δημοσιεύθηκε
στον τόμο
Μνήμη
Θανάση Κ. Παπαχρίστου, τ. Ι, Αθήνα, εκδ.
Αντ. Σάκκουλα, 2019, σελ. 541-556
Το
φαινόμενο της πρόσληψης αλλοδαπού
δικαίου σημάδεψε συχνά την ανάπτυξη
του δικαίου της χώρας αυτής. Στις διάφορες
φάσεις της σύγχρονης ιστορικής της
πορείας η πρόσληψη του ξένου δικαίου
είχε διαφορετική ένταση και χαρακτηριστικά.
Μπορούν να διακριθούν έξι ιστορικές
φάσεις.
Η
επιβολή ξένου δικαίου
Η
πρόσληψη ξένου δικαίου χαρακτήρισε τη
νεότερη Κίνα ήδη από το 19ο αιώνα και τις
αρχές του 20ού. Η
Κίνα της περιόδου αυτής χαρακτηριζόταν
από την καθυστέρηση της ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων και την κυριαρχία
προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν ήταν ευεπίφορη
στις πιέσεις των αναπτυγμένων βιομηχανικά
αναπτυγμένων κρατών.
H
αποικιοκρατική
παρουσία των δυνάμεων της Δύσης
συνοδεύτηκε από στοιχεία
επιβολής δικαιικών προτύπων της
αποικιοκρατικής Δύσης.
Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρήθηκε
με τον ένα ή άλλο τρόπο και σε άλλες
χώρες της Ασίας και της Αφρικής.
Χαρακτηριστικό αποτύπωμα αυτής της
διαδικασίας είναι η κυριαρχία του common
law στο
Χονγκ Κονγκ το οποίο μέχρι πρόσφατα
ήταν υπό άμεση βρετανική επικυριαρχία.
Η
επιβολή κάποιων δικαιικών ρυθμίσεων
στα πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών είχε
ως στόχο τη διευκόλυνση της δραστηριοποίησης
του ξένου (δυτικοευρωπαϊκού) κεφαλαίου
και όχι τη δημιουργία γενικότερων
συνθηκών ευνοϊκών για την κεφαλαιοκρατική
ανάπτυξη της Κίνας. Για το λόγο αυτό
περιοριζόταν στις γεωγραφικές ζώνες
και στις δραστηριότητες που ενδιέφεραν
τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Όπως
συνέβη και αλλού, για παράδειγμα στην
Ινδία ή στην Αίγυπτο, το οικογενειακό
δίκαιο, το κληρονομικό δίκαιο, το δίκαιο
των προσώπων έμεναν ανέγγιχτα από τους
δυτικούς.
Η
επιβολή δικαιικών ρυθμίσεων σε επιλεγμένες
περιοχές και σε τμήμα μόνο των κοινωνιών
σχέσεων δεν έθιγε κατά βάση τους θεσμούς
προκαπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η
διαιώνιση των φεουδαρχικών σχέσεων
κυριαρχίας διευκόλυνε το αποικιοκρατικό
έργο. Η μακροημέρευση των θεσμών αυτών
ήταν αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται
η ένταση της εκμετάλλευσης και η αυξημένη
κερδοφορία. Από την άλλη, συνέβαλλε στην
αναπαραγωγή των μορφών εξουσίας ώστε
να διατηρείται μια βολική σταθερότητα
και μια κοινωνικο-πολιτική συμμαχία
ανάμεσα στις εγχώριες κυρίαρχες δυνάμεις
και στο ξένο κεφάλαιο. Τέλος, παρεμπόδιζε,
σε ένα βαθμό, τη δημιουργία και ανάπτυξη
ανταγωνιστικού κινεζικού κεφαλαίου.
Επιπλέον,
η αποικιοκρατική κυριαρχία επέβαλε
συχνά νομοθετικές επιλογές, που καμία
σχέση δεν είχαν με τη νομοθεσία των
δυτικών χωρών και που στόχευαν ανοιχτά
στην καθυπόταξη του πληθυσμού. Η νομοθεσία
περί εμπορίας του οπίου υπήρξε εμβληματική
από την άποψη αυτή.
Η
πρόσληψη δικαίου ως αναγκαστικός
εκσυγχρονισμός
Η
δεύτερη φάση είχε χαρακτηριστικά
εθελούσιας πρόσληψης ξένου δικαίου.
Παρατηρήθηκε κατά την τελευταία περίοδο
πριν την επανάσταση του 1911. Οι αυτοκρατορικές
αρχές έκαναν μια απεγνωσμένη προσπάθεια
να εκσυγχρονίσουν την χώρα. Οι
καπιταλιστικές σχέσεις είχαν αρχίσει
να αναπτύσσονται και χρειάζονταν τα
νομικά εκείνα εργαλεία που θα τους
έδιναν ώθηση. Στο πλαίσιο αυτό επιχείρησαν
να υιοθετήσουν νομοθετικά και συνταγματικά
πρότυπα των δυτικών κρατών τα οποία
είχαν ήδη προ πολλού την αντίστοιχη
εμπειρία. Επιχείρησαν κατά κάποιο τρόπο
να ακολουθήσουν το παράδειγμα της
Ιαπωνίας με τη μεταρρύθμιση του Μεϊτζι.
Σε
αυτή τη λογική εντάσσεται το εγχείρημα
εισαγωγής κάποιου είδους συνταγματικής
μοναρχίας η οποία θα συμβίβαζε ίσως τα
αυτοκρατορικά και φεουδαρχικά συμφέροντα
με εκείνα της αστικής τάξης, ενώ παράλληλα
θα παρείχε μια επίφαση εκδημοκρατισμού
αποκλείοντας τα χαμηλότερα κοινωνικά
στρώματα από την όποια συμμετοχή στη
διακυβέρνηση.
Επίσης,
ένα σχέδιο αστικού κώδικα ήταν έτοιμο
το 1911, ώστε να δώσει την κατάλληλη ώθηση
στην ανάπτυξη των εμπορευματικών
σχέσεων. Δεν πρόλαβε όμως να υιοθετηθεί
καθώς ξέσπασε η επανάσταση. Γενικότερα,
ακολουθήθηκαν τα πρότυπα του ηπειρωτικού
ευρωπαϊκού δικαίου. Στην επιλογή αυτή
συνέβαλε το γεγονός ότι η αυτοκρατορική
Κίνα είχε παράδοση γραπτού δικαίου.
Ωστόσο,
οι προσπάθειες απέτυχαν. Ήρθαν πολύ
αργά, όταν οι κοινωνικές εντάσεις είχαν
οξυνθεί στο έπακρο και δεν μπορούσαν
πλέον να κατευναστούν. Η αδυναμία της
αστικής τάξης να πάρει τον πολιτικό
έλεγχο και ο φόβος της ενώπιον των λαϊκών
στρωμάτων οδήγησε στην αποτυχία των
μεσοβέζικων αυτών λύσεων.
Η
πρόσληψη δικαίου ως ματαιωμένος
εκσυγχρονισμός
Μια
τρίτη φάση του φαινομένου παρατηρήθηκε
μετά την επανάσταση του 1911 και κατά την
προσπάθεια οικοδόμησης μιας σύγχρονης
δημοκρατίας μέσω της εθελούσιας εισαγωγής
αλλοδαπών νομοθετικών προτύπων. Η νέα
ηγεσία της Κίνας προσπάθησε να εισάγει
και να προσαρμόσει βέβαια στην
πραγματικότητα της χώρας βασικά
νομοθετήματα και αρχές του δικαίου. Ο
στόχος ήταν να υποβοηθηθεί η ανάπτυξη
σύγχρονων καπιταλιστικών σχέσεων.
Στο
χώρο του συνταγματικού δικαίου και της
πολιτειακής μορφής διακυβέρνησης η
επιλογή έμοιαζε αρχικά να γέρνει προς
την υιοθέτηση του αμερικανικού προεδρικού
μοντέλου. Το προσωρινό Σύνταγμα του
1912 προέβλεπε εκλογή του προέδρου από
το λαό και Κοινοβούλιο που θα αποτελείτο
από δύο σώματα, Βουλή και Γερουσία.
Κρίσιμης σημασίας πάντως, που το
διαφοροποιούσε από το αμερικανικό
σύστημα, ήταν το γεγονός ότι δικαίωμα
ψήφου προβλεπόταν μόνο για τους άνδρες
(όπως εξάλλου σε όλες τις αστικές
δημοκρατίες της εποχής) με τον πρόσθετο
περιορισμό ότι θα έπρεπε να διαθέτουν
κάποια περιουσιακά στοιχεία. Έτσι, μόνο
το ένα δέκατο του πληθυσμού διέθετε
τελικά το δικαίωμα.
Στην
πράξη γρήγορα η χώρα διολίσθησε στην
κατάργηση κάθε δημοκρατικού θεσμού και
στην επιβολή δικτατορικής μορφής
διακυβέρνησης. Η προσπάθεια νομοθετικού
εκσυγχρονισμού διακόπηκε. Η αδύναμη
και νεαρή κινεζική δημοκρατία των αρχών
του 20ού αιώνα δεν μακροημέρευσε. Η
κοινωνική δύναμη που καλούνταν να
διαδραματίσει το ρόλο του αστικού
εκσυγχρονισμού ήταν η αστική τάξη της
χώρας. Αυτή όμως ήταν αδύναμη, οικονομικά
και πολιτικά, ώστε να φέρει σε πέρας ένα
τέτοιο εγχείρημα. Έτσι, για παράδειγμα,
η Κίνα δεν μπόρεσε να ακολουθήσει
πρακτικές όπως η Τουρκία. Στην τελευταία
αυτή περίπτωση, η αστική τάξη, επικεφαλής
ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων κατάφερε
να φέρει σε πέρας, με σημαντικό τουλάχιστον
βαθμό, τη διαδικασία εκσυγχρονισμού.
Είναι γνωστό το παράδειγμα της αρκετά
επιτυχημένης εισαγωγής στην κεμαλική
Τουρκία του Ελβετικού Αστικού Κώδικα.
Η
αστική, δημοκρατική επανάσταση του 1911
στην Κίνα σύντομα παραχώρησε τη θέση
της στη δικτατορία και, αμέσως μετά,
στον κατακερματισμό σε τοπικές δικτατορίες
οι οποίες δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον
για τον δικαιικό και οικονομικό
εκσυγχρονισμό της Κίνας. Τα καθεστώτα
αυτά εξέφραζαν ακριβώς τα φεουδαρχικά
κατάλοιπα και μια πατερναλιστική εκδοχή
της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου οι
εμπορευματικές σχέσεις αναπτύσσονταν
συνυπάρχοντας με επιβιώσεις προηγούμενων
τρόπων παραγωγής.
Επιπλέον,
η διείσδυση αρχικά και η κατοχή στη
συνέχεια μεγάλου μέρους της Κίνας από
την Ιαπωνία, που ξεκίνησε τη δεκαετία
του 1930 και έληξε το 1945, έδωσε τέλος στην
όποια προσπάθεια. Σε συνθήκες ξένης
κατοχής δεν μπορούσε να γίνει λόγος για
πολιτικό και νομοθετικό εκσυγχρονισμό.
Συχνά
ως αιτία του γεγονότος ότι δεν προχώρησε
η πρόσληψη και ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού
δικαίου θεωρείται ο μακρόχρονος εμφύλιος
πόλεμος που κράτησε σχεδόν τρεις
δεκαετίες. Είναι εύλογο ότι σε συνθήκες
πολέμου ο νομοθετικός και οικονομικός
εκσυγχρονισμός είναι κατά βάση αδύνατος.
Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος ήταν το
αποτέλεσμα των κοινωνικο-οικονομικών
και πολιτικών συνθηκών και όχι το
αντίθετο.
Επομένως,
η πραγματική αιτία πρέπει να αναζητηθεί
στην ιδιαιτερότητα της αστικής ανάπτυξης
της Κίνας. Οι κυρίαρχες οικονομικές και
πολιτικές δυνάμεις μετά την κατάργηση
της μοναρχίας ήταν ανίκανες να χαράξουν
μια αυτοδύναμη πολιτική αστικού
εκσυγχρονισμού. Υπήρξαν δέσμιες της
διαπλοκής τους με τα φεουδαρχικά
κατάλοιπα αλλά και με τις δυνάμεις της
Δύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το
αστικοδημοκρατικό σχέδιο του Σουν γιατ
σεν εγκαταλείφθηκε σύντομα και ότι η
Κίνα δεν κατάφερε τελικά να θέσει σε
εφαρμογή ούτε ένα συνταγματικό κείμενο.
Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά όξυναν
στο έπακρο τις κοινωνικές αντιθέσεις
και οδήγησαν τα αγροτικά και μικροαστικά
στρώματα μαζί με την ολιγάριθμη εργατική
τάξη στην επανάσταση.
Η
πρόσληψη ως ριζικός κοινωνικός
μετασχηματισμός
Η
επικράτηση της επανάστασης το 1949
εγκαινίασε μια νέα εποχή για τη χώρα. Η
περίοδος αυτή μοιάζει να έχει στοιχεία
ισχυρών επιρροών από το σοσιαλιστικό
δίκαιο της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό είναι
αληθές σε ένα βαθμό μόνο. Επί της αρχής,
ήταν αναμενόμενο η Κίνα να αξιοποιήσει
την πολιτική, οικονομική και νομική
εμπειρία του σοβιετικού κράτους. Η
Σοβιετική Ένωση ήταν το πρώτο εγχείρημα
οικοδόμησης σοσιαλιστικού κράτους.
Κατά
την αρχική περίοδο του εμφυλίου πολέμου
η απομίμηση του σοβιετικού προτύπου
ήταν έντονη. Το γεγονός αυτό οφειλόταν
σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική απειρία
του ΚΚ Κίνας, το οποίο δεν είχε ακόμη
επεξεργαστεί μια πολιτική τακτική
προσαρμοσμένη στις ειδικές κινεζικές
συνθήκες. Έτσι, το 1931 υιοθετήθηκε στις
περιοχές που ελέγχονταν από τις δυνάμεις
του ένα συνταγματικό κείμενο.
Το
Σύνταγμα αυτό είχε, στις συνθήκες που
υιοθετήθηκε, κυρίως συμβολικό χαρακτήρα.
Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι προέβλεπε
δομές εξουσίας και θεσμούς ακριβώς
ανάλογους με εκείνους του σοβιετικού
Συντάγματος του 1918. Ακόμη και η ορολογία
μεταφέρθηκε αυτούσια.
Από
τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η ηγεσία
των Κινέζων επαναστατών απέκτησε μια
πολιτική περισσότερο προσαρμοσμένη
στις συνθήκες της χώρας. Έτσι, όταν το
1949 κέρδισαν την αναμέτρηση του εμφυλίου,
είχαν να παρουσιάσουν ένα δικό τους
σχέδιο συνταγματικής και νομικής
οργάνωσης της χώρας. Επέδειξαν από την
αρχή μια τάση αυτοτέλειας και μια
προσπάθεια δημιουργικής προσαρμογής
των οικονομικοπολιτικών αρχών του
μαρξισμού στις κινεζικές συνθήκες.
Η
οικοδόμηση του νομικού συστήματος
βασίστηκε βέβαια σε ένα βαθμό στη
σοβιετική εμπειρία. Αλλά η πρόσληψη του
σοβιετικού δικαίου δεν ήταν άκριτη.
Αντίθετα, καταβαλλόταν προσπάθεια να
προσαρμοστεί στις κινεζικές συνθήκες
και ιδιομορφίες. Τα στοιχεία αυτά
αποτυπώθηκαν στο Κινεζικό Σύνταγμα του
1954. Το Σύνταγμα του 1954 δεν αποτελούσε
αντιγραφή των Σοβιετικών Συνταγμάτων
που προηγήθηκαν. Κατά την προετοιμασία
του σχεδίου Συντάγματος ελήφθησαν υπόψη
τα Σοβιετικά Συντάγματα του 1918 και 1936,
τα Συντάγματα των Λαϊκών Δημοκρατιών
της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και το
Γαλλικό Σύνταγμα του 1946.
Για παράδειγμα, δεν υπήρχε συνταγματική
κατοχύρωση του καθοδηγητικού ρόλου του
Κομμουνιστικού Κόμματος όπως συνέβαινε
στο σοβιετικό Σύνταγμα του 1936 (αλλά όχι
σε εκείνο του 1918). Προβλεπόταν η ύπαρξη
προέδρου της δημοκρατίας, σε αντίθεση
με τη σοβιετική παράδοση.
Το
πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι
όμως η μη εθνικοποίηση τμήματος της
αστικής τάξης, γεγονός το οποίο
κατοχυρώθηκε στο άρθρο 10 του Συντάγματος
και στη νομοθεσία που το εξειδίκευε.
Στο ζήτημα αυτό οι νομοθετικές και
πολιτικές παρεμβάσεις μέχρι και τα τέλη
σχεδόν της δεκαετίας του 1950 διέφεραν
από τις αντίστοιχες της Σοβιετικής
Ένωσης. Αυτό εξάλλου ήταν αναμενόμενο,
αφού οι δυο χώρες διακρίνονταν για το
πολύ διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των
παραγωγικών τους δυνάμεων αλλά και για
τη διαφορετική φάση στην προσπάθεια
δημιουργίας μιας κεντρικά σχεδιασμένης
σοσιαλιστικής οικονομίας. Η κινεζική
νομοθεσία προσομοίαζε περισσότερο με
τη σοβιετική της περιόδου της νέας
οικονομικής πολιτικής (ΝΕΠ).
Πρέπει
να σημειωθεί ότι η εισαγωγή νομοθετικών
προτύπων από τη Σοβιετική Ένωση ήταν
εθελούσια. Η επιρροή της ΕΣΣΔ δεν
μετατράπηκε σε κηδεμονία. Οι κινεζικές
αρχές διατήρησαν σε κάθε φάση την
αυτοτέλειά τους. Η πρόσληψη του αλλοδαπού,
σοβιετικού δικαίου χαρακτηρίστηκε από
την προσπάθεια δημιουργικής προσαρμογής
στην κοινωνική πραγματικότητα της
Κίνας.
Υπήρχαν
βέβαια πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Αυτά
δεν οφείλονταν τόσο στην πρόσληψη
σοβιετικού δικαίου από το κινεζικό
κράτος αλλά σε δυο άλλους παράγοντες.
Ο πρώτος ήταν η κοινότητα της προσπάθειας
να οικοδομηθούν σοσιαλιστικές σχέσεις
παραγωγής. Ο δεύτερος ήταν ένα κοινό
στοιχείο που φάνηκε να συνοδεύει το
εγχείρημα οικοδόμησης σοσιαλιστικής
κοινωνίας: η βαθμιαία ενδυνάμωση και
αποκοπή από την υπόλοιπη κοινωνία της
ηγετικής γραφειοκρατίας, διαδικασία
που παρατηρήθηκε και στις δυο χώρες.
Και
στις δυο περιπτώσεις παρατηρήθηκε
υποβάθμιση του δικαίου η οποία σχετιζόταν
ακριβώς με την ανάδειξη και ισχυροποίηση
της κυβερνώσας γραφειοκρατίας, η οποία
ολοένα και περισσότερο διοικούσε στο
όνομα της εργατικής τάξης. Δρούσε στο
όνομά της τελευταίας και δεν επιθυμούσε
να δεσμεύεται από τους κανόνες δικαίου.
Η
τάση αυτή στην Κίνα πήρε μεγαλύτερες
διαστάσεις μετά το 1958. Ο Μάο Τσε Τουνγκ
θεώρησε τη σοβιετική νομική σκέψη και
εμπειρία πολύ επηρεασμένη από την
καπιταλιστική Δύση.
Η υποβάθμιση του δικαίου, που έφτασε
λίγο αργότερα ως το νομικό μηδενισμό,
συμβάδιζε με μια βουλησιαρχική αντίληψη
της πολιτικής και της οικονομίας, γεγονός
που βρήκε την αποτύπωσή του στα οικονομικά
πειράματα όπως αυτό του “μεγάλου άλματος
εμπρός”. Αντικειμενικά, τέτοιες
βουλησιαρχικές απόψεις εξέφραζαν το
στρώμα των διανοουμένων – γραφειοκρατών
που διοικούσε τη χώρα. Στην Κίνα επέδρασε
όμως αναμφισβήτητα η αυτοκρατορική
παράδοση, η οποία προσέδωσε μια μεγαλύτερη
έκταση και ιστορική βαθύτητα στο
φαινόμενο.
Κατά
τη δεκαετία του 1960 και σχεδόν μέχρι τα
μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 1970,
δηλαδή την περίοδο της λεγόμενης
πολιτιστικής επανάστασης, επικράτησε
η τάση όχι απλώς υποβάθμισης αλλά και
εξάλειψης του δικαίου. Το χαρακτηριστικό
αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δάνειο ούτε
σοβιετική επιρροή. Αποτελούσε έκφραση
των ειδικών κινεζικών κοινωνικών και
πολιτικών συνθηκών.
Η
περίοδος αποκατάστασης της “σοσιαλιστικής
νομιμότητας”
Η
περίοδος αυτή έκλεισε περί το 1978.
Η πολιτική κατάσταση ομαλοποιήθηκε και
υιοθετήθηκε νέο Σύνταγμα, το βραχύβιο
Σύνταγμα του 1978. Λίγα χρόνια μετά,
συγκεκριμένα το 1982, ψηφίστηκε καινούργιο
Σύνταγμα το οποίο αναθεωρήθηκε πρώτη
φορά το 1988.
Από
τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μέχρι
τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1980
άρχισε μια νέα περίοδος ανάπτυξης του
δικαίου στην Κίνα. Άρχισε να ξεπερνιέται
ο νομικός μηδενισμός της πολιτιστικής
επανάστασης. Το Σύνταγμα του 1978 και στη
συνέχεια αυτό του 1982 αποτύπωναν την
πρόθεση της ηγεσίας να προχωρήσει σε
ένα διαφορετικό δρόμο. Σε αντίστοιχη
κατεύθυνση βρέθηκε το δίκαιο γενικά.
Την
περίοδο αυτή η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση
άρχισε να λειτουργεί και να ψηφίζει
νόμους. Ψηφίστηκαν, ανάμεσα σε άλλα,
σημαντικά νομοθετήματα όπως ο αστικός
κώδικας, ο ποινικός κώδικας, ο κώδικας
ποινικής δικονομίας. Ξαναλειτούργησαν
στα πανεπιστήμια οι νομικές σχολές. Το
επάγγελμα του δικηγόρου επανεμφανίστηκε.
Το 1979 άρχισε να κυκλοφορεί το πρώτο μετά
την πολιτιστική επανάσταση νομικό
περιοδικό. Αναδιοργανώθηκαν τα δικαστήρια
και ενισχύθηκε σημαντικά ο ρόλος τους.
Δεν
μπορεί να γίνει λόγος για πρόσληψη του
σοβιετικού δικαίου αυτή την περίοδο,
ωστόσο οι πολιτικές και νομικές ρυθμίσεις
που επιλέχθηκαν, παρουσιάζουν σοβαρές
αναλογίες. Αυτό εξηγείται από το γεγονός
ότι οι δυο χώρες χαρακτηρίζονταν από
παρόμοιες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις.
Η οικονομία τους βασιζόταν στην
κρατικοποίηση των βασικών μέσων
παραγωγής, ήταν κεντρικά σχεδιασμένη,
επέτρεπε ένα περιθώριο εμπορευματικών
σχέσεων, ενώ η οικονομική και πολιτική
πορεία χαράσσονταν κατά βάση από το
ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα. Με την
έννοια αυτή, οι συνταγματικές διακηρύξεις
για την ανάγκη τήρησης της νομιμότητας
και από τα κρατικά όργανα, παρέμειναν
σε ένα βαθμό μετέωρες, παρά το γεγονός
ότι σημειώθηκε τεράστια πρόοδος σε
σχέση με την απόλυτη αυθαιρεσία των
κρατικών αρχών επί πολιτιστικής
επανάστασης.
Η
κινεζική νομοθεσία της περιόδου αυτής
έχει ξεκάθαρα τα δικά της ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά. Έτσι, για παράδειγμα ο
αστικός κώδικας που ψηφίστηκε, έδινε
ιδιαίτερη έμφαση στο θεσμό της
διαμεσολάβησης. Επίσης, ο ποινικός
κώδικας εξάλειψε την αρχή της αναλογίας
αλλά όχι εντελώς αφήνοντας την ευχέρεια
αυτή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υπήρχαν
ακόμη αδικήματα που αναφέρονταν σε
πρακτικές που είχαν επικρατήσει κατά
τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης.
Η
ανάγκη πρόσληψης ξένου δικαίου άρχισε
να εμφανίζεται και πάλι, και μάλιστα με
ιδιαίτερη ένταση, με το οικονομικό
άνοιγμα του 1988. Η πολιτική προσέλκυσης
ξένου κεφαλαίου επέβαλε την αναθεώρηση
του Συντάγματος αλλά και σειρά νομοθετικών
αλλαγών. Πρωτίστως έπρεπε να δημιουργηθούν
συνθήκες ασφάλειας για τους επενδυτές
και παράλληλα να θωρακιστεί η χώρα από
τις τυχόν αρνητικές επιδράσεις.
Δεν
είναι τυχαίο λοιπόν που άρχισε να
αναπτύσσεται το διοικητικό δίκαιο. Το
τελευταίο, όπως σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά
κράτη βρισκόταν σε κατάσταση υπανάπτυξης.
Η αυθαίρετη σε μεγάλο βαθμό δράση της
κρατικής γραφειοκρατίας δεν επέτρεπε
τον περιορισμό της από κανόνες δικαίου.
Η έλευση όμως του ξένου κεφαλαίου
οριοθέτησε με διαφορετικό τρόπο τις
ανάγκες. Έτσι, ένας από τους πρώτους
σημαντικούς νόμους ψηφίστηκε τον Απρίλιο
του 1989 λίγους μήνες πριν τα γεγονότα
της Τιεν αν μεν. Με το νόμο αυτό περιορίστηκε
σημαντικά η αυθαιρεσία των υπαλλήλων
και εισήχθη η αρχή της νομιμότητας. Στην
πραγματικότητα αντίστοιχη νομοθεσία
υπήρχε τη δεκαετία του 1950 αλλά είχε
ατονήσει η εφαρμογή της για να καταργηθεί
το 1959.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη και
σήμερα μεγάλα κενά στη σχετική νομοθεσία,
οι αριθμοί δείχνουν ότι οι προσφυγές
αυξάνονται χρόνο με το χρόνο: από 9.934 το
1989 είχαν φτάσει τις 100.921 το 2001.
Πρόσληψη
δικαίου και καπιταλιστική παλινόρθωση
Το
Κινεζικό Σύνταγμα του 1982 γνώρισε μετά
το 1988 τρεις ακόμη πιο σημαντικές
αναθεωρητικές διαδικασίες: το 1993, το
1999 και το 2004.
Το φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου
εμφανίστηκε με ένταση στην αναθεώρηση
του Συντάγματος το 1993 και μετά από αυτήν.
Η αναθεώρηση του 1993 σηματοδότησε τη
βαθμιαία, προσεκτική μετάβαση της
οικονομίας στις καπιταλιστικές σχέσεις.
Εκ των πραγμάτων η κινεζική κρατική
ηγεσία χρειάστηκε να προσφύγει στα
νομικά πρότυπα των δυτικών χωρών. Η
ίδια η οικονομία της αγοράς έχει ανάγκη
τη νομική ρύθμιση. Αυτό έχει αποδειχθεί
ήδη κατά την εμφάνιση του καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής και του σημαντικού
ρόλου που παίζει το δίκαιο στο εποικοδόμημα
του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού.
Από αυτό δεν πρέπει να συνάγεται το
αυθαίρετο συμπέρασμα ότι οι καπιταλιστικές
σχέσεις παραγωγής σημαίνουν την
επικράτηση της νομιμότητας και ότι δεν
συνυπάρχουν η εφαρμογή και η παραβίαση
του νόμου, το ένα δίπλα στο άλλο. Άρα η
Κίνα χρειαζόταν την ανάπτυξη νομικών
ρυθμίσεων συμβατών με τις νέες,
καπιταλιστικές σχέσεις.
Η
διαδικασία αυτή έγινε ακόμη πιο
συστηματική ενόψει της ένταξης της
Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου
το 2000. Αυτή η προοπτική οδήγησε στην
αναθεώρηση του Συντάγματος το 1999 και
σε μια σειρά αντίστοιχες νομοθετικές
επιλογές.
Πήρε τη μορφή της ενσωμάτωσης των
κατευθύνσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού
Εμπορίου είτε της προσφυγής σε ξένα
δίκαια για να χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα.
Έτσι, ως βάση για τη σύνταξη του νόμου
περί ιδιοκτησίας, χρησιμοποιήθηκε ο
γερμανικός Αστικός Κώδικας, ενώ για το
διοικητικό δίκαιο αξιοποιήθηκε το
αμερικανικό πρότυπο.
Για την ανάπτυξη του εμπορικού δικαίου
οι κινεζικές αρχές προσέφυγαν κυρίως
στο commmon
law.
Συνολικά
συναντώνται επιρροές τόσο από το
ευρωπαϊκό ηπειρωτικό δίκαιο όσο και
από το commmon
law.
Διατηρούνται
όμως και παραδοσιακά δικαιικά στοιχεία
ή έννοιες όπως η καλή πίστη που έχουν
όμως το δικό τους ιδιαίτερο, κινεζικό
περιεχόμενο
καθώς και άλλα
δανεισμένα από το δίκαιο της Ταϊβάν.
Παράλληλα,
πολλοί νομικοί εμπειρογνώμονες κλήθηκαν
αυτά τα χρόνια στην Κίνα προκειμένου
να μεταδώσουν τη γνώση τους. Η συνεργασία
αυτή εντάθηκε ενόψει της ένταξης της
Κίνας στον ΠΟΕ. Στη συνεργασία ενεπλάκησαν,
εκτός του ΠΟΕ, η Ασιατική Τράπεζα
Ανάπτυξης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ίδρυμα
Φορντ, η Γερμανική υπηρεσία για τη
συνεργασία και την ανάπτυξη.
Οι επωνυμίες και μόνο των ιδρυμάτων
φανερώνουν καθαρά το περιεχόμενο της
“τεχνικής βοήθειας”.
Πρέπει
να σημειωθεί ότι αντίστοιχα προγράμματα
επιστημονικής συνεργασίας σε νομοτεχνικό
επίπεδο λειτούργησαν τη δεκαετία του
1990 για τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες
της Ευρώπης. Κυρίαρχο στοιχείο σε αυτά
ήταν η μεταλαμπάδευση των αρχών της
καπιταλιστικής οικονομίας. Δεν επρόκειτο
φυσικά, μόνο για τεχνική βοήθεια.
Παράλληλα με την επιστημονική συνεργασία
οι δυτικές δυνάμεις εξασφάλιζαν κανάλια
επιρροής στην οικονομία και στην πολιτική
των νέων κρατών. Ο στόχος τους ήταν να
κυριαρχήσουν στις κοινωνίες αυτές, να
διασφαλίσουν τη μετάβασή τους στον
καπιταλισμό. Παράλληλος στόχος ήταν να
τις μετατρέψουν σε οικονομικούς και
πολιτικούς τους δορυφόρους επεκτείνοντας
έτσι τη σφαίρα επιρροής του δυτικού
κεφαλαίου. Αυτό συνέβη σε όλες τις
περιπτώσεις με εξαίρεση τη Ρωσία, όπου
μετά την ανάδειξη της ηγεσίας του Πούτιν,
αναδείχθηκε μια αυτοδύναμη αστική τάξη.
Η
κινεζική ηγεσία καθοδήγησε το άνοιγμα
στις καπιταλιστικές σχέσεις διαφυλάσσοντας,
προς το παρόν τουλάχιστον, την εθνική
κυριαρχία. Δεν επέτρεψε την επαναφορά
της χώρας σε ημιαποικιακή κατάσταση.
Αυτή είναι και μια από τις θεμελιώδεις
αιτίες δυσαρέσκειας των ισχυρών κρατών
της δύσης.
Για
να επιτύχει στο στόχο της αυτοδύναμης
ανάπτυξης και προκειμένου να μην
διακυβευθεί η κυριαρχία της χώρας, η
πρόσληψη ξένων δικαιικών προτύπων είναι
επιλεκτική.
Το στοιχείο αυτό είναι πολύ φανερό στο
συνταγματικό δίκαιο της χώρας και ιδίως
στην οργάνωση των εξουσιών. Η κρατική
ηγεσία της Κίνας αρνείται να υιοθετήσει
ένα πολυκομματικό αστικοδημοκρατικό
μοντέλο διακυβέρνησης. Διατηρεί μια
προγενέστερη μορφή πολιτεύματος η οποία
αντιστοιχεί σε διαφορετικό περιεχόμενο
πλέον. Ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες
αποτελούσε μορφή και έκφραση της
γραφειοκρατικοποιημένης λαϊκής εξουσίας,
τώρα η ίδια μορφή εξυπηρετεί τις ανάγκες
της αστικής τάξης στην οποία μετατρέπεται
η ηγετική γραφειοκρατία.
Αλλά και σε άλλους τομείς του δικαίου
η πρόσληψη αλλοδαπών νομοθετικών
προτύπων προσαρμόζεται στις ανάγκες
της κινεζικής πραγματικότητας.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η
προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας στο
σημερινό κινεζικό δίκαιο η οποία, παρά
τις όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις
ιδιαίτερα με το νόμο του 2007, παραμένει
ανεπαρκής, με βάση τουλάχιστον τα δυτικά
πρότυπα.
Το μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης
στην Κίνα δίνει -ακόμη τουλάχιστον-
προτεραιότητα στον κρατικό τομέα και
στη δυνατότητα του κράτους να παρεμβαίνει
στην οικονομία με ισχυρούς μοχλούς.
Αντίστοιχη
επιλεκτική πρόσληψη δικαίου εμφανίζεται
στον τομέα του εργατικού δικαίου. Το
κινεζικό δίκαιο έχει ενσωματώσει αρκετά
χαρακτηριστικά του εργατικού δικαίου
των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης. Ωστόσο
κομβικοί θεσμοί, όπως οι συλλογικές
συμβάσεις, παραμένουν οι “φτωχοί
συγγενείς” του κινεζικού εργατικού
δικαίου.
Η εξήγηση είναι ότι το εργατικό δίκαιο
των Δυτικών χωρών των αρχών της δεκαετίας
του 1990 είχε σε μεγάλο βαθμό αποτυπώσει
την επίδραση του εργατικού κινήματος
και του ανταγωνισμού με τα σοσιαλιστικά
κράτη. Δεν είχε ακόμη ξεκινήσει η
διαδικασία αποδόμησης των εργατικών
κατακτήσεων που διέπει τη σύγχρονη
περίοδο. Η Κίνα δεν μπορούσε να εισάγει
το σύνολο των θεσμών του εργατικού
δικαίου εκείνης της περιόδου γιατί αυτό
θα προσέκρουε στην προσπάθεια να κρατήσει
το κόστος της εργατικής δύναμης σε πολύ
χαμηλά επίπεδα.
Οι
παράγοντες της ιδιαίτερης πρόσληψης
του δικαίου
Ο
τρόπος πρόσληψης αλλοδαπού δικαίου
ποικίλει ανάλογα με τις συνθήκες της
κάθε χώρας αλλά και της κάθε ιδιαίτερης
περιόδου.
Τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του τρόπου
πρόσληψης ξένου δικαίου στη σύγχρονη
Κίνα μπορούν να αποδοθούν κατά βάση σε
τέσσερις παράγοντες. Πρώτο, το δίκαιο
της σύγχρονης Κίνας αποτελεί μια υβριδική
μορφή η οποία διατηρεί ακόμη πολλά
στοιχεία ή έστω όψεις του δικαίου της
σοσιαλιστικής περιόδου. Υπάρχουν,
τουλάχιστον στη μορφή, κατάλοιπα της
σοσιαλιστικής περιόδου.
Δεύτερο
επιδρά στον τρόπο πρόσληψης του αλλοδαπού
δικαίου ο τρόπος με τον οποίο
πραγματοποιήθηκε η καπιταλιστική
παλινόρθωση. Αυτή πραγματοποιήθηκε με
πρωτοβουλία της ηγετικής γραφειοκρατίας
η οποία καθοδήγησε με προσεκτικά βήματα
το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς.
Η προσοχή αυτή, που θυμίζει τον παραδοσιακό
πραγματισμό της κινεζικής πολιτικής,
εκφράζει την προσπάθειά της να διατηρήσει
την κυρίαρχη θέση της ως ανερχόμενη
αστική τάξη.
Τρίτο,
σχετίζεται με την ιστορική παράδοση
της Κίνας που χαρακτηριζόταν από τον
κρατικό παρεμβατισμό. Η ανάπτυξη του
καπιταλισμού στην Κίνα χαρακτηρίστηκε
από την έντονη παρέμβαση του κρατικού
τομέα. Την προπολεμική περίοδο και την
περίοδο κυριαρχίας του εθνικιστικού
Κουομιτάγκ το κράτος κατείχε δεσπόζουσα
θέση στην καπιταλιστική οικονομία.
Πρόκειται για φαινόμενο που χαρακτήρισε
όλες τις περιπτώσεις ανάπτυξης του
καπιταλισμού στο στάδιο της πρωταρχικής
συσσώρευσης, ιδίως εκεί που οι υλικές
προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη
ήταν αδύναμες. Το χαρακτηριστικό αυτό
παρατηρήθηκε ανάλογα σε όλες τις
παρόμοιου επιπέδου ανάπτυξης χώρες.
Τέταρτο,
έχει να κάνει με τη φάση ανάπτυξης του
σύγχρονου καπιταλισμού στην Κίνα, ο
οποίος διανύει κατ' αναλογία μια κεϋνσιανή
περίοδο. Είναι φανερό ότι, ειδικά μετά
την εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής
κρίσης το 2008, η κινεζική ηγεσία παρεμβαίνει
στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας
επιχειρώντας να αμβλύνει τις κοινωνικές
ανισότητες και αντιθέσεις.
Ο σκοπός της παρέμβασης είναι διττός:
να αποφύγει μια ανεπιθύμητη κοινωνική
έκρηξη αλλά και να μεταφέρει σταδιακά
το βάρος της οικονομικής ανάπτυξης στην
εσωτερική αγορά με την τόνωσή της.
Οι
παράγοντες αυτοί επιδρούν έτσι ώστε η
πρόσληψη ξένου δικαίου να φιλτράρεται
και να προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα
κινεζικά χαρακτηριστικά. Αν θα συνεχιστεί
αυτή η μεθοδολογία εξαρτάται κυρίως
από δυο παράγοντες. Πρώτο, από την εξέλιξη
της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αν
η τελευταία επιδράσει έντονα στην
κινεζική οικονομία, είναι πιθανό οι
πολιτικές ισορροπίες να διαταραχθούν
και οι επιλογές να μεταβληθούν.
Δεύτερο, παρόμοια επίδραση μπορεί να
έχει τυχόν απρόβλεπτη εξέλιξη του
διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων. Η
ανακατανομή ισχύος που επέρχεται ως
αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και
της έντασης των ενδοϊμπεριαλιστικών
ανταγωνισμών θα καθορίσει σε μεγάλο
βαθμό το τοπίο και στο εσωτερικό των
κρατών, συνεπώς και της Κίνας.
Τέλος,
δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία της
εργατικής τάξης στην Κίνα. Ο
κοινωνικο-πολιτικός της ρόλος αυτή τη
στιγμή είναι πολύ αδύναμος. Αντικειμενικά,
από άποψη μεγέθους, αποτελεί μια γιγάντια
δύναμη. Αν συγκροτηθεί συνδικαλιστικά
και πολύ περισσότερο αν συγκροτηθεί
πολιτικά, ή έστω αρχίσει να επιδρά
πολιτικά, η βαρύτητά της στις πολιτικές
εξελίξεις και στο δίκαιο θα είναι
σημαντική.