το στοιχείο ανατροπής

Αν κανείς μείνει στα στοιχεία αυτά της συμφωνίας θα πιστέψει ίσως ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς. Δυστυχώς όμως τα φαινόμενα κρύβουν κάποτε το ουσιαστικό περιεχόμενο. Το άρθρο 2 παρ. 4 συνδέει τη συμφωνία με το ζήτημα της ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια απαράδεκτη, νομικά και πολιτικά, σύνδεση δύο εντελώς διαφορετικών ζητημάτων. Το τι θα πράξει η γειτονική χώρα σε σχέση με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ πρέπει να είναι αυστηρά υπόθεση απόφασης του λαού της και μάλιστα με δημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς οικονομικούς, πολιτικούς εκβιασμούς ή πιέσεις από οποιονδήποτε. Μπορεί ο λαός να αποφασίσει έτσι ή αλλιώς.
Αντίθετα, το άρθρο 2 παρ. 4 αναφέρει ότι “α. Το Δεύτερο Μέρος θα επιδιώξει ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ...”. Άσχετα με το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της γείτονος έχουν εκφράσει τέτοια επιθυμία, η συμπερίληψη της αναφοράς αυτής στο κείμενο της συμφωνίας των Πρεσπών συνιστά παραβίαση της κυριαρχίας του γειτονικού λαού.
Εκείνο που πρέπει να ληφθεί περισσότερο υπόψη είναι ότι η πρόσφατη ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ καθόλου δεν διασφαλίζει την τήρηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, δηλαδή την κυριαρχία των κρατών, την ειρηνική τους συνύπαρξη, το σεβασμό των συνόρων, την απουσία απειλής ή χρήσης βίας κλπ, όλα αυτά δηλαδή που αναφέρονται στο προοίμιο της συμφωνίας των Πρεσπών.
Ας υπενθυμίσουμε ότι το 40% της Κύπρου βρίσκεται μέχρι σήμερα υπό την κατοχή της Τουρκίας (μέλος του ΝΑΤΟ) με την ανοχή, τουλάχιστον, όλα αυτά τα χρόνια του ΝΑΤΟ. Οι παραβιάσεις και οι οχλήσεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας δεν έχουν πάψει στιγμή. Ακόμη και σήμερα, που οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ δεν είναι ανέφελες, η στάση του ΝΑΤΟ είναι συνήθως στάση ίσων αποστάσεων, δηλαδή στάση ανοχής ή και ενθάρρυνσης της τουρκικής επιθετικότητας.
Η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας έγινε με την υπογραφή της ΕΕ (ειδικά απαίτηση της Γερμανίας) και τη συμβολή του ΝΑΤΟ. Η υπόθαλψη των εθνικισμών στα Βαλκάνια φέρει επίσης τη σφραγίδα του ΝΑΤΟ. Η κατά παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του ΟΗΕ πολεμική επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία το 1999, η δημιουργία του προτεκτοράτου του Κοσόβου και πολλά άλλα δείχνουν ότι ο οργανισμός αυτός -μαζί και η ΕΕ- κάθε άλλο παρά προστατεύουν και εγγυώνται τις αρχές του ΟΗΕ.
Πιο πρόσφατα, οι παρεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, στη Λιβύη και στη Συρία, σε πλήρη περιφρόνηση προς όλες τις αρχές και τις διαδικασίες του ΟΗΕ οδήγησαν στο χάος και στο δράμα των ημερών μας, το οποίο όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε.
Αναμενόμενη και ήδη παρούσα είναι η αντίδραση της Ρωσίας στην ένταξη της γείτονος στο ΝΑΤΟ. Πρόκειται για παράγοντα ο οποίος πρέπει να συνυπολογιστεί. Το ΝΑΤΟ είναι αποδεδειγμένα επιθετικός οργανισμός και κατά συνέπεια η ενίσχυσή του προκαλεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων, εύλογη ανησυχία και προβληματισμό.
Η θέση της Ελλάδας θα πρέπει να είναι η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, η αποχή από επιθετικές πράξεις ή ενέργειες που θίγουν την ασφάλεια άλλων χωρών, μικρών ή μεγάλων. Μόνο έτσι μπορεί να συμβάλλει στην ειρήνευση της περιοχής και στην επίλυση των δραματικών προβλημάτων που αγγίζουν και τη δική μας χώρα.

Αναγκαία η καταψήφιση
Με αυτά τα δεδομένα η καταψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών στη Βουλή των Ελλήνων είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαία. Είναι γνωστό ότι οι διεθνείς συμβάσεις ψηφίζονται εν συνόλω. Δεν θα μπορούσε, από τη φύση τους, να γίνει διαφορετικά. Το άρθρο 2 παρ. 4 ανατρέπει εκ των πραγμάτων τα όποια θετικά σημεία της συμφωνίας, τη χρωματίζει με ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Θέτει σε λαθεμένη και ίσως επικίνδυνη τροχιά τα βαλκανικά και περιφερειακά θέματα. Δεν διασφαλίζει την ειρήνη και το απαραβίαστο των συνόρων ούτε για την Ελλάδα, ούτε για την ΠΓΔΜ ούτε γενικότερα για την περιοχή. Είναι προφανές ότι η υπόθαλψη των εθνικισμών από τις μεγάλες δυνάμεις μπορεί ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθεί επικουρικά για να θέσει σε κίνδυνο και το ένα και το άλλο.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι μέσω ανοιχτών παρεμβάσεων στα εσωτερικά του γειτονικού κράτους οι κρατικοί παράγοντες των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ επιχειρούν να εκβιάσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Πρόκειται για μια ακόμη απτή παραβίαση των αρχών της κρατικής κυριαρχίας.
Η διαφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, η ειρήνη και οι σχέσεις καλής γειτονίας με τους λαούς των Βαλκανίων μπορούν να υπηρετηθούν από μια άλλη συμφωνία ανάλογου περιεχομένου με τη συμφωνία των Πρεσπών αλλά χωρίς το προβληματικό άρθρο 2.

1Βλ. Π. Γ. Σταυρόπουλος, “Πολιτικοί και Συνταγματικοί θεσμοί της ΠΓΔΜ”, στο Δ. Καλτσώνης – Ν. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 201 επ.


https://www.tanea.gr/2018/09/30/politics/to-provlimatiko-arthro-2-tis-symfonias-ton-prespon/

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION