Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Posts



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 3/9/2019
Οι εντεινόμενες πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα των αμυντικών εξοπλισμών. Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας βέβαια δεν είναι μόνο ζήτημα εξοπλισμών. Σημαντικότατο ρόλο διαδραματίζει η οικονομική βάση και ισχύς της χώρας, η διπλωματική της θέση, ο εκδημοκρατισμός και η αξιοκρατία στις ένοπλες δυνάμεις κά.
Εξάλλου το πρόβλημα των εξοπλισμών δεν είναι ποσοτικό. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση η Ελλάδα να παρασυρθεί σε ένα ανταγωνισμό αγοράς οπλικών συστημάτων. Κάτι τέτοιο θα έδινε διέξοδο στις βιομηχανίες της Δύσης, των οποίων οι πωλήσεις γνωρίζουν σοβαρή κάμψη αλλά δεν θα διασφάλιζε την άμυνά μας, ενώ στην ελληνική οικονομία θα έδινε τη χαριστική βολή. Τα δυσβάσταχτα βάρη, εννοείται, θα τα πλήρωνε ο φορολογούμενος λαός, η σημερινή γενιά και οι μελλοντικές. Μπορούμε αντίθετα να παραδειγματιστούμε από την προσέγγιση της Τουρκίας στα ζητήματα αυτά: διαφοροποιεί τις πηγές εξοπλισμού και αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία.
Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι θα πρέπει άμεσα να διαφοροποιηθούν οι πηγές εξοπλισμού της χώρας μας ώστε να μην εξαρτάται μονομερώς από καμιά μεγάλη δύναμη. Οι αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού πρέπει αυστηρά να γίνονται με κριτήρια τις ανάγκες της άμυνας της χώρας και όχι αυτές του ΝΑΤΟ. Έτσι, όπως διαβεβαιώνουν οι ειδικοί μπορούμε να έχουμε καλύτερη άμυνα με μικρότερες δαπάνες. Παράλληλα, όσο εξαρτιόμαστε μονομερώς από ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία θα είμαστε αντικείμενο των δικών τους επιλογών και παζαριών με την Άγκυρα. Και το έχουμε πληρώσει ακριβά στο παρελθόν.
Υπάρχουν αμυντικά συστήματα (πχ. Ρωσικά) τα οποία προσφέρουν απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες για την άμυνα μιας νησιωτικής χώρας. Παρουσιάζουν επιπλέον το πλεονέκτημα ότι είναι σε ένα βαθμό κατασκευασμένα προς αντιμετώπιση των ΝΑΤΟϊκών οπλικών συστημάτων μια και τέτοια κατά βάση διαθέτει η Τουρκία. Μπορεί επίσης να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στις τακτικές κυβερνοπολέμου, που είναι φτηνές και πολύ αποτελεσματικές, ιδίως αν αξιοποιηθεί το πλούσιο νεανικό δυναμικό που ασχολείται με τις νέες τεχνολογίες.
Κυρίως όμως απαιτείται άμεσα η ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με σχέδιο, με τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα αμυντικής βιομηχανίας που θα αναλάβει το βασικό έργο, το σχεδιασμό αλλά και την αυστηρή εποπτεία στις όποιες ιδιωτικές εταιρείες. Η άμυνα είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να αφήνεται στις επιλογές –συχνά τυχοδιωκτικές- των ιδιωτών επιχειρηματιών. Μακροπρόθεσμα απαιτείται ο σχεδιασμός ώστε το δημόσιο να αναπτύξει αμυντική βιομηχανία υψηλότερης τεχνολογικής βάσης και συμπαραγωγές με άλλα κράτη αλλά σε ισότιμη βάση και, κυρίως, με σταδιακή αφομοίωση και ενσωμάτωση της υψηλής τεχνολογίας.




Οι προκριματικές εκλογές που έγιναν πριν λίγες μέρες στην Αργεντινή συνιστούν, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, πολιτικό σεισμό που αφορά συνολικά τη Λατινική Αμερική. Στις εκλογές αυτές, που δεν αναδεικνύουν βέβαια τον πρόεδρο της χώρας αλλά συμμετέχουν υποχρεωτικά όλοι οι πολίτες με δικαίωμα ψήφου, διαγράφονται οι πολιτικές τάσεις που θα ξεδιπλωθούν σε λίγους μόνο μήνες στις προεδρικές εκλογές.
Στις προκριματικές αυτές εκλογές ο υποψήφιος της κεντροαριστεράς Α. Φερνάντες έλαβε το συντριπτικό για τα δεδομένα ποσοστό 49,2% έναντι του απερχόμενου δεξιού προέδρου Μ. Μάκρι ο οποίος έλαβε 33,1%. Το αποτέλεσμα καταδεικνύει τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από την πολιτική του Μάκρι. Η σημασία του γεγονότος είναι μεγάλη γιατί ο Μάκρι ήταν ο μόνος δεξιός πρόεδρος στη Λ. Αμερική που μπόρεσε να εκλεγεί το 2015 χωρίς πραξικοπηματικές ενέργειες, όπως για παράδειγμα εκείνες του Μπολσονάρο.
Ο νυν πρόεδρος Μ. Μάκρι ακολούθησε μια αμιγώς νεοφιλελεύθερη πολιτική που ξαναβύθισε την Αργεντινή στην οικονομική και κοινωνική κρίση. Ο πραγματικός μισθός των εργαζομένων μειώθηκε, οι απολύσεις στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα εκτοξεύθηκαν, η ανεργία αυξήθηκε, τα τιμολόγια των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας αυξήθηκαν κατακόρυφα προξενώντας τεράστια προβλήματα στα λαϊκά νοικοκυριά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμπιέστηκαν από τον ανταγωνισμό των ισχυρών, η αποβιομηχάνιση επιταχύνθηκε, το χρέος εκτινάχθηκε και πάλι σε δυσθεώρητα ύψη. Και πάνω και μέσα από όλα, επέστρεψε το ΔΝΤ, με ότι αυτό σημαίνει.
Όλα τούτα έγιναν στο όνομα της οικονομικής αποτελεσματικότητας και των επενδύσεων, των γνωστών δηλαδή επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί συνήθως η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά οι φτωχοί να γίνουν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Εντάθηκαν στο έπακρο οι κοινωνικές ανισότητες ενώ η πραγματική οικονομία πήρε την κατιούσα. Όλα θυμίζουν τη μεγάλη κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Τι μέλλει γενέσθαι;

Το πιθανότερο είναι ότι οι τάσεις των προκριματικών θα επιβεβαιωθούν τον Οκτώβριο στις προεδρικές εκλογές. Οι συσχετισμοί θεωρούνται μη αναστρέψιμοι. Οι “αγορές” πάντως, οι διάφοροι “οίκοι αξιολόγησης” και τα κάθε είδους επιτελεία της οικονομικής ολιγαρχίας προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα πανικού. Αυτό είναι λογικό αφού δεν επιθυμούν την πτώση μιας κυβέρνησης τόσο φιλικής στην εγχώρια και διεθνή ολιγαρχία, όπως ήταν η κυβέρνηση Μάκρι.
Στην περίπτωση που εκλεγεί ο Α. Φερνάντες, είναι πιθανή μια κάποια στροφή στην οικονομική πολιτική στη λογική του περιορισμού της ασυδοσίας των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Αν ο επόμενος πρόεδρος συνεχίσει την πολιτική της Κριστίνα Κίρχνερ, θα πρέπει να αναμένονται μέτρα σχετικής ανακούφισης για τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα και εν γένει μια οικονομική πολιτική που θα βασίζεται περισσότερο στην παρέμβαση του κράτους.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο θα σημειωθούν επίσης αλλαγές. Η νέα κυβέρνηση αναμένεται να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη πολιτική, όχι απαραίτητα ευθυγραμμισμένη με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην περιοχή. Πολύ πιθανό να βρεθεί ακόμη και σε αντίθεση μαζί τους και σίγουρα σε διαφορετικό μήκος κύματος από την ακροδεξιά κυβέρνηση Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Η κυβέρνηση Φερνάντες θα είναι μάλλον περισσότερο φιλική προς τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Όλα αυτά βέβαια θα ισχύσουν με δύο “αν”: αν εκλεγεί ο Α. Φερνάντες (μάλλον σίγουρο) και αν μείνει συνεπής στις προεκλογικές του δεσμεύσεις.
Αυτό που δεν πρέπει να αναμένεται είναι μια ριζική τομή στην οικονομική και κοινωνική πολιτική. Η αντιμετώπση των δομικών προβλημάτων της οικονομίας και των δομικών αιτιών των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας δεν βρίσκεται έτσι κι αλλιώς στην ατζέντα του Α. Φερνάντες. Αυτή είναι ακριβώς και η αχίλλειος πτέρνα της κεντροαριστεράς στην Αργεντινή και όχι μόνο. Αξίζει να υπενθυμίσουμε σχετικά ότι η Κ. Κίρχνερ -προκάτοχός του στο κόμμα και στην προεδρία- είχε χάσει τις εκλογές ακριβώς γιατί η μη αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων εξανέμισε κάποια στιγμή τα όποια αξιοσημείωτα επιτεύγματα στην αντιμετώπιση της κρίσης και της φτώχειας.

http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29335/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AE


εφημ. Τα Νέα, 13/8/2019
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η τουρκική κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μια ακόμη πρόκληση στο Καστελλόριζο στέλνοντας εκεί ερευνητικό σκάφος. Έτσι κι αλλιώς το τουρκικό κατεστημένο θα συνεχίσει απαρέγκλιτα την πολιτική αμφισβήτισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης δεν διαφαίνεται μια διαφορετική αντιμετώπιση σε σχέση με την πεπατημένη, την οποία ακολουθούσε και η προηγούμενη. Δηλαδή, διακρίνεται η τάση να εναποτεθεί στις ΗΠΑ η διαχείριση των προβλημάτων που προκύπτουν από την επιθετικότητα της Άγκυρας. Μάλιστα, μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν η έντονα συμβολικού χαρακτήρα αναγνώριση του Χ. Γουαϊδό ως προέδρου της Βενεζουέλας. Με την κίνηση αυτή η κυβέρνηση προφανώς εξέπεμψε σήμα απόλυτης σύμπλευσης και ευθυγράμμισης προς την κυβέρνηση Τραμπ.
Η κίνηση αυτή όμως, παρότι φαινομενικά άσχετη, είναι προβληματική σε ότι αφορά τα ελληνοτουρκικά. Η αναγνώριση του Γουαϊδό συνιστά μια κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, παρέμβαση στα εσωτερικά άλλου κράτους σε ευθεία αντίθεση με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Και αυτό συμβαίνει γιατί, ανεξάρτητα από το αν κάποιος είναι θετικά ή αρνητικά διακείμενος προς την κυβέρνηση Μαδούρο, ο Γουαϊδό δεν παύει να είναι ένας επίδοξος σφετεριστής της εξουσίας. Όντας πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της χώρας του αυτοαναγορεύθηκε σε πρόεδρο της Δημοκρατίας και κάλεσε, ανεπιτυχώς, τις ένοπλες δυνάμεις σε πραξικόπημα. Η αναγνώρισή του έγινε μάλιστα σε μια στιγμή κατά την οποία οι λαϊκές κινητοποιήσεις που τον στήριζαν, έχουν αποδυναμωθεί πλήρως.
Η αναγνώριση όμως εκθέτει τη χώρα μας στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αφού η Ελλάδα συντάχθηκε με μια ολοφάνερα παράνομη “κυβέρνηση”. Δεν είναι δυνατό από τη μια πλευρά να επικαλείται κανείς το διεθνές δίκαιο και τη νομιμότητα όταν υπερασπίζεται τα κυριαρχικά του δικαιώματα και από την άλλη να καταφεύγει σε τέτοιες κινήσεις παραβίασής τους, γιατί αυτομάτως καθίσταται αναξιόπιστος. Κατά συνέπεια, αποδυναμώνονται έτσι οι γερά θεμελιωμένες κατά τα άλλα θέσεις της Ελλάδας με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Οι ελληνικές θέσεις αδυνατίζουν επίσης με την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων για το ρόλο των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά. Η κυβέρνηση Τραμπ ελίσσεται, διαπραγματεύεται φανερά και κυρίως κρυφά με την Τουρκία. Οι ΗΠΑ κωφεύουν εδώ και δεκαετίες για την τουρκική κατοχή στο 40% της Κύπρου, για τις παραβιάσεις στο Αιγαίο. Ακόμη και η αντίδρασή τους στην αγορά των S-400 είναι περιορισμένη. Εξάλλου, στις μέρες μας η κυβέρνηση Τραμπ αποτελεί τον σημαντικότερο υπονομευτή του διεθνούς δικαίου. Και από την άποψη αυτή, δεν είναι πολύ ισχυρό επιχείρημα η όποια στήριξη προσφέρει στην Ελλάδα. Στο βαθμό που υπάρχει στήριξη βέβαια.



Εφημερίδα των Συντακτών, 16/7/2019

Η μέχρι σήμερα νομοθεσία για το πανεπιστημιακό άσυλο κάθε άλλο παρά εμποδίζει τη δίωξη της όποιας εγκληματικότητας στους χώρους των πανεπιστημίων. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, ψεύδεται ανοιχτά ή απλώς δεν ξέρει να διαβάζει το νόμο. Με βάση αυτό το μη επιδεχόμενο αμφισβήτισης δεδομένο, προκαλεί ερωτηματικά η απόφαση της κυβέρνησης να το καταργήσει. Θα πρέπει επίσης να εξηγήσει πώς γίνεται και σε πανεπιστήμια χωρών όπου δεν υπάρχει το άσυλο (ΗΠΑ, Βρετανία) η εγκληματικότητα (και ιδίως τα σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος των γυναικών) είναι περισσότερο υψηλή σε σχέση με την Ελλάδα.
Φαίνεται πως ο στόχος της είναι άλλος από την καταπολέμηση της όποιας εγκληματικότητας. Έχω την αίσθηση ότι, πέρα από το συμβολισμό, η κυβέρνηση επιθυμεί να προωθήσει ιδιωτικά συμφέροντα μεγάλων εταιρειών φύλαξης στις οποίες ίσως θελήσει στο μέλλον να αναθέσει πλευρές της ασφάλειας. Δεύτερο, η κατάργηση του ασύλου προλειαίνει το έδαφος για την καταστολή της ελευθερίας διακίνησης των ιδεών αλλά και των μελλοντικών αντιδράσεων των φοιτητών αλλά και των πανεπιστημιακών και άλλων εργαζομένων ενώπιον της περαιτέρω εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των ΑΕΙ. Σε αυτή την περίπτωση, θα αναζητηθεί όχι η εγκληματικότητα καθεαυτή αλλά το πρόσχημα της εγκληματικότητας για να παρεμβαίνει η αστυνομία.
Πρόκειται εν τέλει για την προσπάθεια υλοποίησης μιας ξεκάθαρα αντιδημοκρατικής νοοτροπίας που φοβάται την ελεύθερη αντιπαράθεση των ιδεών και παράλληλα επιδιώκει την παραπέρα υποβάθμιση των πανεπιστημίων, τη μετατροπή τους σε ένα είδος σούπερ μάρκετ και την ύψωση κοινωνικών φραγμών στην εκπαίδευση των νέων, ιδίως εκείνων που προέρχονται από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.
Αυταπατάται όμως η κυβέρνηση αν νομίζει ότι δεν θα συναντήσει αντίσταση σε τέτοια αντιδημοκρατικά σχέδια. Θα βρει μπροστά της ακόμη και σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων της. Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαού θα αποδειχθούν για μια ακόμη φορά ισχυρότερα. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα μεσοπρόθεσμα.


Τα ΝΕΑ, 16/7/2019

Λέγεται πως το 1965 ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Λ. Τζόνσον είπε σε μια συνομιλία του με τον Έλληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον: “Γ... τη Βουλή σας και το Σύνταγμά σας! Η Αμερική είναι ελέφαντας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Και η Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δυο ψύλλοι εξακολουθούν να φέρνουν φαγούρα στον ελέφαντα, μπορεί ο ελέφαντας να τους ρουφήξει μια και καλή με την προβοσκίδα του”. Αφορμή για αυτή την αήθη παρέμβαση αποτέλεσε η μη απόλυτη συμμόρφωση της Κύπρου και της Ελλάδας με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Το τι ακολούθησε το γνωρίζουμε.
Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς έστω και να φανταστεί μια ανάλογη αντίδραση των ΗΠΑ ενάντια στην σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας, που συνεχίζει να παραβιάζει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου και να προκαλεί; Είναι προφανές ότι η αντίδραση των ΗΠΑ και της ΕΕ προς την Τουρκία κάθε άλλο παρά ουσιαστικές είναι. Στο φως τέτοιων ιστορικών γεγονότων φωτίζεται καλύτερα η σημερινή στάση της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι οι 28 της ΕΕ κατέληξαν σε αναιμικά μέτρα ενάντια στην Τουρκία (που καθόλου δεν την κάνουν να ανησυχεί) δεν οφείλεται σε μια αίσθηση αναλογικής αντίδρασης. Πράγματι, στην πολιτική αντιπαράθεση αλλά ακόμη και στον πόλεμο, η αίσθηση του μέτρου και της ανάλογης ανταπόδοσης είναι σημαντική. Δεν μπορεί κανείς να χτυπά μια μύγα με πυροβόλο όπλο. Εδώ όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η ΕΕ, όπως έχει φανεί επανειλημμένα έχει τους δικούς της σχεδιασμούς, τις δικές της στοχεύσεις. Σε αναλογία με αυτές έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Και αυτό μάλιστα τη στιγμή που η Τουρκία προχώρησε σε μια ακόμη πρόκληση δηλώνοντας ότι θα ανακηρύξει ΑΟΖ σε συνεργασία με τη Λιβύη διαγράφοντας την ελληνική ΑΟΖ νότια της Κρήτης.
Ανάλογο προβληματισμό προκαλεί και η στάση των ΗΠΑ σε σχέση με την ανανέωση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο. Πριν ένα μήνα περίπου εξέφραζαν το δισταγμό τους σε σχέση με την ανανέωση αυτή με το πρόσχημα των εξόδων των αμερικανών φορολογουμένων! Ακόμη και αν αυτή η στάση δεν επιβεβαιωθεί, δείχνει πολύ καθαρά, από μια ακόμη πλευρά, την αμφισβήτιση των ΗΠΑ προς την ουσία του προβλήματος.
Μια και το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν θέλουν να ακούσουν, θα πρέπει μάλλον να υπενθυμίσουμε στη διεθνή κοινότητα με έμφαση την πηγή του προβλήματος. Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, κατέχει παράνομα το 40% της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξάρτητου κράτους μέλους του ΟΗΕ. Αυτό άλλωστε υποδηλώνεται, για μια ακόμη φορά, από τον πρόσφατο διορισμό του Τούρκου Αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάι ως “Συντονιστή Κυπριακών Υποθέσεων”.


εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 1/7/2019

“Πριν αλέκτορα φωνήσαι” επιβεβαιώθηκαν όσοι υποστήριζαν ότι είναι επικίνδυνη αφέλεια να πιστεύουμε ότι οι ΗΠΑ θα σταθούν αταλάντευτα στο πλάι της Ελλάδας και ότι θα την στηρίξουν έναντι της εντεινόμενης τουρκικής επιθετικότητας. Μετά την Οσάκα η τάση συμβιβασμού μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας είναι πλέον ορατή. Η ελληνική κυβέρνηση και όσοι πανηγύριζαν για τη δήθεν σθεναρή στήριξη των δικαίων της Ελλάδας από τους συμμάχους της είναι εκτεθειμένοι.
Στο βαθμό που αυτή η τάση εμπεδωθεί, θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, δηλαδή στην έμμεση (ή μήπως και άμεση;) αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και από τις ΗΠΑ. Αξίζει να θυμηθούμε το πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο, τη δήλωση του εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ Ν. Μπερνς κατά την κρίση των Ιμίων: “οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν ελληνική ή τουρκική κυριαρχία στα Ίμια. Μπορεί να είναι και μερικά άλλα νησιά ή μικρές νησίδες επί των οποίων έχουμε παρόμοια θέση”.
Στο φως όσων διεμείφθησαν στην Οσάκα αποσαφηνίζεται πλήρως και η δήλωση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, την οποία σχολίασα σε αυτή τη στήλη στις 25/6, ότι “τα ενεργειακά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο θα πρέπει να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη συνεργασίας, ένα win-win”. Επιβεβαιώνεται ότι η δήλωση αυτή, στις συνθήκες που έγινε, έκλεινε το μάτι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Είναι φανερό ότι ξεκίνησε η ανακατανομή των συμφερόντων ΗΠΑ - Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Η διαδικασία ενδέχεται να παρουσιάσει καμπές και πισωγυρίσματα αλλά η ουσία της προσέγγισης δεν θα αλλάξει.
Εκτός των συμφερόντων, ΗΠΑ και Τουρκία μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις και πρακτικές σε σχέση με το διεθνές δίκαιο. Και οι δυο χώρες χαρακτηρίζονται από την έμπρακτη περιφρόνησή τους προς τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και προς θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου όπως ότι τα κράτη πρέπει να απέχουν από τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας, άμεση ή έμμεση, ότι κάθε κράτος πρέπει να σέβεται την εδαφική ακεραιότητα των άλλων κρατών, ενώ απαγορεύεται η στρατιωτική κατοχή εδάφους άλλου κράτους με χρήση βίας και σε παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η διαχρονική αγκίστρωση των ελληνικών κυβερνήσεων στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, για να μας βοηθήσουν να επιλύσουμε τα προβλήματα με την Τουρκία, θα οδηγήσει σε δυσάρεστες εκπλήξεις. Ο περιοριστικός αυτός εναγκαλισμός έχει αποδειχθεί προβληματικός, ίσως αποδειχθεί ολέθριος. Γι' αυτό ας αλλάξουμε κατεύθυνση ενεργοποιώντας τον διεθνή παράγοντα, τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας. Εκεί υπάρχουν κι άλλες φωνές, που τις χρειαζόμαστε. Η αξιοποίηση του πολυπολικού κόσμου είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για να υπερασπίσουμε την ειρήνη και τα κυριαρχικά δικαιώματά μας.






εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 25/6/2019
Η ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε σε όλους τους τόνους την ικανοποίησή της για τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη ότι η απόφαση περιλαμβάνει πολύ αυστηρότερη διατύπωση από κάθε άλλη ανάλογη του παρελθόντος και ότι περιλαμβάνει για πρώτη φορά αναφορά στην πιθανή λήψη μέτρων.
Αυτό είναι γεγονός, όμως εξαρτάται αν βλέπει κανείς το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Μπορεί πράγματι να είναι η πιο προωθημένη απόφαση αλλά σίγουρα βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με την ένταση της επιθετικότητας της τουρκικής κυβέρνησης. Η κλιμάκωση των διατυπώσεών της ΕΕ δεν είναι δηλαδή ανάλογη της κλιμάκωσης των κινήσεων της Τουρκίας. Εκτός αυτού, η λήψη μέτρων μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί παραπομπή στις ελληνικές καλένδες.
Μαζί με αυτά, πρέπει να συνεκτιμηθούν οι κραυγαλέες αντιφάσεις των δύο ηγετικών της ΕΕ δυνάμεων, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Η Γερμανία από τη μια συνυπογράφει την απόφαση αυτή του ευρωπαϊκού συμβουλίου και παράλληλα με δήλωση του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών στο Αθηναϊκό Πρακτορείο διατυπώνει την επικίνδυνη για την Ελλάδα θέση ότι “Για διμερείς διαφορές που αφορούν το Δίκαιο της Θάλασσας μεταξύ τρίτων χωρών, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επί της αρχής δεν λαμβάνει νομική θέση”. Με απλά λόγια, δεν αναγνωρίζει τα αυτονόητα δικαιώματα της Ελλάδας με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Η Γαλλία από την άλλη, από τη μια προσπαθεί να αναδειχθεί ως ο προστάτης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την επικείμενη δημιουργία ναυτικής της βάσης στη Λεμεσό αλλά, τις ίδιες εκείνες μέρες, προσφέρθηκε να εγκαταστήσει εξειδικευμένα συστήματα αεράμυνας στην Τουρκία, προσφορά η οποία έγινε καταρχήν δεκτή από την τουρκική πλευρά.
Σε παρόμοιες αντιφατικές δηλώσεις προέβησαν και οι αμερικανοί, όσο και αν προσπάθησαν να ανασκευάσουν. Η δήλωση του πρέσβη των ΗΠΑ ότι “τα ενεργειακά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο θα πρέπει να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη συνεργασίας, ένα win-win, σε αντίθεση με έναν οδηγό για συγκρούσεις” όπως και ότι “είναι η ώρα για διάλογο και όχι για περαιτέρω κλιμακούμενες προκλητικές ενέργειες”, ενέχουν ένα αδιόρατο κλείσιμο του ματιού προς τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Γιατί, πράγματι, γενικά ο διάλογος είναι αναγκαίος και χρήσιμος. Μπροστά όμως στις κατάφωρες, επανειλημμένες, προκλητικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από την πλευρά του αντιδραστικού καθεστώτος της Άγκυρας, είναι μάλλον παράδοξη η αναφορά, σε μια τέτοια στιγμή, στο διάλογο και σε αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες. Διάλογος για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου ή μήπως για εξαιρέσεις;



ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION