Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss


 

περ. Κρίση, τευχ.1/2025, σελ. 37-46



Περίληψη

Το άρθρο εξετάζει στο πρώτο μέρος τα βασικά στοιχεία της ανάλυσης του Λένιν για το εθνικό ζήτημα, με ιδιαίτερη έμφαση στο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Στο δεύτερο μέρος, υποστηρίζει ότι η διαλεκτική προσέγγιση του Λένιν παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη στο σύγχρονο ιστορικό πλαίσιο — μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από τα αποικιακά κατάλοιπα, τις αυξανόμενες παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας των πιο αδύναμων κρατών και τη χειραγώγηση των εθνοτικών συγκρούσεων από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Το άρθρο ολοκληρώνεται με μια ανάλυση των συγκεκριμένων περιπτώσεων της Καταλονίας, της Βαλλονίας και της Σκωτίας σε σχέση με το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Abstract

Author: Dimitris Kaltsonis

Title: Leninist Theory and the Contemporary National Question

The article begins by examining the key elements of Lenin's analysis of the national question, with a particular focus on the right to self-determination. In the second part, it argues that Lenin’s dialectical approach remains highly relevant in the contemporary historical context — a period marked by the persistence of colonial remnants, increasing violations of national sovereignty in weaker states, and the manipulation of ethnic conflicts by imperialist powers. The article concludes with an analysis of the specific cases of Catalonia, Wallonia, and Scotland in relation to the right to self-determination.


Η παρουσίαση που ακολουθεί χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο γίνεται συνοπτική έκθεση των θεμελιωδών ιδεών της λενινιστικής σκέψης για το εθνικό ζήτημα και στο δεύτερο επιχειρείται μια σύντομη διερεύνηση για την τυχόν χρησιμότητά τους στη σύγχρονη ιστορική περίοδο.

Τα θεμελιώδη έργα του Λένιν για το εθνικό ζήτημα είναι τα «Κριτικά σημειώματα για το εθνικό ζήτημα» (Λένιν τ. 24), «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών» (Λένιν τ. 25), «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών» (Λένιν τ. 27), «Για την μπροσούρα του Γιούνιους» (Λένιν τ. 30), «Το αποτέλεσμα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση» (Λένιν τ. 30) και «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού» (Λένιν τ. 30), γραμμένα όλα την κρίσιμη ιστορική περίοδο από το Δεκέμβριο του 1913 μέχρι τον Οκτώβριο του 1916.

Οι πυλώνες της ανάλυσης του Λένιν για το εθνικό ζήτημα είναι οι παρακάτω έξι. Όπως θα φανεί, η σκέψη του διακρίνεται, όχι για τη μονολιθικότητα, αλλά για τη διαλεκτική της φρεσκάδα και τη σταθερότητα στο βασικό ζήτημα τόσο ως προς τη μέθοδο ανάλυσης όσο και ως προς το στόχο.

Πρώτο, σε κάθε έθνος ενυπάρχουν δύο: εκείνο της κυρίαρχης αστικής τάξης και εκείνο των υφιστάμενων εκμετάλλευση και καταπίεση τάξεων (Λένιν τ. 24: 120, 128).

Δεύτερο, ο καπιταλισμός αξιοποιεί τις εθνικές διακρίσεις και την καταπίεση προκειμένου να διαιρεί την εργατική τάξη και τους λαούς και να εντείνει την εκμετάλλευση. Ιδιαίτερα την περίοδο του ιμπεριαλισμού η εθνική καταπίεση και η υποδούλωση των ασθενέστερων κρατών από τα ισχυρά βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη (Λένιν τ. 30: 6, 8, 84, 102).

Τρίτο, η εργατική τάξη οφείλει να δίνει προτεραιότητα στην ενότητα της τάξης της και των λαών: «Οι μεγαλορώσοι και οι ουκρανοί εργάτες πρέπει να υπερασπίζουν μαζί και ‒όσο ζουν στα πλαίσια ενός κράτους‒ με την πιο στενή οργανωτική ενότητα τον κοινό ή διεθνικό πολιτισμό του προλεταριακού κινήματος» (Λένιν τ. 24: 129).

Τέταρτο, η επαναστατική εργατική τάξη έχει δημοκρατικό καθήκον να αντιμάχεται κάθε εθνική καταπίεση (Λένιν τ. 24: 131) αλλά και να συνδέει αυτό το δημοκρατικό αγώνα με την προσπάθεια σοσιαλιστικής επανάστασης και μετασχηματισμού: «Στην πράξη το προλεταριάτο μπορεί να διατηρήσει την αυτοτέλειά του μόνο όταν υποτάσσει την πάλη του για όλες τις δημοκρατικές διεκδικήσεις, μαζί και τη διεκδίκηση της δημοκρατίας, στην επαναστατική πάλη του για την ανατροπή της αστικής τάξης» (Λένιν τ. 27: 263).

Πέμπτο, η επαναστατική εργατική τάξη οφείλει να αντιπαλεύει, εκτός από τον εθνικισμό των ισχυρών εθνών, τον εθνικισμό των μικρών εθνών (Λένιν τ. 24: 121), τον αντιδραστικό κατακερματισμό των κρατών (Λένιν τ. 25: 142 και Λένιν τ. 30: 45).

Έκτο, ο Λένιν θεωρούσε «βασική, ουσιαστικότατη κι αναπόφευκτη στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού τη διαίρεση των εθνών σε έθνη που καταπιέζουν και σε έθνη που καταπιέζονται» (Λένιν τ. 27: 261). Αναφερόμενος στην πολιτική ανεξαρτησία των κρατών τόνιζε ότι «ο ιμπεριαλισμός τείνει να την παραβιάσει, γιατί σε συνθήκες πολιτικής προσάρτησης η οικονομική προσάρτηση είναι συχνά βολικότερη, φθηνότερη (είναι ευκολότερο να εξαγοράσει κανείς υπαλλήλους, να πετύχει εκχωρήσεις, να περάσει ένα ευνοϊκό νόμο), ευκολότερη, ησυχότερη» (Λένιν τ. 30: 95).


Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση

Με βάση τις παραπάνω έξι θέσεις, ο Λένιν ανέλυσε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Θεωρούσε το δικαίωμα αυτό δημοκρατικό και με αυτή την έννοια υποστήριζε ότι οι επαναστάτες δεν μπορεί παρά να το υποστηρίζουν: «Η αυτοδιάθεση των εθνών είναι μόνο μια από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις» (Λένιν τ. 30: 85). Ακόμη και σε συνθήκες νίκης της επανάστασης, διευκρίνιζε ότι «το νικηφόρο προλεταριάτο δεν μπορεί να επιβάλει καμιά ευτυχία σε κανένα ξένο λαό, χωρίς να υποσκάπτει έτσι τη δική του τη νίκη» (Λένιν τ. 30: 51).


Τρεις ομάδες χωρών

Επισήμαινε ότι «σχετικά με την αυτοδιάθεση των εθνών πρέπει να διακρίνουμε τρεις βασικούς τύπους χωρών» (Λένιν τ. 27: 264). Μια ομάδα ισχυρών κρατών και εθνών που το καθένα από αυτά «καταπιέζει ξένα έθνη στις αποικίες και μέσα στη χώρα του» (Λένιν τ. 27: 264).

Η δεύτερη ομάδα είναι οι αποικίες και μισοαποικίες για τις οποίες ξεκάθαρα τίθεται το ζήτημα της απελευθέρωσης. Για την ομάδα των καταπιεζόμενων εθνών «το προλεταριάτο πρέπει να απαιτεί την ελευθερία του πολιτικού αποχωρισμού των αποικιών και των εθνών που καταπιέζει το έθνος ‘του’» (Λένιν τ. 27: 261).

Η τρίτη ομάδα είναι εκείνες οι χώρες όπου το αστικοδημοκρατικό, εθνικό ζήτημα έμεινε ανολοκλήρωτο, κυρίως στην ανατολική Ευρώπη (Λένιν τ. 25: 270). Σε αυτές τις χώρες προέκρινε την «αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για όλα τα έθνη» ταυτόχρονα όμως «και τη στενότατη, την αδιάσπαστη ένωση της ταξικής πάλης των προλετάριων όλων των εθνών του δοσμένου κράτους, σε όλες τις περιπέτειες της ιστορίας του, οποιεσδήποτε μετατροπές των συνόρων κι αν κάνει η αστική τάξη σε ορισμένα κράτη» (Λένιν τ. 25: 299).

Ο Λένιν τόνιζε ότι η άσκηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση πρέπει να γίνεται σε συνθήκες ειρηνικής διευθέτησης ώστε να μην προκαλούνται εθνικές διαμάχες που οδηγούν τους λαούς στη σύγκρουση, σε όφελος των αστικών τάξεων. Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση πρέπει, κατά τον Λένιν, να ασκείται σε συνθήκες ελεύθερης έκφρασης. Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο σε συνθήκες καπιταλισμού αλλά όχι αδύνατο. Έδινε ως παράδειγμα την περίπτωση του αποχωρισμού της Νορβηγίας από τη Σουηδία, στην οποία [περίπτωση] αναφέρεται επανειλημμένα.

Διαχώριζε όμως το δικαίωμα αυτό από τον αποχωρισμό. Χρησιμοποιούσε μάλιστα την αναλογία του διαζυγίου. Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση πρέπει να υπάρχει, όπως ακριβώς πρέπει να υπάρχει το δικαίωμα στο διαζύγιο. Αλλά η ύπαρξη του δικαιώματος δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε την εφαρμογή του, δηλαδή τη λύση του διαζυγίου και τον αποχωρισμό (Λένιν τ. 30: 126).

Οι επαναστάτες, υποστήριζε ο Λένιν, θα πρέπει να τάσσονται υπέρ ή κατά του αποχωρισμού έχοντας ως κριτήριο τι προάγει την ενότητα της εργατικής τάξης και τι συμβάλλει περισσότερο στην προώθηση της υπόθεσης της σοσιαλιστικής επανάστασης (Λένιν τ. 30: 108-110). «Η αστική τάξη βάζει πάντα στην πρώτη γραμμή τις εθνικές της διεκδικήσεις. Τις βάζει απόλυτα. Για το προλεταριάτο οι διεκδικήσεις αυτές υποτάσσονται στα συμφέροντα της ταξικής πάλης» (Λένιν τ. 25: 274).

Έχει ενδιαφέρον το παράδειγμα της Ουκρανίας, στο οποίο αναφέρεται ο Λένιν. Έγραφε το 1914, επί τσαρικής Ρωσίας: «Αγωνιζόμαστε μέσα στα πλαίσια του δοσμένου κράτους, συνενώνουμε τους εργάτες όλων των εθνών του δοσμένου κράτους, δεν μπορούμε να εγγυηθούμε τον ένα ή τον άλλο δρόμο της εθνικής ανάπτυξης. Δεν μπορούμε όμως να βαδίσουμε προς αυτό το σκοπό, αν δεν καταπολεμούμε κάθε εθνικισμό και αν δεν υπερασπίζουμε την ισότητα όλων των εθνών» (Λένιν τ. 25: 277-278). Αναγνώριζε δηλαδή το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της Ουκρανίας μαζί με την ανάγκη ενότητας της εργατικής τάξης των δυο λαών.

Σύμφωνα με τον Λένιν, θα πρέπει να εξετάζονται: α. «η ιστορική εποχή», β. ποιες είναι οι συγκεκριμένες συνθήκες, οι «συγκεκριμένες ιδιομορφίες του εθνικού ζητήματος και των εθνικών κινημάτων της χώρας αυτής στη δοσμένη εποχή» (Λένιν τ. 25: 266) καθώς και γ. ποιες είναι οι επιδιώξεις κάθε αστικής τάξης (Λένιν τ. 25: 280), ώστε να συνυπολογίζονται όλοι οι παράγοντες.

Επομένως η απάντηση στο ερώτημα «ναι ή όχι» στον αποχωρισμό ενός έθνους από το κράτος εξαρτάται από τις συνθήκες. Ακόμη όμως και η απάντηση «όχι» στον αποχωρισμό δεν μπορεί να αρνείται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δηλαδή το δικαίωμα του έθνους να εκφράσει τη βούλησή του ελεύθερα και ειρηνικά. Θεωρούσε μάλιστα ότι η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού «μειώνει τον κίνδυνο της ‘διάλυσης του κράτους’» (Λένιν τ. 25: 286).

Ο Λένιν υποστήριζε ότι από τη σκοπιά των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαών είναι προτιμότερη η συνένωση (αλλά εθελοντική σε μεγαλύτερο κράτος). Αντιμαχόταν τον κατακερματισμό μαζί και την εθνική καταπίεση, αφού αυτός αναπαράγει τις διαμάχες στο εσωτερικό της εργατικής τάξης: «Αν ζητάμε ελευθερία αποχωρισμού […] για όλα ανεξαίρετα τα καταπιεζόμενα και ανισότιμα έθνη, αυτό δεν γίνεται καθόλου γιατί εμείς είμαστε υπέρ του αποχωρισμού τους, αλλά μόνο γιατί είμαστε υπέρ της ελεύθερης, εθελοντικής και όχι βίαιης προσέγγισης και συγχώνευσης. Μόνο γι’ αυτό το λόγο!» (Λένιν τ. 30: 120).


Επικαιρότητα της λενινιστικής ανάλυσης;

Ας δούμε τώρα την επικαιρότητα ή μη της λενινιστικής ανάλυσης, στον 21ο αιώνα, όταν η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα έχει εξαιρετικά ενταθεί εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, του συνεπαγόμενου οξυμένου ανταγωνισμού για τις σφαίρες επιρροής αλλά και του δυσμενούς για τους λαούς συσχετισμού των δυνάμεων μετά το 1990. Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής μας;

Πρώτο, η συνέχιση της εθνικής καταπίεσης σε μια σειρά εναπομείνασες αποικίες, παρόλη τη γιγάντια διαδικασία αποαποικιοποίησης των δεκαετιών 1950 και μετά. Τέτοια είναι η περίπτωση της Παλαιστίνης, των Μαλβίνων (Φώκλαντ), της Ν. Καληδονίας της Δ. Σαχάρας κ.ά. (Καλτσώνης 2024).

Δεύτερο, εντείνονται τα φαινόμενα παραβίασης και κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας αδύναμων κρατών. Τέτοια είναι οι επεμβάσεις στη Σομαλία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, η διάλυση της Λιβύης, η προσπάθεια διάλυσης της Συρίας από το 2011. Άλλες, στρατιωτικές επεμβάσεις όπως οι επαναλαμβανόμενες των ΗΠΑ στην Αϊτή ή της Ρωσίας στο Καζακστάν το 2022 για την καταστολή της εξέγερσης εντάσσονται στην ίδια κατηγορία.

Εκδηλώσεις παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας των χωρών είναι επίσης ο πολλών δεκαετιών οικονομικός αποκλεισμός και η προσπάθεια οικονομικού στραγγαλισμού της Κούβας, η πολιτική των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Βενεζουέλας, της Βόρειας Κορέας, του Ιράν (Ferrand 2004, 55επ. και Levesque, 881 επ.).1

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις προκύπτει η ανάγκη υπεράσπισης ή ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας με βάση τις παραπάνω λενινιστικές θέσεις. Εδώ το δικαίωμα αυτοδιάθεσης πρέπει να οδηγεί στον αποχωρισμό, δηλαδή στην αποτίναξη του κατακτητή, στην αποκατάσταση της κρατικής ύπαρξης που καταλύθηκε ή στη δημιουργία νέων κρατών.

Τρίτο, συνεχίζεται η πρακτική της αξιοποίησης του εθνικού ζητήματος ως προσχήματος για ιμπεριαλιστικό έλεγχο και αναδιανομή των σφαιρών επιρροής. Αυτό που διαπίστωνε ο Λένιν για την εποχή του και για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το συναντάμε και στις μέρες μας. Κραυγαλέο παράδειγμα είναι η υπόθαλψη των εθνικισμών στα Βαλκάνια με στόχο τον κατακερματισμό και τον έλεγχο της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Τέταρτο, συνεχίζεται και ενίοτε εντείνεται η καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων στο εσωτερικό των κρατών. Παραδείγματα μπορεί να αντληθούν από το εσωτερικό των ΗΠΑ (σε βάρος ιδίως των Αφροαμερικανών), την Ευρώπη (των Ρωσόφωνων στα Βαλτικά κράτη) μέχρι την Ινδία (σε βάρος των Μουσουλμάνων), την Αφρική κ.ά.

Στις περιπτώσεις αυτές έχει καίρια σημασία η ανάλυση του Λένιν ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση δεν σημαίνει απαραίτητα πως πρέπει να οδηγεί στον αποχωρισμό. Η επίλυση του προβλήματος της εθνικής καταπίεσης στα σύγχρονα κράτη δεν μπορεί να γίνει με παραπέρα κατακερματισμό των κρατών. Ο κατακερματισμός των κρατών, ειδικά στη σύγχρονη ιστορική περίοδο, αποτελεί αναχρονισμό. Ευνοεί τη διάσπαση της εργατικής τάξης με εθνοτικά κριτήρια και δημιουργεί αδύναμα κράτη σε όφελος των ισχυρών, ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πρέπει πάντοτε να συνεκτιμώνται οι γενικότερες συνθήκες, δηλαδή ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων, ο ρόλος των ιμπεριαλιστικών κρατών κ.λπ. Σημασία έχει επίσης ποιες κοινωνικές τάξεις και αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις έχουν την πρωτοβουλία. Πρέπει ακόμη να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη ενότητας της εργατικής τάξης και του λαού ανεξάρτητα από εθνικές διαφορές.

Ειδικά στα Βαλκάνια και στην ανατολική Ευρώπη στην εποχή μας, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η πρόσμιξη των εθνοτήτων στο πλαίσιο διαφορετικών κρατών. Είναι κυρίως ο παρεμβατικός ρόλος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό πρέπει να λαμβάνεται πάνω από όλα υπόψη κατά την ανάλυση.

Όπως προαναφέρθηκε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ευνόησαν τον κατακερματισμό των κρατών της περιοχής μετά το 1990 με αιχμή τις εθνοτικές διενέξεις. Στο ίδιο πνεύμα συνεχίζουν λίγο πολύ και σήμερα. Εντός των κρατών που προέκυψαν, υπάρχουν και καλλιεργούνται οι εθνικές συγκρούσεις. Οι μεγάλες δυνάμεις τις υποθάλπουν και τις αξιοποιούν. Η υπόθαλψη των εθνικισμών, του εθνικού αλυτρωτισμού, η πρόταξη του εθνικού ζητήματος σε βάρος των κοινωνικών ζητημάτων της ανισότητας, της φτώχειας και της εκμετάλλευσης, στις συνθήκες της προηγμένης καπιταλιστικής πραγματικότητας εξυπηρετεί μόνο τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις κατά τόπους αστικές τάξεις.

Η λύση των προβλημάτων των εθνοτήτων δεν μπορεί να αναζητείται στον ακόμη μεγαλύτερο κατακερματισμό τους ή στην αλλαγή συνόρων με σκοπό δήθεν τη δημιουργία εθνικά ομοιογενών κρατών. Κάτι τέτοιο θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου με συνεχείς γενικευμένες συγκρούσεις και πολέμους που μόνο τα εθνικά και λαϊκά συμφέροντα δεν θα υπηρετούσαν.

Για παράδειγμα, το πρόβλημα του Κοσόβου δεν μπορεί να επιλυθεί με κατατεμαχισμό του στη βάση των διαφορετικών εθνοτήτων. Αλβανόφωνοι και Σερβόφωνοι του Κοσόβου έχουν κοινό συμφέρον στον αγώνα υπέρ των δημοκρατικών ελευθεριών (άρα σεβασμό και όλων των εθνοτήτων) και ταυτόχρονα ενάντια στην καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και του εργατικού δυναμικού της περιοχής τους από την εγχώρια ολιγαρχία και τις μεγάλες δυνάμεις. Το ίδιο ισχύει για την Ουκρανία και τους Ρωσόφωνους της Ουκρανίας. Η εξάλειψη της καταπίεσης των Ρωσόφωνων της ανατολικής Ουκρανίας μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με τον κοινό αγώνα Ουκρανών και Ρώσων ενάντια στους ολιγάρχες και των δύο χωρών.

Η εξάλειψη των διακρίσεων και της καταπίεσης των Σέρβων στο Κόσοβο, των Ρωσόφωνων στην Ουκρανία, των μουσουλμάνων κάπου αλλού, ή οποιασδήποτε άλλης μειονότητας οπουδήποτε, μπορεί να είναι καρπός του ενωμένου αγώνα του κάθε λαού της περιοχής ανεξάρτητα εθνικής ταυτότητας. Δεν μπορεί να είναι καρπός των άμεσων ή έμμεσων παρεμβάσεων ξένων παραγόντων όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, η Ρωσία, η Τουρκία κ.λπ. Αντίθετα, οφείλει να γίνει υπόθεση των λαϊκών κινημάτων.

Ακόμη και στην περίπτωση των Κούρδων, ενός καταπιεσμένου έθνους που βρίσκεται κατανεμημένο σε τέσσερα κράτη, στις παρούσες συνθήκες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης είναι προτιμότερο να συνδυάζεται με τη μη αλλαγή κρατικών συνόρων. Ο κοινός αγώνας Κούρδων και Τούρκων, Κούρδων και Σύριων, Κούρδων και Ιρακινών, Κούρδων και Ιρανών για δημοκρατία, πλήρη σεβασμό των εθνοτήτων και κοινωνική πρόοδο είναι προτιμότερος από τον κατακερματισμό που προωθεί τη διχόνοια και τις κάθε λογής ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις.

Η καταπίεση των εθνοτήτων στον 21o αιώνα μπορεί μόνο να αντιμετωπιστεί με την ενότητα των λαών και των εθνοτήτων μια χώρας, με τον κοινό τους αγώνα ενάντια στις αιτίες της καταπίεσης και της καταλήστευσης. Για παράδειγμα η ενότητα των λαών της Γιουγκοσλαβίας θα αποκατασταθεί μόνο όταν οι λαοί της συνειδητοποιήσουν την ανάγκη αυτή και όχι όταν η σερβική αστική τάξη (ή όποια άλλη, εντός ή εκτός Βαλκανίων) το επιδιώξει.


Ιδιάζουσες περιπτώσεις

Υπάρχουν τρεις ιδιάζουσες περιπτώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Είναι αυτές της Καταλονίας, της Σκωτίας και της Βαλλονίας, όπου υπάρχουν κινήματα που διεκδικούν ανεξαρτησία, ίσως και απόσχιση, χωρίς αναγκαία να υφίσταται εθνική καταπίεση σε βάρος τους. Πρόκειται για φαινόμενα που αναπτύσσονται σε αναπτυγμένες χώρες και μάλιστα σε αναπτυγμένες περιοχές. Κάτι, σε ένα βαθμό παρόμοιο, υπάρχει σε Πολιτείες του Νότου στις ΗΠΑ.

Στην Ισπανία, στη Μ. Βρετανία, στο Βέλγιο, όπως και σε κάθε σύγχρονο κράτος, έχει σημασία η ενότητα των λαϊκών δυνάμεων ανεξάρτητα από εθνικές διαφορές. Έτσι, οι Καταλανοί πρέπει να έχουν το δημοκρατικό δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, να αποφασίσουν δηλαδή σε συνθήκες ελεύθερες και δημοκρατικές τι επιθυμούν για το μέλλον τους. Αλλά το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού της περιοχής είναι να παραμείνουν στο πλαίσιο του ενιαίου ισπανικού κράτους ως μια μεγάλη ενιαία κοινωνικο-πολιτική δύναμη. Στο πλαίσιο αυτό η διεκδίκηση των δημοκρατικών ελευθεριών (και του σεβασμού των εθνοτήτων) μπορεί να υπηρετηθεί καλύτερα.

Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι την πρωτοβουλία για την ανακίνηση του εθνικού ζητήματος στις προαναφερθείσες περιοχές έχει η αστική τάξη (ή τμήμα της), η οποία αισθάνεται ενισχυμένη και επιθυμεί να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς του κράτους στο οποίο ανήκει μέχρι σήμερα. Με αυτή την έννοια το συμφέρον των λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων είναι να τάσσονται υπέρ του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση αλλά ενάντια στον αποχωρισμό, στην Καταλονία όσο και στη Σκωτία και Βαλλονία (Παπακωνσταντίνου 2018: 106 επ.).

Εν κατακλείδι, το εθνικό ζήτημα, ως ζήτημα δημοκρατίας, πέρα από τη σχετική του αυτοτέλεια, είναι στις μέρες μας συνδεδεμένο με το κοινωνικό-οικονομικό, πιο στενά από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Ο δημοκρατικός αγώνας, για να είναι συνεπής, οφείλει να συνδέεται στενά με τον κοινωνικό-οικονομικό. Η λενινιστική ανάλυση για το εθνικό ζήτημα φαίνεται να είναι απολύτως έγκυρη και χρήσιμη.


Βιβλιογραφία

Καλτσώνης Δ. 2024. «Υπόθεση Μαλβίνες (Φόκλαντ): 42 χρόνια μετά», Εφημερίδα των Συντακτών.

Λένιν Β. Ι. 1985. Άπαντα (57 τόμοι), Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Παπακωνσταντίνου Π. 2018. Το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας, Αθήνα: Τόπος.

Ferrand Β. 2004. “Quels fondements juridiques aux embargos et blocus aux confins des XXe et XXIe siecles”, Guerres mondiales et conflits contemporains 214.

Levesque P. 1998. “La saga de la loi Helms-Burton: liberte de commerce versus securite nationale”, Les Cahiers de droit 39(4).

1 Πρέπει να σημειωθεί ότι οι οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλουν ισχυρές χώρες σε βάρος αδύναμων χωρών αποτελούν κατά το διεθνές δίκαιο μορφή επιθετικού πολέμου και απαγορεύονται.


 

εφημ. One Voice, 16/12/2025


Η κρίση αποτελεί ευκαιρία για τις κυρίαρχες ελίτ να συρρικνώσουν έως και να εξαλείψουν πλήρως τα κοινωνικά δικαιώματα, που οι λαϊκές τάξεις κατέκτησαν κατά τον 20ό αιώνα. Ταυτόχρονα ωθεί στην όξυνση του ανταγωνισμού για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής, που σημαίνει κλιμάκωση των πολεμικών αντιπαραθέσεων αλλά και της παρεμβατικότητας των ισχυρών χωρών στις πλέον ανίσχυρες.

Η κρίση ωθεί σε προσαρμογές του κράτους, της δημοκρατίας, των Συνταγμάτων. Αυτές στοχεύουν στον περιορισμό των δικαιωμάτων που τα Συντάγματα παρείχαν μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης. Οι αλλαγές αυτές υπηρετούν την ανάγκη της όσο το δυνατό πιο απρόσκοπτης αναδιανομής σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και της διεξαγωγής των πολέμων με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις από την πλευρά των λαϊκών τάξεων.

Οι προσαρμογές αυτές υλοποιούνται κατά βάση με δύο τρόπους.

Πρώτο: με την παραβίαση των συνταγματικών διατάξεων. Παραδείγματα είναι η αντισυνταγματική ψήφιση των Μνημονίων στην Ελλάδα, η ψήφιση πληθώρας αντισυνταγματικών νόμων, η ακύρωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015, οι οριακά αντισυνταγματικές πρακτικές του προέδρου Μακρόν στη Γαλλία, η αντισυνταγματική συγκέντρωση εξουσίας από τον πρόεδρο στις ΗΠΑ, οι αντισυνταγματικές καθαιρέσεις των προέδρων στη Λ. Αμερική (Παραγουάη 2012, Βραζιλία 2016, Περού 2022).

Οι παραβιάσεις υλοποιούνται μέσω της “ερμηνευτικής αποκένωσης” του Συντάγματος. Το έδειξε η περίπτωση του άρθρου 16 του Ελληνικού Συντάγματος, όπου το “απαγορεύεται” η ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ, που αναγράφει το Σύνταγμα, ερμηνεύτηκε ως “επιτρέπεται”.

Δεύτερο: με την υιοθέτηση νέων, περισσότερο αντιδημοκρατικών Συνταγμάτων. Κλασικό παράδειγμα είναι η γειτονική Τουρκία αλλά και ο “χρυσός δημοσιονομικός κανόνας” που έχει ενσωματωθεί σε αρκετά Συντάγματα και που δεν επιτρέπει στα Κοινοβούλια να ξεφύγουν από το νεοφιλελεύθερο δόγμα.

Μια μελλοντική αναθεώρηση του Ελληνικού Συντάγματος, στο βαθμό που ο συσχετισμός δυνάμεων παραμείνει αρνητικός για τα λαϊκά στρώματα και στο βαθμό που επεκτείνεται η πολιτική ισχύς των κάθε είδους συντηρητικών, ακόμη και των ακροδεξιών κομμάτων, θα επιχειρήσει να νομιμοποιήσει προγενέστερες αντισυνταγματικές επιλογές, να εμπεδώσει και να διευρύνει το πεδίο των αντιδραστικών, αντιδημοκρατικών αλλαγών.

Η ακόμη μεγαλύτερη αποδυνάμωση του εκλογικού σώματος και της Βουλής, ο ακραίος συγκεντρωτισμός των κορυφών της εξουσίας, η συρρίκνωση των δικαιωμάτων και η αναγόρευση της επιχειρηματικότητας σε υπερδικαίωμα θα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των προωθούμενων αλλαγών. Θα υπηρετούν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο που οδηγεί στη φτωχοποίηση των πολλών, στην έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων.

Δεν μπορούμε ωστόσο να συνεχίσουμε έτσι. Χρειαζόμαστε μια δραστική αλλαγή, μια αναγέννηση της δημοκρατίας, ένα σχέδιο για μια νέα δημοκρατία και ένα αντίστοιχο Σύνταγμα του 21ου αιώνα, που θα διευρύνει τα δικαιώματα, θα εξαλείφει τις ανισότητες μέσω ενός Εθνικού Σχεδίου σωτηρίας του λαού με μοχλό την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας.



 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 11/12/2025


Η χώρα μας έχει εισέλθει και αυτή σε μια νέα, ξέφρενη κούρσα εξοπλισμών, την οποία θα πληρώσει βαρύτατα ο ελληνικός λαός, ο οποίος δοκιμάζεται εδώ και χρόνια από τις περικοπές του εισοδήματός του, τη φτώχεια, την ακρίβεια.

Τα εξοπλιστικά προγράμματα ωστόσο δεν μπορούν να λύσουν το αμυντικό της πρόβλημα. Πρώτα απ’ όλα επειδή τα περισσότερα και τα ακριβότερα εξ αυτών προορίζονται για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και τους στρατιωτικούς του τυχοδιωκτισμούς. Αυτό δεν είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά προκύπτει τόσο από τα κατά καιρούς λεγόμενα των ιθυνόντων όσο και από την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών τους.

Επιπλέον, τα εν λόγω εξοπλιστικά δεν είναι πάντοτε τα καταλληλότερα για την άμυνα της χώρας μας. Δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ειδικές γεωγραφικές συνθήκες του Αιγαίου αλλά και τις οικονομικές συνθήκες Ελλάδας και Τουρκίας. Αντιθέτως, χρειάζεται μια άλλη αμυντική πολιτική που θα βασίζεται στην ευλύγιστη άμυνα, στη γρήγορη συγκέντρωση και αποσυγκέντρωση δυνάμεων ανάλογα με το γεωγραφικό χώρο, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται κάθε φορά τοπικά, ευνοϊκή ισορροπία ισχύος. Απαιτείται ένα νέο αμυντικό δόγμα, που θα εδράζεται στη λογική του πιο αποτελεσματικού, φθηνού, βασισμένου στις νέες τεχνολογίες βληματοκεντρικού πολέμου αντί για τις πανάκριβες και δυσκίνητες εξοπλιστικές πλατφόρμες των «συμμάχων» μας. Υπάρχουν σχετικές προτάσεις των ειδικών που πρέπει να αξιοποιηθούν αλλά και πλούσια εμπειρία άλλων χωρών.

Από την άλλη, η εναπόθεση της άμυνάς μας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ έχει αποδειχθεί ιστορικά προβληματική. Είναι ενδεικτικό ότι τα καθεστωτικά τουρκικά μέσα ενημέρωσης κομπάζουν πως σε περίπτωση σύγκρουσης το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν θα προσέλθουν σε βοήθεια της Ελλάδας, όπως άλλωστε συνέβη και παλαιότερα.

Τα τρέχοντα εξοπλιστικά προγράμματα υπηρετούν πρωτίστως την τόνωση της πολεμικής (και όχι μόνο) βιομηχανίας των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Γαλλίας, οι οποίες εφαρμόζουν ένα είδος στρατιωτικού νεοκεϋνσιανισμού προκειμένου να ανακάμψουν τα κέρδη των βιομηχανιών και να τονωθεί η οικονομία τους. Προετοιμάζουν τους επόμενους γύρους των συγκρούσεων για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής.

Τώρα πλέον είναι σε όλους γνωστά τα δεδομένα που καταδεικνύουν ότι η οικονομική δύναμη των ΗΠΑ και κυρίως της ΕΕ υποχωρεί ραγδαία. Γι’ αυτό καταβάλλουν επίπονες προσπάθειες να ανακτήσουν το χαμένο οικονομικό “έδαφος” και την παγκόσμια επιρροή τους. Αυτά ομολογούνται σχεδόν ανοιχτά στην προσφάτως δημοσιευμένη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Μόνο που αυτές οι επιλογές σημαίνουν νέα, αφόρητα βάρη για τους λαούς και ταυτόχρονα μια κούρσα θανάτου, πηγή πολέμων και τεράστιων κινδύνων. Ο ελληνικός και οι άλλοι λαοί δεν έχουν κανένα απολύτως συμφέρον να συμμορφωθούν με μια τέτοια ολέθρια προοπτική. Χρειαζόμαστε μια ανεξάρτητη, φιλειρηνική πολιτική, έξω από στρατιωτικούς συνασπισμούς και μια άλλη αντίληψη για την άμυνα.



 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 25/11/2025

https://www.tanea.gr/print/2025/11/25/opinions/oukrania-crkai-ellada-apo-theseis-arxon/


Το συζητούμενο σχέδιο συμφωνίας ΗΠΑ, Ουκρανίας - Ρωσίας, αν τελικά υιοθετηθεί από όλες τις πλευρές, θα αποτελεί μια διευθέτηση με βάση την ισχύ, όπως διαμορφώθηκε στο πεδίο μάχης. Η Ουκρανία και οι ΗΠΑ καλούνται να κλείσουν έστω και προσωρινά την αντιπαράθεση αφού η Ρωσία αποδείχθηκε, σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, πιο ισχυρή από όσο υπολόγιζαν.

Οι ΗΠΑ είναι μάλλον πρόθυμες για κάποιο συμβιβασμό καθώς ήδη πέτυχαν να αποκόψουν τη Γερμανία και την ΕΕ από τη Ρωσία και το φθηνό ρωσικό αέριο. Ψαλίδισαν έτσι τα φτερά της γερμανικής βιομηχανίας, την ανάγκασαν να αγοράζει το ακριβότερο αμερικάνικο. Επιπλέον, οι προωθούμενοι όροι είναι ξεκάθαρα ληστρικοί έναντι της Ουκρανίας ενώ ρίχνουν το κόστος του πολέμου στην ΕΕ. Αν κλείσει η αντιπαράθεση στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ θα μπορούν πιο εύκολα να καταπιαστούν με άλλα μέτωπα (ίσως στη Λ. Αμερική;) όσο και με τη βασική τους αντιπαράθεση με την Κίνα.

Από την άλλη η ΕΕ, αφού τσαλακώθηκε από την πολιτική των ΗΠΑ, πρωτοστατεί τώρα σε πολεμόχαρη διάθεση. Επιχειρεί να αποφύγει το κόστος του πολέμου και παράλληλα ελπίζει να ανασυγκροτηθεί και να ανακτήσει το χαμένο οικονομικό έδαφος μέσα από τη στρατιωτικοποίηση και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ελληνική κυβέρνηση.

Ο δρόμος αυτός είναι όχι μόνο οικονομικά επιζήμιος για τον ελληνικό λαό αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνος. Το επιχείρημα ότι δήθεν υπερασπιζόμαστε την ακεραιότητα της Ουκρανίας είναι παραπλανητικό. Η Ουκρανία βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα επειδή η ακροδεξιά της κυβέρνηση, που επιβλήθηκε κατ’ ουσίαν πραξικοπηματικά το 2014, θέλησε να γίνει ο πολιορκητικός κριός του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας. Τώρα σαν στυμμένη λεμονόκουπα εγκαταλείπεται από τις ΗΠΑ. Να ένα καλό δίδαγμα που ίσως μελλοντικά αφορά και την Ελλάδα.

Θα έπρεπε, αντίθετα, η χώρα μας να ακολουθήσει μια θέση αρχών στο Ουκρανικό. Το σχέδιο των ΗΠΑ είναι κυνικό και ληστρικό αλλά ακόμη πιο επικίνδυνη αυτή τη στιγμή είναι η πολεμοκάπηλη πολιτική της ΕΕ. Η Ελλάδα θα έπρεπε άμεσα:

Πρώτο, να σταματήσει κάθε είδους μεταφορά οπλικών συστημάτων στο διεφθαρμένο ακροδεξιό καθεστώς του Κιέβου, όπως και κάθε εμπλοκή, άμεση ή έμμεση (πχ. με τη διέλευση αγωγών αμερικανικού LNG από το έδαφός μας) στον πόλεμο αυτό.

Δεύτερο, να σταματήσει να συμμετέχει στις κυρώσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε βάρος της Ρωσίας, να αναπτύξει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, να διασφαλίσει προμήθεια φθηνής ρωσικής ενέργειας.

Τρίτο, να διεκδικήσει με διπλωματικές πρωτοβουλίες τον τερματισμό του πολέμου στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής, ουδέτερης Ουκρανίας εκτός στρατιωτικών συνασπισμών, ώστε ο λαός της Ουκρανίας να αποφασίσει ελεύθερος το μέλλον του, “με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει”.


 

Εφημερίδα των Συντακτών 20/11/2025

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/491573_trigono-ipa-ellada-kina


Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι δηλώσεις και ο τρόπος με τον οποίο κινείται η νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα υπερβαίνουν τα εσκαμμένα. Ειδικά η δήλωση της για την ελληνοκινεζική συνεργασία στο λιμάνι του Πειραιά αποτελεί ωμή και προσβλητική παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας. Η Κιμ. Γκιλφόιλ παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, τη μη επέμβαση στα εσωτερικά άλλων κρατών.

Η σύμβαση με την COSCO, αν δηλαδή είναι σε ισότιμη βάση, αν βρίσκεται στη λογική του αμοιβαίου οφέλους και αν προστατεύει τα συμφέροντα των εργαζομένων και του ελληνικού λαού, είναι δικά μας ζητήματα, των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Εμείς και μόνο εμείς έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε έτσι ή αλλιώς και να αποφασίσουμε αν οι κυβερνήσεις μας έπραξαν ορθά ή όχι, αν η συνεργασία πρέπει να συνεχιστεί, αν πρέπει να διακοπεί ή αν πρέπει να αλλάξουν οι όροι της συνεργασίας.

Η Κιμ. Γκιλφόιλ, θυμίζοντας εποχές Πιουριφόι, προσβάλλει την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού σε αγαστή συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση. Η τελευταία επιχαίρει και πλειοδοτεί σε αμερικανοδουλεία αναμένοντας τα ανταλλάγματα για κάποιους ολιγάρχες που θα αναλάβουν μερίδιο της ανοικοδόμησης της δύστυχης Ουκρανίας ή όπου αλλού.

Ο “νέος αέρας” που φέρνει η συμπεριφορά της Κιμ. Γκιλφόιλ εντάσσεται στη γενικότερη λογική της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ. Όλα τα οικονομικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι οι ΗΠΑ είναι ο χαμένος της παγκοσμιοποίησης. Σαν πληγωμένο θηρίο προσπαθούν να αρπάξουν ό,τι μπορούν, να επιβεβαιώσουν την οικονομική και στρατιωτική τους κυριαρχία στον κόσμο. Αντιδρούν με ακραία αλαζονεία και επιθετικότητα. Εξοπλίζουν την Ουκρανία και το Ισραήλ, επιτέθηκαν στο Ιράν, απειλούν με επέμβαση τη Βενεζουέλα και την Κολομβία, υπονομεύουν τη Νικαράγουα. Ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα τις πυρηνικές δοκιμές και την πυρηνική απειλή, εξαπολύουν εμπορικούς πολέμους ακόμη και ενάντια στους συμμάχους τους.

Αντίθετα η Κίνα είναι ο κερδισμένος της παγκοσμιοποίησης. Επιδεικνύει στρατηγική υπομονή και ακολουθεί την τακτική του ώριμου φρούτου. Με την πολιτική ήρεμης δύναμης, του “υπομονετικού τραπεζίτη”, διεισδύει παντού οικονομικά, κερδίζει οικονομικό έδαφος σε όλες τις ηπείρους. Αντιμετωπίζει σθεναρά και ψύχραιμα τον εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ αναγκάζοντας τον Ντ. Τραμπ σε αναδίπλωση.

Ποια πρέπει να είναι η θέση της Ελλάδας σε αυτές τις συνθήκες; Ο λαός μας πρέπει να διαφυλάξει την ανεξαρτησία του, τυπική και ουσιαστική. Δεν έχει κανένα συμφέρον να εμπλακεί στη γιγάντια γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ - Κίνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Ας μην ξεχνάμε την αρχαία κινέζικη ρήση: “μείνε στην πλαγιά και παρακολούθησε από μακριά τις τίγρεις να μαλώνουν μεταξύ τους”.

Ο λαός μας οφείλει να κατακτήσει την οικονομική του ανεξαρτησία, να απεμπλακεί από την κηδεμονία των ΗΠΑ και της ΕΕ. Τα χτεσινά ή σημερινά “δώρα” των Αμερικανών και των ευρωπαίων εταίρων τους στάζουν δηλητήριο. Έχουν καταστρέψει τη βιομηχανική βάση της χώρας μας, την αγροτική μας οικονομία, μας εμπλέκουν σε συγκρούσεις και πολέμους που μόνο δυστυχία θα φέρουν.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια πολυδιάστατη εξωτερική οικονομική πολιτική χωρίς μονομερή εξάρτηση από καμιά μεγάλη δύναμη. Αντίθετα, είναι αναγκαίες οι οικονομικές συνεργασίες με όλους. Και με την Κίνα, και με τη Ρωσία, και με την Ινδία και με άλλες χώρες, πάντοτε σε αυστηρά ισότιμη βάση, στη λογική του αμοιβαίου οφέλους.




 

https://thepressproject.gr/akrodexies-kyverniseis-sygkyriako-i-domiko-stoicheio-tis-krisis-tis-dimokratias/


Διανύουμε μια σκοτεινή περίοδο. Η ακροδεξιά ανέρχεται σχεδόν παντού επιφέροντας σαρωτικές αλλαγές σε βάρος της δημοκρατίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Για να κατανοήσουμε τη φύση της πρέπει πρωτίστως να εντοπίσουμε τη βασική αιτία ανόδου του ακροδεξιού κύματος. Αυτή είναι η ίδια η οικονομική κρίση, η ανάγκη και η ευκαιρία που δίνεται σε τμήμα τουλάχιστον της κυρίαρχης τάξης, στο πιο επιθετικό, αρπακτικό τμήμα του κεφαλαίου, να αναδιανείμει βίαια τον πλούτο σε όφελός της. Θύματα αυτής της βίαιης αναδιανομής είναι κύρια οι λαϊκές τάξεις, τρίτες, πιο αδύναμες, χώρες αλλά ενίοτε και τμήματα της ολιγαρχίας.

Η άνοδος της ακροδεξιάς οφείλεται πρωτίστως στην πολύπλευρη στήριξη, χρηματοδότηση, επικοινωνιακή προβολή από κέντρα της οικονομικής ολιγαρχίας. Χωρίς αυτή ο Τραμπ δεν θα είχε επικρατήσει στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα ούτε θα είχε παρουσιαστεί ως λύση στα προβλήματα των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων. Αντίστοιχα συνέβη με τον Μιλέι και τον Μπολσονάρο σε Αργεντινή και Βραζιλία, με το AfD στη Γερμανία, με το Vox στην Ισπανία, με την προώθηση όλου του ακροδεξιού φάσματος στη Γαλλία. Ο Μιλέι στην Αργεντινή εμφανίστηκε το 2018 (πριν εκλεγεί) σε 300 εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δηλαδή ήταν καθημερινά στα βασικά μέσα ενημέρωσης. Μετατράπηκε έτσι από ένα άσημο πρόσωπο σε υποψήφιο πρόεδρο και κατόπιν σε πρόεδρο της Αργεντινής. Εξαιτίας αυτής της στήριξης, η ακροδεξιά αποκτά ευρύτερη αποδοχή σε τμήμα του εκλογικού σώματος.

Συμπληρωματικός παράγοντας που συμβάλλει στην απήχηση της ακροδεξιάς σε λαϊκά στρώματα είναι η απουσία πειστικών, γνήσιων εναλλακτικών λύσεων. Η παραδοσιακή δεξιά ενσωματώνει πρόσωπα και στοιχεία της πολιτικής της ακροδεξιάς ενώ η κεντροαριστερά έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με την ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού εγκλωβισμένη στο πλαίσιο της κυρίαρχης αντιλαϊκής πολιτικής, μίγμα νεοφιλελευθερισμού και στρατιωτικού νεοκεϋνσιανισμού. Στην καλύτερη περίπτωση προτείνουν ανώδυνες μικροβελτιώσεις, γεγονός που απογοητεύει και απομακρύνει τις λαϊκές τάξεις. Από την άλλη, απουσιάζει μια ριζοσπαστική εναλλακτική πρόταση. Οι πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές στην Αργεντινή το αποδεικνύουν.





Ακροδεξιά και δημοκρατία


Η άνοδος της ακροδεξιάς επιταχύνει τη συντηρητικοποίηση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και τη ραγδαία συρρίκνωση της δημοκρατίας.

Πρώτο, η ακροδεξιά διακυβέρνηση εντείνει το φαινόμενο της παραβίασης των όποιων νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση και των άλλων συστημικών κομμάτων αλλά με την ακροδεξιά παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Παράδειγμα είναι η διακυβέρνηση Τραμπ. Η παραβίαση του Συντάγματος, είτε άμεσα είτε μέσω αυθαίρετης ερμηνείας των διατάξεών του, η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων είναι πλέον καθημερινή πρακτική, παρότι παραβιάσεις του Συντάγματος σε μικρότερη έκταση σημειώνονταν και παλαιότερα. Αντίστοιχα η ακροδεξιά κυβέρνηση Μιλέι στην Αργεντινή κυβερνά σε μεγάλο βαθμό με προεδρικά διατάγματα παραβιάζοντας το Σύνταγμα της χώρας και παρακάμπτοντας το Κογκρέσο.

Εντείνονται ακόμη περισσότερο τα φαινόμενα της παράνομης αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Οι πρακτικές αυτές φτάνουν και ξεπερνούν τα όρια της βαρβαρότητας.

Ταυτόχρονα, το προϋπάρχον φαινόμενο του ατιμώρητου κρατικο-εταιρικού εγκλήματος λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Δεύτερο, περιορίζονται νομοθετικά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες. Ειδικότερα ο περιορισμός των συναθροίσεων, της απεργίας, της ελευθερίας του τύπου, ο περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης, η παρακολούθηση των επικοινωνιών των πολιτών αποτελούν βασικές στοχεύσεις της ακροδεξιάς παράλληλα με την αύξηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αστυνομίας.

Νομοθετήματα και πρακτικές περιορισμού της ελευθερίας των συναθροίσεων αλλά και της έκφρασης έχουν ήδη υιοθετηθεί στις ΗΠΑ του Τραμπ. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα νομοθετήματα που έχει ψηφίσει η ακροδεξιά κυβέρνηση Όρμπαν στην Ουγγαρία. Με τους νόμους αυτούς εξασφαλίζεται ακόμη μεγαλύτερος έλεγχος της κυβέρνησης επί των μέσων ενημέρωσης και ακόμη ασφυκτικότερος έλεγχος επί της Δικαιοσύνης. Παρόμοια είναι η προσπάθεια της Μελόνι στην Ιταλία να προωθήσει προς ψήφιση νόμο που περιορίζει την αυτοτέλεια των δικαστών.

Τρίτο, με την ακροδεξιά διακυβέρνηση σημειώνεται ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας ή και εξωθεσμικών κέντρων σε βάρος του Κοινοβουλίου. Ούτε αυτό το στοιχείο είναι απολύτως καινούργιο γνώρισμα της αστικής δημοκρατίας. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ακροδεξιά το οδηγεί σε πιο ακραίες μορφές. Αυτό γίνεται είτε νόμιμα και σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνταγματικές διατάξεις είτε κατά παραβίασή τους.

Για παράδειγμα στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόθεση της κυβέρνησης Μελόνι να αναθεωρήσει το Σύνταγμα εισάγοντας ημιπροεδρικό σύστημα για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αντίστοιχη είναι η πρόθεση του Τραμπ να παραβιάσει την 22η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος που προστέθηκε το 1951 και απαγορεύει στο ίδιο πρόσωπο να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία τρίτη φορά.



Οικονομία και κοινωνία


Η στροφή προς τη δραστική συρρίκνωση της δημοκρατίας υπηρετεί στην πραγματικότητα έναν άλλο, πιο ουσιαστικό στόχο. Επιχειρεί να περιορίσει τα μέσα αντίδρασης του λαού στις σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές.

Τα κόμματα της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση ακολουθούν την ίδια πολιτική κατεύθυνση, το ίδιο στρατηγικό πλαίσιο, που υπήρχε ως τώρα. Ωστόσο οι στόχοι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν είναι πιο δραστικοί, πιο ακραίοι, πιο σαρωτικοί. Η ακροδεξιά, παρότι ψευδώς εμφανίζεται ως αντισυστημική δύναμη, αποδεικνύεται στην πράξη το πιο ακραίο όπλο για τη σάρωση, την πλήρη κατεδάφιση, των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων.

Η πολιτική Τραμπ μειώνει τη φορολογία των επιχειρήσεων, προτάσσει τις χιλιάδες απολύσεις προσωπικού από το δημόσιο τομέα, τη μείωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, την “ελάφρυνση” του κράτους. Απολύσεις γίνονται και στον ιδιωτικό τομέα ως αποτέλεσμα της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ. Η πολιτική του αυξάνει την ανεργία, ασκεί πτωτικές πιέσεις στους μισθούς και στον ιδιωτικό τομέα. Η ακρίβεια στα είδη λαϊκής ανάγκης εκτινάχθηκε και ταυτόχρονα τα όποια κοινωνικά δικαιώματα υπήρχαν στις ΗΠΑ τίθενται στο στόχαστρο. Σήμερα το 65% των πολιτών στις ΗΠΑ καταναλώνουν το σύνολο του μηνιαίου εισοδήματός τους σε βασικά έξοδα. Το ποσοστό αυτό ήταν 31% το 1997. Το πλουσιότερο 1% κατέχει πλέον περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 93%. Ο πραγματικός μισθός είναι σήμερα χαμηλότερος από ό,τι πριν 52 χρόνια.

Αντίστοιχα σαρωτική είναι η πολιτική του Μιλέι στην Αργεντινή με απολύσεις εργαζομένων, μείωση μισθών και συντάξεων, κάταργηση διάφορων επιδομάτων, εκτίναξη της ακρίβειας με αποτέλεσμα την καταβύθιση του εισοδήματος της εργατικής τάξης αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Σύμφωνα με έκθεση του Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής της Αργεντινής (CEPA) περισσότερες από 261.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν μόνο στο διάστημα από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Αύγουστο του 2024 ενώ η αγοραστική δύναμη των μισθών μόνο στο διάστημα αυτό μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 9,6%. Τα όποια κοινωνικά δικαιώματα περικόπτονται. Εμβληματική είναι από την άποψη αυτή η κατάργηση του Υπουργείου Παιδείας.

Στη Γερμανία η ακροδεξιά δεν ψήφισε υπέρ της κατάργησης της συνταγματικής διάταξης που καθιέρωνε τον περιβόητο “κόφτη” χρέους. Αυτό και μόνο είναι έμπρακτη απόδειξη ότι η AfD τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της διατήρησης και ενίσχυσης των σκληρών πολιτικών λιτότητας και περικοπής των κοινωνικών δαπανών και δικαιωμάτων. Στη Γαλλία επίσης η ακροδεξιά αρνήθηκε να υπερψηφίσει έστω και μια ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση των υπερπλουσίων.

Αντίστοιχα η κυβέρνηση Όρμπαν στην Ουγγαρία μείωσε ακόμη περισσότερο τη φορολογία για τις επιχειρήσεις. Έχει το χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή για τις επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη. Περιόρισε τις κοινωνικές δαπάνες και τα δικαιώματα αυξάνοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Χρησιμοποιεί προπαγανδιστικά ακόμη και αντινεοφιλελεύθερες κορώνες προκειμένου στη συνέχεια να εφαρμόσει αμιγώς θατσερικές πολιτικές. Παρότι η κυβέρνηση Όρμπαν επέκρινε, πριν εκλεγεί, τα μέτρα λιτότητας των προκατόχων της σοσιαλδημοκρατών, οι δικές της πολιτικές διατήρησαν την ίδια γραμμή πλεύσης. Απάλειψε από το Σύνταγμα της Ουγγαρίας τα κοινωνικά δικαιώματα.

Όλες οι ακροδεξιές κυβερνήσεις στηρίζουν την εκτίναξη των εξοπλιστικών προγραμμάτων, που επιφέρουν νέα αβάσταχτα βάρη στους λαούς. Στηρίζουν τη γενοκτονική κυβέρνηση του Ισραήλ. Προετοιμάζουν νέες πολεμικές συγκρούσεις για την ανακατανομή των σφαιρών επιρροής.


Κατάλυση της δημοκρατίας;


Η κυριαρχία της ακροδεξιάς δεν αποκλείει δυο ενδεχόμενα ακόμη πιο αρνητικά: Α. Την πλήρη κατάργηση της δημοκρατίας ή β. τη δημιουργία συνθηκών που θα αποκλείουν την κυβερνητική αλλαγή, όπως δείχνει το παράδειγμα Ερντογάν. Ανησυχητικά σημάδια υπάρχουν στις ΗΠΑ με την στρατιωτικοποίηση στο εσωτερικό, την προσπάθεια άλωσης του κρατικού μηχανισμού, την εξαγγελία Τραμπ ότι θα διεκδικήσει τρίτη θητεία παρά τη συνταγματική απαγόρευση και την αμφισβήτηση της καθολικής ψηφοφορίας.

Η όξυνση της οικονομικής κρίσης, μαζί και των ανταγωνισμών για τις σφαίρες επιρροής οδηγούν στη στρατιωτικοποίηση και πιθανά σε κλιμάκωση των πολέμων. Σε τέτοιες συνθήκες, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προληπτικά λαϊκές αντιδράσεις ακόμη και εξεγέρσεις (τις οποίες προβλέπει το ΔΝΤ, η CIA και άλλοι οργανισμοί), η ανοιχτή ή συγκαλυμμένη κατάλυση της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποκλειστεί, ακόμη και εκεί που η δημοκρατία θεωρείται εμπεδωμένη. Η ακροδεξιά μπορεί να μετασχηματιστεί σε ανοιχτό φασισμό ή να του ανοίξει το δρόμο.





Ποια διέξοδος;



Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής κρίσης, της κρίσης της δημοκρατίας, της προσπάθειας εξάλειψης όλων των εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων του 20ού αιώνα. Αποτελεί το δραστικότερο, αλλά όχι το μοναδικό, εργαλείο για το σκοπό αυτό.

Γι’ αυτό η πολιτική αντιπαράθεση με αυτήν δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στη διεκδίκηση απλώς κάποιων επιμέρους δημοκρατικών δικαιωμάτων ενώ στα βασικά ζητήματα της οικονομικής πολιτικής θα υπάρχει συμφωνία επί του στρατηγικού πλαισίου, δηλαδή επί των πολιτικών λιτότητας, εξοπλισμών κλπ.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ήττα της ακροδεξιάς είναι η άρθρωση μιας πραγματικής εναλλακτικής πρότασης. Μια τέτοια διέξοδος δεν μπορεί παρά να αμφισβητεί έμπρακτα και να υπερβαίνει τα όρια της κυρίαρχης πολιτικής και του νεοφιλεύθερου παραδείγματος. Θα πρέπει να αντιστρατεύεται την εξουσία της οικονομικής ολιγαρχίας, άρα να διεκδικεί τη ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των εργαζόμενων τάξεων και μια νέου τύπου δημοκρατία. Αλλιώς δεν θα είναι εναλλακτική πρόταση και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων ούτε να προσελκύσει το ενδιαφέρον τους. Θα ανατροφοδοτεί την απογοήτευση και την επιρροή της ακροδεξιάς.



ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION