Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

2019



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 21/10/2019
Το βέτο της Γαλλίας για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ καταδεικνύει ότι οι μεγάλες δυνάμεις άγονται και φέρονται ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Η διαμάχη Γαλλίας και Γερμανίας, για εμβάθυνση ή διεύρυνση της ΕΕ αντίστοιχα, θα συνεχιστεί με τη Γαλλία να έχει το δεύτερο ρόλο. Oι δυο δυνάμεις αδιαφορούν για διεθνείς και διακρατικές συμφωνίες, αποφάσεις των Κοινοβουλίων, δημοψηφίσματα. Οτιδήποτε χτες ήταν έγκυρο, σήμερα μπορεί να πεταχτεί στα σκουπίδια, ακόμη και ολόκληρες χώρες, ακόμη και η εύθραυστη ειρήνη στην περιοχή. Σημασία έχει να προάγει η κάθε Δύναμη τα συμφέροντά της και τις ζώνες επιρροής της.
Η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και το δράμα των εμφύλιων συγκρούσεων στην περιοχή ξεκίνησε από την εμμονή της Γερμανίας -θέση την οποία επέβαλε στην ΕΕ- να αναγνωριστεί η ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας. Από εκεί άρχισε να διαλύεται μια ολόκληρη χώρα, να υποθάλπονται μέχρι παροξυσμού οι υπάρχοντες εθνικισμοί και όλα κορυφώθηκαν με τον πόλεμο που εξαπέλυσε το ΝΑΤΟ εναντίον της Σερβίας. Το αποτέλεσμα ήταν ο κατακερματισμός, οι διχόνοιες, οι ανοιχτές πληγές και η εγκαθίδρυση δύο τουλάχιστον προτεκτοράτων στην περιοχή (Κόσοβο και Βοσνία), που δεν διαθέτουν καλά καλά ούτε αυτοτελή, θεσμική, συνταγματική ανεξαρτησία.
H ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ δεν αποτελεί εγγύηση για τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή. Αυτό φάνηκε και από ότι στην ίδια αυτή σύνοδο οι ευρωπαίοι εταίροι κράτησαν μια εξαιρετικά χλιαρή στάση έναντι της τουρκικής εισβολής στη Συρία και των τουρκικών προκλήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Η αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και οι εγγυήσεις για την ειρήνη, για μια ακόμη φορά, ήταν υποτυπώδεις, για να μην πούμε ανύπαρκτες.
Παρά το γαλλικό βέτο, η ουσία της Συμφωνίας των Πρεσπών φαίνεται πως θα διατηρηθεί. Και η ουσία βρίσκεται στο άρθρο 2 παρ. 4 που ορίζει πως “α. Το Δεύτερο Μέρος θα επιδιώξει ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ...”. Οι ΗΠΑ, η Γερμανία αλλά και η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσουν να στηρίζουν αυτή την προοπτική, ανεξάρτητα από, ή ίσως και με την έμμεση βοήθεια των εθνικιστικών φωνών και εξάρσεων και από τις δυο πλευρές των συνόρων. Υπό αυτή την έννοια η καρδιά της Συμφωνίας δεν θα αμφισβητηθεί.
Αλλά η ειρήνη στην περιοχή και η αναπτυξιακή πορεία των χωρών της περιοχής μπορούν να διασφαλιστούν μόνο αν τα κράτη πάψουν να είναι δορυφόροι των μεγάλων δυνάμεων, πελάτες των βιομηχανιών της Δύσης ανίκανοι να διαμορφώσουν τη δική τους βιομηχανική υποδομή, επαίτες που ξεπουλούν τον ορυκτό πλούτο και τη δημόσια περιουσία των βαλκανικών πατρίδων μας αντί πινακίου φακής. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα διαφυλαχθούν ουσιαστικά τα κεκτημένα που αφορούν στην επίλυση του ονόματος, στη διακήρυξη του αμετάθετου των συνόρων, στην αποκήρυξη κάθε μορφής αλυτρωτισμού, στην αναγνώριση της ιδιαίτερης πολιτιστικής και γλωσσικής ιστορίας και πραγματικότητας του κάθε λαού που κατοχυρώνονται στα 1, 3, 4, 6 και 7 της Συμφωνίας. Τα σημεία αυτά θα εξακολουθήσουν να υπονομεύονται τόσο από την ενταξιακή προοπτική όσο και από τους εθνικιστικούς παροξυσμούς.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 14/10/2019
Μια μεγάλη τραγωδία μπορεί να γίνει πηγή αναστοχασμού και αναπροσανατολισμού στη ζωή μας. Τούτο ισχύει για την καθημερινή ζωή, ισχύει εξίσου και για την κοινωνική ζωή. Το δράμα των Κούρδων στη Συρία μπορεί να ανατροφοδοτήσει τη σκέψη και τη στάση μας.
Είναι παραπάνω από προφανές ότι το τουρκικό αντιδραστικό καθεστώς έλαβε το πράσινο φως από τις ΗΠΑ για την εισβολή στη Συρία, ενώ παράλληλα συνεχίζει ανενόχλητο τις παράνομες κατά το διεθνές δίκαιο προκλήσεις του στην ΑΟΖ της Κύπρου και στο Αιγαίο. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ακολουθούν ως συνήθως την πολιτική των "ίσων" αποστάσεων. Είναι απολύτως εύγλωττη -και ας μου επιτραπεί να την χαρακτηρίσω εξοργιστική- η δήλωση του ΓΓ του ΝΑΤΟ ότι δεν παρεμβαίνει σε νομικά(!) θέματα όπως οι παραβιάσεις στο Αιγαίο ή οι παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ. Υπογράμμισε επίσης στην ίδια συνέντευξη ο κ. Στόλτενμπεργκ τη θέση του ΝΑΤΟ αλλά και των ΗΠΑ ότι δεν τίθεται σε καμιά περίπτωση θέμα Τουρκίας και ΝΑΤΟ.
Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κ. Μογκερίνι περιορίστηκε να εκφράσει την "ανησυχία" της για τις εξελίξεις στη βόρεια Συρία. Δεν έχουμε να περιμένουμε μια σοβαρή αντίδραση από την ΕΕ. Για να γίνει αντιληπτή η κατάσταση, ας σκεφτούμε ότι η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, σε ένα ανεξάρτητο κράτος, κατά παραβίαση όλων των αρχών του ΟΗΕ, είναι κάτι αντίστοιχο με την εισβολή του Ιράκ επί Σαντάμ Χουσείν στο Κουβέιτ.
Από την άλλη πλευρά η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι προσφέροντας περισσότερες βάσεις και άλλες παραχωρήσεις στις ΗΠΑ θα κερδίσει την έυνοιά τους. Στη λογική αυτή υπέγραψε την πρόσφατη συμφωνία με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μ. Πομπέο. Πρόκειται για επικίνδυνη αυταπάτη. Έχει αποδειχθεί ιστορικά, και όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, ότι όσο πιο πολλά δίνει κανείς, τόσο πιο πολλά θα χάσει. Όσο πιο βολικοί γινόμαστε, τόσο πιο ευάλωτοι θα είμαστε ενώπιον των πιέσεων της Τουρκίας και της υπολογισμένης αδιαφορίας των ΗΠΑ.
Υπάρχει άρα διέξοδος; Πρέπει Ελλάδα και Κύπρος να περιμένουν τη σειρά τους προκειμένου να έχουν μια κατάληξη ανάλογη λίγο πολύ εκείνης των Κούρδων; Απαιτείται εγρήγορση και αναπροσανατολισμός. Μπροστά στο ζοφερό μέλλον που προδιαγράφουν τα γεωστρατηγικά παίγνια των ΝΑΤΟϊκών μας συμμάχων, ας δοκιμάσουμε την εναλλακτική της ανεξαρτησίας και της ειρήνης. Μόνο σε αυτό το ενδεχόμενο θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε ευέλικτα εναλλακτικές λύσεις και συνεργασίες. Τέτοιες υπάρχουν και, από αυτή τη στήλη, προσπάθησα κάποιες φορές να τις ανιχνεύσω. Είναι σίγουρα λιγότερο επικίνδυνη οδός από τη μονήρη υποταγή σε συμμάχους που τελικά ούτε μας σέβονται ούτε μας προστάτευσαν ποτέ πραγματικά από ξένες απειλές. Γιατί να μας θεωρούν δεδομένους, χειραγωγήσιμους και σιωπηλούς; Ας μην γίνουμε "μοιραίοι και άβουλοι αντάμα", όπως έλεγε ο ποιητής. Διακόσια χρόνια μετά την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, μπορούμε να την επαναβεβαιώσουμε.



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 27/9/2019

Η υπεράσπιση της ειρήνης και της ανεξαρτησίας της χώρας μας αποδεικνύονται μια ολοένα και δυσκολότερη υπόθεση στο επικίνδυνο και σύνθετο παγκόσμιο και περιφερειακό περιβάλλον της κρίσης. Σε τέτοιες συνθήκες επιβάλλεται πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά να αναζητηθεί από την Ελλάδα μια ευρύτερη στήριξη στα νόμιμα κυριαρχικά δικαιώματά της.
Από την άποψη αυτή αξιοσημείωτες είναι οι θέσεις της ανερχόμενης παγκόσμιας δύναμης, της Κίνας. Εννοείται βέβαια πως και η χώρα αυτή κινείται με άξονα την προώθηση των δικών της συμφερόντων και αυτό το στοιχείο πρέπει να το λαμβάνει κανείς πάντοτε πολύ σοβαρά υπόψη. Ωστόσο, η διεθνής της πρακτική και οι τοποθετήσεις της στον ΟΗΕ αξίζουν της προσοχής μας καθώς αντικειμενικά μπορούν να συγκλίνουν με την υπεράσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Η κινεζική εξωτερική πολιτική, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, έχει δύο βασικά θεμέλια. Το πρώτο είναι η προώθηση της ιδέας του πολυπολικού κόσμου και το δεύτερο η αυστηρή τήρηση των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Είναι προφανές ότι το πρώτο σχετίζεται άμεσα με τη διεκδίκηση της ισχυρής της θέσης στην παγκόσμια οικονομία και πολιτική.
Το δεύτερο είναι εκείνο που μας αφορά περισσότερο. Γνωρίζουμε ότι η Κίνα, κατά κανόνα τουλάχιστον, αποφεύγει τις παρεμβάσεις στο εσωτερικό των άλλων κρατών, ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική χαμηλών τόνων, προτιμά την αθόρυβη ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων αντί της πολιτικής και στρατιωτικής επιβολής. Οι επιλογές αυτές σχετίζονται με τον πολύ προσεκτικό υπολογισμό του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και με την επιρροή της παράδοσης της χώρας. Η Κίνα δεν είναι ένας αγαθός γίγαντας, αφού τέτοιοι δεν υπάρχουν. Ωστόσο, οι θέσεις της μπορούν να αξιοποιηθούν έναντι της επιθετικότητας του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος. Είναι ενδεικτική η τοποθέτησή της στην περσινή Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υπέρ της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.
Φυσικά δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι η ανερχόμενη αυτή δύναμη θα εμπλακεί σε μια διένεξη που αφορά δυο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, θα μπορούσε η χώρα μας, σε μια προσπάθεια απεγκλωβισμού από την αποδεδειγμένα αναποτελεσματική ΝΑΤΟϊκή "προστασία", να αναζητήσει στηρίγματα στον ΟΗΕ και σε δυνάμεις όπως η Κίνα. Σε λίγες μέρες ξεκινά στην έδρα του ΟΗΕ η 74η Γενική Συνέλευση, η οποία αποτελεί ένα σημαντικό διπλωματικό φόρουμ. Εκεί αναπτύσσονται οι απόψεις των διαφόρων κρατών για τα τρέχοντα παγκόσμια και περιφερειακά προβλήματα της ανθρωπότητας, γίνονται σημαντικές επαφές. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να δοθεί ένα σήμα στην παραπάνω κατεύθυνση. Δυστυχώς όμως, φοβάμαι ότι η σημερινή κυβέρνηση, όπως εξάλλου και οι προηγούμενες, είναι πολύ δογματικά προσηλωμένες.



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 4/10/2019

Καθώς έχουμε απομακρυνθεί από το 1974, είναι πολύ σημαντικό να επανέλθει το Κυπριακό στην πραγματική του βάση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και επειδή, δεδομένης της μεταβολής του διεθνούς περιβάλλοντος, η ουσία του προβλήματος συχνά συγκαλύπτεται. Το ζήτημα είναι ότι το 40% ενός ανεξάρτητου κράτους μέλους του ΟΗΕ βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Επομένως, το Κυπριακό δεν επιτρέπεται να εγκλωβίζεται στο τρίγωνο Ελλάδα - Τουρκία - ΝΑΤΟ. Η διεθνής κοινότητα είναι η μόνη κατάλληλη να επιληφθεί του θέματος. Βέβαια πρέπει να υπολογίζεται πάντοτε με ρεαλισμό η κατάσταση. Το κύρος του ΟΗΕ έχει υποχωρήσει τις τελευταίες δεκαετίες ενώ πάντοτε, εκ των πραγμάτων, εμφιλοχωρούσαν στις αποφάσεις του σκοπιμότητες.
Η προσφυγή της Κύπρου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανοίξει νέους δρόμους. Η προσφυγή έχει ως βασική επιδίωξη την επαναβεβαίωση των Ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Αυτό θα πρέπει πρωτίστως να σημαίνει απομάκρυνση όλων των ξένων βάσεων και στρατευμάτων, απελευθέρωση και επανένωση στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ωστόσο, υπό τη μορφή αυτή δεν είναι δυνατό να προωθείται μια συνομοσπονδία, ένα προτεκτοράτο τύπου Βοσνίας, μια συγκόληση κρατιδίων, που θα είναι αιωνίως ευάλωτα και υποτελή στις ξένες παρεμβάσεις όπως ουσιαστικά προέβλεπε το σχέδιο Ανάν.
Ο συσχετισμός, ως γνωστόν, δεν είναι ευνοϊκός. Από την πλευρά των ΗΠΑ δεν αναμένεται κάτι νέο. Οι ΗΠΑ δεν διακρίνονται για το σεβασμό τους στο διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, δεν έχει ακουστεί ποτέ, ούτε ένα έστω υποκριτικό mea culpa για τις ευθύνες τους στην κυπριακή τραγωδία. Οι προσφάτες τοποθετήσεις τους ότι οι σχέσεις ΗΠΑ και Κύπρου "βρίσκονται σε ιστορικό υψηλό" δεν πρέπει, κατά την άποψή μου, να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζ. Πάιατ μας το θύμισε εμμέσως με τον τρόπο του, όταν υπογράμμισε προχτές ότι η Τουρκία πρέπει να μείνει στη σφαίρα επιρροής της Δύσης.
Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συμμετέχουν η Ρωσία και η Κίνα, δυο μεγάλες δυνάμεις που παραδοσιακά, έστω με διακυμάνσεις, στήριξαν την Κύπρο. Η βούληση αλλά και οι δυνατότητες των χωρών αυτών προσδιορίζονται από τα δικά τους αυτοτελή συμφέροντα και το συσχετισμό ισχύος. Περιορίζεται επίσης η εμβέλεια και η ευχέρεια των κινήσεών τους από το γεγονός ότι η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ, έχει στο έδαφός της βρετανικές βάσεις και "ανήκει στη Δύση". Δεν είναι εύκολο και συχνά ούτε επιθυμητό να παρεμβαίνει κανείς στα του οίκου των άλλων.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τις υπαρκτές δυσκολίες, η προσφυγή της Κύπρου στον ΟΗΕ μετά την αποτυχία του Κραν Μοντανά είναι βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Αρκεί να μην μείνει μετέωρο. Καλό θα ήταν να ακολουθήσουν τα επόμενα, και κυρίως να βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση.



εφημ. Documento 29/9/2019

Οι πρόσφατες επιχειρήσεις της αστυνομίας στα Εξάρχεια δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα υπαρκτά προβλήματα υποβάθμισης της περιοχής. Η εγκατάλειψη, οι υποβαθμισμένες υπηρεσίες καθαριότητας, η έλλειψη πρασίνου, κοινωνικών υποδομών, ελεύθερων χώρων και τόσα άλλα δεν λύνονται με αστυνομικές παρεμβάσεις. Απαιτούν κονδύλια, στοχευμένες συστηματικές προσπάθειες της πολιτείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Αστυνομική παρέμβαση απαιτεί η αντιμετώπιση του εμπορίου ναρκωτικών και γενικότερα η εγκληματικότητα, αν και τα επίπεδα εγκληματικότητας -μας διδάσκει η εγκληματολογία - μεσο-μακροπρόθεσμα αντιμετωπίζονται και μειώνονται με κατάλληλες κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές. Φαίνεται όμως ότι με τους κρίσιμους τομείς της εμπορίας ναρκωτικών και της εγκληματικότητας η αστυνομία δεν ασχολήθηκε. Οι επιχειρήσεις της είναι εντυπωσιοθηρικές. Στρέφονται ενάντια σε βολικούς "εχθρούς" όπως τα γυναικόπαιδα των προσφύγων αφήνοντας στο απυρόβλητο τους μεγαλέμπορους ναρκωτικών.
Γενικότερα θα έλεγα ότι η χρήση αστυνομικής βίας έχει σκοπό, ή πάντως παράπλευρο αποτέλεσμα, να εθίζει την κοινωνία στη βία. Ειδικά όταν οι αστυνομικές δυνάμεις παραβιάζουν το νόμο και αναπτύσσουν πρακτικές και συμπεριφορές απαξίωσης του ανθρώπου, καλλιεργείται αντικειμενικά στις τάξεις τους φασίζουσα νοοτροπία. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο όπως είδαμε τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη του νεοναζισμού και τις σχέσεις του με πυρήνες στην αστυνομία, οι οποίοι δεν έχουν θιγεί στο ελάχιστο.
Τέλος, έχω την αίσθηση ότι μέσα από τέτοιες επιχειρήσεις, που θυμίζουν κατεχόμενη πόλη, προετοιμάζεται το έδαφος για την εξαπόλυση της αστυνομικής βίας σε βάρος των εργαζομένων. Είναι βέβαιο ότι οι πολιτικές περαιτέρω συρρίκνωσης των εργασιακών δικαιωμάτων, που συνεχίζονται απρόσκοπτα από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, θα φέρουν αντιδράσεις. Θεωρώ ότι προετοιμάζεται κατά κάποιο τρόπο η κοινωνία να δεχθεί ως αναγκαία την αστυνομική καταστολή των λαϊκών αντιδράσεων. Όμως το Σύνταγμα κατοχυρώνει κάποια απαράγραπτα δικαιώματα: της απεργίας, της συνάθροισης, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και δεν επιτρέπει σε καμιά κυβέρνηση να εξαπολύσει την αστυνομική δύναμη και να περιορίσει αυθαίρετα τα συνταγματικά δικαιώματα. Μην ξεχνάμε ότι το ακροτελεύτιο άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, βασιζόμενο στην ιστορική εμπειρία, καθιερώνει το δικαίωμα αντίστασης σε τυχόν αντιδημοκρατικές πρακτικές κατάλυσής του.



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 3/9/2019
Οι εντεινόμενες πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα των αμυντικών εξοπλισμών. Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας βέβαια δεν είναι μόνο ζήτημα εξοπλισμών. Σημαντικότατο ρόλο διαδραματίζει η οικονομική βάση και ισχύς της χώρας, η διπλωματική της θέση, ο εκδημοκρατισμός και η αξιοκρατία στις ένοπλες δυνάμεις κά.
Εξάλλου το πρόβλημα των εξοπλισμών δεν είναι ποσοτικό. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση η Ελλάδα να παρασυρθεί σε ένα ανταγωνισμό αγοράς οπλικών συστημάτων. Κάτι τέτοιο θα έδινε διέξοδο στις βιομηχανίες της Δύσης, των οποίων οι πωλήσεις γνωρίζουν σοβαρή κάμψη αλλά δεν θα διασφάλιζε την άμυνά μας, ενώ στην ελληνική οικονομία θα έδινε τη χαριστική βολή. Τα δυσβάσταχτα βάρη, εννοείται, θα τα πλήρωνε ο φορολογούμενος λαός, η σημερινή γενιά και οι μελλοντικές. Μπορούμε αντίθετα να παραδειγματιστούμε από την προσέγγιση της Τουρκίας στα ζητήματα αυτά: διαφοροποιεί τις πηγές εξοπλισμού και αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία.
Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι θα πρέπει άμεσα να διαφοροποιηθούν οι πηγές εξοπλισμού της χώρας μας ώστε να μην εξαρτάται μονομερώς από καμιά μεγάλη δύναμη. Οι αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού πρέπει αυστηρά να γίνονται με κριτήρια τις ανάγκες της άμυνας της χώρας και όχι αυτές του ΝΑΤΟ. Έτσι, όπως διαβεβαιώνουν οι ειδικοί μπορούμε να έχουμε καλύτερη άμυνα με μικρότερες δαπάνες. Παράλληλα, όσο εξαρτιόμαστε μονομερώς από ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία θα είμαστε αντικείμενο των δικών τους επιλογών και παζαριών με την Άγκυρα. Και το έχουμε πληρώσει ακριβά στο παρελθόν.
Υπάρχουν αμυντικά συστήματα (πχ. Ρωσικά) τα οποία προσφέρουν απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες για την άμυνα μιας νησιωτικής χώρας. Παρουσιάζουν επιπλέον το πλεονέκτημα ότι είναι σε ένα βαθμό κατασκευασμένα προς αντιμετώπιση των ΝΑΤΟϊκών οπλικών συστημάτων μια και τέτοια κατά βάση διαθέτει η Τουρκία. Μπορεί επίσης να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στις τακτικές κυβερνοπολέμου, που είναι φτηνές και πολύ αποτελεσματικές, ιδίως αν αξιοποιηθεί το πλούσιο νεανικό δυναμικό που ασχολείται με τις νέες τεχνολογίες.
Κυρίως όμως απαιτείται άμεσα η ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με σχέδιο, με τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα αμυντικής βιομηχανίας που θα αναλάβει το βασικό έργο, το σχεδιασμό αλλά και την αυστηρή εποπτεία στις όποιες ιδιωτικές εταιρείες. Η άμυνα είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να αφήνεται στις επιλογές –συχνά τυχοδιωκτικές- των ιδιωτών επιχειρηματιών. Μακροπρόθεσμα απαιτείται ο σχεδιασμός ώστε το δημόσιο να αναπτύξει αμυντική βιομηχανία υψηλότερης τεχνολογικής βάσης και συμπαραγωγές με άλλα κράτη αλλά σε ισότιμη βάση και, κυρίως, με σταδιακή αφομοίωση και ενσωμάτωση της υψηλής τεχνολογίας.




Οι προκριματικές εκλογές που έγιναν πριν λίγες μέρες στην Αργεντινή συνιστούν, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, πολιτικό σεισμό που αφορά συνολικά τη Λατινική Αμερική. Στις εκλογές αυτές, που δεν αναδεικνύουν βέβαια τον πρόεδρο της χώρας αλλά συμμετέχουν υποχρεωτικά όλοι οι πολίτες με δικαίωμα ψήφου, διαγράφονται οι πολιτικές τάσεις που θα ξεδιπλωθούν σε λίγους μόνο μήνες στις προεδρικές εκλογές.
Στις προκριματικές αυτές εκλογές ο υποψήφιος της κεντροαριστεράς Α. Φερνάντες έλαβε το συντριπτικό για τα δεδομένα ποσοστό 49,2% έναντι του απερχόμενου δεξιού προέδρου Μ. Μάκρι ο οποίος έλαβε 33,1%. Το αποτέλεσμα καταδεικνύει τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από την πολιτική του Μάκρι. Η σημασία του γεγονότος είναι μεγάλη γιατί ο Μάκρι ήταν ο μόνος δεξιός πρόεδρος στη Λ. Αμερική που μπόρεσε να εκλεγεί το 2015 χωρίς πραξικοπηματικές ενέργειες, όπως για παράδειγμα εκείνες του Μπολσονάρο.
Ο νυν πρόεδρος Μ. Μάκρι ακολούθησε μια αμιγώς νεοφιλελεύθερη πολιτική που ξαναβύθισε την Αργεντινή στην οικονομική και κοινωνική κρίση. Ο πραγματικός μισθός των εργαζομένων μειώθηκε, οι απολύσεις στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα εκτοξεύθηκαν, η ανεργία αυξήθηκε, τα τιμολόγια των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας αυξήθηκαν κατακόρυφα προξενώντας τεράστια προβλήματα στα λαϊκά νοικοκυριά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμπιέστηκαν από τον ανταγωνισμό των ισχυρών, η αποβιομηχάνιση επιταχύνθηκε, το χρέος εκτινάχθηκε και πάλι σε δυσθεώρητα ύψη. Και πάνω και μέσα από όλα, επέστρεψε το ΔΝΤ, με ότι αυτό σημαίνει.
Όλα τούτα έγιναν στο όνομα της οικονομικής αποτελεσματικότητας και των επενδύσεων, των γνωστών δηλαδή επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί συνήθως η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά οι φτωχοί να γίνουν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Εντάθηκαν στο έπακρο οι κοινωνικές ανισότητες ενώ η πραγματική οικονομία πήρε την κατιούσα. Όλα θυμίζουν τη μεγάλη κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Τι μέλλει γενέσθαι;

Το πιθανότερο είναι ότι οι τάσεις των προκριματικών θα επιβεβαιωθούν τον Οκτώβριο στις προεδρικές εκλογές. Οι συσχετισμοί θεωρούνται μη αναστρέψιμοι. Οι “αγορές” πάντως, οι διάφοροι “οίκοι αξιολόγησης” και τα κάθε είδους επιτελεία της οικονομικής ολιγαρχίας προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα πανικού. Αυτό είναι λογικό αφού δεν επιθυμούν την πτώση μιας κυβέρνησης τόσο φιλικής στην εγχώρια και διεθνή ολιγαρχία, όπως ήταν η κυβέρνηση Μάκρι.
Στην περίπτωση που εκλεγεί ο Α. Φερνάντες, είναι πιθανή μια κάποια στροφή στην οικονομική πολιτική στη λογική του περιορισμού της ασυδοσίας των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Αν ο επόμενος πρόεδρος συνεχίσει την πολιτική της Κριστίνα Κίρχνερ, θα πρέπει να αναμένονται μέτρα σχετικής ανακούφισης για τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα και εν γένει μια οικονομική πολιτική που θα βασίζεται περισσότερο στην παρέμβαση του κράτους.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο θα σημειωθούν επίσης αλλαγές. Η νέα κυβέρνηση αναμένεται να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη πολιτική, όχι απαραίτητα ευθυγραμμισμένη με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην περιοχή. Πολύ πιθανό να βρεθεί ακόμη και σε αντίθεση μαζί τους και σίγουρα σε διαφορετικό μήκος κύματος από την ακροδεξιά κυβέρνηση Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Η κυβέρνηση Φερνάντες θα είναι μάλλον περισσότερο φιλική προς τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Όλα αυτά βέβαια θα ισχύσουν με δύο “αν”: αν εκλεγεί ο Α. Φερνάντες (μάλλον σίγουρο) και αν μείνει συνεπής στις προεκλογικές του δεσμεύσεις.
Αυτό που δεν πρέπει να αναμένεται είναι μια ριζική τομή στην οικονομική και κοινωνική πολιτική. Η αντιμετώπση των δομικών προβλημάτων της οικονομίας και των δομικών αιτιών των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας δεν βρίσκεται έτσι κι αλλιώς στην ατζέντα του Α. Φερνάντες. Αυτή είναι ακριβώς και η αχίλλειος πτέρνα της κεντροαριστεράς στην Αργεντινή και όχι μόνο. Αξίζει να υπενθυμίσουμε σχετικά ότι η Κ. Κίρχνερ -προκάτοχός του στο κόμμα και στην προεδρία- είχε χάσει τις εκλογές ακριβώς γιατί η μη αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων εξανέμισε κάποια στιγμή τα όποια αξιοσημείωτα επιτεύγματα στην αντιμετώπιση της κρίσης και της φτώχειας.

http://kordatos.org/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE/tabid/4213/Post/29335/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AE


εφημ. Τα Νέα, 13/8/2019
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η τουρκική κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μια ακόμη πρόκληση στο Καστελλόριζο στέλνοντας εκεί ερευνητικό σκάφος. Έτσι κι αλλιώς το τουρκικό κατεστημένο θα συνεχίσει απαρέγκλιτα την πολιτική αμφισβήτισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης δεν διαφαίνεται μια διαφορετική αντιμετώπιση σε σχέση με την πεπατημένη, την οποία ακολουθούσε και η προηγούμενη. Δηλαδή, διακρίνεται η τάση να εναποτεθεί στις ΗΠΑ η διαχείριση των προβλημάτων που προκύπτουν από την επιθετικότητα της Άγκυρας. Μάλιστα, μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν η έντονα συμβολικού χαρακτήρα αναγνώριση του Χ. Γουαϊδό ως προέδρου της Βενεζουέλας. Με την κίνηση αυτή η κυβέρνηση προφανώς εξέπεμψε σήμα απόλυτης σύμπλευσης και ευθυγράμμισης προς την κυβέρνηση Τραμπ.
Η κίνηση αυτή όμως, παρότι φαινομενικά άσχετη, είναι προβληματική σε ότι αφορά τα ελληνοτουρκικά. Η αναγνώριση του Γουαϊδό συνιστά μια κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, παρέμβαση στα εσωτερικά άλλου κράτους σε ευθεία αντίθεση με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Και αυτό συμβαίνει γιατί, ανεξάρτητα από το αν κάποιος είναι θετικά ή αρνητικά διακείμενος προς την κυβέρνηση Μαδούρο, ο Γουαϊδό δεν παύει να είναι ένας επίδοξος σφετεριστής της εξουσίας. Όντας πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της χώρας του αυτοαναγορεύθηκε σε πρόεδρο της Δημοκρατίας και κάλεσε, ανεπιτυχώς, τις ένοπλες δυνάμεις σε πραξικόπημα. Η αναγνώρισή του έγινε μάλιστα σε μια στιγμή κατά την οποία οι λαϊκές κινητοποιήσεις που τον στήριζαν, έχουν αποδυναμωθεί πλήρως.
Η αναγνώριση όμως εκθέτει τη χώρα μας στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αφού η Ελλάδα συντάχθηκε με μια ολοφάνερα παράνομη “κυβέρνηση”. Δεν είναι δυνατό από τη μια πλευρά να επικαλείται κανείς το διεθνές δίκαιο και τη νομιμότητα όταν υπερασπίζεται τα κυριαρχικά του δικαιώματα και από την άλλη να καταφεύγει σε τέτοιες κινήσεις παραβίασής τους, γιατί αυτομάτως καθίσταται αναξιόπιστος. Κατά συνέπεια, αποδυναμώνονται έτσι οι γερά θεμελιωμένες κατά τα άλλα θέσεις της Ελλάδας με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Οι ελληνικές θέσεις αδυνατίζουν επίσης με την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων για το ρόλο των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά. Η κυβέρνηση Τραμπ ελίσσεται, διαπραγματεύεται φανερά και κυρίως κρυφά με την Τουρκία. Οι ΗΠΑ κωφεύουν εδώ και δεκαετίες για την τουρκική κατοχή στο 40% της Κύπρου, για τις παραβιάσεις στο Αιγαίο. Ακόμη και η αντίδρασή τους στην αγορά των S-400 είναι περιορισμένη. Εξάλλου, στις μέρες μας η κυβέρνηση Τραμπ αποτελεί τον σημαντικότερο υπονομευτή του διεθνούς δικαίου. Και από την άποψη αυτή, δεν είναι πολύ ισχυρό επιχείρημα η όποια στήριξη προσφέρει στην Ελλάδα. Στο βαθμό που υπάρχει στήριξη βέβαια.



Εφημερίδα των Συντακτών, 16/7/2019

Η μέχρι σήμερα νομοθεσία για το πανεπιστημιακό άσυλο κάθε άλλο παρά εμποδίζει τη δίωξη της όποιας εγκληματικότητας στους χώρους των πανεπιστημίων. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, ψεύδεται ανοιχτά ή απλώς δεν ξέρει να διαβάζει το νόμο. Με βάση αυτό το μη επιδεχόμενο αμφισβήτισης δεδομένο, προκαλεί ερωτηματικά η απόφαση της κυβέρνησης να το καταργήσει. Θα πρέπει επίσης να εξηγήσει πώς γίνεται και σε πανεπιστήμια χωρών όπου δεν υπάρχει το άσυλο (ΗΠΑ, Βρετανία) η εγκληματικότητα (και ιδίως τα σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος των γυναικών) είναι περισσότερο υψηλή σε σχέση με την Ελλάδα.
Φαίνεται πως ο στόχος της είναι άλλος από την καταπολέμηση της όποιας εγκληματικότητας. Έχω την αίσθηση ότι, πέρα από το συμβολισμό, η κυβέρνηση επιθυμεί να προωθήσει ιδιωτικά συμφέροντα μεγάλων εταιρειών φύλαξης στις οποίες ίσως θελήσει στο μέλλον να αναθέσει πλευρές της ασφάλειας. Δεύτερο, η κατάργηση του ασύλου προλειαίνει το έδαφος για την καταστολή της ελευθερίας διακίνησης των ιδεών αλλά και των μελλοντικών αντιδράσεων των φοιτητών αλλά και των πανεπιστημιακών και άλλων εργαζομένων ενώπιον της περαιτέρω εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των ΑΕΙ. Σε αυτή την περίπτωση, θα αναζητηθεί όχι η εγκληματικότητα καθεαυτή αλλά το πρόσχημα της εγκληματικότητας για να παρεμβαίνει η αστυνομία.
Πρόκειται εν τέλει για την προσπάθεια υλοποίησης μιας ξεκάθαρα αντιδημοκρατικής νοοτροπίας που φοβάται την ελεύθερη αντιπαράθεση των ιδεών και παράλληλα επιδιώκει την παραπέρα υποβάθμιση των πανεπιστημίων, τη μετατροπή τους σε ένα είδος σούπερ μάρκετ και την ύψωση κοινωνικών φραγμών στην εκπαίδευση των νέων, ιδίως εκείνων που προέρχονται από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.
Αυταπατάται όμως η κυβέρνηση αν νομίζει ότι δεν θα συναντήσει αντίσταση σε τέτοια αντιδημοκρατικά σχέδια. Θα βρει μπροστά της ακόμη και σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων της. Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαού θα αποδειχθούν για μια ακόμη φορά ισχυρότερα. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα μεσοπρόθεσμα.


Τα ΝΕΑ, 16/7/2019

Λέγεται πως το 1965 ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Λ. Τζόνσον είπε σε μια συνομιλία του με τον Έλληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον: “Γ... τη Βουλή σας και το Σύνταγμά σας! Η Αμερική είναι ελέφαντας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Και η Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δυο ψύλλοι εξακολουθούν να φέρνουν φαγούρα στον ελέφαντα, μπορεί ο ελέφαντας να τους ρουφήξει μια και καλή με την προβοσκίδα του”. Αφορμή για αυτή την αήθη παρέμβαση αποτέλεσε η μη απόλυτη συμμόρφωση της Κύπρου και της Ελλάδας με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Το τι ακολούθησε το γνωρίζουμε.
Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς έστω και να φανταστεί μια ανάλογη αντίδραση των ΗΠΑ ενάντια στην σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας, που συνεχίζει να παραβιάζει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου και να προκαλεί; Είναι προφανές ότι η αντίδραση των ΗΠΑ και της ΕΕ προς την Τουρκία κάθε άλλο παρά ουσιαστικές είναι. Στο φως τέτοιων ιστορικών γεγονότων φωτίζεται καλύτερα η σημερινή στάση της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι οι 28 της ΕΕ κατέληξαν σε αναιμικά μέτρα ενάντια στην Τουρκία (που καθόλου δεν την κάνουν να ανησυχεί) δεν οφείλεται σε μια αίσθηση αναλογικής αντίδρασης. Πράγματι, στην πολιτική αντιπαράθεση αλλά ακόμη και στον πόλεμο, η αίσθηση του μέτρου και της ανάλογης ανταπόδοσης είναι σημαντική. Δεν μπορεί κανείς να χτυπά μια μύγα με πυροβόλο όπλο. Εδώ όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η ΕΕ, όπως έχει φανεί επανειλημμένα έχει τους δικούς της σχεδιασμούς, τις δικές της στοχεύσεις. Σε αναλογία με αυτές έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Και αυτό μάλιστα τη στιγμή που η Τουρκία προχώρησε σε μια ακόμη πρόκληση δηλώνοντας ότι θα ανακηρύξει ΑΟΖ σε συνεργασία με τη Λιβύη διαγράφοντας την ελληνική ΑΟΖ νότια της Κρήτης.
Ανάλογο προβληματισμό προκαλεί και η στάση των ΗΠΑ σε σχέση με την ανανέωση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο. Πριν ένα μήνα περίπου εξέφραζαν το δισταγμό τους σε σχέση με την ανανέωση αυτή με το πρόσχημα των εξόδων των αμερικανών φορολογουμένων! Ακόμη και αν αυτή η στάση δεν επιβεβαιωθεί, δείχνει πολύ καθαρά, από μια ακόμη πλευρά, την αμφισβήτιση των ΗΠΑ προς την ουσία του προβλήματος.
Μια και το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν θέλουν να ακούσουν, θα πρέπει μάλλον να υπενθυμίσουμε στη διεθνή κοινότητα με έμφαση την πηγή του προβλήματος. Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, κατέχει παράνομα το 40% της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξάρτητου κράτους μέλους του ΟΗΕ. Αυτό άλλωστε υποδηλώνεται, για μια ακόμη φορά, από τον πρόσφατο διορισμό του Τούρκου Αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάι ως “Συντονιστή Κυπριακών Υποθέσεων”.


εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 1/7/2019

“Πριν αλέκτορα φωνήσαι” επιβεβαιώθηκαν όσοι υποστήριζαν ότι είναι επικίνδυνη αφέλεια να πιστεύουμε ότι οι ΗΠΑ θα σταθούν αταλάντευτα στο πλάι της Ελλάδας και ότι θα την στηρίξουν έναντι της εντεινόμενης τουρκικής επιθετικότητας. Μετά την Οσάκα η τάση συμβιβασμού μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας είναι πλέον ορατή. Η ελληνική κυβέρνηση και όσοι πανηγύριζαν για τη δήθεν σθεναρή στήριξη των δικαίων της Ελλάδας από τους συμμάχους της είναι εκτεθειμένοι.
Στο βαθμό που αυτή η τάση εμπεδωθεί, θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, δηλαδή στην έμμεση (ή μήπως και άμεση;) αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και από τις ΗΠΑ. Αξίζει να θυμηθούμε το πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο, τη δήλωση του εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ Ν. Μπερνς κατά την κρίση των Ιμίων: “οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν ελληνική ή τουρκική κυριαρχία στα Ίμια. Μπορεί να είναι και μερικά άλλα νησιά ή μικρές νησίδες επί των οποίων έχουμε παρόμοια θέση”.
Στο φως όσων διεμείφθησαν στην Οσάκα αποσαφηνίζεται πλήρως και η δήλωση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, την οποία σχολίασα σε αυτή τη στήλη στις 25/6, ότι “τα ενεργειακά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο θα πρέπει να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη συνεργασίας, ένα win-win”. Επιβεβαιώνεται ότι η δήλωση αυτή, στις συνθήκες που έγινε, έκλεινε το μάτι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Είναι φανερό ότι ξεκίνησε η ανακατανομή των συμφερόντων ΗΠΑ - Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Η διαδικασία ενδέχεται να παρουσιάσει καμπές και πισωγυρίσματα αλλά η ουσία της προσέγγισης δεν θα αλλάξει.
Εκτός των συμφερόντων, ΗΠΑ και Τουρκία μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις και πρακτικές σε σχέση με το διεθνές δίκαιο. Και οι δυο χώρες χαρακτηρίζονται από την έμπρακτη περιφρόνησή τους προς τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και προς θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου όπως ότι τα κράτη πρέπει να απέχουν από τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας, άμεση ή έμμεση, ότι κάθε κράτος πρέπει να σέβεται την εδαφική ακεραιότητα των άλλων κρατών, ενώ απαγορεύεται η στρατιωτική κατοχή εδάφους άλλου κράτους με χρήση βίας και σε παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η διαχρονική αγκίστρωση των ελληνικών κυβερνήσεων στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, για να μας βοηθήσουν να επιλύσουμε τα προβλήματα με την Τουρκία, θα οδηγήσει σε δυσάρεστες εκπλήξεις. Ο περιοριστικός αυτός εναγκαλισμός έχει αποδειχθεί προβληματικός, ίσως αποδειχθεί ολέθριος. Γι' αυτό ας αλλάξουμε κατεύθυνση ενεργοποιώντας τον διεθνή παράγοντα, τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας. Εκεί υπάρχουν κι άλλες φωνές, που τις χρειαζόμαστε. Η αξιοποίηση του πολυπολικού κόσμου είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για να υπερασπίσουμε την ειρήνη και τα κυριαρχικά δικαιώματά μας.






εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 25/6/2019
Η ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε σε όλους τους τόνους την ικανοποίησή της για τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη ότι η απόφαση περιλαμβάνει πολύ αυστηρότερη διατύπωση από κάθε άλλη ανάλογη του παρελθόντος και ότι περιλαμβάνει για πρώτη φορά αναφορά στην πιθανή λήψη μέτρων.
Αυτό είναι γεγονός, όμως εξαρτάται αν βλέπει κανείς το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Μπορεί πράγματι να είναι η πιο προωθημένη απόφαση αλλά σίγουρα βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με την ένταση της επιθετικότητας της τουρκικής κυβέρνησης. Η κλιμάκωση των διατυπώσεών της ΕΕ δεν είναι δηλαδή ανάλογη της κλιμάκωσης των κινήσεων της Τουρκίας. Εκτός αυτού, η λήψη μέτρων μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί παραπομπή στις ελληνικές καλένδες.
Μαζί με αυτά, πρέπει να συνεκτιμηθούν οι κραυγαλέες αντιφάσεις των δύο ηγετικών της ΕΕ δυνάμεων, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Η Γερμανία από τη μια συνυπογράφει την απόφαση αυτή του ευρωπαϊκού συμβουλίου και παράλληλα με δήλωση του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών στο Αθηναϊκό Πρακτορείο διατυπώνει την επικίνδυνη για την Ελλάδα θέση ότι “Για διμερείς διαφορές που αφορούν το Δίκαιο της Θάλασσας μεταξύ τρίτων χωρών, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επί της αρχής δεν λαμβάνει νομική θέση”. Με απλά λόγια, δεν αναγνωρίζει τα αυτονόητα δικαιώματα της Ελλάδας με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Η Γαλλία από την άλλη, από τη μια προσπαθεί να αναδειχθεί ως ο προστάτης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την επικείμενη δημιουργία ναυτικής της βάσης στη Λεμεσό αλλά, τις ίδιες εκείνες μέρες, προσφέρθηκε να εγκαταστήσει εξειδικευμένα συστήματα αεράμυνας στην Τουρκία, προσφορά η οποία έγινε καταρχήν δεκτή από την τουρκική πλευρά.
Σε παρόμοιες αντιφατικές δηλώσεις προέβησαν και οι αμερικανοί, όσο και αν προσπάθησαν να ανασκευάσουν. Η δήλωση του πρέσβη των ΗΠΑ ότι “τα ενεργειακά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο θα πρέπει να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη συνεργασίας, ένα win-win, σε αντίθεση με έναν οδηγό για συγκρούσεις” όπως και ότι “είναι η ώρα για διάλογο και όχι για περαιτέρω κλιμακούμενες προκλητικές ενέργειες”, ενέχουν ένα αδιόρατο κλείσιμο του ματιού προς τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Γιατί, πράγματι, γενικά ο διάλογος είναι αναγκαίος και χρήσιμος. Μπροστά όμως στις κατάφωρες, επανειλημμένες, προκλητικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από την πλευρά του αντιδραστικού καθεστώτος της Άγκυρας, είναι μάλλον παράδοξη η αναφορά, σε μια τέτοια στιγμή, στο διάλογο και σε αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες. Διάλογος για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου ή μήπως για εξαιρέσεις;



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 12/6/2019
Η κλιμάκωση της επιθετικότητας της κυβέρνησης Ερντογάν συνεχίζεται. Κάποιοι μίλησαν, μάλλον όχι εντελώς αβάσιμα, για κίνδυνο νέων Ιμίων. Πώς η χώρα μας μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα; Πώς, αν υπάρξουν νέα Ίμια δεν θα έχουμε την ίδια κατάληξη, δηλαδή την αναγνώριση μιας ακόμη “γκρίζας ζώνης” ή ακόμη χειρότερα μια νέα εθνική συμφορά;
Άμεσα, νομίζω, απαιτείται νηφαλιότητα και σταθερότητα. Οι σπασμωδικές κινήσεις, πολλώ δε μάλλον οι κραυγές και οι λεονταρισμοί κάθε άλλο παρά εξυπηρετούν την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αποφύγουμε το δίπολο “συνθηκολόγηση ή πολεμική σύγκρουση” με την Τουρκία.
Απαιτείται πολυδιάσταση, ενεργητική εξωτερική πολιτική βασισμένη στο πρωταρχικό οχυρό της Ελλάδας, το διεθνές δίκαιο. Μπορεί αυτό να ακούγεται ρομαντικό στην εποχή της καταπάτησής του από τους ισχυρούς (ιδίως τις ΗΠΑ) αλλά το διεθνές δίκαιο έχει μια ισχυρή νομιμοποιητική λειτουργία. Ας μην την υποτιμήσουμε. Από τις καταστατικές αρχές του ΟΗΕ, που απορρίπτουν τη χρήση βίας και την απειλή χρήσης βίας ως μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών, μέχρι τη Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, όλα τα νομικο-πολιτικά εργαλεία μιλούν υπέρ της εθνικής μας κυριαρχίας. Η επίκλησή τους έχει δραστική πολιτική σημασία, δεν είναι γραφικός αναχρονισμός, ιδίως αν συνδυαστεί με μια δραστήρια διπλωματία υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών, τα αγαθά που τόσο αγαπούν οι Έλληνες, οι Τούρκοι, οι Σύριοι, όλοι οι λαοί.
Η αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου απαιτεί προσφυγή στη διεθνή κοινότητα. Όσο εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην επιδιαιτησία των ΗΠΑ, τόσο οι διαψεύσεις και οι ήττες θα ακολουθούν η μία την άλλη. Τι έκαναν τόσες δεκαετίες οι ΗΠΑ για το δικαίωμα της Ελλάδας στα 12 ν.μ.; Η μονομερής επιδιαιτησία μας καθιστά ευάλωτους στις διακυμάνσεις των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας.
Αντίθετα, αν βάλουμε στην εξίσωση και άλλες ισχυρές χώρες, τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες, τότε τα περιθώρια ελιγμών για το τουρκικό αντιδραστικό καθεστώς θα στενέψουν. Πέρασε μάλλον απαρατήρητη η δήλωση του Ρώσου πρέσβη στην Ελλάδα, λίγες μέρες πριν τις ευρωεκλογές, ότι η Ρωσία επιδιώκει την ανάπτυξη στρατιωτικο-τεχνικής συνεργασίας με την Ελλάδα. Η δήλωση υποδηλώνει ότι οι σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας κάθε άλλο παρά ανέφελες είναι. Δείχνει τις δυνατότητες που διανοίγονται στην Ελλάδα (αν δεν μένει αγκιστρωμένη στο ΝΑΤΟ) για την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, για μια στρατηγική διαφοροποίησης των πηγών εξοπλισμού της, για πολυδιάσταση διπλωματία υπέρ της ειρήνης, τελικά για να μην εξαρτάται μονομερώς από καμιά μεγάλη δύναμη.
Στο κάτω κάτω, γιατί ο ελληνικός λαός να συμμετέχει στη σύγκρουση ΗΠΑ – Τουρκίας για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής στη Μέση Ανατολή και να γίνει για μια ακόμη φορά θύμα των παζαριών τους; Είναι πιο συνετό να ακολουθήσουμε την κινεζική παροιμία: ας κοιτάζουμε τις τίγρεις να μαλώνουν από την πλαγιά του βουνού.

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 20/5/2019
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Βρετανού υφυπουργού για θέματα Ευρώπης Σερ Άλαν Ντάνκαν δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν. Ακόμη και η μεταγενέστερη, διορθωτική, τοποθέτηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας στην πραγματικότητα αφήνει και αυτή μια σκιά σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου. Αλλά για αυτό δεν δικαιολογείται καμία έκπληξη. Η Βρετανία δεν αποτελεί, ούτε αποτέλεσε ποτέ μέρος της λύσης. Αντίθετα, αποτέλεσε και αποτελεί μέρος του προβλήματος. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για την αποικιοκρατική δύναμη, εξαιτίας της οποίας όχι μόνο η Κύπρος αλλά πάρα πολλές περιοχές του πλανήτη γνώρισαν τις βάρβαρες, καταπιεστικές και εκμεταλλευτικές μεθόδους των αποικιοκρατών. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά την Κύπρο, μέχρι σήμερα ακόμη ένα μεγάλο τμήμα του Κυπριακού εδάφους (οι τεράστιες βρετανικές στρατιωτικές βάσεις) βρίσκεται ουσιαστικά υπό βρετανική κυριαρχία. Αυτές οι βάσεις ποτέ δεν συνέβαλαν στην άμυνα και στην ασφάλεια της Κύπρου. Το αντίθετο.
Οι δηλώσεις αυτές θα ήταν χρήσιμο να οδηγήσουν σε περαιτέρω σκέψεις για το κυπριακό ζήτημα, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου αλλά και για άλλα συναφή ζητήματα όπως είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι αμφισβητήσεις και η επθετικότητα της Τουρκίας αντιμετωπίζονται συχνά από τους ιθύνοντες με ένα μακάριο τρόπο. Θεωρείται δηλαδή ότι η Κύπρος και η Ελλάδα είναι εξασφαλισμένες εφόσον διαθέτουν τη στήριξη των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του περιφερειακού άξονα που περιλαμβάνει το Ισραήλ. Στη λογική αυτή, υποθέτω, η κυπριακή κυβέρνηση παρέχει στα γαλλικά πολεμικά πλοία βάση στο Μαρί.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι η προσέγιση αυτή είναι εξαιρετικά κοντόφθαλμη, επικίνδυνη για την ειρήνη και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Αρνείται να διδαχθεί από τα οδυνηρά συμπεράσματα της ιστορίας, παλαιότερης και πρόσφατης. Υπάρχουν τρία τουλάχιστον κομβικά παραδείγματα. Πρώτο, η οδυνηρή εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής, όταν οι ίδιες περίπου μεγάλες Δυνάμεις έσπρωξαν για τα συμφέροντά τους την Ελλάδα στον πόλεμο για να την εγκαταλείψουν αμέσως μετά όταν ήρθαν σε συμφωνία με την Τουρκία. Δεύτερο, η εισβολή και κατοχή του 40% του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία το 1974 με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να παρακολουθούν αμέτοχες, ή ορθότερα συνένοχες, την εισβολή. Τρίτο, τα Ίμια το 1996, όταν οι ΗΠΑ έσπρωξαν την Ελλάδα να αποδεχθεί το γκριζάρισμα περιοχών της κυριαρχίας της.
Ο προσεκτικός μελετητής των σημερινών δηλώσεων και κινήσεων των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ μπορεί να διακρίνει πίσω από την επιφάνεια, τη λογική των ίσων αποστάσεων και των υπαναχωρήσεων. Τίποτα δεν αποκλείει ότι η ιστορία θα επαναληφθεί, ότι το αλισβερίσι της Τουρκίας με ΗΠΑ και ΕΕ θα δώσει κάποια στιγμή καρπούς. Και τότε ο μεγάλος χαμένος θα είναι τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού και κυπριακού λαού. Γι' αυτό οι δηλώσεις Ντάνκαν ας μας κάνουν σοφότερους. Χρειάζεται επειγόντως αναπροσανατολισμός.


δημοσιεύθηκε στο περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 28, 2019, σελ. 408-424

Μέχρι το 1990 τα επιτεύγματα της κουβανικής επανάστασης υπήρξαν σημαντικά. Ειδικά τη δεκαετία του 1970 και 1980 η οικονομία της Κούβας αναπτυσσόταν κατά 10% κάθε χρόνο. Ο ρυθμός αύξησης της κατανάλωσης των εργαζομένων αυξανόταν κατά 2,8% ετησίως. Οι κοινωνικές δαπάνες κατ' άτομο αυξάνονταν 7,1% ετησίως. Ο μέσος εργαζόμενος στην Κούβα είχε αναμφισβήτητα καλύτερο επίπεδο ζωής από τον μέσο εργαζόμενο στην Καραϊβική αλλά και σε όλη τη Λ. Αμερική. Ιδιαίτερα υψηλό ήταν και παραμένει το επίπεδο της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, το οποίο μπορεί να συγκριθεί με τα υψηλότερα επίπεδα των πλέον αναπτυγμένων χωρών. Το προσδόκιμο ζωής, που ήταν 41 έτη το 1958 είχε ανεβεί το 1985 ήδη στα 74,2 έτη. Σήμερα το προσδόκιμο ζωής σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ βρίσκεται στα 79 έτη για τους άντρες και στα 81 για τις γυναίκες. Η Κούβα διαθέτει την υψηλότερη αναλογία γιατρών προς τον πληθυσμό σε όλο τον κόσμο. Διαθέτει επίσης πολύ υψηλής ποιότητας φαρμακευτική βιομηχανία. Ήδη τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την επανάσταση εξαλείφθηκε ταχύτατα ο αναλφαβητισμός. Το 1958 υπήρχαν 1 εκατομμύριο αναλφάβητοι (23,6% του πληθυσμού άνω των 10 ετών), 1 εκατομμύριο ημιαναλφάβητοι, 600 χιλιάδες παιδιά που δεν πήγαιναν σχολείο και 10 χιλιάδες άνεργοι δάσκαλοι. Στις μέρες μας η Κούβα διαθέτει την υψηλότερη αναλογία εκπαιδευτικών προς τον πληθυσμό σε όλο τον κόσμο1.
Από το 1991 η διεθνής κατάσταση άλλαξε δραματικά. Η χώρα έχασε τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους εξαιτίας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Όχι μόνο απώλεσε τις “δίκαιες εμπορικές σχέσεις” με τα σοσιαλιστικά κράτη2 αλλά βρέθηκε πλήρως απομονωμένη, χωρίς να μπορεί να πουλήσει ή να αγοράσει τα στοιχειώδη στην παγκόσμια αγορά. Ο αποκλεισμός των ΗΠΑ, που είχε επιβληθεί με την επικράτηση της επανάστασης και ήταν ήδη δυσβάσταχτος, απέκτησε καταθλιπτική επίδραση. To ΑΕΠ της Κούβας έπεσε τουλάχιστον κατά 35%. Το βιοτικό επίπεδο του λαού σημείωσε δραματική πτώση. Διαφυλάχτηκαν ωστόσο οι σημαντικότερες κατακτήσεις σε υγεία και παιδεία.
Για να επιβιώσει, η Κούβα προσανατολίστηκε στην ελεγχόμενη συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο στον τομέα ιδίως του τουρισμού και σε ένα περιορισμένο άνοιγμα στην αγροτική μικροϊδιοκτησία. Σε συνθήκες πλήρους καπιταλιστικής απομόνωσης η χώρα ήταν αναγκασμένη να προβεί σε ελεγχόμενο, περιορισμένο άνοιγμα στις εμπορευματικές σχέσεις, προκειμένου να επιβιώσει και να επιτύχει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Για τον ίδιο λόγο διατήρησε τη δημόσια ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και τον κρατικό σχεδιασμό στην οικονομία. Η πολιτική αυτή αποτυπώθηκε στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 1992.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται, αργά και επίπονα αλλά σταθερά. Τα δομικά όμως προβλήματα δεν έπαψαν να υπάρχουν εφόσον και ο διεθνής περίγυρος παρέμεινε εχθρικός. Σήμερα, υπό την επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχει πληγεί ο τουρισμός, μια από τις βασικές πηγές εισοδήματος της Κούβας. Ο αριθμός των τουριστών μειώθηκε λόγω της πτώσης των εισοδημάτων των εργαζομένων στις καπιταλιστικές χώρες. Οι τιμές των ειδών εισαγωγής αυξήθηκαν δραματικά. Μόνο για το 2011 η αύξηση των διεθνών τιμών προκάλεσε μια επιπλέον επιβάρυνση 800 εκατομμυρίων δολαρίων στις εισαγωγές της Κούβας.
Παράλληλα, η τιμή του βασικού εξαγώγιμου αγαθού της, του περιζήτητου άλλοτε νικελίου, έχει υποχωρήσει στο 1/3 της τιμής του 2008. Η αγροτική παραγωγή παραμένει προβληματική λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας. Οι καταστροφές από τους τυφώνες που σάρωσαν τα τελευταία χρόνια το νησί δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν 1% το 2014, 4,4% το 2015, 1,6% το 2017, 2% το 2018. Παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα της κουβανικής οικονομίας κρίνονται σχετικά θετικά, δεδομένων των επιπτώσεων της παγκόσμιας κρίσης που επιδρούν αρνητικά στην οικονομία όλης της Λατινικής Αμερικής3.


Οι νέες οικονομικές κατευθύνσεις

Η οικονομική κρίση, λοιπόν, μαζί με μια σειρά συγκυριακούς παράγοντες και χρόνιες αδυναμίες του οικονομικού συστήματος της Κούβας οδήγησαν την ηγεσία της χώρας στην απόφαση να εισηγηθεί μια σειρά περαιτέρω αλλαγές στο 6ο και 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας (2011 και 2016 αντίστοιχα)4. Επιχειρείται έκτοτε ένα ευρύτερο άνοιγμα στις εμπορευματικές σχέσεις. Υιοθετήθηκε η “επικαιροποίηση του κουβανικού σοσιαλιστικού μοντέλου”5. Ορισμένοι αναλυτές τείνουν ίσως να την ερμηνεύουν όχι ως αναγκαστική, ιστορικά προσωρινή, περιορισμένη παραχώρηση στις καπιταλιστικές σχέσεις αλλά ως ένα αυτοτελές οικονομικό μοντέλο, πράγμα που σημαίνει ότι αντικειμενικά θεωρείται προθάλαμος της καπιταλιστικής παλινόρθωσης6.
Βασικοί οικονομικοί στόχοι της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής είναι η άνοδος της αγροτικής παραγωγής, η αύξηση της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Δίνονται κίνητρα μετακίνησης σε αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες ώστε να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή. Παραχωρούνται (για ατομική ή συνεταιριστική εκμετάλλευση) εκτάσεις που μέχρι πρόσφατα έμεναν ακαλλιέργητες. Στόχος είναι η υποκατάσταση των εισαγωγών τροφίμων και η διατροφική επάρκεια της Κούβας.
Παράλληλα, στον τομέα των υπηρεσιών (εστιατόρια, ταξί κλπ) έχει επιτραπεί η ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή και η συνένωση των ατομικών παραγωγών σε συνεταιρισμούς. Το τελευταίο δεν είναι εντελώς νέο για την κουβανική κοινωνία. Με τα νέα μέτρα καταβάλλεται προσπάθεια να υπάρξει ένας εξορθολογισμός αφού τέτοιες δραστηριότητες υπήρχαν είτε νόμιμα είτε παράνομα. Με τη νομιμοποίηση τέτοιων επιχειρήσεων επιχειρήθηκε να ελεγχθεί οικονομικά, άρα και κοινωνικά, το τμήμα αυτό του πληθυσμού που είχε συσσωρεύσει παράνομα εισοδήματα.
Πεντακόσιες χιλιάδες εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν από τον υπερπλήρη δημόσιο τομέα της οικονομίας στις νέες αυτές δραστηριότητες. Σήμερα το 13% του εργατικού δυναμικού ανήκει πλέον στην κατηγορία των αυτοαπασχολουμένων με ή χωρίς προσωπικό. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ανόδου της παραγωγικότητας των κρατικών επιχειρήσεων τους παραχωρήθηκε επίσης μεγαλύτερη αυτονομία στις οικονομικές αποφάσεις. Η αυτοτέλεια αυτή δεν έχει οδηγήσει στην πλήρη αυτονόμησή τους και στην κατάργηση του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού. Καρπός αυτών των πολιτικών είναι το Σύνταγμα του 2019, το οποίο τις θεσμοποιεί αλλά χαράσσει και κατευθύνσεις για το μέλλον.


Η διαδικασία προς το νέο Σύνταγμα

H διαδικασία υιοθέτησης νέου Συντάγματος ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2018 με την δημοσιοποίηση του σχεδίου στο οποίο κατέληξε η Εθνοσυνέλευση μετά από συζήτηση κάποιων μηνών. Ακολουθήθηκε η διαδικασία που όριζε το άρθρο 137 του ισχύοντος Συντάγματος. Δηλαδή, το νέο Σύνταγμα έπρεπε να ψηφιστεί από τουλάχιστον 2/3 των βουλευτών της Εθνοσυνέλευσης. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε δημοψήφισμα, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 137, καθώς κάποιες από τις αλλαγές αφορούσαν θέματα σχετικά με την κατάστρωση των αρμοδιοτήτων των οργάνων εξουσίας και τα δικαιώματα.
Ωστόσο, δεν πρόκειται ακριβώς για αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι Κουβανοί ιθύνοντες την χαρακτηρίζουν ολική αναθεώρηση7. Στις τελικές διατάξεις του νέου Συντάγματος ορίζεται ότι καταργείται το Σύνταγμα του 1976/78/92/028. Εξάλλου, ο συνολικός αριθμός και κυρίως η διάταξη των άρθρων διαφέρουν στο σημερινό Σύνταγμα.
Το σχέδιο Συντάγματος υποβλήθηκε σε διάλογο στην κοινωνία που διάρκεσε 4 μήνες9. Πραγματοποιήθηκαν πάνω από 130 χιλιάδες συνελεύσεις σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους. Συμμετείχαν σχεδόν 9 εκατομμύρια άνθρωποι. Πάνω από ένα εκατομμύριο 700 χιλιάδες πολίτες πήραν το λόγο και διατύπωσαν παρατηρήσεις επί του σχεδίου Συντάγματος. Με βάση αυτές έγιναν από την αρμόδια επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης τροποποιήσεις στο σχέδιο Συντάγματος.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ουσιαστική συζήτηση και έγιναν νέες τροποποιήσεις από τους βουλευτές στην Εθνοσυνέλευση10. Το τελικό κείμενο ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο του 2018. Ψηφίστηκε ομόφωνα από τους παρόντες. Απουσίαζαν ελάχιστοι μόνο βουλευτές. Η σύγκριση του αρχικού σχεδίου και του τελικού κειμένου δείχνει ότι έγιναν ουσιαστικές και όχι μόνο δευτερεύουσες αλλαγές. Στη συνέχεια τυπώθηκε σε πολλά εκατομμύρια αντίτυπα και τέθηκε σε δημοψήφισμα για έγκριση ή απόρριψη από το εκλογικό σώμα στις 24 Φεβρουαρίου 2019.
Το νέο Κουβανικό Σύνταγμα παρουσιάζει καινοτομίες σε τρεις βασικούς τομείς: στις διατάξεις που αφορούν στην οικονομία, στην οργάνωση των κεντρικών οργάνων εξουσίας και στην κατάστρωση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Το νέο Σύνταγμα έρχεται να επικυρώσει μια σειρά αλλαγές που έχουν ήδη γίνει στην κοινωνικο-οικονομική και πολιτική πραγματικότητα της Κούβας, κυρίως όμως ανοίγει νέους δρόμους με τις καινούργιες συνταγματικές ρυθμίσεις που εισάγει.
Αναβαθμίζεται ο ρόλος του ίδιου του Συντάγματος και του νομικού συστήματος. Αυτό φαίνεται ιδίως από το άρθρο 1 που ορίζει την Κούβα ως σοσιαλιστικό κράτος δικαίου και από το άρθρο 7 που ξεκαθαρίζει ότι το Σύνταγμα είναι ο ανώτατος νομικός κανόνας.
Το σημερινό Κουβανικό Σύνταγμα ακολουθεί την παράδοση των προηγούμενων Κουβανικών Συνταγμάτων αλλά και των Συνταγμάτων των σοσιαλιστικών κρατών του 20ού αιώνα, τα οποία διέθεταν ειδικό κεφάλαιο ή ομάδα άρθρων σχετικών με την οικονομία. Το κεφάλαιο ακολουθεί αμέσως μετά τις πρώτες, γενικές κατευθυντήριες διατάξεις. Το οικονομικό Σύνταγμα του σημερινού Συντάγματος περιλαμβάνεται στα άρθρα 18 έως 31. Τέσσερα ειδικότερα σημεία πρέπει να αναλυθούν: τα θεμέλια του οικονομικού συστήματος, ο σχεδιασμός της οικονομίας, οι μορφές ιδιοκτησίας και το εύρος του δημόσιου τομέα.


Τα θεμέλια του οικονομικού συστήματος

Το πρώτο είναι ο καθορισμός του οικονομικού συστήματος. Αυτό γίνεται στα άρθρα 18 και 19. Το άρθρο 18 δίνει ήδη με σαφήνεια το περίγραμμα. Ορίζει πως στην Κούβα κυριαρχεί το οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην σοσιαλιστική ιδιοκτησία όλου του λαού στα βασικά μέσα παραγωγής, ως κύρια (αλλά όχι μοναδική) μορφή ιδιοκτησίας, και στη σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας. Το οικονομικό σύστημα προσδιοριζόταν καταρχήν με τον ίδιο τρόπο στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1992. Εκεί, στο άρθρο 14 χρησιμοποιούνταν η ίδια διατύπωση περί οικονομικού συστήματος βασισμένου στη σοσιαλιστική ιδιοκτησία όλου του λαού στα βασικά μέσα παραγωγής. Υπάρχουν όμως δυο διαφορές.
Η πρώτη συνίσταται στο ότι το προγενέστερο άρθρο δεν προσδιόριζε τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία όλου του λαού ως κύρια. Η ανάγκη να προσδιοριστεί ως κύρια προέκυψε σήμερα καθώς το Σύνταγμα αναγνωρίζει, όπως θα φανεί αμέσως παρακάτω και την ιδιωτική ιδιοκτησία.
Η δεύτερη διαφορά έγκειται στο ότι η προγενέστερη διατύπωση ανέφερε την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή την εξάλειψη των καπιταλιστικών σχέσεων. Το σημερινό Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει τέτοιο εδάφιο προφανώς γιατί, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, αναγνωρίζει έστω και περιορισμένα την ιδιωτική ιδιοκτησία σε κάποια μέσα παραγωγής.
Να σημειωθεί ότι το Κουβανικό Σύνταγμα του 1976, πριν δηλαδή την αναθεώρησή του το 1992, στο άρθρο 14 αναφερόταν στην σοσιαλιστική ιδιοκτησία όλου του λαού στα μέσα παραγωγής γενικά και όχι μόνο στα βασικά μέσα παραγωγής. Η αλλαγή αυτή έγινε το 1992 και διατηρείται και σήμερα εξαιτίας του γεγονότος ότι η Κούβα διεύρυνε το πεδίο δράσης της μικροϊδιοκτησίας.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στο ακροτελεύτιο άρθρο 229 του σημερινού Συντάγματος αναφέρεται ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το άρθρο 4 του Συντάγματος το οποίο ορίζει πως το σοσιαλιστικό σύστημα που κυρώνεται από το παρόν Σύνταγμα είναι οριστικό. Το στοιχείο αυτό ενισχύεται και από την αναφορά του προοιμίου στο ότι η Κούβα δεν θα επιστρέψει ποτέ στον καπιταλισμό. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή αναφορά προστέθηκε στο προοίμιο κατόπιν αιτήματος που προέκυψε κατά τη δημόσια συζήτηση. Με τον ίδιο τρόπο ενσωματώθηκαν στο προοίμιο και στο άρθρο 5 αναφορές στον κομμουνισμό ως στόχο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης11.
Στο δημόσιο διάλογο κατατέθηκαν 30 προτάσεις για να εξαλειφθεί ο όρος σοσιαλιστικό σύστημα και σοσιαλιστική οικονομία και 262 προτάσεις για να απαλειφθεί το άρθρο που αναφέρεται στον καθοδηγητικό ρόλο του ΚΚ Κούβας. Υπήρξαν αντίθετα 4 χιλιάδες 800 προτάσεις για να μετονομαστεί η χώρα από Κουβανική Δημοκρατία σε Κουβανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Καμιά από τις παραπάνω προτάσεις αυτές δεν έγινε δεκτή12.


Ο σχεδιασμός της οικονομίας

Στα θεμελιώδη στοιχεία του οικονομικού συστήματος τα άρθρα 18 και 19 του σημερινού Συντάγματος ορίζουν τη σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας. Το ίδιο συνέβαινε με το άρθρο 16 του Συντάγματος του 1992. Η διαφοροποίηση του σημερινού Συντάγματος έγκειται στην προσθήκη ότι η σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας λαμβάνει υπόψη, ρυθμίζει και ελέγχει την αγορά με βάση τα συμφέροντα της κοινωνίας. Αναγνωρίζεται δηλαδή συνταγματικά η ύπαρξη αγοράς αλλά παράλληλα αυτή εντάσσεται στο ρυθμιστικό έλεγχο και στο πλαίσιο που ορίζει το κράτος μέσω του σχεδιασμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 19, ο κρατικός σχεδιασμός αποτελεί το κεντρικό συστατικό της οικονομικής διεύθυνσης και φροντίζει ιδίως για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Το κράτος διευθύνει, ρυθμίζει και ελέγχει την οικονομική δραστηριότητα σε όφελος της κοινωνίας.
Μια σημαντική πλευρά του σχεδιασμού είναι η λαϊκή συμμετοχή σε αυτόν. Η εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα έδειξε ότι ο κεντρικός σχεδιασμός στα κράτη που οικοδομούσαν μια σοσιαλιστική κοινωνία κατέληξε από ένα σημείο και έπειτα να είναι αναποτελεσματικός καθώς αποτελούσε προϊόν γραφειοκρατικών αποφάσεων της ηγεσίας και όχι καρπό της λαϊκής συμμετοχής και βούλησης.
Το σημερινό Κουβανικό Σύνταγμα αφιερώνει ένα ξεχωριστό άρθρο στο ζήτημα αυτό. Στο άρθρο 20 ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι συμμετέχουν στις διαδικασίες σχεδιασμού, ρύθμισης και ελέγχου της οικονομίας, ενώ για τα ειδικότερα σχετικά θέματα παραπέμπει, όπως είναι φυσικό, στην κοινή νομοθεσία. Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι στο σχέδιο Συντάγματος που κατατέθηκε αρχικά, υπήρχε μεν αναφορά στη συμμετοχή των εργαζομένων στο σχεδιασμό όχι σε ξεχωριστό άρθρο αλλά ως δεύτερη παράγραφος στο άρθρο περί κρατικού οικονομικού σχεδιασμού. Από τη συζήτηση που διεξήχθη προέκυψε η ανάγκη αναβάθμισης της διάταξης σε ξεχωριστό άρθρο.
Σύμφωνα με τις αναλύσεις των Κουβανών ειδικών, ως συμμετοχή των εργαζομένων δεν νοείται η “αυτοδιαχείριση” γιουγκοσλαβικού τύπου ή οι ανάλογες εφαρμογές στη Σοβιετική Ένωση επί Γκορμπατσόφ. Οι εμπειρίες αυτές συνιστούσαν στην πραγματικότητα αποδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού και μετέτρεπαν τις επιχειρήσεις σε συλλογική ιδιοκτησία των εργαζομένων κάθε επιχείρησης. Αναιρούσαν έτσι τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και τη δημόσια ιδιοκτησία. Συμμετοχή των εργαζομένων σημαίνει τη συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων σε επιχειρησιακό και πανεθνικό επίπεδο μαζί με τους εργαζόμενους όλων των άλλων επιχειρήσεων και παραγωγικών κλάδων13.
Και στα προηγούμενα Κουβανικά Συντάγματα υπήρχαν αναφορές στη συμμετοχή των εργαζομένων και γενικότερα της κοινωνίας στη χάραξη του σχεδιασμού. Στο Σύνταγμα του 1976 το άρθρο 16, που αφορούσε τον κρατικό σχεδιασμό της οικονομίας και τους στόχους του αναφερόταν επίσης στη λαϊκή συμμετοχή κατά την επεξεργασία και εφαρμογή των οικονομικών πλάνων. Στο Σύνταγμα του 1992 υπήρχε μια πιο εμφατική αναφορά με μια ξεχωριστή δεύτερη παράγραφο στο άρθρο 16.
Αξιοσημείωτη εδώ είναι η διαφοροποιημένη κουβανική συνταγματική παράδοση σε σχέση με την εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης. Στο Σύνταγμα του 1977 της τελευταίας, στο οικείο άρθρο 16 που αφορούσε στον κρατικό οικονομικό σχεδιασμό δεν υπήρχε καμιά αναφορά στη συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτόν14. Ούτε το άρθρο 11 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1936 είχε κάποια σχετική αναφορά στη συμμετοχή των εργαζομένων στον κρατικό οικονομικό σχεδιασμό15. Σχετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το άρθρο 9 του Συντάγματος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Υπήρχε μια πολύ αδύναμη διατύπωση ότι ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας συνδεόταν με την πρωτοβουλία των εργαζομένων και όχι με τη συμμετοχή τους στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής και στη λήψη των σχετικών αποφάσεων16.

Οι μορφές ιδιοκτησίας

Το νέο Κουβανικό Σύνταγμα αναγνωρίζει ρητά για πρώτη φορά την ιδιωτική ιδιοκτησία. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 22 αναφέρονται οι μορφές ιδιοκτησίας: η σοσιαλιστική όλου του λαού (κρατική), η συνεταιριστική, η ιδιοκτησία των πολιτικών, συνδικαλιστικών και άλλων οργανώσεων, η ιδιωτική, η μικτή, η ιδιοκτησία των διάφορων ενώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και η προσωπική.
Όλες οι μορφές ιδιοκτησίας, πλην της ιδιωτικής, αναγνωρίζονταν ήδη με το Σύνταγμα του 1992. Το Σύνταγμα του 1976 δεν περιελάμβανε την ιδιωτική αλλά ούτε τη μικτή ιδιοκτησία. Και τα δυο όμως αυτά προηγούμενα συνταγματικά κείμενα αναγνώριζαν την ιδιοκτησία των μικρών αγροτών, εκείνων δηλαδή που δεν συμμετείχαν στους αγροτικούς συνεταιρισμούς.
Ως ιδιωτική ιδιοκτησία ορίζεται στο σημερινό άρθρο 22 εκείνη που ασκείται πάνω σε συγκεκριμένα μέσα παραγωγής από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εγχώρια ή του εξωτερικού. Ο ρόλος της όμως προσδιορίζεται συγκεκριμένα, ως συμπληρωματικός στην οικονομία. Ο βασικός τομέας της οικονομίας είναι ο δημόσιος. Στο ζήτημα αυτό υπήρξε πλούσιος διάλογος στην κουβανική κοινωνία ακόμη και πριν την συζήτηση του σχεδίου Συντάγματος. Διατυπώθηκαν απόψεις, που δεν επικράτησαν, οι οποίες υποστήριζαν ότι ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην οικονομία17.
Όπως είναι εμφανές από τη διατύπωση του άρθρου του Συντάγματος, η αναγνώριση της ιδιωτικής οικονομίας δεν περιλαμβάνει μόνο την ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς μίσθωση εργατικής δύναμης. Μπορεί να περιλαμβάνει και επιχειρήσεις μεσαίου χαρακτήρα που μισθώνουν εργατική δύναμη. Το Σύνταγμα του 1992 στο άρθρο 21, διασφάλιζε την ιδιοκτησία επί μέσων και εργαλείων, ατομικών ή οικογενειακών, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μίσθωση – εκμετάλλευση εργασίας άλλου προσώπου.
Ωστόσο, και το σημερινό Σύνταγμα περιλαμβάνει περιορισμούς στην ιδιωτική ιδιοκτησία, όπως φάνηκε από τον ορισμό της που περιέχει το σχετικό άρθρο. Επιπλέον, υπάρχει το άρθρο 30 το οποίο επιτάσσει ότι το κράτος ρυθμίζει τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε φυσικά ή νομικά μη κρατικά πρόσωπα ώστε να επιτυγχάνεται η δικαιότερη αναδιανομή του πλούτου και να μην διαταράσσονται τα όρια των σοσιαλιστικών αξιών της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Η συγκεκριμενοποίηση του άρθρου αυτού παραπέμπεται στο νόμο. Στην αρχική του διατύπωση το άρθρο όριζε ότι το κράτος ρυθμίζει τη μη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας στα ανωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η προσθήκη για την αναδιανομή του πλούτου έγινε μετά τη δημόσια συζήτηση18. Στις σχετικές αναλύσεις της Κουβανικής ηγεσίας τονίζεται αυτό που προκύπτει και από το γράμμα του Συντάγματος, ότι δηλαδή η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν είναι η κυρίαρχη μορφή19.
Στο άρθρο 28 προβλέπεται η συνεργασία του κράτους με τις ξένες επενδύσεις με σεβασμό στην εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία, στην προστασία και ορθολογική αξιοποίηση των φυσικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού.


Το εύρος του δημόσιου τομέα

Συνέπεια των ανωτέρω διαφοροποιήσεων είναι ο σχετικός αναπροσδιορισμός του δημόσιου τομέα της οικονομίας, όπως προκύπτει από την ανάλυση των συνταγματικών διατάξεων. Το Σύνταγμα του 2019 διακρίνει το δημόσιο τομέα σε δυο ειδικότερες κατηγορίες. Η μία ρυθμίζεται στο άρθρο 23 και η άλλη στο άρθρο 24.
Το άρθρο 23 ορίζει ότι στο δημόσιο ανήκουν η γη (εκτός της ιδιοκτησίας των συνεταιρισμών και των μικροϊδιοκτητών), το υπέδαφος, τα ορυχεία, τα δάση, οι παραλίες, τα ύδατα. Αυτή η κατηγορία δημόσιας ιδιοκτησίας δεν επιτρέπεται να μεταβιβαστεί για κανένα λόγο. Επιτρέπεται μόνο να παραχωρηθούν άλλα δικαιώματα (πχ. εκμετάλλευσης ή χρήσης), με την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος και για λόγους οικονομικής ανάπτυξης, με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι δεν θίγονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά θεμέλια του κράτους.
Με βάση το άρθρο 24 στο κράτος ανήκουν επίσης όλες οι υποδομές γενικού συμφέροντος, οι βασικές βιομηχανίες, οι οικονομικές και κοινωνικές εγκαταστάσεις και γενικά επιχειρήσεις που έχουν στρατηγικό χαρακτήρα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Αγαθά που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία δημόσιας ιδιοκτησίας μπορεί να μεταβιβαστούν κατ' ιδιοκτησία, μόνο κατ' εξαίρεση, με την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους, για λόγους οικονομικής ανάπτυξης και με την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά θεμέλια του κράτους.
Το κράτος έχει τη δυνατότητα (άρθρα 25 και 26) να δημιουργεί κρατικές επιχειρήσεις και άλλους οικονομικού χαρακτήρα θεσμούς προκειμένου να αναπτύσσει παραπέρα τις παραγωγικές δραστηριότητες και τις υπηρεσίες. Οι κρατικές επιχειρήσεις αποτελούν με βάση το άρθρο 27 το βασικό υποκείμενο της εθνικής οικονομίας.
Το Σύνταγμα του 1992 στο άρθρο 15 καθόριζε με συγκεκριμένο τρόπο ότι οι επιχειρήσεις που εθνικοποιήθηκαν στην επανάσταση ή αυτές που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια καθώς και το υπέδαφος, τα ορυχεία κλπ. ανήκουν στο δημόσιο. Πρακτικά δηλαδή περιελάμβανε το σύνολο των υπαρχόντων επιχειρήσεων, πλην των εκτάσεων που ανήκαν στους συνεταιρισμούς και των εκτάσεων των μικρών αγροτών. Επέτρεπε τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας τους, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου και με την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά θεμέλια του κράτους.
Στην εκδοχή του Συντάγματος του 1976, στο οικείο άρθρο 15 όχι μόνο οι παραπάνω κατηγορίες αλλά το σύνολο των επιχειρήσεων ανήκε στο κράτος. Δεν προβλεπόταν δυνατότητα παραχώρησης κυριότητας ή άλλων δικαιωμάτων επί αυτών.
Έχει σημασία πάντως να σημειωθεί ότι στην αρχική εκδοχή, που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2018 και τέθηκε σε συζήτηση, το Σύνταγμα δεν περιελάμβανε το άρθρο 24. Επιπλέον, η παραχώρηση δικαιωμάτων επί της κατηγορίας δημόσιας ιδιοκτησίας του άρθρου 23 δεν ήταν τόσο συγκεκριμένα και αυστηρά οριοθετημένη. Έπειτα από την παλλαϊκή συζήτηση και τις ανησυχίες που εκφράστηκαν, θεωρήθηκε αναγκαία η προσθήκη του άρθρου 24 και ο αυστηρότερος προσδιορισμός της μεταβίβασης δικαιωμάτων.
Στο Σύνταγμα του 2019 δεν υφίσταται διάταξη που να αναφέρεται στο εξωτερικό εμπόριο. Το Σύνταγμα του 1976 όριζε ρητά μέσω του άρθρου 18 ότι το εξωτερικό εμπόριο αποτελεί αποκλειστική λειτουργία του κράτους. Η αναθεώρηση του 1992, στο ίδιο άρθρο, όριζε ότι το κράτος διευθύνει και ελέγχει το εξωτερικό εμπόριο αλλά έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να εξουσιοδοτήσει κρατικές επιχειρήσεις, φυσικά ή νομικά πρόσωπα στη διεξαγωγή του εξωτερικού εμπορίου.


Σύγκριση με το Κινεζικό Σύνταγμα

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορές ανάμεσα στο νέο Κουβανικό Σύνταγμα και σε εκείνο της Κίνας. Η σύγκριση είναι χρήσιμη καθώς και οι δύο χώρες προέρχονται από επαναστατικές προσπάθειες οικοδόμησης του σοσιαλισμού κατά τον 20ό αιώνα. Επιπλέον, υπάρχει η αίσθηση ότι η Κούβα ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο, με χρονική καθυστέρηση, τον κινεζικό δρόμο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης.
Το Κινεζικό σοσιαλιστικό Σύνταγμα του 1982 αναθεωρήθηκε ριζικά το 199320. Τότε τροποποιήθηκαν πολλές και σημαντικές διατάξεις του που αφορούσαν στην οικονομία. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο Συντάγματα (Κινεζικό μετά το 1993 και Κουβανικό του 2019) είναι αξιοπρόσεκτες. Ενώ το άρθρο 6 του Κινεζικού Συντάγματος αναφέρει ως θεμέλιο του οικονομικού συστήματος της σοσιαλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όπως δηλαδή το Κουβανικό, στο άρθρο 15 του Κινεζικού έχει επέλθει μια ουσιαστική μεταβολή αφού ορίζεται ότι “το κράτος εφαρμόζει τη σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς”. Ο συγκεκριμένος όρος είναι ποιοτικά διαφορετικός από από το “οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην παλλαϊκή σοσιαλιστική ιδιοκτησία των βασικών μέσων παραγωγής”, που υιοθετεί το Κουβανικό Σύνταγμα.
Αυτό μάλιστα υπογραμμίζεται από τους εισηγητές του νέου Συντάγματος της Κούβας, ότι δηλαδή δεν υιοθετείται η σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς. Σημειώνεται παράλληλα ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία προϋπήρχε του σημερινού Συντάγματος και άρα δεν υφίσταται ποιοτική διαφοροποίηση στο ζήτημα αυτό21.
Ακόμη περισσότερο, το Κινεζικό Σύνταγμα υιοθέτησε με την αναθεώρηση του 1999 τη διατύπωση του άρθρου 11 βάσει της οποίας οι μορφές μη δημόσιας οικονομίας “συγκροτούν ένα σημαντικό τμήμα της σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς”. Αναβάθμισε έτσι τη θέση της ιδιωτικής οικονομίας. Στην αναθεώρηση μάλιστα του 2004 προστέθηκε εδάφιο στο άρθρο 11 που καθορίζει ότι «Το Κράτος ενθαρρύνει, υποστηρίζει και προσανατολίζει την ανάπτυξη της μη δημόσιας οικονομίας και διασφαλίζει τον έλεγχο και τη διαχείριση αυτού του τομέα σύμφωνα με το νόμο». Αυτό σημαίνει ότι το κράτος ελέγχει και προσανατολίζει την ιδιωτική οικονομία αλλά ενθαρρύνει και υποστηρίζει την ανάπτυξή της. Το Κουβανικό Σύνταγμα προβλέπει ρητά, όπως προαναφέρθηκε συμπληρωματικό ρόλο στην ιδιωτική οικονομία.
Η δεύτερη σημαντική διαφορά είναι ότι στο άρθρο 18 και 19 του Κουβανικού Συντάγματος ορίζεται ότι βασικό στοιχείο του οικονομικού συστήματος είναι ο σχεδιασμός της οικονομίας. Καθόλου τυχαία, όπως προαναφέρθηκε, τα δυο πρώτα άρθρα του σχετικού κεφαλαίου, θεμελιώνουν το σχεδιασμό της οικονομίας.
Αντίθετα, το Κινεζικό Σύνταγμα στη μετά την αναθεώρηση του 1993 εκδοχή του δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στη σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας. Κάνει λόγο για μακροοικονομική παρέμβαση του κράτους μέσω της οικονομικής νομοθεσίας με στόχο τις αναγκαίες προσαρμογές. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από τον κεντρικό σχεδιασμό. Αποτελεί μόνο εργαλείο κρατικής παρέμβασης για να αμβλύνονται και να αποτρέπονται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οι παρενέργειες της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων. Συνιστά δηλαδή ένα ισχυρό εργαλείο για κεϋνσιανού τύπου κρατική παρέμβαση στην οικονομία22.


Η Εθνοσυνέλευση

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή που επιφέρει το νέο Σύνταγμα αφορά στην οργάνωση των εξουσιών. Μέχρι τώρα η Κούβα διέθετε μια κεντρική Εθνική Συνέλευση Λαϊκής Εξουσίας με περίπου 600 μέλη, η οποία συνταγματικά ήταν το ανώτατο όργανο. Η Εθνοσυνέλευση αυτή όμως εκχωρούσε στην πραγματικότητα τις τρέχουσες λειτουργίες της στο εκλεγμένο από αυτήν Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο από το Σύνταγμα είχε 31 μέλη. Επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας ήταν το υπουργικό συμβούλιο το οποίο εκλεγόταν από την Εθνοσυνέλευση, λογοδοτούσε ή και ανακαλούνταν από αυτήν. Ο πρόεδρος της κυβέρνησης ήταν, από το Σύνταγμα και πρόεδρος του Συμβουλίου του Κράτους, αρχηγός του κράτους και της κυβέρνησης ταυτόχρονα. Στη θέση αυτή εκλεγόταν ο Α' γραμματέας του ΚΚ Κούβας.
Με το σημερινό Σύνταγμα η Εθνική Συνέλευση Λαϊκής Εξουσίας παραμένει, με βάση το γράμμα του Συντάγματος το ανώτατο όργανο εξουσίας. Η Εθνοσυνέλευση εκλέγεται για πέντε χρόνια και συνέρχεται σε σύνοδο δυο φορές το χρόνο. Στο ενδιάμεσο σχεδόν όλες τις αρμοδιότητες και λειτουργίες της αναλαμβάνει το Συμβούλιο του Κράτους.
Η Εθνοσυνέλευση ψηφίζει τους νόμους, ερμηνεύει το Σύνταγμα. Μπορεί να ακυρώνει τα νομοθετικά διατάγματα του Συμβουλίου του Κράτους, τα διατάγματα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της κυβέρνησης, τις αποφάσεις των κατώτερων οργάνων εξουσίας όταν έρχονται σε αντίθεση με το νόμο ή το Σύνταγμα. Εκλέγει και ανακαλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό, τα άλλα μέλη της κυβέρνησης.
Η διαφορά τώρα έγκειται στο ότι δεν ορίζεται από το Σύνταγμα ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου του Κράτους. Επιπλέον, ορίζεται ρητά ότι τα μέλη του είναι βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης αλλά δεν μπορούν παράλληλα να είναι μέλη του υπουργικού συμβουλίου ή άλλων οργάνων εξουσίας. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως σχετική αναβάθμιση του ρόλου του. Ο πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης είναι παράλληλα πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του Κράτους. Το Συμβούλιο του Κράτους ψηφίζει νομοθετικά διατάγματα και έχει σχεδόν όλες τις αρμοδιότητες της Εθνοσυνέλευσης. Δεν μπορεί όμως να παύσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρωθυπουργό.
Συνολικά η κατάστρωση των διατάξεων για την Εθνοσυνέλευση και το Συμβούλιο του Κράτους δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν δραστικά το χρόνιο πρόβλημα της σχετικής υποβάθμισης της Εθνοσυνέλευσης έναντι της εκτελεστικής εξουσίας. Πρόκειται για ζήτημα που απασχολεί τους επιστημονικούς και πολιτικούς κύκλους της χώρας23.
Συζήτηση υπάρχει και για το εκλογικό σύστημα με το οποίο εκλέγονται και μπορούν να ανακληθούν οι βουλευτές. Στο πρωτοβάθμιο επίπεδο των εκλογών για τις δημοτικές συνελεύσεις λαϊκής εξουσίας (κάτι αντίστοιχο με τα δημοτικά συμβούλια) οι τοπικές συνελεύσεις των κατοίκων αναδεικνύουν τους υποψηφίους, οι οποίοι πρέπει από το νόμο να είναι περισσότεροι από τις εκλόγιμες θέσεις. Το ΚΚ Κούβας δεν παρουσιάζει ούτε στηρίζει υποψηφιότητες24. Οι τοπικές συνελεύσεις μπορούν να ανακαλέσουν τους αντιπροσώπους τους στις δημοτικές συνελεύσεις25.
Με βάση τον εκλογικό νόμο οι δημοτικές συνελεύσεις λαϊκής εξουσίας έχουν αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη υποψηφίων για την Εθνική Συνέλευση. Εγκρίνουν ή απορρίπτουν τις υποψηφιότητες για την Εθνική Συνέλευση έπειτα από πρόταση της Εθνικής επιτροπής υποψηφιοτήτων. Η τελευταία απαρτίζεται από εκπροσώπους της κεντρικής ένωσης των εργατικών συνδικάτων, των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης, της ομοσπονδίας των μικροκαλλιεργητών, της ομοσπονδίας γυναικών της Κούβας, της ομοσπονδίας των φοιτητικών συλλόγων και των συλλόγων μαθητών μέσης εκπαίδευσης. Μια αξιόλογη πρόταση είναι να προβλεφθεί από το νόμο η υποχρέωση των επιτροπών υποψηφιοτήτων να δημοσιοποιούν τις σχετικές συζητήσεις26. Ακόμη, έχει προταθεί η δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων από τις εκλόγιμες θέσεις να ισχύσει σε όλα τα επίπεδα27.
Ο έλεγχος και η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα. Με βάση τον εκλογικό νόμο όμως, η ανάκληση των βουλευτών της Εθνικής Συνέλευσης δεν μπορεί να γίνει από τα κάτω, ενώ αντίθετα μπορεί να γίνει η ανάκληση των αντιπροσώπων στα δημοτικά συμβούλια. Έχει προταθεί η αλλαγή του εκλογικού νόμου και η υιοθέτηση του μοντέλου της Βενεζουέλας, της Βολιβίας ή του Εκουαδόρ που προβλέπουν ότι αν ένα ποσοστό των εκλογέων της περιφέρειας (20, 30, ή 10%) το ζητήσει, κινείται η διαδικασία του ερωτήματος της ανάκλησης.


Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Η σημαντικότερη καινοτομία που εισάγεται με το σημερινό Σύνταγμα είναι η δημιουργία του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ). Η Κούβα ήταν μέχρι τώρα η μοναδική χώρα της Λ. Αμερικής που δεν διέθετε ΠτΔ ούτε προεδρικό σύστημα. Ακόμη και τα προοδευτικά Συντάγματα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας διατήρησαν την προεδρική μορφή του πολιτεύματος η οποία υπάρχει στα κράτη της περιοχής ήδη από την ίδρυσή τους για μια σειρά ιστορικούς λόγους.
Το σημερινό Κουβανικό Σύνταγμα υιοθετεί κάποιες πλευρές του ημιπροεδρικού συστήματος του Γαλλικού Συντάγματος του 1958. Ο ΠτΔ εκλέγεται από την Εθνοσυνέλευση για 5ετή θητεία (όπως είναι και η θητεία της Εθνοσυνέλευσης), από τα μέλη της, και πρέπει να είναι άνω των 35 ετών και κάτω των 60. Για να εκλεγεί πρέπει να λάβει την απόλυτη πλειοψηφία. Κατά την παλλαϊκή συζήτηση που προηγήθηκε της ψήφισης του Συντάγματος, κατατέθηκαν σε διάφορες συνελεύσεις προτάσεις για εκλογή του ΠτΔ άμεσα από το λαό. Οι προτάσεις αυτές όμως δεν έγιναν αποδεκτές.
Ο ΠτΔ μπορεί να ανακληθεί από την Εθνοσυνέλευση, σε κάποια από τις δύο τακτικές ετήσιες συνόδους της ή σε κάποια έκτακτη, όχι όμως από το Συμβούλιο του Κράτους. Δεν μπορεί να θητεύσει στη θέση αυτή το ίδιο πρόσωπο για πάνω από δύο συνεχόμενες πενταετίες. Μαζί με τον ΠτΔ εκλέγεται και ο Αντιπρόεδρος για τον οποίο επίσης ισχύει ο περιορισμός των δύο θητειών.
Ο ΠτΔ έχει σημαντικές αρμοδιότητες, δεν είναι τυπικός μόνο αρχηγός του κράτους (άρθρο 128). Εκπροσωπεί το κράτος και διευθύνει τη γενική πολιτική του, εσωτερική, εξωτερική, αμυντική. Προτείνει στην Εθνοσυνέλευση τον διορισμό ή την παύση του προσώπου του πρωθυπουργού, των μελών του υπουργικού συμβουλίου, του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της Γενικής Εισαγγελίας, του Εθνικού Εκλογικού Συμβουλίου, των κυβερνητών των επαρχιών.
Ακόμη, ο ΠτΔ συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου του Κράτους και το συγκαλεί όποτε το κρίνει εύλογο. Προεδρεύει στις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου και της εκτελεστικής του επιτροπής. Έχει το δικαίωμα να προτείνει στην Εθνοσυνέλευση και στο Συμβούλιο του Κράτους νομοσχέδια, ακόμη και προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης, παρούσας ή επικείμενης, ο ΠτΔ μπορεί να κηρύξει την κατάσταση πολέμου, ή γενικής επιστράτευσης ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για την ακρίβεια, κατάσταση πολέμου ή τον πόλεμο κηρύσσει η Εθνοσυνέλευση ή το Συμβούλιο του Κράτους μετά από πρόταση του ΠτΔ. Ο ΠτΔ κηρύσσει μόνος του γενική επιστράτευση ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και λογοδοτεί για την απόφασή του αυτή, όσο πιο άμεσα το επιτρέπουν οι συνθήκες, στην Εθνοσυνέλευση ή στο Συμβούλιο του Κράτους. Η επιστράτευση μπορεί να κηρυχθεί μόνο σε ένα μέρος της επικράτειας. Ο νόμος ορίζει ποια από τα συνταγματικά δικαιώματα και υποχρεώσεις ρυθμίζονται με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια αυτή, το Συμβούλιο Άμυνας αναλαμβάνει όλες τις κρατικές εξουσίες με εξαίρεση τη συντακτική εξουσία. Ο ΠτΔ και το Συμβούλιο Άμυνας λογοδοτούν στην Εθνοσυνέλευση μετά το πέρας της κατάστασης αυτής.
Του Συμβουλίου Άμυνας προεδρεύει ο ΠτΔ, ο οποίος επιλέγει τον αντιπρόεδρό του και τα λοιπά μέλη. Το Συμβούλιο Άμυνας έχει υποχρέωση, από το Σύνταγμα να λαμβάνει, ήδη σε καιρό ειρήνης, όλα τα αναγκαία μέτρα για την προετοιμασία και διατήρηση της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Στο Σύνταγμα του 1992 την αρμοδιότητα κήρυξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης είχε ο πρόεδρος του Συμβουλίου του Κράτους που ήταν, όπως σημειώθηκε, παράλληλα και πρωθυπουργός.
Το νέο Σύνταγμα προβλέπει την ύπαρξη πρωθυπουργού. Ως πρωθυπουργός εκλέγεται μέλος της Εθνοσυνέλευσης, με την ψήφο της απόλυτης πλειοψηφίας των βουλευτών κατόπιν πρότασης του ΠτΔ. Είναι υπεύθυνος έναντι της Εθνοσυνέλευσης αλλά και έναντι του ΠτΔ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι στο υπουργικό συμβούλιο συμμετέχει από το Σύνταγμα (άρθρο 134) ο γενικός γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών.
Η συνολική εικόνα των αλλαγών στα κεντρικά όργανα εξουσίας δείχνει μια τάση συγκέντρωσης της εξουσίας που εκφράζεται πρωτίστως με την εισαγωγή του θεσμού του ΠτΔ και τις ευρείες αρμοδιότητές του. Αυτό έρχεται ίσως σε αντίφαση με την ενίσχυση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, όπως φαίνεται στην ενότητα που ακολουθεί.


Τα δικαιώματα

Το νέο Κουβανικό Σύνταγμα επιφέρει αξιοσημείωτες καινοτομίες στα δικαιώματα. Ενσωματώνονται με αξιοπρόσεκτη πληρότητα μια σειρά ατομικά δικαιώματα που προασπίζουν τον πολίτη έναντι των κρατικών οργάνων. Το νέο Κουβανικό Σύνταγμα πραγματοποιεί στον τομέα αυτό ένα πολύ σημαντικό βήμα, όχι μόνο σε σύγκριση με το προϊσχύσαν αλλά και σε σύγκριση με τα σύγχρονα Συντάγματα γενικά.
Κατοχυρώνονται η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η ισότητα έναντι του νόμου ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος, εθνικότητας, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού. Το τεκμήριο αθωότητας, η μη αναδρομικότητα των ποινικών νόμων, η αρχή της δίκαιης δίκης, του φυσικού δικαστή, η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η προστασία της εικόνας και της φωνής του προσώπου (άρθρα 92-100), κατοχυρώνονται επίσης ρητά. Πολλά από αυτά τα δικαιώματα υπήρχαν στην ποινική νομοθεσία της χώρας αλλά τώρα αναβαθμίζονται σε συνταγματικές αρχές28. Κάποια άλλα υπήρχαν ήδη στο προηγούμενο Σύνταγμα και κάποια εμφανίζονται για πρώτη φορά.
Ένα από τα θέματα που συζητήθηκε πολύ στις λαϊκές συνελεύσεις, ήταν το άρθρο 68 του σχεδίου Συντάγματος που, με βάση την πρόταση της κυβέρνησης, έδινε τη δυνατότητα γάμου και ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου. Κατά τις συζητήσεις η πλειοψηφία όσων τοποθετήθηκαν σχετικά διατύπωσε αρνητική γνώμη για την πρόταση. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση τροποποίησε τη σχετική διάταξη για να εναρμονιστεί με τη διαφαινόμενη κοινή γνώμη. Επειδή το θέμα απασχολεί την κοινωνία, θα το θέσει σε ξεχωριστή συζήτηση αργότερα, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του οικογενειακού κώδικα. Σημειωτέο ότι ο κώδικας αυτός, μετά τη συζήτηση στις συνελεύσεις, θα τεθεί επίσης σε δημοψήφισμα για έγκριση ή απόρριψη.
Αναλυτική είναι η κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν η προστασία της μητρότητας και της πατρότητας, της οικογένειας ανεξάρτητα από τη μορφή της, το δικαίωμα στην κατοικία, στον αθλητισμό, στο νερό, στο καθαρό περιβάλλον, στα ποιοτικά τρόφιμα και άλλα. Επαναβεβαιώνεται η δωρεάν υγεία και παιδεία. Τα σχετικά άρθρα αφήνουν όμως στο νόμο τη δυνατότητα να παρέχονται κατ' εξαίρεση κάποιες υπηρεσίες υγείας ή κάποια συμπληρωματικά μεταπτυχιακά προγράμματα επί πληρωμή (άρθρα 72 και 73), μάλλον σε μια προσπάθεια άντλησης εσόδων από τους αλλοδαπούς που προσφεύγουν σε αυτές τις υπηρεσίες.
Το Σύνταγμα κατοχυρώνει πιο αναλυτικά τα εργασιακά δικαιώματα σε σύγκριση με το Σύνταγμα του 1992. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο καθώς το κράτος δεν είναι πλέον ο μόνος εργοδότης. Κατοχυρώνεται συνταγματικά το οκτάωρο. Επιπλέον, κατοχυρώνονται και άλλα δικαιώματα αλλά, όπως είναι λογικό, το επίπεδο υλοποίησής τους επαφίεται στο νόμο ανάλογα με τις δυνατότητες του κράτους.
Το νέο Σύνταγμα κατοχυρώνει εκ νέου τις αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας των βουλευτών και των άλλων αντιπροσώπων. Δίνει τη δυνατότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας στα κεντρικά όργανα της Συνομοσπονδίας Εργατών και των άλλων μαζικών οργανώσεων. Νομοθετική πρωτοβουλία μπορούν να αναλάβουν 10 χιλιάδες πολίτες. Αντίστοιχα, πρωτοβουλία αναθεώρησης του Συντάγματος μπορούν να αναλάβουν, εκτός των κρατικών οργάνων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κυβέρνηση, το ένα τρίτο των βουλευτών της Εθνοσυνέλευσης) τα κεντρικά όργανα της Συνομοσπονδίας Εργατών και των άλλων μαζικών οργανώσεων ή και 50 χιλιάδες πολίτες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο για την ελευθερία του τύπου. Στο άρθρο 55 ορίζεται ότι τα μέσα κοινωνικής ενημέρωσης αποτελούν σοσιαλιστική ιδιοκτησία όλου του λαού ή των πολιτικών, κοινωνικών και άλλων μαζικών οργανώσεων. Ρητά αναφέρεται στην ίδια παράγραφο ότι δεν μπορούν να είναι άλλης μορφής ιδιοκτησίας. Κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 το δικαίωμα στη συνάθροιση, στη διαδήλωση και στη συνένωση με τον όρο ότι ασκούνται ειρηνικά και με σεβασμό στη νομιμότητα και τη δημόσια τάξη.

Οι προκλήσεις του μέλλοντος
Οι νέες οικονομικές κατευθύνσεις, όπως καταγράφονται στο Σύνταγμα του 2019 ενέχουν δίχως άλλο κινδύνους για την κουβανική επανάσταση και την ανεξαρτησία της Κούβας. Μέχρι το 1990 η χώρα διακρινόταν για την μικρή ψαλίδα στην κατανομή του εισοδήματος, η οποία δεν ξεπερνούσε το 1:4. Σήμερα η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί. Τμήματα του πληθυσμού που ασχολούνται με τον τουρισμό και το μικροεμπόριο διαθέτουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μέσου εργαζόμενου. Η αναλογία μπορεί να φτάνει το 1:20, 1:30, 1:4029.
Η κοινωνική διαφοροποίηση θα προκαλέσει εντάσεις και πιέσεις για αναπροσανατολισμό συνολικά της κουβανικής οικονομίας και κοινωνίας. Τα στρώματα εκείνα που συγκεντρώνουν τα υψηλότερα εισοδήματα είναι πιθανό να πιέσουν για μια ευρύτερη αλλαγή προς τον καπιταλισμό. Ωστόσο, η πλειοψηφία της κουβανικής κοινωνίας (εργάτες και υπάλληλοι, αγρότες, η πλειονότητα των μικροεπιχειρηματιών) δεν φαίνεται διατεθειμένη να απωλέσει τα κοινωνικά πλεονεκτήματα της επανάστασης, μαζί και το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας που έχει κατακτήσει.
Η ανατροπή του επαναστατικού καθεστώτος μπορεί να προκύψει μόνο αν η διαφθορά κυριαρχήσει στο ηγετικά κλιμάκια του κράτους και του ΚΚ Κούβας30. Μόνο αν υπάρξει μια τέτοια άτυπη συμμαχία των υψηλότερων εισοδημάτων με την κομματική και κρατική ηγεσία μπορεί να οδηγήσει στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, πιθανότατα -αρχικά τουλάχιστον- μέσω μιας σοσιαλδημοκρατικής εκδοχής31. Όπως έχει δείξει η εμπειρία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, της Κίνας και των πρώην σοσιαλιστικών κρατών στην ανατολική Ευρώπη η καπιταλιστική παλινόρθωση δρομολογήθηκε εκεί με πρωτοβουλία της ηγετικής γραφειοκρατίας και όχι ως ανάγκη της ίδιας της κοινωνίας και της οικονομίας32.
Η ηγεσία του ΚΚ Κούβας δεν φαίνεται να προσανατολίζεται σε ένα τέτοιο δρόμο. Παρά το περαιτέρω άνοιγμα στις εμπορευματικές σχέσεις, το νέο Σύνταγμα δεν υιοθετεί το μοντέλο της “σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς”. Παράλληλα, η Κούβα προσπαθεί πάντοτε να δημιουργήσει ρήγματα στον οικονομικό αποκλεισμό. Οικοδομεί, όσο το επιτρέπει ο διεθνής συσχετισμός, οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες της Λ. Αμερικής. Σημαντικό μέρος αυτού του σχεδίου είναι η ALBA (Μπολιβαριανή Εναλλακτική για την Αμερική), όπου συμμετέχουν η Βενεζουέλα και η Νικαράγουα. Οικοδομεί ισορροπημένες σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία, σε ισότιμη βάση, αν και αυτές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις σχέσεις οικονομικής αλληλεγγύης που είχε η Κούβα με τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Επιχειρεί να σταθεροποιεί την οικονομία της, κρατώντας τον έλεγχο των βασικών πυλώνων, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο του λαού, διαρρηγνύοντας τον αποκλεισμό και κερδίζοντας χρόνο μέχρι να προκύψουν προοδευτικές ή και επαναστατικές κυβερνήσεις που θα της δώσουν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί πιο ελεύθερα και δυναμικά.
Κρίσιμο ζήτημα είναι η λαϊκή συμμετοχή στις μεγάλες αποφάσεις οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα. Το κουβανικό πολιτικό και συνταγματικό σύστημα στηρίζεται στις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και στους εργασιακούς χώρους. Κατά κανόνα, ειδικά στις δύσκολες περιστάσεις, η συμμετοχή στη δημόσια συζήτηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Συνέβαλε στην αποδοχή των όποιων αποφάσεων της κυβέρνησης και στην υπέρβαση των δυσκολιών. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990, όταν η προσφυγή στη δημοκρατία και στη λαϊκή συμμετοχή βοήθησε στο ξεπέρασμα των μεγάλων δυσκολιών.
Παρόλα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν μια σειρά προβλήματα ώστε να δοθεί νέα πνοή και ορμή στην επαναστατική δημοκρατία. Οι θεσμοί της αιρετότητας και της ανακλητότητας διασφαλίζονται συνταγματικά, όπως και στα προηγούμενα Συντάγματα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ουσιαστική εφαρμογή και χρήση των συνταγματικών δυνατοτήτων από το λαό. Στο παρελθόν παρουσιάστηκαν σημάδια γραφειοκρατικοποίησης, ειδικά τη δεκαετία του 1970. Η αιρετότητα και η ανακλητότητα κατέστησαν σε ένα βαθμό τυπικές33. Η επαναστατική ηγεσία είχε λάβει πρωτοβουλίες στα μέσα της δεκαετίας του 198034 και ιδίως την κρίσιμη δεκαετία του 1990 για να ζωντανέψουν και πάλι οι θεσμοί35.
Αν το σύστημα των λαϊκών συνελεύσεων διατηρήσει τη ζωτικότητά του, τότε η λήψη των όποιων αποφάσεων θα έχει τη σύμφωνη γνώμη του λαού. Επιπλέον, θα είναι δυνατός, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, ο έλεγχος του λαού στην κρατική ηγεσία ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα διαφθοράς. Μόνο έτσι το άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις θα μπορεί να είναι ελεγχόμενο και ιστορικά προσωρινό.
Διαφορετικά, αν δεν γίνουν κατορθωτά τα παραπάνω και η Κούβα ακολουθήσει το δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, ένα βαθύ χάσμα κοινωνικής ανισότητας θα εμφανιστεί με τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων και τη βαθιά φτωχοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας με την κατάργηση των σημαντικών εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων της επανάστασης. Παράλληλα, το πιθανότερο είναι ότι η Κούβα θα μετατραπεί και πάλι σε χώρα υποτελή των ΗΠΑ, μαστιζόμενη από τη φτώχεια, την υπανάπτυξη και την εγκληματικότητα όπως οι γειτονικές χώρες πχ. η Αϊτή, η Δομινικανή Δημοκρατία ή το Πουέρτο Ρίκο.

1 Βλ. Τ. Κάννον, Η επαναστατική Κούβα, Αθήνα, εκδ. Χοσέ Μαρτί, 1987, σελ. 191 επ., 202 επ. και Arnaldo Silva Leon, Breve Historia de la revolucion cubana, La Habana, editorial de ciencias sociales, 2003, σελ. 25-28, 43 επ., 70 επ.
2Βλ. Φ. Κάστρο, Στην υπεράσπιση του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2008, σελ. 226.
3Βλ. τα σχετικά στοιχεία της CEPAL στο http://prensa-rebelde.blogspot.com/2016/12/h-cepal-2017.html
4Βλ. Δ. Καλτσώνης, “Το μέλλον της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα”, Ουτοπία, τευχ. 123, 2018, σελ. 43 επ.
5Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, Αθήνα, εκδ. Πολιτιστικός σύλλογος Χοσέ Μαρτί, 2016 και Conceptualizacion del modelo economico y social cubano del desarollo socialista, 2017
6Βλ. R. Hernandez, J. Dominguez (coord.), Cuba, la actualizacion del modelo, La Habana-Washington, ed. Temas y Harvard University, 2013
7Βλ. H. Acosta, “La futura Constitucion se construye con el aporte de todo el pueblo”, Cubadebate, 18/10/2018, www.cubadebate.cu
8Για το Σύνταγμα του 1976 βλ. F. Alvarez Tabio, Comentarios a la Constitucion socialista, La Habana, Editorial de ciencias sociales, 1985. Για το Σύνταγμα του 1992 βλ. Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2004.
9Βλ. το κείμενο του σχεδίου Proyecto de Constitucion de la Republica de Cuba, www.cubadebate.cu
10Βλ. “Parlamento cubano analiza Proyecto de Constitucion”, Cubadebate, 22/12/2018, www.cubadebate.cu
11Βλ. O. Figueredo Reinaldo, Cuales son los principales cambios en el Proyecto de Constitucion?”, Cubadebate, 21/12/2018, www.cubadebate.cu
12Βλ. O. Figueredo Reinaldo, Cuales son los principales cambios en el Proyecto de Constitucion?”, Cubadebate, 21/12/2018, www.cubadebate.cu
13Βλ. C. Garcia Valdés, “La propiedad en la economia y en su modelo de funcionamiento”, Cuba Socialista, 2018, www.cubasocialista.cu
14Βλ. Τo Σύvταγμα (Θεμελιώδης vόμoς) της Έvωσης Σoβιετικώv Σoσιαλιστικώv Δημoκρατιώv, Αθήvα, εκδ. Σύγχρovη Επoχή, 1985
15Βλ. Σύvταγμα της Έvωσης Σoβιετικώv Σoσιαλιστικώv Δημoκρατιώv, Αθήvα, εκδ. Ειρήvη, χ.χρ.
16Βλ. Σύνταγμα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1979
17Βλ. C. Garcia Valdés, “La propiedad en la economia y en su modelo de funcionamiento”, Cuba Socialista, 2018, www.cubasocialista.cu
18Βλ. O. Figueredo Reinaldo, Cuales son los principales cambios en el Proyecto de Constitucion?”, Cubadebate, 21/12/2018, www.cubadebate.cu
19Βλ. H. Acosta, “La futura Constitucion se construye con el aporte de todo el pueblo”, Cubadebate, 18/10/2018, www.cubadebate.cu
20Βλ. Δ. Καλτσώνης, “Το Σύνταγμα του 1982/1988/1993/1999/2004 και η δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα”, Το Σύνταγμα, τευχ. 3-4/2013, σελ. 489 επ.
21Βλ. H. Acosta, “La futura Constitucion se construye con el aporte de todo el pueblo”, Cubadebate, 18/10/2018, www.cubadebate.cu
22Βλ. ενδεικτικά M. Roberts, China's “Keynesian” policies, https://thenextrecession.wordpress.com/2018/08/06/chinas-keynesian-policies/
23Βλ. U. Aquino, O. Cruz, J.C.Guanche, R. Hernandez, “Veinte anos: la reforma constitucional (1992-2012)”, Temas, n.81-82, 2015, σελ. 111 επ.
24Βλ. G.M. Duarte Vazquez, “Como lograr que el Parlamento se parezca al pais?”, Cubadebate, 24/10/2017, www.cubadebate.cu
25Βλ. τα άρθρα 78 επ. του εκλογικού νόμου του 1992 στoν τόμο Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2004, σελ. 151 επ.
26 Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67 και D. Ralfus Pineda, “Cuba's electoral system and the dilemmas of the twenty-first century:Between the liberal-democratic tradition and true participation”, Socialism and Democracy, 30:1, σελ. 91 επ.
27 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.
28Βλ. J.R. Conception, “Reforma constitucional en Cuba: mis derechos”, Cubadebate, 3/12/2018, www.cubadebate.cu
29Βλ. Φ. Κάστρο, “Άξιζε τον κόπο που ζήσαμε”, Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. 82, 2006, www.kordatos.org
30Βλ. σχετικά J.L. Guasch Estévez, “Εl burocratismo a la luz del socialismo en el siglo XXI», Temas, n. 60, 2009, σελ. 48 επ. και P. Prada, “Por que cayo el socialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, Cubadebate, www.cubadebate.cu και J.L. Rodriguez, “La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones”, Cubadebate, www.cubadebate.cu και J.L. Rodriguez, “La revolucion de Octubre y los primeros pasos de la economia socialista en la URSS” I, II, III, 5/1/2017, 10/11/2017, 5/12/2017, Cubadebate, www.cubadebate.cu
31Βλ. I. Sanchez, “La hoja de ruta y la tercera via”, στον τόμο, Centrismo en Cuba: otra vuelta de tuerca hacia el capitalismo”, ed. Cubasi, 2017, σελ. 53 επ.
32Βλ. D. Kotz, “Socialism and capitalism: Lessons from the demise of state socialism in the Soviet Union and China”, in R. Pollin (edit.), Socialism and radical political economy: Essays in honor of Howard Sherman, Cheltenham and Northampton, Edward Elgar, 2000, σελ. 300 επ.
33Βλ. U. Aquino, O. Cruz, J.C.Guanche, R. Hernandez, “Veinte anos: la reforma constitucional (1992-2012)”, Temas, n.81-82, 2015, σελ. 111 επ.
34Βλ. την περίφημη ομιλία του Φ. Κάστρο, “Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο”, 8/10/1987, όπως περιλαμβάνεται στον τόμο Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 74 επ.
35Βλ. M. Perez-Stable, The Cuban revolution, New York- Oxford, Oxford University Press, 1999, σελ. 174 επ., 176

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION