Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss


 

https://lawandsociety.gr/dimokratia-kai-katanomi-tou-koinwnikou-proiontos/


Εισήγηση στην ημερίδα του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα:

“150 από τη συγγραφή του Μαρξ: Κριτική του προγράμματος της Γκότα”,

17 Μαϊου 2025


Η σημασία της επαναστατικής δημοκρατίας εκδηλώνεται σε δυο κρίσιμους άξονες της σοσιαλιστικής οικονομίας, στο σχεδιασμό της οικονομικής ανάπτυξης και στη κατανομή του πλούτου. Ο ρυθμός, οι προτεραιότητες της ανάπτυξης, οι κοινωνικές δαπάνες, η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, η πολιτική μισθών απασχόλησαν έντονα και διαρκώς τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα.

Ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους τα κράτη κλήθηκαν να λάβουν σοβαρές αποφάσεις όπως για παράδειγμα κατά τη δεκαετία του 1920 και 1930 στη Σοβιετική Ένωση, όταν το ζήτημα της κατανομής των πόρων ανάμεσα στη βαριά και την ελαφρά βιομηχανία είχε τεράστια σημασία ενόψει της μεγάλης πολεμικής αναμέτρησης που πλησίαζε. Ανάλογα συνέβη στην Κίνα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν αναπτύχθηκε έντονη αντιπαράθεση στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας για το ρυθμό ανάπτυξης, το ρόλο της αγροτικής οικονομίας και μια σειρά άλλα συναφή ζητήματα (Καλτσώνης 2019, 97 επ., 135 επ.).

Αλλά και ο ρυθμός εξάλειψης των εμπορευματικών σχέσεων και ειδικότερα κοινωνικοποίησης των μικρών παραγωγών στην αγροτική οικονομία, στη βιοτεχνία, στο εμπόριο αποτέλεσε κρίσιμο ζήτημα. Ο στόχος των σοσιαλιστικών επαναστάσεων ήταν η πλήρης εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Η περίπτωση όμως της μικροϊδιοκτησίας απαιτεί, όπως αποδείχθηκε ιστορικά, ιδιαίτερους χειρισμούς, ειδικά σε χώρες όπου οι μικροπαραγωγοί αποτελούν σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας και του παραγωγικού δυναμικού.

Ο Λένιν είχε επισημάνει έγκαιρα το πρόβλημα και γι’ αυτό προέκρινε την εθελοντική συνεταιριστικοποίηση ως το δρόμο μετάβασης των αγροτών στην κοινωνικοποιημένη οικονομία. Ο λόγος βρισκόταν στο ότι οι αγρότες έπρεπε να πειστούν από την ίδια τους την εμπειρία για τα οφέλη της ένταξης στους συνεταιρισμούς. Εδώ συνυπήρχαν δυο πλευρές: η πρώτη ήταν ότι ο σοσιαλιστικός τομέας της οικονομίας θα έδειχνε την παραγωγική του ανωτερότητα και η δεύτερη ήταν ότι το πέρασμα έπρεπε να γίνει εθελοντικά και όχι με καταναγκασμό. Αυτή η δεύτερη πλευρά ξανασυνδέει το ζήτημα με τη δημοκρατία. Έπρεπε δηλαδή το επαναστατικό κόμμα να πείσει τους μικροπαραγωγούς και μάλιστα με βάση την πείρα τους για την αναγκαιότητα και την ωφέλεια της μετάβασης.

Στην πράξη γνωρίζουμε ότι τη δεκαετία του 1930 υπήρξε η βίαιη κολλεκτιβοποίηση, την οποία η σοβιετική κυβέρνηση αιτιολόγησε με βάση τις έκτακτες συνθήκες ενός πολέμου που πλησίαζε, επιχείρημα που δεν μπορεί να κριθεί ως παντελώς αβάσιμο. Υπάρχουν όμως και εκείνοι, όπως ο Φ. Κάστρο, που θεωρούν ότι η βίαιη κολλεκτιβοποίηση δεν ήταν αναγκαία, ότι έβλαψε πολιτικά καθώς απομάκρυνε πολλούς αγρότες από το επαναστατικό καθεστώς και ότι δεν ήταν οικονομικά αποτελεσματική (Ραμονέ 2007, 227 και Borge 2011, 58).

Η εμπειρία της κινέζικης επανάστασης ήταν παρόμοια αλλά και κάπως διαφορετική. Στην αρχική περίοδο προκρίθηκε η εθελοντική συνένωση με εξαιρετικά αποτελέσματα. Μετά το 1958 όμως αποφασίστηκε, χωρίς ευρύτερη λαϊκή συζήτηση και παρά τις αντιρρήσεις ισχυρής μειοψηφίας στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας, η βίαιη συνένωση με ολέθρια κοινωνικο-οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα. Και στις δύο περιπτώσεις αναδείχθηκε η σημασία της δημοκρατικής διαδικασίας και της ανάγκης της πειθούς και όχι της επιβολής από τα πάνω.



Προβλήματα εφαρμογής


O κρατικός σχεδιασμός αποδείχθηκε αρχικά ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο. Έδωσε τη νίκη σε βάρος των δυνάμεων του ναζισμού, ανόρθωσε τις οικονομίες μετά τον πόλεμο, μετέτρεψε την ΕΣΣΔ από καθυστερημένη, ημιφεουδαρχική χώρα σε ανεπτυγμένη βιομηχανική πρώτης γραμμής. H ΕΣΣΔ, η βιομηχανική παραγωγή της οποίας έφτανε μόλις στο 1/8 εκείνης των ΗΠΑ το 1913, αναδείχθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανική και τεχνολογική δύναμη στον κόσμο, κατέκτησε μάλιστα πρώτη το διάστημα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 το ΑΕΠ της ΕΣΣΔ είχε φτάσει στο ½ εκείνου των ΗΠΑ. Η Κίνα αντίστοιχα παρουσίασε ένα ετήσιο μέσο όρο ανάπτυξης του ΑΕΠ 10% την περίοδο από τη νίκη της επανάστασης μέχρι το 1990, παρά τις όποιες διακυμάνσεις. Ανάλογα η Κούβα είχε από την επικράτηση της επανάστασης μέχρι το 1990 μια ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 10% μεσοσταθμικά επιτυγχάνοντας παραλληλα ένα πολύ υψηλό επίπεδο κοινωνικών δικαιωμάτων. Γενικότερα οι χώρες αυτές, μέσα από σκαμπανεβάσματα, αστοχίες, σφάλματα και επιτυχίες, βγήκαν από τη χρόνια καθυστέρηση και ανέπτυξαν τις παραγωγικές τους δυνάμεις, βελτίωσαν θεαματικά τους κοινωνικούς δείκτες.

Προβλήματα είχαν παρουσιαστεί στη Σοβιετική Ένωση ήδη μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Η αιτία των προβλημάτων δεν πρέπει να αναζητηθεί στο σχεδιασμό αλλά στον τρόπο του σχεδιασμού, που ήταν κατά βάση διοικητικός, γραφειοκρατικός και γι’ αυτό από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να γίνεται αναποτελεσματικός. Σε έκτακτες συνθήκες, όπως εκείνες του εμφυλίου πολέμου ή της γερμανικής ναζιστικής εισβολής, η έλλειψη λαϊκής συμμετοχής στο σχεδιασμό ήταν αναμενόμενη. Την υποκαθιστούσε ο ενθουσιασμός και η προσπάθεια του λαού να νικήσει.

Αλλά με την ομαλοποίηση των συνθηκών φάνηκε ότι ο σχεδιασμός δεν ήταν ουσιαστικά δημοκρατικός και λαϊκός αφού η συμμετοχή ήταν σε μεγάλο βαθμό τυπική. Η ιστορική εμπειρία έδειξε πως η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων ατόνησε επιφέροντας, μαζί και με άλλους παράγοντες, ποικίλες αρνητικές επιπτώσεις. Σε αυτό επέδρασαν δίχως αμφιβολία οι αρνητικές συνθήκες, όπως η συνεχής στρατιωτική και οικονομική πίεση από την πλευρά της εγχώριας και διεθνούς αστικής τάξης, οι τεράστιες οικονομικές δυσκολίες αφού οι επαναστάσεις επικράτησαν σε χώρες με χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η έλλειψη εμπειρίας κά.

Έτσι η επαναστατική δημοκρατία βαθμιαία αποδυναμωνόταν. Στο τέλος του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Ρωσία οι συνελεύσεις βάσης και τα τοπικά Σοβιέτ είχαν σταματήσει σχεδόν τη λειτουργία τους (Μπετελέμ τ. 2 1974, 329 επ.). Παρατηρήθηκε πολύ έντονη η τάση ανάθεσης των πολιτικών καθηκόντων στους κυβερνώντες. Οι συνελεύσεις, οι εκλογικές διαδικασίες, οι αρχές της αιρετότητας, του ελέγχου του λαού στους αντιπροσώπους του, της ανακλητότητας κατέληξαν σε σημαντικό βαθμό τυπικές και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, έχασαν τη δυναμική τους. Η εκλογική διαδικασία κατέληξε προσχηματική. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησε ή κατέληξε απολύτως φορμαλιστικός. Παρότι σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανώτατου αντιπροσωπευτικού οργάνου (Miaille 1983, 188 επ. και Λένιν τ. 35, 106-107, 109-111).

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι σοβιετικοί ηγέτες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν ή η λογοδοσία δεν ήταν ουσιαστική ενώ θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους (Ζντάνοφ 1984, 145 επ.). Αντίστοιχες μαρτυρίες υπάρχουν και από άλλες πλευρές. Για παράδειγμα ο κουβανός ανταποκριτής στη Μόσχα την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης κάνει λόγο για “διεφθαρμένες εκλογικές διαδικασίες” (Para 2015).

Στο πολιτικό προνόμιο των κυβερνώντων να λαμβάνουν τις αποφάσεις, προστέθηκαν τα υλικά προνόμια, που τους απομάκρυναν από τις συνθήκες ζωής του λαού, δημιουργούσαν δυσπιστία ανάμεσά τους. Σε αντίθεση με τις αρχές της Κομμούνας και τις υποδείξεις του Λένιν η κατάσταση πήρε άλλο δρόμο. Η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα σε 1:15 ή και 1:20. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:15 (Μαντέλ 1994, 112 επ. και Mπετελέμ 1974 τ. 1, 107, Μπετελέμ τ. 2, 247, Μάρκοβιτς 1975, 51, Βλάχου-Μαυροκέφαλος 1989, 169-170, Trolliet 1981, 264). Στα μισθολογικά προνόμια πρέπει να προστεθούν και διάφορα άλλα προνόμια όπως για παράδειγμα, πρόσβαση σε ειδικές υπηρεσίες στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία κά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης διέθεταν, την τελευταία τουλάχιστον περίοδο, υπηρετικό προσωπικό, κηπουρούς κλπ. Τα νόμιμα αυτά προνόμια συμπληρώνονταν ενίοτε και με άλλα, παράνομα αποκτημένα.

Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις στη δημοκρατία στους εργασιακούς χώρους. Εκεί η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε επίσης σε μεγάλο βαθμό τυπική. Όπως σημειώνει ο κουβανός οικονομολόγος Κάρλος Ταμπλάδα, το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών (Ταμπλάδα 2014, 305 και Μπετελέμ 1974 τ. 2, 204 επ., Πολυμερίδης 2011, 153). Αντίστοιχες παρατηρήσεις είχε κάνει πολλά χρόνια πριν ο Τσε (Καλτσώνης 2012, 152 επ.).

Τα μεγάλα οικονομικά επιτεύγματα της πρώτης επαναστατικής περιόδου άρχισαν να αποδυναμώνονται. Οι οικονομικοί δείκτες άρχισαν να παρουσιάζουν στασιμότητα και ενίοτε υποχώρηση. Προκλήθηκαν ανισορροπίες και αναποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό. Παρατηρήθηκε πτώση στο ενδιαφέρον για την εργασία και άρα πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας (Rodriguez II 2016). Σημειώθηκαν ανισομέρειες και ενίοτε αδικίες στην κατανομή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου.

Yιοθετούνταν οικονομικοί στόχοι που κάποιες φορές ήταν υπερβολικοί και ανέφικτοι, προϊόν μονομερούς απόφασης της ηγεσίας. Ένα από τα πιο ακραία χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η περίοδος του “μεγάλου άλματος μπροστά” στην Κίνα (Καλτσώνης 2019, 135 επ.). Αντίστροφα, σε άλλες περιπτώσεις τα πλάνα ήταν κάποιες φορές υπερβολικά χαμηλά ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας και της υποβόσκουσας αντίδρασης των εργαζομένων στο γεγονός ότι δεν εισακούονταν οι ανάγκες και επιθυμίες τους (Ταμπλάδα 2014, 426 επ.).

Ο Λένιν, ανησυχώντας για την τροπή της κατάστασης, επισήμανε ήδη το 1918 τον κίνδυνο γραφειοκρατικής απόσπασης των ηγετών των Σοβιέτ: “υπάρχει η μικροαστική τάση να μετατραπούν τα μέλη των Σοβιέτ σε “κοινοβουλευτικούς” άνδρες, ή, από το άλλο μέρος, σε γραφειοκράτες”. Έκανε μάλιστα ανοιχτά λόγο για γραφειοκρατική παραμόρφωση του επαναστατικού κράτους. “Η πάλη ενάντια στη γραφειοκρατική παραμόρφωση της σοβιετικής οργάνωσης εξασφαλίζεται από τη σταθερότητα των Σοβιέτ με το “λαό”” (Λένιν τ. 36, 203-206). Λίγα χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1920 έγραφε ότι το κράτος που γεννήθηκε από την επανάσταση ήταν “εργατικό με γραφειοκρατική στρέβλωση” (Λένιν τ. 42, 208).Το ίδιο επανέλαβε λίγο αργότερα (Λένιν τ. 42, 239). Για το λόγο αυτό, σε ένα από τα τελευταία του έργα σημείωνε ότι “πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή” (Λένιν τ. 44, 224). Αντίδοτο στη γραφειοκρατική παραμόρφωση έβλεπε τις ποικιλόμορφες μορφές “ελέγχου από τα κάτω, για να παραλύσουμε κάθε ίχνος δυνατότητας να παραμορφωθεί η Σοβιετική εξουσία, για να ξεριζώνουμε συνεχώς και ακούραστα τα ζιζάνια του γραφειοκρατισμού” (Λένιν τ. 36, 206).



Στοιχεία οικονομίας της αγοράς αντί εκδημοκρατισμού


Οι κυβερνώντες των σοσιαλιστικών κρατών προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα όποια προβλήματα στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων διευρύνοντας την αυτοτέλεια των επιχειρήσεων και των διευθυντών, εισάγοντας περιορισμένα τη λογική του κέρδους, δίνοντας κίνητρα στους διευθυντές, διευρύνοντας τελικά τις εμπορευματικές σχέσεις. Είναι χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η μεταρρύθμιση που έγινε με παραλλαγές στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες τη δεκαετία του 1960. Ωστόσο, ο κεντρικός σχεδιασμός παρέμεινε αλλά δεν έγιναν σοβαρά βήματα στον εκδημοκρατισμό και στην ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτόν. Αν και μετά την απαλλαγή του Χρουτσώφ από τα καθήκοντά του έγιναν διορθωτικές κινήσεις, ενίοτε με περιορισμό των στοιχείων αγοράς, η κατεύθυνση των μεταγενέστερων αναζητήσεων δεν άλλαξε ουσιαστικά (Rodriguez III 2016).

Συνολικά, αυτού του είδους οι αλλαγές αποδυνάμωναν την αρχή “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του”, δημιουργούσαν μεγαλύτερες ανισορροπίες στην πολιτική μισθών και στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, παρότι, ο τελευταίος δεν αμφισβητήθηκε. Οι πολιτικές αυτές δεν ξαναέδωσαν όμως στους εργαζόμενους ουσιαστικό ρόλο στη λήψη των οικονομικών και άλλων αποφάσεων, κάτι που ήταν απολύτως απαραίτητο προκειμένου να ενεργοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας, να αισθανθεί ότι οι αποφάσεις τον αφορούν, να τονωθεί το ενδιαφέρον για την εργασία και τη διοίκηση της οικονομίας (Rodriguez III 2016).

Οι ηγεσίες βρέθηκαν σε γενικές γραμμές εγκλωβισμένες σε ένα δίπολο, του οποίου και οι δύο πόλοι δεν μπορούσαν να επιλύσουν τα προβλήματα. Από τη μία προτεινόταν ως λύση η διεύρυνση των εμπορευματικών σχέσεων, από την άλλη πλευρά η επαναφορά στον άκαμπτο κεντρικό σχεδιασμό χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του λαού. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κριτική που άσκησαν πρώην κορυφαία στελέχη του ΚΚΣΕ, όπως ο Μολότοφ, προς την πολιτική της περιορισμένης εμπορευματοποίησης, ενώ εμπεριείχε σωστές όψεις, δεν προσανατολιζόταν στην ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής των εργαζομένων στη λήψη των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων (Μολότοφ 2024, 211 επ.).

Αντίθετα, η διεύρυνση των εμπορευματικών σχέσεων έδωσε ώθηση στην εμφάνιση ανταγωνιστικών κοινωνικών συμφερόντων, ευνόησε την παραοικονομία, που από το 3,4% το 1960 έφτασε στο 20% του ΑΕΠ το 1988 (Rodriguez III, 2016). Οδήγησε στον κατακερματισμό των εργαζομένων, στην ενδυνάμωση των τοπικών και εθνικών συντεχνιακών συμφερόντων, ενίσχυσε τα φαινόμενα διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα, αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τη σχέση της ηγεσίας με το λαό. Εκτός των άλλων αποδείχθηκε οικονομικά αναποτελεσματική. Δεν εξάλειψε την αιτία του προβλήματος, δηλαδή την έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατικής συμμετοχής. Η τελευταία δεν ενισχύθηκε και άρα δεν ωθήθηκε το ενδιαφέρον και η παραγωγικότητα της εργασίας. Βέβαια, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η γενική τάση ήταν θετική, η οικονομία αναπτυσσόταν και το βιοτικό επίπεδο του λαού ανέβηκε αισθητά. Τα προβλήματα ωστόσο παρέμεναν.

Η πολιτική της διεύρυνσης των εμπορευματικών σχέσεων είχε μεγάλη επίδραση στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. Σήμαινε ότι οι αμοιβές των διευθυντικών στελεχών πρακτικά αυξήθηκαν περαιτέρω. Τα υλικά κίνητρα (ειδικά προς τα διευθυντικά στελέχη) συχνά ερμηνεύονταν ως αμοιβή πλέον της πραγματικής προσφοράς εργασίας. Γενικεύθηκε η πρακτική της παροχής ψευδών δεδομένων προς την κυβέρνηση έτσι ώστε να ιδιοποιούνται μέρος του προϊόντος και να το διοχετεύουν στη μαύρη αγορά. Αδυνάτισε ακόμη περαιτέρω ο έλεγχος τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω (Ταμπλάδα 2014, 467).

Επιπλέον, κάποιες κατηγορίες εργαζομένων αμείβονταν με βάση την κερδοφορία της επιχείρησης και όχι την προσφορά της εργασίας τους, δηλαδή αμείβονταν είτε παραπάνω είτε παρακάτω από την προσφορά της εργασίας τους. Κατά συνέπεια σημειώθηκε απομάκρυνση από την αρχή “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του”. Από την αρχή αυτή εξαιρούνταν έτσι κι αλλιώς το ολοένα διευρυνόμενο στρώμα όσων εργάζονταν στις μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις ή είχαν εισοδήματα από την παραοικονομία.

Η ποιοτική στροφή έγινε μετά το 1985 και κυρίως μετά το 1987, όταν η κατεύθυνση της ενίσχυσης των εμπορευματικών σχέσεων εντάθηκε και απέκτησε νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που έφτασαν μέχρι την κατάργηση του σχεδιασμού. Αυτό προκάλεσε πτώση των οικονομικών δεικτών και επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του λαού της ΕΣΣΔ. Το εθνικό εισόδημα αυξήθηκε κατά 2,3% το 1986, 1,6% το 1987, ενώ η βιομηχανική παραγωγή έπεσε από το 4,4% στο 3,8% και η αγροτική παραγωγή από το 5,3% στο 0,6%. Το 1991 το εθνικό εισόδημα μειώθηκε κατά 15%, η βιομηχανική παραγωγή κατά 7%, η αγροτική παραγωγή κατά 9%. Το 1990 το 27,6% του πληθυσμού ζούσε σε συνθήκες φτώχειας και το 1991 σε συνθήκες φτώχειας ζούσε το 31% (Rodriguez IV και V 2016).

Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι τα οικονομικά προβλήματα της ΕΣΣΔ, ακόμη και κατά τη δεκαετία του 1980, δεν ήταν ανυπέρβητα ούτε απαιτούσαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος σε όφελος της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Οι ηγέτες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αντίθετα με όσα η προπαγάνδα τους διακήρυσσε δημόσια, θεωρούσαν ως μεγαλύτερο κίνδυνο τις οικονομικές δυνατότητες της ΕΣΣΔ. Η Μ. Θάτσερ το εξέφρασε δημόσια το 1991 (Villar 2014, 30). Οι οικονομικές δυσκολίες μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αλλά όχι με προσφυγή στη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς ούτε με επιστροφή στο μη συμμετοχικό κεντρικό σχεδιασμό αλλά αντίθετα με την επαναθεμελίωση του δημοκρατικού σχεδιασμού. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί αν και σε ποιο βαθμό ήταν απαραίτητη, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χώρας, η χρήση κάποιων εργαλείων της αγοράς αλλά και η υπέρβαση των ανισομερειών και των παραβιάσεων της αρχής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του”.

Η επαναβεβαίωση του κυρίαρχου ρόλου της εργατικής τάξης ήταν η μόνη οδός που θα μπορούσε να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες. Αυτό με τη σειρά του απαιτούσε μια άλλη σχέση ανάμεσα στην κομματική και κρατική ηγεσία και το λαό, βασισμένη στη διαλεκτική αλληλεπίδραση και στην επαναστατική δημοκρατία. Η επαναφορά των αρχών της ήταν παραπάνω από αναγκαία. Δηλαδή απαιτούνταν η έμπρακτη εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας και ανακλητότητας, η προσέλκυση των εργαζομένων στις διαδικασίες και στις αποφάσεις σε όλα τα επίπεδα. Στις συνθήκες κοινωνικής δυσαρέσκειας και οικονομικών προβλημάτων απαιτούνταν ιδίως η εφαρμογή της αρχής της κατάργησης των όποιων προνομίων των κυβερνώντων. Κάτι τέτοιο θα ανατροφοδοτούσε την εμπιστοσύνη του λαού προς τα κυβερνώντα κόμματα.

Ωστόσο αυτή η διέξοδος δεν ακολουθήθηκε επειδή οι ηγεσίες, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, λόγω της κοινωνικής τους θέσης, που οριοθετούνταν από τα οικονομικά και πολιτικά προνόμια, αδυνατούσαν αντικειμενικά να χαράξουν μια τέτοια διέξοδο. Προτίμησαν την έξοδο προς την καπιταλιστική παλινόρθωση διασφαλίζοντας για τον εαυτό τους μια κυρίαρχη θέση στην οικονομία και στην πολιτική. Κάποιες μειοψηφίες, ταλαντεύονταν χωρίς να μπορέσουν να βρουν σύνδεση με το λαό και να χαράξουν ένα επαναστατικό σχέδιο.



Κάποια πορίσματα

Επαναστατική δημοκρατία και κατανομή του κοινωνικού πλούτου


Η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων είναι αναγκαία και στο στάδιο της κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Στη σοσιαλιστική κοινωνία γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί η αρχή “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του”. Πώς όμως γίνεται η μέτρηση, αξιολόγηση και αποτίμηση της εργασίας; Και κυρίως ποιος την υπολογίζει σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης όπου δεν κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής; Ο υπολογισμός της εργατικής δύναμης που ξόδεψε κάθε εργαζόμενος είναι ένα σύνθετο επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα. Τα πορίσματα διάφορων επιστημών και η κοινωνική εμπειρία μπορούν να υποδείξουν τρόπους για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης εργασίας. Τα συμπεράσματα όμως της επιστήμης και της εμπειρίας μπορούν να διαφέρουν στις εκτιμήσεις τους. Ο υπολογισμός δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα αλλά και κοινωνικο-πολιτική απόφαση.

Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Επομένως ο ρόλος της δημοκρατίας είναι κι εδώ καθοριστικός. Πώς θα αποτιμηθεί από την κοινωνία μια ώρα εργασίας του εκπαιδευτικού και πώς ενός προγραμματιστή, πώς ενός ανθρακωρύχου και πώς ενός κλητήρα; Ποια είναι η μέση ποσότητα και ποιότητα εργασίας που πρέπει να παρέχεται σε κάθε επαγγελματική κατηγορία; Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς μπορούν να καθορίσουν τα σχετικά κριτήρια.

Ο καθορισμός του πλάνου παραγωγής σε εθνικό, κλαδικό, επιχειρησιακό, ατομικό επίπεδο είναι απόφαση της κοινωνίας, που πρέπει να λαμβάνεται με ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες. Ο έλεγχος υλοποίησης των αποφάσεων αυτών πρέπει επίσης να πραγματοποιείται μέσω των δημορκατικών θεσμών και να είναι διαφανής και πολύπλευρος, από τα πάνω και από τα κάτω (Guevara 2006, 147). Όπως σημείωνε ο Γκεβάρα, «Διότι ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό σχέδιο, που προσπαθεί να θέσει σε εντατική λειτουργία το σύνολο των δυνάμεων του λαού, δεν μπορεί να είναι διαχωρισμένο από αυτόν. Πρέπει να το φτιάξουμε όλοι μαζί, έτσι ώστε όλος ο κόσμος να το κατανοεί, όλος ο κόσμος να συλλαμβάνει την ουσία του και έτσι όλος ο κόσμος να βοηθήσει να βγει η δουλειά» (Τσε Γκεβάρα 2004, 92).

Οι εργαζόμενοι μπορεί και πρέπει να αποφασίζουν μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς για τις βασικές αρχές της μισθολογικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα για την ψαλίδα των μισθών: θα είναι δηλαδή η σχέση κατώτατου και ανώτατου μισθού 1:2, 1:4, 1:10 ή περισσότερο, ποιες επαγγελματικές κατηγορίες θα βρίσκονται στη βάση και ποιες στην κορυφή της μισθολογικής ψαλίδας; Για όλα αυτά απαιτείται φυσικά ανοιχτός διάλογος, γνώση, πληροφόρηση. Γι' αυτό, για παράδειγμα, ο Λένιν υποστήριζε ότι ο τύπος στη σοσιαλιστική κοινωνία “θα βάζει στην κρίση των μαζών ακριβώς τα ζητήματα της καθημερινής οικονομικής ζωής και θα τις βοηθάει να τα μελετούν σοβαρά” (Λένιν τ. 36, 191).

Εννοείται ότι η κοινωνία δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αποφασίζει για κάθε λεπτομέρεια (Μαντέλ 2003, 8 επ.). Είναι όμως απολύτως αναγκαίο να υιοθετούνται οι γενικές αρχές σε πανεθνικό επίπεδο. Αυτές στη συνέχεια μπορούν να εξειδικεύονται από τα επιμέρους κλαδικά και τοπικά όργανα της δημοκρατικά οργανωμένης εξουσίας των εργαζομένων.

Η αποτίμηση των συνθηκών εργασίας και η μέτρηση της προσφοράς εργασίας σε διαφορετικές μονάδες εντός του ίδιου κλάδου της οικονομίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής, δημοκρατικής απόφασης των αντίστοιχων κλαδικών οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη μέτρηση της εργασίας που παρέχει ο κάθε συγκεκριμένος εργαζόμενος. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα, ούτε μόνο με βάση τις ώρες που εργάστηκε, αλλά με βάση τα γενικά ή ειδικά θεσπισμένα κοινωνικά κριτήρια και κανόνες. Στην εξειδίκευση των κριτηρίων και των κανόνων αυτών και στην προσμέτρηση της εργασίας των εργαζομένων, οι θεσμοί της εργατικής δημοκρατίας πρέπει να έχουν τον αποφασιστικό λόγο.

Εννοείται πως στο πλαίσιο της αναγκαίας εργασιακής πειθαρχίας η μέτρηση αυτή πραγματοποιείται από τον προϊστάμενο ή τον διευθυντή αλλά βάσει των δημοκρατικά καθορισμένων κριτηρίων από την κοινωνία. Επιπλέον, σε περίπτωση τυχόν αυθαιρεσίας των διευθυντικών στελεχών δεν μπορεί παρά να κρίνουν σε δεύτερο βαθμό ειδικοί συλλογικοί θεσμοί.

Εν κατακλείδι, η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η ομαλή, ουσιαστική λειτουργία των πολυεπίπεδων θεσμών της επαναστατικής δημοκρατίας είναι απολύτως αναγκαία. Ο λαός μέσω του σχεδιασμού και της υποκειμενικής εκτίμησης των αντικειμενικών δεδομένων πρέπει να:

1. καθορίζει το σκοπό και τους επιμέρους στόχους της οικονομικής ανάπτυξης

2. καθορίζει τις εκάστοτε αναλογίες (μέσα παραγωγής προς μέσα κατανάλωσης κλπ.)

3. επιλέγει τα μέσα της ανάπτυξης (είδος τεχνολογιών, χωροταξικές παράμετροι και κάθε φορά αξιολόγησή τους ως προς την περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητα)

4. καθορίζει και αξιολογεί τα κριτήρια με τα οποία κατανέμονται τα μέσα κατανάλωσης

5. ορίζει το ρυθμό και τον τρόπο εξάλειψης των εμπορευματικών σχέσεων.



Βιβλιογραφία


Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989

Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008

Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012

Δ. Καλτσώνης, Το κράτος στην Κίνα (1919-1949), Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2019

Ε. Καρντέλι, Σ. Ζούκιν, Μ. Μάρκοβιτς, Γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Ανδρομέδα, 1981

Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή

Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994

Ε. Μαντέλ, Στην υπεράσπιση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2003

Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975

Β. Μολότοφ, Προς την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (1965), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2024

Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 1, 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974

Γ. Πολυμερίδης, Επιστημονικός σοσιαλισμός: κριτική στους επικριτές του, Αθήνα, εκδ. Εντός, 2011

Ι. Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ (βιογραφία σε δύο φωνές), Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007

Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014

O Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους, Αθήνα, εκδ. Διεθνές Βήμα, 2004

M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983

F. Alvarez Tabio, Comentarios a la Constitucion Socialista, La Habana, Editorial de Ciencias Sociales, 1985

J. Bellon, Το Σοβιετικό δίκαιο, Αθήνα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1966

T. Borge, Un grano de maiz (Entrevista concedida por Fidel Castro a Tomas Borge, 1992), ed. «El perro y la rana», Caracas, 2011

E. Che Guevara, Apuntes críticos a la Economía Política, Melbourne – New York, Ocean Press, 2006

P. Para, “Por que cayo el sosialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, www.cubadebate.cu

J.L. Rodriguez, La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (I-V)», Cubadebate.cu, 16/5/2016

P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981

O.J. Villar Barroso, «El papel de la politica en el hundimiento sovietico», Temas, n. 78:25-32, 2014


 

https://legalform.blog/2025/12/20/democracy-and-distribution-of-the-social-product-in-socialist-society-the-experience-of-the-twentieth-century-dimitris-kaltsonis/



The importance of revolutionary democracy is manifested in two critical axes of the socialist economy: the planning of economic development and the distribution of wealth. The pace and priorities of development, social spending, the distribution of the social product, and wage policy were issues that preoccupied the revolutions of the 20th century.

Particularly during critical periods, states were called upon to make serious decisions, such as in the 1920s and 1930s in the Soviet Union, when the issue of resource allocation between heavy and light industry was of paramount importance in view of the approaching major military confrontation. The same thing happened in China in the late 1950s, when there was intense debate within the leadership of the Chinese Communist Party about the pace of development, the role of the rural economy, and a number of other related issues.1

The pace of the elimination of commodity relations—in particular, the socialization of small producers in agriculture, crafts, and trade—was also a critical issue. The goal of the socialist revolutions was the complete elimination of private ownership of the means of production. However, as history has shown, the case of small-scale ownership requires special handling, especially in countries where small producers constitute a significant part of economic activity and productive capacity.

Lenin had spotted this problem early on and therefore favoured voluntary cooperativisation as the way for farmers to transition to a socialised economy. The reason was that farmers had to be persuaded by their own experience of the benefits of joining cooperatives. There were two sides to this: the first was that the socialist sector of the economy would demonstrate its productive superiority, and the second was that the transition had to be voluntary and not forced. This second aspect reconnects the issue with democracy. In other words, the revolutionary party had to convince small producers, based on their own experience, of the necessity and benefits of the transition.

In practice, we know that the 1930s saw violent a collectivisation, which the Soviet government justified on the basis of the exceptional circumstances of an impending war, an argument that cannot be dismissed as entirely unfounded. However, there are also those, such as Fidel Castro, who believe that violent collectivization was not necessary, that it was politically damaging as it alienated many farmers from the revolutionary regime, and that it was not economically effective.2

The experience of the Chinese revolution was similar but also somewhat different. In the initial period, voluntary association was favoured, with excellent results. After 1958, however, it was decided, without broader public debate and despite the objections of a strong minority in the leadership of the Chinese Communist Party, to proceed with violent collectivisation, with disastrous socio-economic and political results. In both cases, the importance of the democratic process and the need for persuasion rather than imposition from above became apparent.

Implementation problems

State planning initially proved to be a particularly effective tool. It led to victory over the forces of Nazism, revived economies after the war, and transformed the USSR from a backward, semi-feudal country into a developed, leading industrial power. The USSR, whose industrial production was only 1/8th that of the US in 1913, became the second largest industrial and technological power in the world, even conquering space first. By the mid-1960s, the USSR’s GDP had reached half that of the US. China, on the other hand, had an average annual GDP growth rate of 10% from the victory of the revolution until 1990, despite some fluctuations. Similarly, Cuba had an average GDP growth of 10% from the victory of the revolution until 1990, while achieving a very high level of social rights protection. In general, these countries, through ups and downs, mistakes, errors, and successes, emerged from chronic backwardness and developed their productive forces, dramatically improving their social indicators.

Problems had already arisen in the Soviet Union after World War II. The cause of the problems should not be sought in planning but in the way planning took place, which was essentially administrative and bureaucratic, and therefore became ineffective at a certain point. In extraordinary circumstances, like those of civil war or the German Nazi invasion, the lack of popular participation in planning was to be expected. It was supplanted by the enthusiasm and popular effort to win.

But as conditions returned to normal, it became apparent that planning was not truly democratic and popular, since participation was largely formal. Historical experience has shown that the democratic participation of workers had waned, leading, along with other factors, to various negative consequences. This was undoubtedly influenced by negative conditions, such as constant military and economic pressure from the domestic and international bourgeoisie, enormous economic difficulties since the revolutions prevailed in countries with low development of productive forces, lack of experience, etc.

Thus, revolutionary democracy gradually weakened. At the end of the civil war and the imperialist intervention in Russia, the grassroots assemblies and local Soviets had almost ceased to function.3 There was a very strong tendency to delegate political tasks to those in power. Assemblies, electoral procedures, the principles of electivity, popular control over representatives, and revocability became largely formal and devoid of real content, losing their momentum. The electoral process became a mere formality. Debate and control of representatives became sluggish or ended up being completely formalistic. Although all the constitutions of socialist states provided for the possibility of recalling representatives, this right was rarely, if ever, exercised, at least at the level of the highest representative body.4

It is characteristic that the Soviet leaders themselves spoke, as early as in 1937, of degenerative phenomena whereby democratic procedures in the Soviets had become purely nominal, in reality covering up a clientelist system of relations in which the representatives of the people were unaccountable. They were not accountable, or their accountability was not meaningful, while they considered their re-election to be certain and guaranteed.5 Similar testimonies exist from other sources. For example, the Cuban correspondent in Moscow during the last period of the Soviet Union speaks of ‘corrupt electoral processes’.6


The political privilege of those in power to make decisions was compounded by material privileges, which distanced them from the living conditions of the people and created mistrust among them. Contrary to the principles of the Commune and Lenin’s recommendations, the situation took a different turn. The ratio between the basic wage and the wages of the highest echelons of the ruling class in the Soviet Union was already 1:10 in the 1930s and later rose to 1:15 or even 1:20. Similar developments took place in other socialist countries. In China, this gap had already reached 1:10 in the 1950s and 1960s, and at times 1:15 (Mandel 1994, 112 ff. and Betelem 1974 vol. 1, 107, Betelem vol. 2, 247, Markovits 1975, 51, Vlachou-Mavrokefalos 1989, 169-170, Trolliet 1981, 264).7 In addition to salary privileges, there were various other privileges, such as access to special services in health, education, housing, etc. It is characteristic that the leading cadres of the Communist Party of the Soviet Union had, at least in the last period, service personnel, gardeners, etc. These legal privileges were sometimes supplemented by others, acquired illegally.

Similar developments took place in workplace democracy. There, too, worker participation in discussions on critical economic decisions became largely symbolic. As Cuban economist Carlos Tablada notes, the focus was solely on the implementation of decisions taken at government level, rather than on the participation of workers in the development and evaluation of policies.8 Che Guevara had made similar observations many years earlier.9

The great economic achievements of the first revolutionary period began to weaken. Economic indicators began to signal stagnation and sometimes decline. Imbalances and inefficiencies in planning were caused. There was a decline in willingness to work and, consequently, a decline in labour productivity.10 There were imbalances and, at times, injustices in the distribution of social wealth.


Economic targets were adopted that were sometimes excessive and unattainable, the result of unilateral decisions by the leadership. One of the most extreme examples was the period of the ‘Great Leap Forward’ in China.11 Conversely, in other cases, plans were sometimes excessively low as a result of the indifference and underlying reaction of workers to the fact that their needs and desires were not being met.12

Lenin, concerned about such a turn of events, pointed out as early as in 1918 the danger of bureaucratic detachment of the Soviet leaders: ‘there is a petty-bourgeois tendency to turn Soviet members into ‘parliamentarians’ or, on the other hand, into bureaucrats’. He even spoke openly about the bureaucratic deformation of the revolutionary state. ‘The struggle against the bureaucratic deformation of the Soviet organization is ensured by the stability of the Soviets with the ‘people’’.13 A few years later, in December 1920, he wrote that the state born of the revolution was ‘a workers’ state with a bureaucratic distortion’.14 He repeated the same thing a little later.15 For this reason, in one of his last works, he noted that ‘many times we will still need to finish, rebuild, start from scratch’.16 He saw the antidote to bureaucratic distortion in the various forms of ‘control from below, in order to paralyse any possibility of distorting Soviet power, to constantly and tirelessly uproot the weeds of bureaucracy’.17


Elements of a market economy instead of democratisation

The rulers of socialist states tried to address the problems in planning and in the development of productive forces by expanding the autonomy of enterprises and managers, introducing limited profit motives, providing incentives to managers, and ultimately expanding commodity relations. The reforms that took place with variations in the Soviet Union and other countries in the 1960s are characteristic in this regard. However, central planning remained in place without any serious steps being taken towards democratisation and meaningful participation of workers in it. Although corrective measures were taken after Khrushchev’s dismissal, sometimes with restrictions of market elements, the direction of subsequent efforts did not change substantially.18

Overall, these kinds of changes weakened the principle of ‘to each according to their work’, creating greater imbalances in wage policy and central economic planning, despite not questioning the latter’s place in economic production. However, these policies did not give workers a meaningful role in economic and other decision-making—something that was absolutely necessary in order to activate the popular factor: to make people feel that the decisions concerned them, and to stimulate interest in work and the management of the economy.19


Leaders found themselves generally trapped in a dilemma, with neither side being able to resolve the problems. On the one hand, the proposed solution was to expand commodity relations; on the other, it was to return to rigid central planning without meaningful participation by the people. It is characteristic that the criticism levelled by former top officials of the CPSU, such as Molotov, towards the policy of limited commodification, while containing correct aspects, was not oriented towards strengthening the democratic participation of workers in political and economic decision-making.20


On the contrary, the expansion of commodity relations gave rise to competing social interests and favoured the ‘black economy’, which grew from 3.4% of GDP in 1960 to 20% in 1988.21 It led to the fragmentation of the workforce, the strengthening of local and national ‘guild’ interests, increased corruption at all levels, and further weakened the relationship between the leadership and the people. Among other things, it proved to be economically ineffective. It did not eliminate the root cause of the problem, namely the lack of meaningful democratic participation. The latter was not strengthened, and therefore interest and productivity in the workplace were not boosted. Of course, until the mid-1980s, the general trend was positive, the economy was growing, and the standard of living rose significantly. However, the problems remained.

The policy of expanding commodity relations had a major impact on the distribution of the social product. It meant that the remuneration of managers increased further in practical terms. Material incentives (especially for managers) were often interpreted as remuneration in excess of the actual labour supply. The practice of providing false data to the government in order to appropriate part of the product and channel it to the black market became widespread. Control from both above and below weakened even further.22

Furthermore, certain categories of workers were paid based on the profitability of the business rather than on their contribution to the workforce, meaning that they were either overpaid or underpaid in relation to their contribution. As a result, there was a departure from the principle ‘to each according to their work’. The ever-growing segment of those who worked in small private companies or had income from the black economy were already excluded from that principle anyway.

The qualitative shift took place after 1985 and especially after 1987, when the trend towards strengthening commodity relations intensified and acquired new qualitative characteristics, which led to the abolition of planning. This caused a decline in economic indicators and a deterioration in the standard of living of people in the USSR. National income increased by 2.3% in 1986, and by 1.6% in 1987; while industrial production fell from 4.4% to 3.8% and agricultural production from 5.3% to 0.6%. In 1991, national income fell by 15%, industrial production by 7%, and agricultural production by 9%. In 1990, 27.6% of the population lived in poverty, and in 1991, 31% lived in poverty.23

It should be emphasised, however, that the economic problems of the USSR, even in the 1980s, were not insurmountable, nor did they require the overthrow of the socialist system in favour of capitalist restoration. Contrary to what their propaganda publicly proclaimed, the leaders of the imperialist powers considered the economic potential of the USSR to be the greatest threat. Margaret Thatcher expressed this publicly in 1991.24 Economic difficulties could be addressed, but not by resorting to a transition to a market economy or a return to non-participatory central planning, but rather by re-establishing democratic planning. In this context, it could be discussed whether and to what extent it was necessary, depending on the conditions in each country, to use certain market tools but also to overcome the inequalities and violations of the principle ‘to each according to his work’.



Reaffirming the dominant role of the working class was the only way to overcome any difficulties. This, in turn, required a different relationship between the party and state leadership and the people, based on dialectical interaction and revolutionary democracy. The restoration of its principles was more than necessary. In other words, it was necessary to put into practice the principles of electivity and revocability, and to involve workers in procedures and decisions at all levels. In a climate of social discontent and economic problems, it was particularly important to apply the principle of abolishing any privileges enjoyed by those in power. This would have restored the people’s confidence in the ruling parties.

However, this solution was not pursued. The leaders, or at least the majority of them, were objectively unable to chart such a course due to their own social position (which was defined by economic and political privileges). They preferred the path of capitalist restoration, securing for themselves a dominant position in the economy and politics. Some minorities wavered, unable to connect with the people and chart a revolutionary course.



Some conclusions: Revolutionary democracy and distribution of social wealth

The democratic participation of workers is necessary for the distribution of the social wealth produced. In socialist society, an effort is made to apply the principle ‘to each according to their work’. But how is work measured, evaluated, and assessed? And above all, who calculates it in a social formation where individual ownership of the means of production does not prevail? Calculating the labour power expended by each worker is a complex scientific and political issue. The findings of various sciences and social experience can suggest ways of calculating one type of work or another. However, the conclusions of science and experience may differ in their assessments. The calculation is not only a technical issue but also a socio-political decision.

Consequently, society itself must have the final and decisive say on the criteria adopted. Therefore, the role of democracy is decisive here too. How will society value an hour of work by a teacher, a programmer, a miner, or a bailiff? What is the average quantity and quality of work that should be provided in each professional category? The workers themselves, through their democratic institutions, can determine the relevant criteria.

The determination of the production plan at the national, sectoral, operational, and individual levels is a social decision, which must be taken through substantive democratic processes. The implementation of these decisions must also be monitored through democratic institutions and be transparent and multifaceted, from the top down and from the bottom up.25 As Guevara pointed out, ‘[An] ambitious development plan that seeks to put all the popular forces into intensive operation cannot be separated from them. We must build it all together, so that everyone understands it, everyone grasps its essence, and thus everyone helps to get the job done’.26

Workers can and must decide through their democratic institutions on the basic principles of wage policy, such as the wage gap: that is, whether the ratio between the minimum and maximum wages will be 1:2, 1:4, 1:10, or more, and which occupational categories will be at the bottom and which at the top of the wage gap? All this naturally requires open dialogue, knowledge, and information. That is why, for example, Lenin argued that the press in a socialist society ‘will put the issues of everyday economic life to the judgment of the masses and help them to study them seriously’.27

It goes without saying that society does not need to and should not decide on every detail.28 However, it is absolutely necessary to adopt general principles at the national level. These can then be specified by the individual sectoral and local bodies of the democratically organised workers’ power.

Assessing the working conditions and measuring labour supply in different units within the same sector of the economy can be the subject of a collective, democratic decision by the respective sectoral bodies of socialist power. The same applies to the measurement of the work provided by each individual worker. This cannot be done arbitrarily, nor solely on the basis of the hours worked, but on the basis of generally or specifically established social criteria and rules. In specifying these criteria and rules and in measuring the work of employees, the institutions of workers’ democracy must have the decisive say.

It goes without saying that, within the framework of necessary labour discipline, this measurement is carried out by the supervisor or manager, but on the basis of criteria democratically determined by society. Furthermore, in the event of any arbitrariness on the part of managers, specialist collective institutions must be able to make a second-level assessment.

In conclusion, historical experience has shown that the smooth, effective functioning of the multi-level institutions of revolutionary democracy is absolutely necessary. Through planning and subjective assessment of objective data, the people must:

1. determine the purpose and specific objectives of economic development ;

2. determine the respective proportions (means of production to means of consumption, etc.);

3. choose the means of development (type of technologies, spatial parameters, and their evaluation in terms of environmental, economic, and social effectiveness);

4. define and evaluate the criteria by which the means of consumption are distributed; and

5. define the pace and manner of the elimination of commodity relations.

Dimitris Kaltsonis is Professor of State and Law Theory at Panteion University, Athens.


1 D Kaltsonis, Τhe State in China (1919–1949) (in Greek), Athens: Topos, 2019, 97 ff., 135 ff.

2 Ι Ramone, One Hundred Hours with Fidel (biography in two voices) (in Greek), Athens : Parakis, 2007, 227 and

T Borge, Un grano de maiz (Entrevista concedida por Fidel Castro a Tomas Borge, 1992), ed. «El perro y la rana», Caracas, 2011, 58.

3 C Bettelheim, Class Struggle in USSR, vol. 1 (1923–1930) (in Greek), Athens: Kedros, 1974, 329 ff.

4 M Miaille, Τhe Rechstaat (introduction to a critique of constitutional law) (in Greek), Thessaloniki: Paratiritis, 1983, 188 ff. and VI Lenin, Collected Worksvol. 35(in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 106–107, 109–111.

5 Α Zdanov, ‘Address to the Plenary of the CC of RCP (Bolsh.), 29/2/1937’ (in Greek), Communist Review, 4/2008, 145 ff.

6 P. Para, “Por que cayo el sosialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, www.cubadebate.cu

7 Α Vlachou and P Mavrokefalos, The Socialist Transformation of China (in Greek), Athens: Foundation of Mediterranean Studies, 1989, 169–170. E Mandel, Power and Money (Marxist theory of bureaucracy) (in Greek), Athens: Vanguard Library, 1994, 112 ff. Μ Markovic, Self-management, Athens: Epicuros, 1975, 51. C Bettelheim, vol. 1, 107 and vol. 2 247. P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris : Armand Colin, 1981, 264

8 G Polymeridis, Scientific Socialism: Critique of its critics (in Greek), Athens: Entos, 2011, 153. C Tablada, Che Guevara: the Political Economy of Socialist Construction (in Greek), Athens: Diethnes Vima, 2014, 305. C Bettelheim, Vol. 2, 204ff.

9 D Kaltzonis, Che on the State and Revolution (in Greek), Athens: Topos, 2012, 152 ff.

10 J.L. Rodriguez, ‘La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (II)’, Cubadebate.cu, 16/5/2016

11 Kaltsonis 2019, 135 ff.

12 Tablada 2014, 426 ff.

13 VI Lenin, Collected Works vol. 36 (in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 203-206.

14 VI Lenin, Collected Works vol. 42 (in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 208.

15 ibid., 239

16 VI Lenin, Collected Works vol. 44 (in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 224.

17 VI Lenin, Collected Works vol. 36 (in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 206.

18 JL Rodriguez, ‘La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (II)’, Cubadebate.cu, 16/5/2016

19 JL Rodriguez, ‘La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (III)’, Cubadebate.cu, 16/5/2016

20 V Molotov, To the Central Committee of the CPSU (1965), Athens: Synchroni Epochi, 2024, 211 ff.

21 JL Rodriguez, ‘La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (III)’, Cubadebate.cu, 16/5/2016

22 Tablada 2014, 467.

23 JL Rodriguez, ‘La desaparicion de la URSS 25 anos despues: Algunas reflexiones (IV and V)’, Cubadebate.cu, 16/5/2016

24 OJ Villar Barroso, ‘El papel de la politica en el hundimiento sovietico’, Temas, n. 78:25–32, 2014, 30.

25 E Che Guevara, Apuntes críticos a la Economía Política, Melbourne, Ocean Press, 2006

147.

26 ibid., 92

27 VI Lenin, Collected Works, vol. 36 (in Greek), Athens: Synchroni Epochi, 2004, 191.

28 Mandel 2003, 8 ff.


ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION