Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss


εισήγηση στο Σεμινάριο «Κράτος και δίκαιο στον 21ο αιώνα», Μάρτιος 2012
 δημοσιεύθηκε στο περ. Το Σύνταγμα, τευχ. 1/2012, σελ. 245-258

Στην κοινωνιολογία του δικαίου γίνεται λόγος για την πρόσληψη ή αποδοχή κατ’ άλλους (reception) ξένου δικαίου[1]. Με τον όρο αυτό νοείται η εισαγωγή και χρησιμοποίηση των νομοθετικών προτύπων των πιο προηγμένων, κατά κανόνα τουλάχιστον, κρατών από χώρες λιγότερο αναπτυγμένες οι οποίες επιχειρούν να εκσυγχρονιστούν. Διακρίνονται τέσσερις ειδικότερες περιπτώσεις: η αναβίωση παλαιού δικαίου, η εισαγωγή (ή, ορθότερα, αποδοχή) ξένου δικαίου, η επιβολή ξένου δικαίου και η μεταφύτευση ξένου δικαίου[2].
Από τις τέσσερις αυτές υποπεριπτώσεις οι δυο δεν είναι καθεαυτή πρόσληψη ξένου δικαίου. Η αναβίωση παλαιού δικαίου είναι μάλλον μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της αναβίωσης του ρωμαϊκού δικαίου και της αξιοποίησής του για τη συγκρότηση των σύγχρονων νομικών κανόνων. Εδώ στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με πρόσληψη ξένου δικαίου. Το ρωμαϊκό δίκαιο αποτέλεσε μια καλή βάση για την επεξεργασία και διαμόρφωση των σύγχρονων νομικών ρυθμίσεων γιατί ήταν δίκαιο μιας αρκετά εμπορευματοποιημένης οικονομίας και, έτσι, ήταν κατάλληλο για τους σύγχρονους σκοπούς. Η μεταφύτευση δικαίου, όπως είναι το παράδειγμα του common law από τη Βρετανία στις ΗΠΑ, είναι επίσης μια ιστορική ιδιαιτερότητα και όχι κατά κυριολεξία πρόσληψη ξένου δικαίου.
Η κλασική προσέγγιση της πρόσληψης ξένου δικαίου παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι είναι, σε ένα βαθμό, εξωιστορική. Αναφέρεται στο φαινόμενο χωρίς να προσδιορίζει επακριβώς τις ιστορικές και κοινωνικο-οικονομικές συντεταγμένες του. Μόλις αυτές οριστούν, τα πράγματα γίνονται καθαρότερα.
Στην πραγματικότητα το φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου εμφανίζεται ως παράπλευρη ανάγκη της εξάπλωσης και εδραίωσης των καπιταλιστικών σχέσεων. Παρατηρείται ωστόσο και σε προγενέστερους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς. Στον καπιταλιστικό λαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις εξαιτίας του σημαντικού ρόλου του νομικού εποικοδομήματος στο συγκεκριμένο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα αλλά και της διεθνοποίησης που επιφέρει η αλματώδης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.


Αποδοχή ή επιβολή δικαιικού προτύπου;

Οι δυο βασικές μορφές πρόσληψης ξένου δικαίου στις σύγχρονες κοινωνίες είναι η αποδοχή και η επιβολή. Στην κρατούσα άποψη, πάντως, φαίνεται πως βαθμιαία κυριαρχεί η έννοια της αποδοχής ξένου δικαίου ενώ, παράλληλα, έχει ατονήσει ή εκλείψει αυτή της επιβολής[3].
Η έννοια της αποδοχής έχει το νόημα ότι η κοινωνία εθελοντικά εισάγει ένα αλλοδαπό νομοθετικό πρότυπο. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της Τουρκίας επί Κεμάλ Ατατούρκ. Εισήγαγε τον Ελβετικό αστικό κώδικα προκειμένου να απαλλαγεί σε σημαντικό βαθμό από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην οικονομία και στις κοινωνικές σχέσεις, γεγονός που επιδρούσε αρνητικά συνολικότερα στην οικονομική ανάπτυξη και εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων[4].
Ανάλογο παράδειγμα μπορεί να αντληθεί και από την ελληνική πραγματικότητα. Μετά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821, οι αναζητήσεις για νομοθετικές επιλογές που θα διευκόλυναν την ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων οδήγησαν στην προσπάθεια υιοθέτησης ως προτύπων των γαλλικών κωδίκων[5]. Το άρθρο 99 του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827) όριζε ότι «Η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν». Δεν είναι τυχαίο ότι το ελληνικό εμποροεφοπλιστικό κεφάλαιο σταθερά χρησιμοποιούσε ως νομική βάση των συναλλαγών του το γαλλικό εμπορικό κώδικα. Τούτο συνέβαινε μάλιστα πολύ πριν το νεοελληνικό κράτος υιοθετήσει ανάλογα νομοθετικά πρότυπα.
Αντίστοιχα λίγο πολύ παραδείγματα μπορεί να βρει κανείς στην αποδοχή των ευρωπαϊκών κωδίκων από την Ιαπωνία μετά το 1866, του γαλλικού αστικού κώδικα από τα κράτη της Λατινικής Αμερικής κατά το 19ο αιώνα, του αυστριακού δικαίου από τη Σερβία το 1844, του γαλλικού και ιταλικού δικαίου στην Αλβανία μετά το 1918 κλπ[6].
Η αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων δοκιμάζεται πάντοτε στην πράξη. Τα προαναφερθέντα εγχειρήματα υπήρξαν αποτελεσματικά μόνο εν μέρει. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με την υιοθέτηση νομοθετικών προτύπων των προηγμένων χωρών. Τα φεουδαρχικά κατάλοιπα συνέχισαν να ταλανίζουν τις κοινωνίες. Εξάλλου, αυτά συνδέονταν με κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που εμπόδισαν την απρόσκοπτη εφαρμογή των νεωτεριστικών νομοθετικών επιλογών, τις ακύρωναν στην πράξη ή τις διαστρέβλωναν κατά την εφαρμογή τους[7].
Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που προκύπτει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι αν πρόκειται για αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων, δηλαδή αν η πλευρά της εθελούσιας εισαγωγής είναι κυρίαρχη ή αν, αντίθετα, αυτό που υπερέχει είναι το στοιχείο της επιβολής εκ μέρους των πλέον αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Στα παραδείγματα που προαναφέρθηκαν, η εισδοχή ξένων δικαιικών προτύπων στη συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού αποτελούσε προοδευτικό στοιχείο. Διευκόλυνε τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, τον αστικό εκσυγχρονισμό. Η επιλογή αυτή στηρίχθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη αλλά και από άλλα, ευρύτερα, στρώματα του πληθυσμού που ενδιαφέρονταν για την απαλλαγή από τη φεουδαρχική καθυστέρηση. Άρα, είναι ορθότερο να γίνεται λόγος για εθελοντική αποδοχή του ξένου δικαίου.
Αντίθετα, η επιβολή ξένου δικαίου παρατηρείται στις αποικίες και στις χώρες εν γένει εκείνες που δεν απολαμβάνουν τυπικής τουλάχιστον ανεξαρτησίας[8]. Στις πρώην αποικίες, στην Αφρική και στην Ασία, βρίσκει κανείς δεκάδες παραδείγματα. Εκεί, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εισήγαγαν συνήθως στοιχεία του δικαίου των αναπτυγμένων χωρών. Η εισαγωγή δεν γινόταν με τρόπο ή με σκοπό να επικρατήσει ολοκληρωτικά το δίκαιο της αποικιοκρατικής δύναμης και μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούσε την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των αποικιών. Διατηρούνταν σε παράλληλη ισχύ οι εγχώριες νομοθετικές επιλογές οι οποίες συνήθως αντανακλούσαν τις καθυστερημένες, φεουδαρχικές ως επί το πλείστον σχέσεις που επικρατούσαν στην αποικία μέχρι την κατάκτησή της. Κατά κανόνα υιοθετούνταν το δίκαιο της μητρόπολης για τη ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων, ενώ διατηρούνταν το αυτόχθονο δίκαιο για το καθεστώς των προσώπων, προκειμένου να διατηρηθούν τα κατάλοιπα των φεουδαρχικών σχέσεων[9].


Η ανισόμετρη ανάπτυξη και η πρόσληψη ξένου δικαίου

Τελικά, προκειμένου να εξηγηθεί ουσιαστικά το φαινόμενο της πρόσληψης  και, ειδικά, της επιβολής ξένου δικαίου, πρέπει να καταφύγει κανείς στην οικονομική βάση. Oι λιγότερο προηγμένες οικονομίες υιοθετούν, κατά κανόνα, τα νομοθετικά πρότυπα των αναπτυγμένων κρατών προκειμένου να υποβοηθήσουν την οικονομική τους ανάπτυξη. Στο σημείο αυτό απαιτείται ίσως μια διευκρίνιση: κάποιες φορές η εξαγωγή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι τα προηγμένα κράτη αντιμετωπίζουν πρώτα, σε σχέση με τα λιγότερο αναπτυγμένα, την ανάγκη ρύθμισης κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που εξαιτίας της ανάπτυξής τους πρωτοεμφανίζονται σε αυτά. Στη συνέχεια, οι σχετικές νομικές λύσεις μεταφέρονται στη δεύτερη κατηγορία κρατών όταν εκεί εμφανίζονται προς ρύθμιση οι αντίστοιχες σχέσεις. Τούτο συνέβη για παράδειγμα με τη νομική ρύθμιση διάφορων νέων μορφών συναλλαγών και των αντίστοιχων μορφών συμβάσεων. Αυτή είναι όμως μόνο η μια πλευρά. Το φαινόμενο που εξετάζεται εδώ συνίσταται στην επιβολή νομοθετικών προτύπων που δεν αφορούν απλά τη ρύθμιση επιμέρους νέων μορφών συναλλαγών αλλά κομβικής σημασίας επιλογές για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ανάπτυξη μιας κοινωνίας.
Η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των χωρών, ιδιαίτερα στο κρατικομονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, αντανακλάται και στο φαινόμενο της αποδοχής – επιβολής δικαιικών προτύπων. Πρέπει να γίνει μια διάκριση σε τρεις μεγάλες ομάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ποικίλες άλλες αποχρώσεις και ενδιάμεσες μορφές. Πρώτη ομάδα είναι εκείνη των αναπτυγμένων χωρών που είναι «εξαγωγείς» δικαιικών προτύπων.
Τούτο δεν σημαίνει ότι όλες οι νομοθετικές λύσεις, που προωθούνται από τις αναπτυγμένες χώρες προς τις άλλες, ακολουθούνται και στο εσωτερικό τους. Για παράδειγμα, τα κοινωνικά δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στη Δυτική Ευρώπη την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάκαμψης δεν εξήχθησαν στον τρίτο κόσμο. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει εξάλλου γιατί οι παραχωρήσεις αυτές αποτελούσαν ένα μέρος των υπερκερδών που αντλούσε το δυτικοευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο από τις υπανάπτυκτες χώρες.
Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν χώρες με εξαιρετικά αδύναμη οικονομία οι οποίες ουσιαστικά υφίστανται την εκμετάλλευση και τον έλεγχο εκ μέρους των ισχυρών, ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με νεοαποικιοκρατικές ή περίπου νεοαποικιοκρατικές μεθόδους. Στην ομάδα αυτών των χωρών ανήκουν και εκείνες στις οποίες επιβάλλεται στρατιωτική κατοχή με τη μια ή άλλη μορφή, με το ένα ή άλλο πρόσχημα. Στην ομάδα αυτών των χωρών είναι ευδιάκριτα τα σημάδια της επιβολής ξένου δικαίου.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, τρίτη ομάδα χωρών, με ενδιάμεσο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, όπου η πρόσληψη ξένου δικαίου γίνεται ιδίως με τη μορφή της αποδοχής. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποδοχή προϋποθέτει τη συνεργασία της κυρίαρχης τάξης ή τουλάχιστον τμήματος της κυρίαρχης τάξης των χωρών που γίνονται δέκτες αυτών των προτύπων.


Η προσωρινή, επίπλαστη κυριαρχία της αποδοχής ξένου δικαίου

Στις σημερινές συνθήκες το φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις. Η μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, όπως διαμορφώθηκε μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και τις επαναστάσεις που επικράτησαν μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα κατάληξή τους, επέδρασαν καθοριστικά στη μορφή των διεθνών σχέσεων, έδωσαν ώθηση στην κυριαρχία της τυπικής ισοτιμίας των κρατών, χωρίς βέβαια να καταργήσουν τις σχέσεις ανισοτιμίας και εκμετάλλευσης. Αυτές οι εξελίξεις είχαν την αντανάκλασή τους και στο φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου. Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα γκρέμισαν τις αποικιοκρατικές μορφές κυριαρχίας. Μαζί με αυτές, θα έλεγε κανείς, ότι εξαλείφθηκε η επιβολή ξένου δικαίου. Έτσι, έχουμε μια προσωρινή, επίπλαστη κυριαρχία της αποδοχής έναντι της επιβολής.
Αυτή η πρώτη εντύπωση ανατρέπεται αν μελετηθεί σε περισσότερο βάθος το ζήτημα. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα των αφρικανικών κρατών που δημιουργήθηκαν ως συνέπεια των επαναστατικών και άλλων αλλαγών που οδήγησαν στο τέλος της αποικιοκρατίας. Η επιλογή εισαγωγής νομοθετικών προτύπων των πρώην επικυρίαρχων ενείχε συχνά το στοιχείο της συνέχισης των σχέσεων επικυριαρχίας ανάμεσα στη μητρόπολη και στην πρώην αποικία και, τελικά, συνέβαλε και αυτή στη δημιουργία της νεοαποικιοκρατίας[10].
Στο πεδίο της εφαρμογής και ενσωμάτωσης των ξένων δικαιικών προτύπων, και στα αφρικανικά κράτη η επιβίωση ισχυρών κατάλοιπων προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών αλλά, ιδίως, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η επί αιώνες καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και του εργατικού δυναμικού των χωρών αυτών από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις, οι άνισες ανταλλαγές κλπ οδήγησαν πολλές φορές στην αδυναμία εφαρμογής τέτοιων νομοθετικών επιλογών ή στη στρεβλή εφαρμογή τους[11].
Σε όλη αυτή την περίοδο η αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων άλλαξε χαρακτήρα. Έπαψε  βαθμιαία να έχει τον ιστορικά προοδευτικό ρόλο που είχε όταν σημειωνόταν η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Έπαψε να εκφράζει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Δεν αποτελούσε πια στοιχείο υπέρβασης της φεουδαρχίας αλλά παράγοντα διατήρησης και ενίσχυσης της αστικής τάξης και, ιδίως, εκείνης των ισχυρών αστικών κρατών. Η αξιοποίηση ξένων δικαιικών προτύπων είχε πλέον περισσότερο την έννοια της επιβολής σε βάρος των συμφερόντων των ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας.


Σύγχρονες μορφές επιβολής ξένου δικαίου

Το 1989-1990 ολοκληρώθηκε η πορεία γραφειοκρατικού εκφυλισμού των σοσιαλιστικών κρατών οδηγώντας στην ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και στη δραστική μεταβολή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων. Η επιβολή ξένων δικαιϊκών προτύπων, που δεν είχε εκλείψει το προηγούμενο διάστημα αλλά έπαιρνε συγκαλυμμένες μορφές, γνώρισε νέα άνθηση. Η ιστορική περίοδος που εγκαινιάστηκε με την ανατροπή των σοσιαλιστικών κρατών επανέφερε στην επικαιρότητα με μεγαλύτερη έμφαση την επιβολή ξένου δικαίου[12].
Τέσσερεις είναι οι βασικές μορφές επιβολής δικαίου στη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος. Η πρώτη αποτελεί κατά κυριολεξία επιβολή. Οι υπόλοιπες τρεις συνιστούν μάλλον μορφές κρυπτο-επιβολής δικαίου.
1.      Η πρώτη πραγματώνεται μέσω της άσκησης στρατιωτικής πίεσης και της στρατιωτικής κατοχής, προσωρινής ή μόνιμης. Αυτό συνέβη με την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία το 1999 που διεξήχθη με το πρόσχημα της προστασίας και επιβολής των αρχών του κράτους δικαίου και κατέληξε στη δημιουργία ενός κατ’ ουσία προτεκτοράτου στο Κόσοβο[13]. Στις χώρες αυτές η επιβολή νομοθετικών προτύπων και επιλογών είναι απροκάλυπτη, όπως στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Έτσι, η νομοθεσία του Ιράκ για την εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας συντάχθηκε από τις πολιτικές υπηρεσίες της κατέχουσας δύναμης, των ΗΠΑ δηλαδή, στην αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια μεταφράστηκε στην αραβική για να προωθηθεί για ψήφιση στο Ιρακινό «κοινοβούλιο»[14].
Η μορφή αυτή επιβολής έχει διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά από την επιβολή δικαιικών προτύπων που λάμβανε χώρα στις αποικίες. Στις σύγχρονες συνθήκες δεν υφίσταται λόγος να επιβληθούν ο αστικός ή ο εμπορικός κώδικας κάποιου αναπτυγμένου αστικού κράτους. Στις υπό στρατιωτική κατοχή χώρες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έχουν ήδη αναπτυχθεί αρκετά παρά την επιβίωση ισχυρών φεουδαρχικών καταλοίπων. Αυτό που επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή είναι ιδίως η νομοθετική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της κατάργησης σημαντικών θεσμών του εργατικού δικαίου, γενικότερα η απελευθέρωση της αγοράς έτσι ώστε τα πολυεθνικά μονοπώλια να αποκτήσουν νέα πεδία κερδοφορίας.
2.      Η δεύτερη μορφή επιβολής του δικαίου είναι η έμμεση επιβολή μέσω της άσκησης οικονομικής πίεσης από τους διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς και τους λεγόμενους θεσμικούς επενδυτές. Αυτό ακριβώς συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1990 όταν τα αναπτυσσόμενα κράτη της Ανατολικής Ασίας αναγκάστηκαν να ιδιωτικοποιήσουν τον ισχυρό έως τότε κρατικό τομέα της οικονομίας τους[15]. Κάτι τέτοιο συμβαίνει γενικότερα με την επιβολή νομοθετικών προτύπων από τα αναπτυγμένα κράτη σε αυτά του τρίτου κόσμου, και όχι μόνο, στους τομείς της προστασίας των επενδύσεων, της εργατικής νομοθεσίας, του ποινικού δικαίου[16]. Είναι προφανές ότι η εν πολλοίς κατάργηση του εργατικού δικαίου, η κατάργηση των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, η ασύδοτη δράση των πολυεθνικών επιχειρήσεων επιβλήθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, ΕΕ κλπ) σε βάρος των λαών των αναπτυσσόμενων χωρών με τη βοήθεια συχνά τέτοιων οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή η Παγκόσμια Τράπεζα[17]. Μάλιστα, η υιοθέτηση τέτοιων προτύπων προκύπτει άμεσα όχι μόνο από οικονομικές, πολιτικές πιέσεις αλλά και από διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση Λομέ-Κοτονού που έχει υπογράψει η ΕΕ με μια σειρά κράτη του τρίτου κόσμου.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα ισχυρά κράτη δεν ακολουθούν πάντοτε απαρέγκλιτα τα δικαιικά και οικονομικά πρότυπα που επιβάλλουν στους ασθενέστερους. Ενίοτε λαμβάνουν νομοθετικά ή άλλα μέτρα προστασίας της οικονομίας τους ή των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεών τους. Είναι γνωστές οι προστατευτικές πολιτικές που ακολουθούνται από τα ισχυρά κράτη κατά παράβαση των κανόνων απελευθέρωσης που τα ίδια επιβάλλουν[18].
3.      Η τρίτη σύγχρονη μορφή επιβολής ξένου δικαίου είναι η αναπτυξιακή βοήθεια που παρέχουν τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη προς άλλα ασθενέστερα. Το παράδειγμα της “βοήθειας” της Ιαπωνίας προς τα λεγόμενα αναδυόμενα κράτη της Ασίας (Καμπότζη, Βιετνάμ, Μογγολία, Ουζμπεκιστάν) είναι ενδεικτικό αλλά όχι μοναδικό. Η Ιαπωνία αναπτύσσει προγράμματα νομικής αρωγής, βάσει των οποίων παρέχεται τεχνογνωσία για την αποδοχή δικαιικών προτύπων που θα βοηθήσουν τις χώρες υποδοχής στην οικονομική τους ανάπτυξη και στον εκδημοκρατισμό[19]. Πρέπει βέβαια να υπογραμμιστεί ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ένας ουδέτερος ή μονοσήμαντος όρος. Δεν υφίσταται οικονομική ανάπτυξη έξω και πάνω από συγκεκριμένα κοινωνικά, ταξικά συμφέροντα. Η οικονομική ανάπτυξη, η οποία εν προκειμένω προωθείται, συμβάλλει στην κερδοφορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου της Ιαπωνίας μαζί βέβαια με τα οικονομικά συμφέροντα επιχειρηματικών και πολιτικών κύκλων των αναδυόμενων χωρών. Προωθεί επίσης, δίχως άλλο, τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ιαπωνίας οι οποίες έχουν αναβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, προωθούν και το αντίστοιχο μοντέλο δημοκρατίας.
Ανάλογη υπήρξε η περίπτωση της νομικής αρωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ προς τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Τα σχετικά προγράμματα προώθησαν την αποδοχή δικαιικών προτύπων, τόσο στο χώρο του συνταγματικού δικαίου όσο και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων των χωρών αυτών, στην εμπέδωση της οικονομίας της αγοράς και στην υιοθέτηση συγκεκριμένου περιεχομένου πολιτειακών προτύπων.
4.      Στις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων λαμβάνει περισσότερο έμμεση μορφή. Το φαινόμενο της εναρμόνισης των δικαιικών τάξεων συγκαλύπτει συχνά την επιβολή ξένου δικαίου. Η εναρμόνιση της νομοθεσίας των πιο αδύναμων κρατών στις κατευθύνσεις της ΕΕ έχει τέτοια χαρακτηριστικά επιβολής[20]. Η εντύπωση της αποδοχής του ξένου δικαίου υφίσταται γιατί η εναρμόνιση των δικαίων στηρίζεται στην εθελούσια προσχώρηση σε αυτά της κυρίαρχης τάξης η οποία για λόγους οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, ακόμη και παρά τις επιμέρους αντιθέσεις, συμμερίζεται και συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία αυτή. Έτσι, με δεδομένη τη νομιμοποίηση την οποία απολαμβάνει σε ομαλές συνθήκες η κυρίαρχη τάξη, η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων φαίνεται να είναι προϊόν της βούλησης του εκλογικού σώματος ή, έστω, να γίνεται ανεκτή από αυτό. Υπάρχουν ωστόσο, οριακές καταστάσεις, όπως για παράδειγμα αυτή της Ιρλανδίας. Ο λαός της χώρας κλήθηκε επανειλημμένα σε δημοψήφισμα και ασκήθηκαν ποικιλόμορφες πιέσεις προκειμένου να μεταβάλλει την αρχική του αρνητική στάση και να αποδεχθεί τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η ελληνική περίπτωση

Στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας η επιβολή ξένου δικαίου πραγματοποιείται με τη μορφή της εναρμόνισης. Έχει λάβει και συνταγματική κατοχύρωση. Ήδη το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης του 1963 προέβλεπε διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΟΚ ενώ το άρθρο 28 του Συντάγματος του 1975 αποτέλεσε τη βάση των σχετικών εξελίξεων. Η εναρμόνιση ωστόσο δεν έπαυε να  υποκρύπτει ένα υποδεέστερο, συμπληρωματικό ρόλο της χώρας μας στον ευρωπαϊκό, καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Αντίθετα, ενέτεινε την ανισομετρία στην ανάπτυξη εντός της ΕΕ[21].
Η υιοθέτηση του άρθρου 28 του Συντάγματος είχε προκαλέσει σφοδρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό. Ήταν τέτοια η εμμονή των κυρίαρχων οικονομικά και πολιτικά δυνάμεων στην επιλογή αυτή που δεν αποδέχτηκαν καμιά από τις προτάσεις της τότε αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος[22]. Δεν έγινε δεκτή ούτε τροπολογία που πρότεινε αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών προκειμένου να αποφασίσει η Βουλή περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία[23].
Στη συνέχεια, όπως είναι γνωστό, σε συνθήκες δικομματικής συναίνεσης, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο αυτό η ερμηνευτική  δήλωση που διευκρινίζει ότι «το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και, παράλληλα, με το άρθρο 80 κατοχυρώθηκε η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Σαν συνέπεια, η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή και των προεδρικών διαταγμάτων αποτελούν μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα ειλημμένων αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[24].
Χαρακτηριστική της επιβολής δικαιικού προτύπου υπήρξε η τύχη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος του 1975/1986/2001. Η διάταξη αυτή επιχειρούσε να θέσει κάποιους ελάχιστους και όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των ισχυρών ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης να αναλαμβάνουν έργα του δημοσίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάργησε ουσιαστικά με την παρέμβασή της το σχετικό άρθρο του Συντάγματος.
Με την οικονομική κρίση η πλευρά αυτή της επιβολής του δικαίου έγινε από τη μια πλευρά περισσότερο εμφανής και, από την άλλη, πιο έντονη. Η επιβολή δημοσιονομικής εποπτείας βάσει των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσα ακολούθησαν και διαδραματίζονται στις μέρες μας σημαίνουν την επιβολή ολοένα και στενότερου οικονομικού ελέγχου και επιτήρησης στη χώρα μας. Όλες οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις γύρω από την οικονομική πολιτική, και όχι μόνο, υπαγορεύθηκαν και υπαγορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπαγορεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να ικανοποιούνται προνομιακά οι δανειστές[25].
Τα Μνημόνια, οι εφαρμοστικοί των Μνημονίων νόμοι, οι δανειακές συμβάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση και που παραχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα, πέρα και από τις όποιες προβλέψεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, το σύνολο των νομοθετικών αντιλαϊκών επιλογών που εκπορεύονται από αυτά, το λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας, οι τροποποιήσεις του κρατικού προϋπολογισμού με βάση τις απαιτήσεις των δανειστών, οι νόμοι με τους οποίους περικόπηκαν δραστικά οι αποδοχές των εργαζομένων δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η κατ’ ουσία κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η λοιπή σχετική νομοθεσία καθώς επίσης οι μηχανισμοί καθημερινής επιτήρησης και παρακολούθησης της νομοθετικής πολιτικής όσο και της εφαρμογής των νόμων από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αποτελούν τις καθημερινές απτές πλευρές αυτής της επιβολής δικαιικού προτύπου[26].
Οι νομοθετικές αυτές επιλογές επέβαλλαν στον ελληνικό λαό ένα συγκεκριμένο, νεοφιλελεύθερο μοντέλο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης ήδη με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1985 και στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τις τροποποιήσεις της[27].
Οι ποικίλες παρεμβάσεις επιδρούν όχι μόνο στην υιοθέτηση συγκεκριμένων νομοθετικών επιλογών και προτύπων αλλά και στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής ή μη εφαρμογής του ισχύοντος δικαίου. Οι συστηματικές παραβιάσεις των συνταγματικών διατάξεων[28], οι οριακές συνταγματικές επιλογές όπως ο σχηματισμός της κυβέρνησης Παπαδήμου, η ματαίωση του δημοψηφίσματος (άσχετα με τις μεθοδεύσεις των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων), ο καθορισμός της ημερομηνίας των εκλογών από τα ξένα κέντρα, η επιβολή ενός άτυπου και ιδιότυπου, αντισυνταγματικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης αποτελούν συμπληρωματικές πλευρές της επιβολής ξένων δικαιικών προτύπων.
Επιβάλλεται με τον τρόπο αυτό μια βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε βάρος του λαού και σε όφελος των δανειστών και του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εγχώριου και αλλοδαπού. Επιβάλλεται επίσης έναν οικονομικός δρόμος ανάπτυξης που, πέρα από το βαθιά κοινωνικά άδικο χαρακτήρα του, συρρικνώνει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και ιδίως τη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση, δημιουργεί νέα δεσμά εξάρτησης και καθυπόταξης της Ελλάδας, αυξάνει την απόσταση που τη χωρίζει από τις αναπτυγμένες χώρες[29].
Στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, λοιπόν, τα στοιχεία της επιβολής γίνονται πιο έντονα και πλέον ορατά ακόμη και για χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης όπως η Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η κυβέρνηση και οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας δεν είχαν συμμετοχή στις αποφάσεις αυτές είτε, πολύ περισσότερο, ότι οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν ερήμην τους ή σε αντίθεση με τις επιδιώξεις τους. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η οικονομικά κυρίαρχη τάξη και η πολιτική της ελίτ διαθέτουν κοινή στρατηγική στόχευση με τα επιτελεία της ΕΕ, ακόμη και αν κάποιες πλευρές αυτής της σχέσης μπορεί κάποτε να θίγουν κάποια επιμέρους συμφέροντα του τμημάτων εγχώριου κεφαλαίου υποβαθμίζοντας τη θέση του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Να υπογραμμιστεί ότι οι αναπτυγμένες χώρες δεν ακολουθούν πάντοτε απαρέγκλιτα αυτό το μοντέλο που επιβάλλουν στην Ελλάδα. Η άντληση υπερκερδών από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες παρέχει τη δυνατότητα στα αναπτυγμένα βιομηχανικά κράτη για μεγαλύτερους ελιγμούς. Για παράδειγμα, η κατεδάφιση του εργατικού δικαίου στη Γαλλία ή στη Γερμανία δεν έχει τους ίδιους καταιγιστικούς ρυθμούς που γνωρίζουμε στη χώρα μας. Για την εξασφάλιση της στοιχειώδους κοινωνικής συναίνεσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις των ισχυρών κρατών παραχωρούν ένα μικρό μέρος των υπερκερδών στην εργατική τάξη.
Ενώπιον, λοιπόν, του προφανούς, ότι δηλαδή η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων συνιστά πηγή κακοδαιμονίας για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αλλά και παράγοντα καταρράκωσης της εθνικής κυριαρχίας, απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, μια θεμελιώδης στροφή: σε οικονομικό, πολιτικό, νομικό-συνταγματικό επίπεδο. Είναι επιτακτικά αναγκαία για τον ελληνικό λαό η κατάκτηση της πλήρους οικονομικής και πολιτικής του κυριαρχίας[30]. Η φωνή της επιστήμης πρέπει να ακουστεί πιο καθαρά. Όσοι θεραπεύουν τις κοινωνικές επιστήμες δεν μπορεί να αρκούνται στην ερμηνεία του κόσμου. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε[31].



[1]             Βλ. J. Carbonnier, Sociologie juridique, Paris, PUF, 1978, σελ. 235 και Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, σελ. 129-130.
[2]             Βλ. Θ. Παπαχρίστου, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1984, τ. 1, σελ. 166-176.
[3]             Βλ. Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, οπ.π., σελ. 129-130 συγκριτικά και με A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, Paris, LGDJ, 1975, σελ. 34 επ.
[4]             Βλ. H.K.Elbir, “La réforme d’ un code civil adopté de l’étranger”, Revue internationale de droit comparé, 1956 (1-2), σελ. 53 επ. και A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 22 επ. και Π. Φουντεδάκη, Το Τουρκικό πολίτευμα  (το χωλό δημοκρατικό πρότυπο και οι θεσπισμένες παρεκκλίσεις του), Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2002, σελ. 235, 251.
[5]             Βλ. Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, 1991, σελ. 215 επ. και Μ. Σταθόπουλος, «Τα έθιμα, ο Maurer και η νομοθετική πολιτική στον τομέα του αστ. Δικαίου τον 19ο αιώνα», Αρμενόπουλος, τευχ. 5, 1992, σελ. 465 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική ιστορία, τ. Ι: 1821-1940, σελ. 35.
[6]             Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 24 επ., 27 επ. και I. Zajtay, “La réception des droits étrangers et le droit compare”, Revue internationale de droit comparé, vol. 9 No 4, Oct-Dec 1957, σελ. 692.
[7]             Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 42-42, 72-73.
[8]             Βλ. A.T.Kesli, “Reception and application in Turkey”, Ataturk Universitesi Hukuk Fakultesi Dergisi, 75. Yil Armagani, Vol Yil. 2, No2, Jan 1998, σελ. 261-262.
[9]             Βλ. H. Bleuchot, “La formation du droit soudanais”, Égypte/Monde arabe, Premiere série no 17/1994, σελ. 133 επ. και J. Goldberg, “Réception du droit francais sous les britanniques en Égypte: un paradoxe”?, Égypte/Monde arabe, Premiere série no 34/1998, σελ. 67 επ.
[10]           Βλ. ενδεικτικά A.A. Belal – Y. Popov, La formation du sous-developpement: passé, present, futur, Moscou, ed. du Progres, 1987, σελ. 171 επ.
[11]           Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 28 επ.
[12]           Βλ. Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο – κοινωνία – τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 116 επ.
[13]           Βλ. Ch.-A. Morand, “Le droit saisi par la mondialisation: définitions, enjeux et transformations” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 95  και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο-κοινωνία-τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 116 επ.
[14]  Βλ. N. Klein, Το δόγμα του σοκ, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, σελ. 462 επ.
[15]  Βλ. N. Klein, Το δόγμα του σοκ, οπ.π., σελ. 363 επ.
[16]           Βλ. F. Ost, “Mondialisation, globalization, universalisation: s’ arracher, encore et toujours, a l’ état de nature” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 16-18, 26.
[17]           Βλ. M. Delmas-Marty, Les forces imaginantes du droit-Le relatif  et l’ universel, Paris, Seuil, σελ. 399.
[18]  Βλ.  F. Lordon, “La démondialisation et ses ennemis”, Le Monde Diplomatique, Aout 2011, σελ. 1 επ.
[19]  Βλ. I. Giraudou, “L' assistance juridique japonaise aux pays dits “émergents” d' Asie”, Transcontinentales, 7/2009, σελ. 47 επ.
[20]           Βλ. όμως και M. Kohen, “Internationalisme et mondialisation” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 123-124 και S. Poillot-Peruzzetto, “Vers une culture juridique européenne, le pont de l’ Europe” στον τόμο S. Robin-Olivier – D. Fasquelle (dir.), Les échanges entre les droits, l’ expérience communautaire (une lecture des phénomenes de régionalisation et de mondialisation du droit), Bruxelles, Bruylant, 2008, σελ. 173 επ.
[21]  Βλ. Γ. Οικονομάκης, «Η κρίση του εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού», Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 79 επ., 85.
[22]           Βλ. συνοπτικά για τις σχετικές ενστάσεις και αντιπροτάσεις που κατατέθηκαν κατά την αναθεωρητική διαδικασία του 1975 Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ: 1941-2001, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 143-145.
[23]  Βλ. τις σχετικές τροπολογίες των Γ. Μαύρου (επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης) και Α. Παπανδρέου στο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 174 επ., 177.
[24]           Βλ. Γ. Ρούσης, εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21 Μαρτίου 2010.
[25]  Βλ. συνέντευξη του Γ. Σταυρόπουλου, εφημ. Η Καθημερινή, 26/2/2012.
[26]           Βλ. την έκδοση «Το νέο Μνημόνιο» όπου περιλαμβάνεται εισαγωγή του Ν. Μαριά αλλά και τα πρακτικά της συζήτησης που οργανώθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με θέμα «Η Δανειακή Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας – κρατών μελών Ευρωζώνης και η Εθνική μας Κυριαρχία», Επίκαιρα, τευχ. 47, 9/9-15/9/2010 και Κ. Χρυσόγονος, «Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης» της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/809/ent.1809.asp και Γ. Κατρούγκαλος, «Τα καταστροφικά αδιέξοδα του νέου μνημονίου», http://greek-critical-legal.blogspot.com/2012/02/blog-post.html.
[27] Βλ. Κ. Δουζίνας, «Η Ευρώπη που έρχεται», Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 114.
[28]  Βλ. συνοπτικά την Κοινή δήλωση των Γ. Κασιμάτη, Α. Δημητρόπουλος, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, http://greek-critical-legal.blogspot.com/2012/02/blog-post_13.html και Δ. Σαραφιανός, “Η δημοκρατία χωρίς το Σύνταγμα και χωρίς τη δημοκρατία”, Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 21 επ. και Δ. Μπελαντής, «Νομικές και συνταγματικές όψεις των «νέων συμφωνιών»», Ουτοπία, τευχ. 97, σελ. 13 επ.
[29]  Βλ. Σ. Μαυρουδέας, «Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση», http://www.kratoskaidikaio.blogspot.com/2011_03_01_archive.html, Μάρτιος 2011.
[30]  Βλ. Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), οπ.π., σελ. 10 επ. και Κ. Χρυσόγονος, «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα θέσεις για μια άλλη αναθεώρηση», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp.
[31] Κατά τη γνωστή θέση του Μαρξ στο Φ. Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 70.
  

δημοσιεύθηκε στο περ. Ουτοπία, τευχ. 96 (2011), σελ. 89-97


H οικονομική κρίση επιβεβαιώνει, κατά τη γνώμη μου, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη λενινιστική ανάλυση για την ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παρόν άρθρο θα ασχοληθεί μόνο με την πλευρά της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας[1].
Όπως σημείωνε ο Λένιν, “οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές”[2]. Δυο βασικούς σκοπούς διέκρινε ότι θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο εγχείρημα: ο ένας είναι η αντιμετώπιση από κοινού του επαναστατικού κινήματος και ο άλλος η από κοινού αναζήτηση μεγαλύτερου μεριδίου στην κατανομή των ζωνών επιρροής.   


Εκμετάλλευση κρατών

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο είχε ήδη επισημάνει τη μεταφορά υπερκερδών και υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες στις περισσότερο ισχυρές[3]. Στην περίοδο της κρατικομονοπωλιακής βαθμίδας του καπιταλισμού παρατηρείται πιο έντονα το φαινόμενο αυτό. Έτσι ο Λένιν υποστήριξε ότι η ιμπεριαλιστική περίοδος του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται ακριβώς από την «εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη»[4], και συγκεκριμένα από λίγες «εθνικοκρατικές ομάδες των χρηματιστών», από «μια χούφτα κράτη - τοκογλύφους»[5]. Σημείωνε επίσης ότι «ιμπεριαλισμός σημαίνει ότι το κεφάλαιο ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών, σημαίνει επέκταση και επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης πάνω σε νέα ιστορική βάση»[6]. Στο τελευταίο μάλιστα έργο του χρησιμοποιεί και πάλι τον όρο «εκμετάλλευση ορισμένων κρατών από τα άλλα»[7].
Αυτές οι σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης διαθέτουν δυο διαλεκτικά δεμένες πλευρές. Η μια είναι η οικονομική κυριαρχία και εκμετάλλευση. Η άλλη είναι η πολιτική ανισοτιμία, η κάμψη της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας που είναι αντανάκλαση της οικονομικής εκμετάλλευσης αλλά και ένα αποτελεσματικό μέσο για την ένταση της εκμετάλλευσης των λαών των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και τη μεταφορά κοινωνικού πλούτου στις αναπτυγμένες χώρες. Αξίζει να θυμηθεί κανείς την επισήμανση του Λένιν ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο έχει μεγαλύτερο όφελος από μορφές εκμετάλλευσης που συνδέονται «με την απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας των χωρών»[8]. Τούτο ισχύει είτε αυτή είναι καθολική, όπως στην περίπτωση των αποικιών και των κατακτημένων στρατιωτικά χωρών, είτε είναι μερική όπως στην περίπτωση της συμμετοχής σε ενώσεις και συμμαχίες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πραγματικότητα αναδεικνύει «ολόκληρη σειρά από μεταβατικές μορφές κρατικής εξάρτησης»[9].


Στο εσωτερικό της ΕΕ

Σχέσεις ανισοτιμίας και εκμετάλλευσης διαμορφώνονται και στο εσωτερικό της ΕΕ και όχι μόνο στις σχέσεις της με τρίτες χώρες. Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης λειτουργεί στο εσωτερικό της ΕΕ. Οι κοινοί σκοποί των κρατών μελών της ΕΕ (από κοινού αντιμετώπιση επαναστατικού κινήματος, ισχυροποίηση διεθνούς θέσης) δεν σημαίνει ότι εξαλείφονται οι αντιθέσεις ανάμεσα στα αστικά κράτη στο εσωτερικό της, ούτε, πολύ περισσότερο, ότι εξαλείφονται ή αποδυναμώνονται οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ των κρατών που την απαρτίζουν.
Δεν μπορεί στην πραγματικότητα να νοηθεί ως μαρξιστική, ή αριστερή, οποιαδήποτε θέση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός της ύπαρξης σχέσεων ανισομετρίας και της ύπαρξης σχέσεων κυριαρχίας στο εσωτερικό της ΕΕ[10]. Η ένωση ισότιμων κρατών στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, ουτοπία. Ακόμη και ανάμεσα στα ισχυρά κράτη μέλη της ΕΕ αναπτύσσονται οξύτατοι ανταγωνισμοί. Δεν αποκλείονται ακόμη και επιμέρους διαφοροποιήσεις, μυστικές συμφωνίες που παραβιάζουν τις επίσημες συνθήκες, όπως για παράδειγμα φαίνεται από τη στάση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων στον πόλεμο στη Λιβύη[11].
Η λενινιστική ανάλυση υπογράμμιζε ότι πίσω από την τυπική ισοτιμία των κρατών υπάρχουν στην πραγματικότητα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που διαμορφώνουν σχέσεις πραγματικής ανισοτιμίας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανάμεσα στα κράτη. Η ανάλυση αυτή ισχύει στο ακέραιο για την ΕΕ. Η καθημερινή πραγματικότητα, η καταθλιπτική κυριαρχία του γερμανογαλλικού άξονα, τόσο πριν όσο κυρίως μετά την εκδήλωση της κρίσης, παρέχει άφθονα παραδείγματα.
Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας και τις άλλες αδύναμες χώρες, η οικονομική κρίση ανέδειξε επίσης με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το γεγονός ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ ενέτεινε την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και ευρύτερα των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας σε όφελος του δυτικοευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου, μαζί και του ελληνικού. Ο ανταγωνισμός, ιδιαίτερα των γερμανικών και γαλλικών πολυεθνικών, για την καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας και του δημόσιου πλούτου της χώρας μας, αναδεικνύεται ανάγλυφα από τις τρέχουσες εξελίξεις.


Το πλάσμα της “εκχώρησης” κρατικής κυριαρχίας

Η ειδική μορφή με την οποία πραγματοποιείται η οικονομική εκμετάλλευση και η απώλεια της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας των λαών των ασθενέστερων κρατών της ΕΕ είναι η τυπική ισοτιμία των κρατών μελών και η “εθελοντική” προσχώρησή τους στην ΕΕ.
Η εκμετάλλευση των λαών των πλέον αδύναμων οικονομιών της ΕΕ επιτυγχάνεται καταρχήν μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο τυπικής ισοτιμίας[12]. H αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (και όχι μόνο) αποτελούσε το εχέγγυο της τήρησης της τυπικής ισοτιμίας ανάμεσα στα κράτη μέλη. Είναι περισσότερο από εύλογο ότι πίσω από αυτή την τυπική ισοτιμία το ειδικό οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό βάρος κάθε κράτους είναι διαφορετικό, όχι μόνο ποσοτικά αλλά πολλές φορές και ποιοτικά. Έτσι, ακόμη και σε συνθήκες τυπικής ισοτιμίας ο ισχυρός εξασφαλίζει την επιβολή της θέλησής του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που σημάδεψε τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία είναι η επιβολή από τη Γερμανία της αναγνώρισης από την ΕΕ της ανεξαρτησίας της Κροατίας κατόπιν αφόρητων πιέσεων και εκβιασμών[13]. Ανάλογα παραδείγματα μπορούν να αντληθούν άφθονα από τη σημερινή συγκυρία, τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης και την επιβολή των επιδιώξεων της Γερμανίας και της Γαλλίας δευτερευόντως.
Η κυρίαρχη θέση των ισχυρών κρατών εκφράστηκε στη συνέχεια και θεσμικά με την παραβίαση της τυπικής ισοτιμίας στο πλαίσιο των οργάνων της ΕΕ. Η κάμψη της ομοφωνίας και του δικαιώματος του veto αποτελούν τη νομική – θεσμική αντανάκλαση της διαδικασίας περαιτέρω ενίσχυσης του ρόλου των ισχυρών κρατών σε βάρος των λιγότερο αναπτυγμένων και των ασθενέστερων. Οι ισχύοντες, αλλά ιδίως οι υπό διαμόρφωση, θεσμοί οικονομικής επιτήρησης των ασθενέστερων οικονομικά κρατών της ΕΕ πραγματοποιούν και άλλα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση.
Πρόκειται για πλευρά ενός γενικότερου φαινόμενου του καπιταλισμού. Σε περιόδους ασθενούς παρουσίας των λαϊκών κινημάτων αμφισβητείται μερικά η τυπική ισοτιμία (είτε των κρατών είτε των πολιτών) σε όφελος μορφών θεσμικής ανισοτιμίας.
Βέβαια, η συμμετοχή στην ΕΕ γίνεται εθελοντικά. Όμως, «είναι πέρα για πέρα δυνατό, ο ιμπεριαλισμός παράλληλα με την πολιτική του άμεσου στραγγαλισμού των μικρών εθνών, από την οποία δεν θα μπορέσει να παραιτηθεί εντελώς, να εφαρμόσει σε ορισμένες περιπτώσεις πολιτική «εθελοντικής» (δηλαδή που την προκάλεσε μόνο ο οικονομικός στραγγαλισμός) συμμαχίας με μικρά έθνη κράτη» [14].
Στην περίπτωση της Ελλάδας η απώλεια της κυριαρχίας καταγράφεται τόσο στο Σύνταγμα και στη νομοθεσία όσο και στην παραβίασή τους. Το ίδιο το άρθρο 28 του Συντάγματος και ιδίως, η ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε στην αναθεώρηση του 2001, αλλά πολύ περισσότερο η παραβίαση και αυτών ακόμη των συνταγματικών διατάξεων μέσω του τρόπου ψήφισης του Μνημονίου, της μη κύρωσης των αντισυνταγματικών δανειακών συμβάσεων και της πληθώρας νόμων που ψηφίστηκαν κατ' εντολή της τρόικα αποτελούν αντανάκλαση του φαινομένου[15]. Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα είναι οι αποικιοκρατικού τύπου συμβάσεις, όπως η περιβόητη σύμβαση για τα υποβρύχια που κυρώθηκε με το ν. 3885/2010, οι παλαιότερες συμβάσεις για την εκποίηση στο ξένο (πρώτιστα) και εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο των ναυπηγείων, των ΔΕΚΟ, οι λεόντειες συμβάσεις με γερμανικές και γαλλικές πολυεθνικές για το αεροδρόμιο, τη γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και πολλά, πολλά άλλα.
Η απώλεια μέρους έστω της κυριαρχίας, εκτός από τις οικονομικές επιπτώσεις στο λαό και στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας, καθιστά οξύτερο το πρόβλημα της δημοκρατίας, καθιστά την αστική δημοκρατία λιγότερο ευάλωτη στις λαϊκές πιέσεις αφού η μετατόπιση αυτή ευνοεί την ακόμη μεγαλύτερη αυτονόμηση και ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας (σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο) καθώς και των αντίστοιχων γραφειοκρατικών μηχανισμών και των αφανών κέντρων εξουσίας.


Cui bono?

Ποιος ωφελείται από την εθνική καταπίεση και την απώλεια εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας που διακρίνει γενικά τις σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών και, στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, των κρατών μελών της ΕΕ; Το έθνος στον καπιταλισμό είναι διασπασμένο σε ανταγωνιστικές τάξεις. Επομένως, οι παραπάνω συνέπειες δεν κατανέμονται σε όλες τις τάξεις του έθνους. Οι σχέσεις εκμετάλλευσης, καταπίεσης των ασθενέστερων εθνών από τα ισχυρότερα θίγουν κύρια την εργατική τάξη των πρώτων η οποία υφίσταται μια διπλή αφαίμαξη. Αγγίζει επίσης τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών (κύρια της αγροτικής οικονομίας) τα οποία υφίστανται μια μεγαλύτερη πίεση και εκμετάλλευση, όχι μόνο από το εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο αλλά και από εκείνο των αναπτυγμένων κρατών.
            Η αστική τάξη των ασθενέστερων εθνών των κρατών της ΕΕ δεν θίγεται κατά κανόνα από τη σχέση αυτή αλλά αντίθετα ευνοείται πολιτικά και οικονομικά. Η σχέση αυτή ποικίλει ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Πάντως γενικά οι όποιες αντιθέσεις προκύπτουν ανάμεσα σε αυτή και στην άρχουσα τάξη των ισχυρών χωρών καθίστανται αντικειμενικά δευτερεύουσες. Η βασική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία είναι εκείνη που σηματοδοτεί και χρωματίζει όλες τις άλλες. Έτσι, η διαφαινόμενη σχετική υποβάθμιση της άρχουσας τάξης της Ελλάδας σε τίποτα δε διαφοροποιεί τη συναίνεσή της στο σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται. Για τους ίδιους λόγους η ελληνική αστική τάξη και οι βασικοί πολιτικοί της εκφραστές πρωτοστατούν στην περαιτέρω εκχώρηση πολιτικής κυριαρχίας.
Με αυτή την έννοια η ανάκτηση της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας την περίοδο του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να γίνει υπόθεση της αστικής τάξης. Γενικά, θεωρητικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η αστική τάξη κάποιας χώρας, ή ένα μέρος της τάξης αυτής, θα μπορούσε να διεκδικήσει την πολιτική της ανεξαρτησία έναντι των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Τούτο όμως προϋποθέτει δυο τουλάχιστον βασικούς όρους: α. την αναβάθμιση της θέσης της τάξης αυτής και της δυνατότητας της να αποκτήσει ένα καλύτερο ρόλο στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και β. τη δυνατότητά της να ελέγξει ή να κρατήσει εντός ορίων την αντίθεση κεφαλαίου εργασίας στο εσωτερικό της έτσι ώστε να μην κινδυνεύσει τη εξουσία της και να μη χρειαστεί τη συνδρομή των ισχυρών αστικών κρατών.
Τέτοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε στη Λ. Αμερική. H περίπτωση της Βραζιλίας είναι ίσως η πλέον χαρακτηριστική. Η ισχυροποίηση, πρώτα απ’ όλα σε οικονομικό επίπεδο, της εγχώριας αστικής τάξης σε συνδυασμό με την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο διεθνή περίγυρο ως συνέπεια της μεταβολής του παγκόσμιου συσχετισμού των δυνάμεων, επέτρεψαν την ανάκτηση της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας της χώρας έναντι των ΗΠΑ. Η αναβάθμιση της εγχώριας αστικής τάξης τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο διεθνές επίπεδο υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας.
Στην Ελλάδα η αστική τάξη υπήρξε από τη συγκρότησή της βαθιά συνδεδεμένη με το κεφάλαιο της Δυτικής Ευρώπης. Στον 20ό αιώνα συνδέθηκε στενότερα μαζί του όχι μόνο για λόγους οικονομικούς αλλά και για λόγους πολιτικούς: χρειάστηκε τη βοήθειά του προκειμένου να αντιμετωπίσει το επαναστατικό κίνημα. Η διαφαινόμενη, πιθανή, υποβάθμιση του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια διεκδίκηση της πολιτικής κυριαρχίας εκ μέρους του. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι οι σχέσεις καθίστανται στενότερες και ότι η παραχώρηση εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας γίνεται εντονότερη[16].
Έτσι, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν φαντάζει πιθανή μια πρωτοβουλία ενός ισχυρού τμήματος του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου για έξοδο από την ΕΕ. Είναι άλλο ζήτημα, βέβαια, η τυχόν αποβολή της Ελλάδας από το ευρώ που, αν γίνει, θα γίνει με πρωτοβουλία των ισχυρών της ΕΕ, με όρους τέτοιους και με σκοπό την μεγαλύτερη απομύζηση του κοινωνικού μας πλούτου και την αποσόβηση της μεταφοράς της κρίσης στην υπόλοιπη ευρωζώνη.


            Η ανάκτηση της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας

            Η εθνική - πολιτική κυριαρχία αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της δημοκρατίας. Για να μπορέσει η εργατική τάξη και ο λαός να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην υπάρχουσα εξουσία και, πολύ περισσότερο, για να μπορέσουν να οικοδομήσουν μια δική τους εναλλακτική πρόταση απαιτείται, ανάμεσα σε άλλα, η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας. Ο Λένιν τόνιζε ότι η εργατική τάξη «δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία. …Χωρίς αγώνα για δικαιώματα αμέσως, αυτή τη στιγμή, χωρίς διαπαιδαγώγηση των μαζών στο πνεύμα αυτού του αγώνα ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος»[17]. Και η διεκδίκηση της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας είναι ακριβώς μέγιστο ζήτημα δημοκρατίας.
Τίθεται, κατά συνέπεια, επί τάπητος η ανάκτηση της κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διακοπεί ο θεσμικός ομφάλιος λώρος που συνδέει τη χώρα με την ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Απαιτείται ακόμη μια ευρύτερη δέσμη ριζοσπαστικών δημοκρατικών αλλαγών[18].
            Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μόνη η αποδέσμευση από την ΕΕ και η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας δεν αρκεί για να οδηγήσει σε μια έξοδο από την κρίση σε όφελος του λαού. Όπως υπογράμμιζε ο Λένιν η πάλη για την εθνική κυριαρχία, που είναι  ζήτημα δημοκρατίας[19], όπως και γενικά η πάλη για κάθε διεκδίκηση πολιτικής δημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται και να συνδέεται διαλεκτικά με τον αγώνα για τη συνολική αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος[20].
Η ανάκτηση της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας μέσω της αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να συνοδεύεται από μια δέσμη οικονομικών μέτρων που μπορούν να ανοίξουν έναν άλλο δρόμο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης για την χώρα και το λαό. Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε τη λενινιστική θέση ότι “η δημοκρατία δεν εξαλείφει την ταξική καταπίεση, αλλά απλώς κάνει την ταξική πάλη πιο καθαρή, πιο πλατιά, πιο ανοιχτή, πιο οξεία... Όσο δημοκρατικότερο είναι το κρατικό καθεστώς, τόσο σαφέστερο γίνεται στους εργάτες ότι η ρίζα του κακού είναι ο καπιταλισμός και όχι η έλλειψη δικαιωμάτων”[21]. Η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας μέσω της αποδέσμευσης από την ΕΕ δεν μπορεί επομένως να εξαλείψει την αιτία της οικονομικής κρίσης και της κακοδαιμονίας του λαού. Συμβάλλει, ωστόσο, στην αποκάλυψη της ρίζας του προβλήματος.
Παράλληλα, η διεκδίκηση της εθνικής -πολιτικής κυριαρχίας έναντι της ΕΕ μπορεί να συμβάλλει στη συσπείρωση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων ενάντια στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Αυτό μπορεί να συμβεί καθώς η ΕΕ χαρακτηρίζεται ακριβώς από την ένταση της εκμετάλλευσης των ασθενέστερων εθνών και, άρα, από την όξυνση των προβλημάτων όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και των μικροϊδιοκτητών. Έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά ότι το εθνικό, πατριωτικό αίσθημα του λαού ενδέχεται να αποτελέσει ένα σημαντικό μοχλό για την ανάπτυξη της αμφισβήτησης του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά[22].
Όσο αναγκαία είναι για τους μαρξιστές η υποταγή των δημοκρατικών διεκδικήσεων στην πάλη για το σοσιαλισμό άλλο τόσο είναι σημαντικό να κατανοείται ότι η ανάδειξη της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού δεν μπορεί να οδηγεί στην υποτίμηση των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Συνεπώς δεν μπορεί να οδηγεί στην υποτίμηση της προβολής του εξαιρετικά επίκαιρου αιτήματος της ανάκτησης της εθνικής - πολιτικής κυριαρχίας έναντι τόσο της ΕΕ όσο και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ΗΠΑ.
Ασκώντας κριτική σε εκείνους τους μαρξιστές που αρνούνταν να θέσουν το αίτημα της ελευθερίας αποχωρισμού των καταπιεζόμενων εθνών, ο Λένιν σημείωνε πως η απελευθέρωση των αποικιών, η αυτοδιάθεση των εθνών, αλλά και άλλες πιο προωθημένες μορφές δημοκρατίας όπως η εκλογή όλων των δημόσιων λειτουργών από το λαό, η δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής κλπ είναι στο σύνολό τους απραγματοποίητα στο πλαίσιο του καπιταλισμού[23]. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις επιμέρους δημοκρατικές διεκδικήσεις[24]. Προϋπόθεση γι 'αυτό είναι η ένταση της ταξικής πάλης, οι ανακατατάξεις στο συσχετισμό δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του αιτήματος αποδέσμευσης από την ΕΕ και ανάκτησης της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας.
Ειδικά για την περίπτωση των σχετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, εκείνων δηλαδή που κατέχουν μια ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ο Λένιν τόνιζε ότι, στα κράτη ακριβώς αυτού του τύπου, οι αντιστάσεις των λαών στη διπλή καταπίεση και εκμετάλλευση είναι πιο ισχυρές. “Στην Ευρώπη, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα εξαρτημένη έθνη είναι από καπιταλιστική άποψη τα πιο αναπτυγμένα ... παρά στις αποικίες. Ακριβώς όμως αυτό προκαλεί μεγαλύτερη αντίσταση ενάντια στην εθνική καταπίεση και στις προσαρτήσεις!”[25]. Έτσι, η πάλη για την ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης όπως η Ελλάδα μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις και να διευκολύνει τη συγκέντρωση των δυνάμεων για μια ριζική, επαναστατική κοινωνική μεταβολή[26]. Η τελευταία είναι το ζητούμενο, μια και τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την αγριότητα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Η μοναδική λύση είναι η κοινωνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας (ως προοίμιο της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής), ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος σε όλα τα επίπεδα, η δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομική ανάπτυξη, τελικά μια άλλου τύπου δημοκρατία.


[1] «Αυτοδιάθεση των εθνών ονομάζεται η πολιτική ανεξαρτησία τους», βλ. Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 95.
[2]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τ. 26, σελ. 360.
[3]               Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 299-303.
[4]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 429.
[5]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 414, 405.
[6]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το επαναστατικό προλεταριάτο και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τ. 27, σελ. 64.
[7]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κάλλιο λιγότερα και καλύτερα», Άπαντα, τ. 45, σελ. 402.
[8]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 385.
[9]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 389. Βλ. και Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, Άπαντα, τ. 30, σελ. 81, 112.
[10]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το πρόγραμμα ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, σελ. 279.
[11]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για τη χωριστή ειρήνη”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 186.
[12]             Για την τυπική ισοτιμία των υποκειμένων ως μορφή των καπιταλιστικών σχέσεων βλ. Β. Λαπάγεβα, Ζητήματα δικαίου στο Κεφάλαιο του Μαρξ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986, ιδίως σελ. 43 επ. και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, κοινωνία, τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 54 επ.
[13]             Βλ. Θ. Βερέμης, Βαλκάνια (από τον 19ο αιώνα στον 21ο αιώνα – δόμηση και αποδόμηση κρατών), Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2004, σελ. 134.
[14]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Προσχέδιο θέσεων έκκλησης προς τη Διεθνή σοσιαλιστική επιτροπή και προς όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα», Άπαντα, τ. 30, σελ. 282.
[15]             Βλ. Γ. Κατρούγκαλος, «Το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου και ο άλλος δρόμος», Νομικό Βήμα, Φεβρουάριος 2011, προσβάσιμο στο www.greek-critical-legal.blogspot.com.
[16]             Βλ. Σ. Μαυρουδέας, “Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση”, προσβάσιμο στο www.kratoskaidikaio.blogspot.com.
[17]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128.
[18]             Βλ. Αναλυτικότερα Δ. Καλτσώνης, “Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975 (κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14, προσβάσιμο και στο www.kaltsonis.blogspot.com 
[19]             Βλ. Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 112.
[20]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τ. 27, σελ. 270 και του ίδιου, «Για το πρόγραμμα ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, σελ. 275.
[21]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 127.
[22]             Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 77.
[23]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 34.
[24]             “Και ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός ... αναπτύσσονται κάτω από οποιεσδήποτε πολιτικές μορφές, υποτάσσοντάς τες όλες. Γι' αυτό είναι ριζικά λαθεμένο από θεωρητική άποψη να λέει κανείς ότι “δεν είναι πραγματοποιήσιμη μια από τις μορφές και μια από τις διεκδικήσεις της δημοκρατίας” βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 23.
[25]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 35.
[26]             «Οι πολιτικοί μετασχηματισμοί προς μια πραγματικά δημοκρατική κατεύθυνση κι ακόμη περισσότερο οι πολιτικές επαναστάσεις … πλαταίνουν τη βάση της (ενν. της σοσιαλιστικής επανάστασης - ΔΚ), εντάσσουν στο σοσιαλιστικό αγώνα νέα στρώματα μικροαστών», βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τ. 26, σελ. 359. «Το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία», βλ. Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128.




ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION