Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Posts


 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 9/6/2021


Σε μια περίπου βδομάδα θα γίνει στο περιθώριο του ΝΑΤΟ η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν. Το πλαίσιο της συνάντησης ορίζεται από τα εξής:

Πρώτο: η κυβέρνηση της Τουρκίας επιμένει μέχρι κεραίας σε όλες τις αντίθετες στο διεθνές δίκαιο αξιώσεις της σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Δεύτερο: συνεχίζει ακάθεκτη τις κάθε είδους προκλήσεις είτε αφορά τη μειονότητα στη Θράκη είτε αφορά την κατεχόμενη Αμμόχωστο είτε άλλα ζητήματα.

Τρίτο: οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται με την Τουρκία εντός του αυστηρά δεδομένου πλαισίου ότι η γειτονική χώρα αποτελεί στυλοβάτη της αμερικανονατοϊκής προσπάθειας ενάντια στην Ρωσία και στην Κίνα.

Τέταρτο: η Γερμανία και κατά συνέπεια η ΕΕ αναπτύσσουν τις περαιτέρω σχέσεις τους με το τουρκικό καθεστώς χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ελληνικές θέσεις και ανησυχίες.

Με αυτά τα δεδομένα η συνάντηση των δυο ηγετών θα σημάνει ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση της συνεννόησης υπό τη σκέπη του ΝΑΤΟ, σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Σίγουρα δεν θα είναι “δίαυλος επικοινωνίας”, όπως το ονομάτισε η κυβέρνηση.

Θα πρέπει να υπενθυμίσω με την ευκαιρία ότι σε δυο τουλάχιστον, κομβικά ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων οι ΗΠΑ παίρνουν σταθερά το μέρος της Τουρκίας. Ποια είναι αυτά; Πρώτο, οι ΗΠΑ, όπως και η Τουρκία, αρνούνται το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ., όπως έχει δικαίωμα με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Δεύτερο, σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί σειράς νησιών του Αιγαίου, επίσης οι ΗΠΑ τηρούν στάση “ουδετερότητας”, δηλαδή κλείνουν το μάτι στις αξιώσεις της Άγκυρας” (βλ. επί παραδείγματι δηλώσεις Ν. Μπερνς αμέσως μετά τα Ίμια).

Τι θα συνέβαινε αν η χώρα μας, υπό τις δεδομένες συνθήκες, αρνούνταν να πραγματοποιηθεί η συνάντηση; Προφανώς θα ενοχλούνταν οι σύμμαχοι, θα ασκούσαν πιέσεις αλλά θα λάμβαναν και ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν είμαστε δεδομένοι, προβλέψιμοι, υποτελείς. Θα άνοιγαν ίσως δρόμοι, μαζί με άλλες κινήσεις, για μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική που θα την σέβονταν φίλοι και αντίπαλοι.

Στο νου μου έρχεται ο Μπ. Μπρεχτ που διασκευάζοντας το αρχαίο ιαπωνικό θέατρο Νο, έγραψε την παράσταση “Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι”. Να πως αρχίζει το καθένα από τα δύο μέρη:

Το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί.

Γιατί συχνά λέει κάποιος ναι, χωρίς στ' αλήθεια να συμφωνεί.

Πολλοί ούτε κάν ρωτιούνται. Και πολλοί

Συμφωνούν με το λαθεμένο. Το λοιπόν,

Το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί”.

Αλλά αυτό αφορά όλους εμάς, τον ελληνικό λαό.


 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 3/6/2021


Η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών είχε προκλήσεις, απαντήσεις από την ελληνική πλευρά, διατήρηση των ισορροπιών, ανοιχτά θέματα ενώ η τουρκική ηγεσία έθεσε ξανά επί τάπητος τις αντίθετες στo διεθνές δίκαιο αξιώσεις της.

Ωστόσο το κύριο διακύβευμα στην ευρύτερη περιοχή είναι άλλο. Αφορά τον οξυμένο ανταγωνισμό ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη: από τη μια πλευρά οι ΗΠΑ και από την άλλη η Κίνα και η Ρωσία. Οξύνεται όσο διαρκεί η παγκόσμια οικονομική κρίση που, όπως συνέβη πάντοτε στην ιστορία, φέρνει ανακατατάξεις ισχύος, προσπάθεια αναδιανομής σφαιρών επιρροής, πολέμους. Οι ΗΠΑ ειδικά μετά την εκλογή Μπάιντεν προσπαθούν να αποτρέψουν το μοιραίο, δηλαδή την απώλεια της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας ενώπιον της ραγδαίας ανόδου της κινεζικής οικονομικής και όχι μόνο ισχύος.

Στη λογική αυτή αξιοποιούν το πιο ισχυρό όπλο που έχουν, τη στρατιωτική περικύκλωση της Κίνας και της Ρωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τελευταία βρέθηκαν στο επίκεντρο της έντασης η Ουκρανία και η Λευκορωσία. Η τελευταία αποτελεί στενό σύμμαχο της Ρωσίας αλλά και την γεωγραφική απόληξη των σχεδίων της Κίνας για το “Νέο Δρόμο του Μεταξιού”.

Για να επιτύχουν το στόχο τους οι ΗΠΑ επιχειρούν ανάμεσα σε άλλα την επαναρυμούλκηση της τόσο χρήσιμης σε αυτές Τουρκίας μέσα από ένα πολύπλοκο σύνολο διευθετήσεων, πιέσεων, παροχών, υποσχέσεων. Μαζί με αυτά οι ΗΠΑ επιθυμούν την καλύτερη αξιοποίηση της ελληνικής επικράτειας για την οικοδόμηση της περικύκλωσης της Ρωσίας, την αύξηση της πίεσης προς αυτήν. Για λόγο αυτό η τελευταία ελληνοαμερικανική συμφωνία παρέχει στις δυνάμεις των ΗΠΑ ελευθερία κίνησης ανά την επικράτεια, σε αντίθεση βέβαια με το άρθρο 27 παρ. 2 του Συντάγματός μας. Για τον ίδιο λόγο χρειάζονται νηνεμία στο Αιγαίο.

Η επίσκεψη Τσαβούσογλου είναι κομμάτι στο παζλ των σχέσεων Τουρκίας – ΝΑΤΟ. Έτσι, όσο πιο χρήσιμη αναδεικνύεται η Θράκη για τα γεωπολιτικά και στρατιωτικά σχέδια των ΗΠΑ ενάντια στη Ρωσία, τόσο θα αναβαθμίζεται η πίεση της Τουρκίας με αιχμή την “τουρκική μειονότητα”. Άλλωστε πριν επτά μόλις μήνες στελέχη της πρεσβείας των ΗΠΑ συναντήθηκαν με μειονοτικούς παράγοντες στη Θράκη σε μια άμεση παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας με σαφή υπονοούμενα. Οι ΗΠΑ μας σπρώχνουν σε συμβιβασμό με την Τουρκία, εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου, πχ. με αποδοχή χωρικών υδάτων κάτω των 12 ν.μ. Προέχει η αντιμετώπιση του κοινού εχθρού (Ρωσία και Κίνα), όπως κάποτε προείχε η αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου. Η επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν στο περιθώριο του ΝΑΤΟ σηματοδοτεί αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.

Η ελληνική πλευρά βρίσκεται για μια ακόμη φορά εγκλωβισμένη στην ευρωατλαντική της επιλογή καθώς όλα τα ευρωατλαντικά σφυριά πρέπει να χτυπάνε τώρα στην κατεύθυνση της Ανατολής. Και ας επισημαίνει ακόμη και ο Χένρι Κίσινγκερ τους τεράστιους κινδύνους για την ανθρωπότητα από την ψυχροπολεμική αντιπαράθεση της Δύσης με την Κίνα και τη Ρωσία.


 

εφημ. Documento 16/5/2021


Οι δυσκολίες των σωμάτων ασφαλείας στην αντιμετώπιση του εγκλήματος και ιδίως του οργανωμένου εγκλήματος αναδύθηκαν για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα. Κορυφαίες περιπτώσεις η δολοφονία του δημοσιογράφου Γ. Καραϊβάζ και η μη σύλληψη μέχρι τώρα του ηγετικού στελέχους της Χρυσής Αυγής Χ. Παππά. Το φαινόμενο δεν είναι κανούργιο. Καταδεικνύει τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν αλλά και τις χρόνιες παθογένειες.

Είναι λοιπόν αναγκαίο να υπάρξει αναπροσανατολισμός και ριζική δημοκρατική αναδόμηση στη λειτουργία και στις δραστηριοτήτες των σωμάτων ασφαλείας. Χρειάζεται να επικεντρωθεί η αστυνομία με επαγγελματικό τρόπο στη δίωξη του εγκλήματος. Για να γίνει πιο αποτελεσματική στον τομέα αυτό, θα πρέπει να εγκαταλείψει έναν άλλο τομέα, στον οποίο αποδεικνύεται εξόχως αποτελεσματική: στη δίωξη του “εχθρού – λαού”.

Υπάρχει επομένως ανάγκη λήψης μέτρων όπως:

  • Η διάθεση του προσωπικού στη δίωξη του εγκλήματος και όχι στην αστυνόμευση των διαδηλώσεων, των απεργών και εν γένει των πολιτών που ασκούν τα συνταγματικά τους διαιώματα.

  • Η άμεση δίωξη όλων των παρανομούντων αστυνομικών και η απομάκρυνσή τους από το σώμα.

  • Η διάλυση των φασιστικών, παρακρατικών θυλάκων και μηχανισμών στα σώματα ασφαλείας, η κατάργηση διεφθαρμένων υπηρεσιών και τομέων.

  • Η στήριξη των αστυνομικών που επιδεικνύουν με τις πράξεις τους δημοκρατικό φρόνημα, σεβασμό στο Σύνταγμα και υψηλό επαγγελματισμό.

  • Ο τερματισμός των πρακτικών ασφυκτικής, αντισυνταγματικής αστυνόμευσης και διάλυσης των λαϊκών συναθροίσεων.

  • Η κατάργηση των νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες ιδίως των προδήλως αντισυνταγματικών ν. 4703/2020 περί συναθροίσεων και ν. 4777/2021 περί πανεπιστημιακής αστυνομίας.

  • Η κατάργηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και των σχετικών συνθηκών που αποτελούν πηγές αυθαιρεσίας ενώ καθόλου δεν εξυπηρετούν τη δίωξη του εγκλήματος.

  • Η κατάργηση ιδίως του αντισυνταγματικού π.δ. 141/1991, το οποίο είναι βασική πηγή της αστυνομικής αυθαιρεσίας και η τροποποίηση όλης της συναφούς αστυνομικής νομοθεσίας (όπως του άρθρου 29 του π.δ. 178/2014). Χρειάζεται νέο νομικό πλαίσιο, το οποίο θα διέπει την οργάνωση, τη λειτουργία και τον προσανατολισμό των σωμάτων ασφαλείας και η δημοκρατική αναμόρφωση του σχετικού ποινικού και πειθαρχικού δικαίου.

  • Η γενικότερη αναμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου και της εκπαίδευσης των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας ώστε να παρέχεται υψηλό επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο μόρφωσης παράλληλα με την εμπέδωση πνεύματος δημοκρατίας, προσήλωσης στο λαό και στο Σύνταγμα.



 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 20/5/2021


Υπάρχουν μερικές αλήθειες που είναι πολύ απλές. Βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας. Είναι τόσο απλές και απτές που είναι σαν το “φως που καίει”, όπως έλεγε ο Βάρναλης. Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να τις αποκαλύψουμε. Το Ισραήλ, οι κυβερνήσεις του, κρατούν υπό κατοχή τον Παλαιστινιακό λαό εδώ και δεκαετίες. Ασκούν μόνιμη βία σε βάρος του πληθυσμού. Η βία είναι στρατιωτική, οικονομική, πολιτιστική. Οι κυβερνήσεις του Ισραήλ παραβιάζουν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Καταπατούν βάναυσα και ατιμώρητα τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

Δεν θα μπορούσαν να τα κάνουν όλα αυτά αν δεν είχαν την στήριξη, άμεση ή έμμεση, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό φάνηκε και στην τρέχουσα κρίση. Εκατοντάδες είναι οι Παλαιστίνιοι νεκροί, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά, ενώ οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ εμπόδισαν ακόμη και την έκδοση ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία προωθούσαν η Κίνα και μερικές ακόμη χώρες.

Από την άλλη η Τουρκία έχει υπό την κατοχή της εδώ και δεκαετίες το 40% της Κύπρου. Εκμεταλλεύεται και καταπιέζει τους τουρκοκύπριους. Απειλεί, παραβιάζει επανειλημμένα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Περιφρονεί το διεθνές δίκαιο με τρόπο προκλητικό. Και όλα αυτά με την ανοχή ουσιαστικά των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Παρόλα αυτά, σε μια επίδειξη κυνισμού και υποκρισίας, η κυβέρνηση Ερντογάν έσπευσε να εκδηλώσει τη συμπαράστασή της στον δοκιμαζόμενο Παλαιστινιακό λαό. Δεν νοιάζεται για την ισραηλινή κατοχή, ούτε για τα βάσανα των Παλαιστινίων. Ψαρεύει στα θολά νερά. Ασκεί ουσιαστικά πίεση στο Ισραήλ, κάνει το δικό της παρασκηνιακό παζάρι.

Και η Ελλάδα; Το 2015, η Ελληνική Βουλή έλαβε μια ομόφωνη απόφαση με την οποία αναγνώριζε το Παλαιστινιακό κράτος με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Δεν νομίζω να έχουν υπάρξει άλλες ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής, αν κάποια άλλη φορά όλες οι πολιτικές δυνάμεις συνέκλιναν σε κοινό ψήφισμα. Αυτό συνέβη γιατί η καταπίεση των Παλαιστινίων είναι τόσο εξόφθαλμη, τόσο κραυγαλέα. Εγώ ο ίδιος έχω δει με τα μάτια μου στην Ιερουσαλήμ Ισραηλινούς στρατιώτες να σηκώνουν το όπλο και να στοχεύουν μικρά παιδιά.

Και όμως αυτή η απόφαση της Βουλής, που εκφράζει τα ομόθυμα αισθήματα του ελληνικού λαού παραμένει στα χαρτιά, ανεφάρμοστη. Αλλά όταν πετιέται στα σκουπίδια η ομόφωνη απόφαση της Βουλής, η απόφαση του ελληνικού λαού, τίθεται ένα μείζον ζήτημα δημοκρατίας που μας αφορά όλους.

Και οι ελληνικές κυβερνήσεις; Συνεχίζουν να βαυκαλίζονται ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα βοηθήσουν την Ελλάδα ενάντια στην Τουρκία. Αναβαθμίζουν χρόνο με το χρόνο τη στρατιωτική και οικονομική συνεργασία μαζί τους. Εμπλέκουν τη χώρα μας στα φιλοπόλεμα, επικίνδυνα σχέδιά τους.

“Εμείς, οι λαοί των ενωμένων εθνών” είναι η φράση που ξεκινά ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ. “Εμείς, ο ελληνικός λαός”, σας λέμε ότι είστε με τη λάθος πλευρά. Επικαλούμαστε την ομόφωνη απόφαση των αντιπροσώπων μας. Εφαρμόστε τη τώρα. Διακόψτε κάθε στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ.

 


https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/i-laiki-nomothetiki-prwtovoulia-kai-o-fovos-enwpion-ths-dhmokratias/


Στην τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος το 2019 θεσμοθετήθηκε, και μάλιστα με ευρύτερη συναίνεση, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία στο άρθρο 73 παρ. 6. Η εισαγωγή ενός θεσμού άμεσης δημοκρατίας είναι βέβαια ένα θετικό βήμα. Παρέχει στους πολίτες, με κάποιες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να συμμετέχουν πιο άμεσα στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η άμεση δημοκρατία (λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία, λαϊκές συνελεύσεις, δυνατότητα ανάκλησης ανά πάσα στιγμή των αντιπροσώπων) μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην υπέρβαση της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ειδικά στον έλεγχο των αντιπροσώπων και των κυβερνώντων από το εκλογικό σώμα. Ο Ρουσώ είχε επισημάνει πολύ έγκαιρα αυτήν ακριβώς την αδυναμία τονίζοντας την ανάγκη δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων από τους εκλογείς τους1.

Αν όμως εστιάσει κανείς στα ειδικότερα ζητήματα του άρθρου 73 παρ. 6 του Συντάγματος θα αντιληφθεί ότι ανακύπτουν μια σειρά προβλήματα.

Πρώτο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν έχει εισάγει μέχρι σήμερα (ενάμιση χρόνο από την ψήφιση του Συντάγματος) τον προβλεπόμενο από τη συνταγματική διάταξη νόμο, που θα ρυθμίσει τα ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής της2.

Δεύτερο, οι προτάσεις νόμων που προέρχονται από τη λαϊκή πρωτοβουλία δεν μπορούν να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Δηλαδή, τρεις ζωτικοί τομείς εξαιρούνται, ως να μη θεωρείται ο λαός ικανός να προτείνει λύσεις για τα ζητήματα αυτά.

Τρίτο, προτάσεις νόμων με λαϊκή πρωτοβουλία μπορούν να κατατεθούν μόνο μέχρι δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο, δηλαδή ανά τετραετία.

Τέταρτο, οι προτάσεις νόμων δεν υποβάλλονται στο εκλογικό σώμα για έγκριση ή απόρριψη αλλά εισάγονται στη Βουλή προς συζήτηση. Εκεί μπορούν να εγκριθούν, απορριφθούν ή τροποποιηθούν.

Πέμπτο, προϋπόθεση για την κατάθεση πρότασης νόμου είναι η συλλογή τουλάχιστον 500 χιλιάδων υπογραφών. Ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός και καθιστά ουσιαστικά ανέφικτη μια τέτοια προσπάθεια.

Αρκεί μόνο να συγκριθεί η προϋπόθεση αυτή με την αντίστοιχη του Ιταλικού Συντάγματος. Εκεί, στο άρθρο 71 παρ. 2 προβλέπεται η προσυπογραφή από 50 χιλιάδες τη στιγμή μάλιστα που η γειτονική χώρα διαθέτει πληθυσμό και εκλογικό σώμα υπερπενταπλάσιο της Ελλάδας. Στη μακρινή Κούβα, με διαφορετικό βέβαια τύπο Συντάγματος από τον δικό μας, αλλά με ίδιο περίπου πληθυσμό, για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται, με βάση το Σύνταγμα του 2019, 10 χιλιάδες υπογραφές ενώ αντίστοιχη πρωτοβουλία μπορούν να αναλάβουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλοι μαζικοί φορείς. Στο ίδιο αυτό Σύνταγμα προβλέπεται η με λαϊκή πρωτοβουλία εκκίνηση διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος με υπογραφές 50 χιλιάδων πολιτών.



Πάγια δυσπιστία για την άμεση δημοκρατία

Διαπιστώνεται επομένως ότι το Σύνταγμά μας διακρίνεται στην πραγματικότητα από μια δυσπιστία έναντι του θεσμού της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας αλλά και γενινκότερα έναντι των θεσμών άμεσης δημοκρατίας οι οποίοι είτε απουσιάζουν είτε περιλαμβάνονται με εξαιρετικά φειδωλό και περιοριστικό τρόπο.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του δημοψηφίσματος του άρθρου 44 παρ. 2. Δεν προβλέπει τη δυνατότητα δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία παρά μόνο με πρωτοβουλία ουσιαστικά της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η αίσθηση της δυσπιστίας διευρύνεται από το γεγονός ότι από το 1975 και μετά μόνο μια φορά, το 2015, προσέφυγε η χώρα σε δημοψήφισμα. Είναι γνωστή μάλιστα η κατάληξή του καθώς η τότε κυβέρνηση αγνόησε παντελώς το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας. Αλλά και λίγο νωρίτερα, το 2009, όταν η τότε κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου θέλησε να προκηρύξει δημοψήφισμα, εμποδίστηκε σε αυτό υπό την πίεση ξένων ισχυρών κρατών.

Μια ακόμη ισχυρή ένδειξη για αυτή τη δυσπιστία είναι το γεγονός ότι ούτε για την παραχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων ή εθνικής κυριαρχίας που προβλέπει το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, προβλέπεται η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Τα θέματα αυτά είναι τόσο σημαντικά που δικαιολογείται κάτι τέτοιο, όπως εξάλλου συμβαίνει με αρκετά ευρωπαϊκά Συντάγματα.

Ιστορικά, τα Ελληνικά Συντάγματα χαρακτηρίζονται μάλλον από ένδεια θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Η ελληνική συνταγματική ιστορία διακρίνεται για την πάγια δυσπιστία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων προς τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Κι ωστόσο, η προσπάθεια για τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους ξεκίνησε με το δημοκρατικό όραμα του Ρήγα Φεραίου και αποτυπώθηκε στο σχέδιο Συντάγματός του, το οποίο έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας3. Γνωρίζουμε ότι τα δημοκρατικά Συντάγματα της επανάστασης γρήγορα παραμερίστηκαν. Η χώρα μας ανεξαρτητοποιήθηκε ως βασίλειο, με μονάρχη που είχε επιβληθεί από τις ξένες δυνάμεις, χωρίς Σύνταγμα. Χρειάστηκαν δυο εξεγέρσεις (1843 και 1862) για να φτάσουμε στο Σύνταγμα του 1864.

Το πρώτο δημοκρατικό Σύνταγμα, εκείνο του 1927, ήρθε 100 χρόνια μετά την ανεξαρτησία. Υπήρξε καρπός της λαϊκής οργής η οποία παραμέρισε τις κυνικές πιέσεις και απειλές της Αγγλίας και Γαλλίας για να μην καταργηθεί η βασιλεία. Εξάλλου, οκτώ μόλις χρόνια μετά καταργήθηκε με πραξικόπημα. Το επόμενο Σύνταγμα, εκείνο του 1952, υπήρξε το συντηρητικότερο σε όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη4. Σε όλες τις περιπτώσεις, όχι μόνο απουσίαζαν θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, αλλά υπήρχαν σοβαρές δομικές αδυναμίες στο πεδίο της δημοκρατίας και των ελευθεριών.



Από τη δυσπιστία στο φόβο


Η πάγια αυτή δυσπιστία έναντι της άμεσης δημοκρατίας ενισχύεται στις μέρες μας από τέσσερα τουλάχιστον στοιχεία, που προσδίδουν μια άλλη διάσταση στο όλο πρόβλημα:

Πρώτο, είναι ο de facto περιορισμός συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένων δημοκρατικών ελευθεριών. Εδώ ιδίως πρέπει να σημειωθεί η παράνομη αστυνομική βία, που στην Ελλάδα υπήρξε χρόνιο πρόβλημα, το οποίο ωστόσο έχει εξαιρετικά ενταθεί τελευταία. Συχνά είναι επίσης τα φαινόμενα παραβίασης συνταγματικών διατάξεων από τους κυβερνώντες, με κορυφαίο παράδειγμα την ψήφιση των Μνημονίων.

Δεύτερο, είναι ο de jure περιορισμός των ελευθεριών με παρεμβάσεις για τον περιορισμό των συναθροίσεων, την αύξηση των εξουσιών της αστυνομίας, τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης. Το δικαίωμα στη συνάθροιση, αυτή η θεμελιώδης, ιστορική και ιδιαίτερης σημασίας ελευθερία βρίσκεται στο στόχαστρο. Ειδικά μηνονεύονται εδώ ο νέος δρακόντειος νόμος για τις διαδηλώσεις (ν. 4703/2020), που προφανώς εισάγει περιορισμούς πέρα από εκείνους του άρθρου 11 παρ. 2 του Συντάγματος, ο νόμος για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και, πρόσφατα, ο νόμος για την εγκαθίδρυση αστυνομίας εντός των πανεπιστημίων και το δρακόντειο πειθαρχικό δίκαιο για τους φοιτητές (ν. 4777/2021).

Τρίτο, είναι η ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στην εκτελεστική ή και σε εξωθεσμικά κέντρα. Η τάση αυτή προϋπήρχε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες αλλά τα τελευταία χρόνια ενισχύεται ακόμη περισσότερο.

Τέταρτο, είναι η ένταση των παρεμβάσεων των ισχυρών χωρών στις πιο αδύναμες με σκοπό τον καθορισμό των εξελίξεων. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να είναι κλασικού τύπου στρατιωτικές παρεμβάσεις (πχ. Ιράκ, Κόσοβο), υπόθαλψη στρατιωτικών ή άλλης μορφής πραξικοπημάτων μέχρι οικονομικός πόλεμος, που παρατηρούνται σε άλλες χώρες (πχ. Βολιβία, Βενεζουέλα), ή υπαγόρευση πολιτικών αποφάσεων από διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς, όπως γνωρίζουμε από την ελληνική εμπειρία5.

Αν συνυπολογιστούν όλα αυτά, θα πρέπει μάλλον να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλώς μια δυσπιστία έναντι της δημοκρατίας. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: για φόβο των κρατούντων ενώπιον της δημοκρατίας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στη χώρα μας αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη και στον κόσμο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι παρατηρείται μια ροπή προς οικοδόμηση ενός μοντέλου “σιδερόφραχτης δημοκρατίας”6.

Ο φόβος αυτός εξηγείται από το γενονός ότι η τάση για συγκέντρωση του πλούτου και η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι έκδηλη και ισχυροποιείται, ιδίως μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης7. Αν πριν την κρίση το 1% του πλουσιότερου πληθυσμού του πλανήτη έλεγχε το 40% του παγκόσμιου πλούτου πριν 10 χρόνια, σήμερα ελέγχει περισσότερο από το 50%. Οι κυρίαρχες τάξεις επιχειρούν να απαλλαγούν από όλο το φορτίο των κοινωνικών κατακτήσεων των λαών τόσο στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων όσο και στο επίπεδο της δημοκρατίας. Επιχειρούν να κάμψουν κάθε αμφισβήτηση των μέτρων ριζικής αναδιανομής του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων. Κατά συνέπεια, ο φόβος έναντι της δημοκρατίας είναι στην ουσία φόβος έναντι των δυνατοτήτων που παρέχει η δημοκρατία (και ιδίως η άμεση δημοκρατία) για αμφισβήτηση των κυρίαρχων οικονομικών επιλογών.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, όμως, η ανθρωπότητα δεν πρέπει να διολισθήσει σε μια τέτοια ιστορική οπισθοδρόμηση. Αντίθετα προς την κυρίαρχη τάση, η σύγχρονη τεχνολογία και οι σημερινές παραγωγικές δυνάμεις προσφέρουν δυνατότητες για ριζική βελτίωση της ποιότητας ζωής. Χρειάζεται επομένως πρωτίστως μια “συλλογικώς οργανωμένη, υπεράσπιση των δικαιωμάτων” και “προστασία των δικαιωμάτων των πιο αδύνατων μελών του κοινωνικού συνόλου, κυρίως δε των οικονομικά ασθενέστερων8.

Ακόμη περισσότερο, η χώρα μας, όπως και η ανθρωπότητα ολόκληρη, έχει ανάγκη από περισσότερη και ουσιαστικότερη δημοκρατία. Έχει ανάγκη την ενδυνάμωση και ουσιαστικοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας μέσω των θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού του λαού, που είναι τόσο απαραίτητη όχι μόνο για την επιλογή του μοντέλου κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης αλλά και για την υπεράσπιση του ίδιου του μέλλοντος της ανθρωπότητας, η οποία απειλείται θανάσιμα από την κλιματική κρίση.

1Βλ. Ζ.Ζ. Ρουσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, “Βιβλίο Τρίτο”, κεφ. XV.

2Βλ. Γ. Αυδίκος, “Λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και εκτελεστικός νόμος”, https://www.constitutionalism.gr/%ce%bb%ce%b1%cf%8a%ce%ba%ce%ae-%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%ba%cf%84/

3Μικρή εξαίρεση στο γενικό κλίμα αποτέλεσαν οι αμεσοδημοκρατικοί πειραματισμοί της περιόδου της εθνικής αντίστασης βλ. Δ. Καλτσώνης, Συνταγματική ιστορία της Ελλάδας (1821-2001), Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2017, σελ. 168 επ.

4Βλ. Σ. Βλαχόπουλος – Ε. Χατζηβασιλείου, Διλήμματα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2018, σελ. 216-217.

5Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 161 επ.

6Βλ. D. Kaltsonis, «The End of Democracy?», Legal Form, April 2021, https://legalform.blog/2021/04/05/the-end-of-democracy-dimitris-kaltsonis/

7Βλ. Σ. Σεφεριάδης, Λαϊκισμός, δημοκρατία και αριστερά, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2021, σελ. 69 επ.

8Βλ. Π. Παυλόπουλος, Το “μετέωρο βήμα” της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, 2021, σελ. 264.



 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 7/5/2021


Ο βασικός παράγοντας του Κυπριακού, ως πρόβλημα, ήταν και παραμένει η τουρκική κατοχή του 40% της Κύπρου. Η στρατιωτική κατοχή, που συνδυάζεται με την καταπίεση των τουρκοκυπρίων, έχει εκ των πραγμάτων την ανοχή των ΗΠΑ. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η Τουρκία αποτελεί σημαντικό μέλος του ΝΑΤΟ και στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ. Αυτό δεν αλλάζει όσο και αν οι διενέξεις για τους S-400, το αρμενικό ή οτιδήποτε άλλο, ταράζουν κατά καιρούς τις σχέσεις των δύο χωρών. Εξάλλου οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν ευθύνη για την εισβολή της Τουρκίας το 1974. Αν το ξεχάσουμε αυτό, ξεχνάμε τη βασικότερη παράμετρο του προβλήματος.

Το αντιδραστικό καθεστώς της Αγκυρας πιέζει στην κατεύθυνση της οριστικής διχοτόμησης, στη λογική των δύο κρατών. Θα είναι όμως εξίσου ευχαριστημένο με ένα καθεστώς τύπου συνομοσπονδίας, παρόμοιο με εκείνο που θα εγκαθίδρυε το σχέδιο Ανάν. Μια τέτοια συνομοσπονδία θα κρυβόταν έντεχνα και ψευδεπίγραφα κάτω από το όνομα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Στην πραγματικότητα όμως θα περιελάμβανε όρους που θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αναπαράγουν τα αδιέξοδα, να τροφοδοτήσουν τον εθνικισμό και στις δύο κοινότητες και τελικά να οδηγήσουν στην εντονότερη τουρκική κηδεμονία.

Στην προσπάθειά της αυτή η Τουρκία έχει συμμάχους, άμεσα ή έμμεσα, τις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις. Δικής τους έμπνευσης ήταν το σχέδιο Ανάν. Πολύ πριν από αυτό προσπάθησαν να μεταλλάξουν την διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία σε συνομοσπονδία μέσω της αμφιλεγόμενης έννοιας της πολιτικής ισότητας. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την περιβόητη “δέσμη ιδεών” Γκάλι.

Η πολιτική ισότητα χρησιμομοποιείται συχνά για να επιβληθούν θεσμοί που δεν προάγουν την πραγματική ισοτιμία και τον αμοιβαίο σεβασμό των δύο κοινοτήτων, την αναγκαία προστασία των μειονοτήτων. Θεσμοί όπως η εκ περιτροπής προεδρία, η συμμετοχή στο υπουργικό συμβούλιο συγκεκριμένων ποσοστώσεων ανάλογα με την εθνοτική καταγωγή δεν προάγουν τα συμφέροντα της όποιας εθνοτικής μειονότητας. Αντίθετα, αναπαράγουν τους εθνοτικούς διαχωρισμούς, διασπούν την έννοια του πολίτη, πλήττουν δηλαδή τη δημοκρατική αρχή, υπονομεύουν την ενότητα του λαού (τουρκοκυπρίων και ελληνοκυπρίων). Σπέρνουν ξανά και ξανά το σπόρο του διχασμού, δίνουν τροφή για παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων. Κοντά σε αυτά προστίθεται και μια ψευδεπίγραφη “αποκέντρωση”.

Τέτοιοι διαχωρισμοί, που παρουσιάζονται ως δήθεν προστατευτικοί των μειονοτήτων, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που δηλώνουν. Αποτελούν μοντέλα δοκιμασμένα από τη βρετανική και γαλλική αποικιοκρατία στο Λίβανο, στη Συρία, στην Κύπρο το 1960 και αλλού. Αξιοποιήθηκαν πιο πρόσφατα στα αντίστοιχα διχαστικά Συντάγματα του Κοσόβου και της Βοσνίας.

Πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στο μέλλον, με αλλαγή των συσχετισμών, προώθηση της ενότητας και της αλληλεγγύης των λαϊκών κινημάτων Κυπρίων, Ελλήνων και Τούρκων, ώστε να δημιουργηθούν οι όροι για ένα γνήσια ομοσπονδιακό δημοκρατικό μοντέλο (βλ. αναλυτικά Κ.Ήσυχος – Δ. Καλτσώνης, Πόλεμος ή ειρήνη, εκδ. Τόπος, 2020, σελ. 71 επ.).


 

εφημ. Τα Νέα, 23/4/2021

Επιχαίρουν πολλοί για τις δηλώσεις Δένδια κατά την επίσκεψή του στη γειτονική Τουρκία. Υποστηρίζουν πως είπε τα πράγματα με το όνομά τους. Πράγματι, πολλά από όσα ειπώθηκαν αποτελούν πάγιες θέσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο δεν ήταν άγνωστα στην τουρκική ηγεσία ούτε στη διεθνή κοινή γνώμη. Αν θέλουμε επομένως να κάνουμε μια αληθινή αποτίμηση της επίσκεψης, θα πρέπει να αποστασιοποιηθούμε από το συναισθηματικό στοιχείο και να κάνουμε μια ψύχραιμη αποτίμηση. Ας σταθούμε στα παρακάτω πέντε σημεία.

Πρώτο: Εκτιμά ο υπουργός Εξωτερικών κ. Δένδιας ότι βλέπει μια παγίωση θέσεων από την πλευρά της Τουρκίας. Αναρωτιέμαι, υπήρχε καμιά αυταπάτη ότι η Τουρκία δεν έχει πάγιες θέσεις, ανεξαρτήτως κυβέρνησης, ως προς τις παράνομες επιδιώξεις της σε βάρος της Ελλάδας; Τι συνεισέφερε η ενώπιον του έλληνα υπουργού Εξωτερικών διατύπωση όλων μαζεμένων των παράνομων αξιώσεων της Τουρκίας; Αξιολογείται θετικά ή αρνητικά η εξέλιξη αυτή;

Δεύτερο: Θεωρεί επίσης η κυβέρνηση (μέσω των δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών) ότι, αν η Τουρκία αποδεχθεί τη διεθνή σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, τότε θα είναι εφικτή η αναζήτηση λύσεων σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ και ότι η προσφυγή στη Χάγη θα μπορούσε να δώσει λύσεις. Αλλά ούτε αυτή η διαπίστωση είναι κάτι καινούργιο. Εκεί ακριβώς είναι το προβλημα. Η άρνηση του διεθνούς δικαίου από το τουρκικό αντιδραστικό καθεστώς.

Τρίτο: Η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδυθεί σε έναν αγώνα δρόμου, σε μια αλληλουχία συναντήσεων με τους ιθύνοντες της Αιγύπτου και της Λιβύης. Υπάρχει μήπως η αυταπάτη ότι η Τουρκία θα υπαναχωρήσει από τις πάγιες θέσεις της μέσω των διπλωματικών ελιγμών της Ελλάδας; Είναι δυνατό να πιστεύει κάποιος ότι η Αίγυπτος ή η Λιβύη θα πείσουν ή θα πιέσουν την Τουρκία να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο; Εδώ δεν την πίεσαν οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Τέταρτο: Για μια ακόμη φορά διαφάνηκε -αδιόρατα βέβαια- ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική υποβαθμίζει το δικαίωμα της Ελλάδας σε χωρικά ύδατα 12 ν.μ. και αναβαθμίζει στην ατζέντα της την ΑΟΖ, ενώ στην πραγματικότητα το πρώτο και θεμελιώδες είναι τα χωρικά ύδατα.

Πέμπτο: Επιπλέον, το επιχείρημα που χρησιμοποίησε ενάντια στο τουρκικό casus belli o έλληνας υπουργός δεν ήταν εύστοχο. Αναφέρθηκε στο ότι δεν συνάδει με τις αρχές του ΟΗΕ (ορθά) αλλά και με εκείνες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όταν οι δυο αυτοί οργανισμοί δεν δίστασαν να καταπατήσουν το διεθνές δίκαιο και να βομβαρδίσουν το 1999 το Βελιγράδι (πρώτη φορά μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο), να διαλύσουν τη Λιβύη, τη Συρία ή να επέμβουν σε μια σειρά άλλες χώρες.

Υποστήριξε εντέλει ο αρμόδιος υπουργός και η κυβέρνηση ότι στόχος της επίσκεψης ήταν η βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία. Ο στόχος επιτεύχθηκε; Ποιος ο είναι ο απολογισμός της επίσκεψης; Προχωράμε ανέφελα στα επόμενα βήματα (ΜΟΕ κλπ), όταν μάλιστα οι προκλήσεις συνεχίζονται ως συνήθως;

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION