Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss


 

https://thepressproject.gr/akrodexies-kyverniseis-sygkyriako-i-domiko-stoicheio-tis-krisis-tis-dimokratias/


Διανύουμε μια σκοτεινή περίοδο. Η ακροδεξιά ανέρχεται σχεδόν παντού επιφέροντας σαρωτικές αλλαγές σε βάρος της δημοκρατίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Για να κατανοήσουμε τη φύση της πρέπει πρωτίστως να εντοπίσουμε τη βασική αιτία ανόδου του ακροδεξιού κύματος. Αυτή είναι η ίδια η οικονομική κρίση, η ανάγκη και η ευκαιρία που δίνεται σε τμήμα τουλάχιστον της κυρίαρχης τάξης, στο πιο επιθετικό, αρπακτικό τμήμα του κεφαλαίου, να αναδιανείμει βίαια τον πλούτο σε όφελός της. Θύματα αυτής της βίαιης αναδιανομής είναι κύρια οι λαϊκές τάξεις, τρίτες, πιο αδύναμες, χώρες αλλά ενίοτε και τμήματα της ολιγαρχίας.

Η άνοδος της ακροδεξιάς οφείλεται πρωτίστως στην πολύπλευρη στήριξη, χρηματοδότηση, επικοινωνιακή προβολή από κέντρα της οικονομικής ολιγαρχίας. Χωρίς αυτή ο Τραμπ δεν θα είχε επικρατήσει στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα ούτε θα είχε παρουσιαστεί ως λύση στα προβλήματα των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων. Αντίστοιχα συνέβη με τον Μιλέι και τον Μπολσονάρο σε Αργεντινή και Βραζιλία, με το AfD στη Γερμανία, με το Vox στην Ισπανία, με την προώθηση όλου του ακροδεξιού φάσματος στη Γαλλία. Ο Μιλέι στην Αργεντινή εμφανίστηκε το 2018 (πριν εκλεγεί) σε 300 εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δηλαδή ήταν καθημερινά στα βασικά μέσα ενημέρωσης. Μετατράπηκε έτσι από ένα άσημο πρόσωπο σε υποψήφιο πρόεδρο και κατόπιν σε πρόεδρο της Αργεντινής. Εξαιτίας αυτής της στήριξης, η ακροδεξιά αποκτά ευρύτερη αποδοχή σε τμήμα του εκλογικού σώματος.

Συμπληρωματικός παράγοντας που συμβάλλει στην απήχηση της ακροδεξιάς σε λαϊκά στρώματα είναι η απουσία πειστικών, γνήσιων εναλλακτικών λύσεων. Η παραδοσιακή δεξιά ενσωματώνει πρόσωπα και στοιχεία της πολιτικής της ακροδεξιάς ενώ η κεντροαριστερά έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με την ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού εγκλωβισμένη στο πλαίσιο της κυρίαρχης αντιλαϊκής πολιτικής, μίγμα νεοφιλελευθερισμού και στρατιωτικού νεοκεϋνσιανισμού. Στην καλύτερη περίπτωση προτείνουν ανώδυνες μικροβελτιώσεις, γεγονός που απογοητεύει και απομακρύνει τις λαϊκές τάξεις. Από την άλλη, απουσιάζει μια ριζοσπαστική εναλλακτική πρόταση. Οι πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές στην Αργεντινή το αποδεικνύουν.





Ακροδεξιά και δημοκρατία


Η άνοδος της ακροδεξιάς επιταχύνει τη συντηρητικοποίηση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και τη ραγδαία συρρίκνωση της δημοκρατίας.

Πρώτο, η ακροδεξιά διακυβέρνηση εντείνει το φαινόμενο της παραβίασης των όποιων νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση και των άλλων συστημικών κομμάτων αλλά με την ακροδεξιά παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Παράδειγμα είναι η διακυβέρνηση Τραμπ. Η παραβίαση του Συντάγματος, είτε άμεσα είτε μέσω αυθαίρετης ερμηνείας των διατάξεών του, η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων είναι πλέον καθημερινή πρακτική, παρότι παραβιάσεις του Συντάγματος σε μικρότερη έκταση σημειώνονταν και παλαιότερα. Αντίστοιχα η ακροδεξιά κυβέρνηση Μιλέι στην Αργεντινή κυβερνά σε μεγάλο βαθμό με προεδρικά διατάγματα παραβιάζοντας το Σύνταγμα της χώρας και παρακάμπτοντας το Κογκρέσο.

Εντείνονται ακόμη περισσότερο τα φαινόμενα της παράνομης αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Οι πρακτικές αυτές φτάνουν και ξεπερνούν τα όρια της βαρβαρότητας.

Ταυτόχρονα, το προϋπάρχον φαινόμενο του ατιμώρητου κρατικο-εταιρικού εγκλήματος λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Δεύτερο, περιορίζονται νομοθετικά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες. Ειδικότερα ο περιορισμός των συναθροίσεων, της απεργίας, της ελευθερίας του τύπου, ο περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης, η παρακολούθηση των επικοινωνιών των πολιτών αποτελούν βασικές στοχεύσεις της ακροδεξιάς παράλληλα με την αύξηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αστυνομίας.

Νομοθετήματα και πρακτικές περιορισμού της ελευθερίας των συναθροίσεων αλλά και της έκφρασης έχουν ήδη υιοθετηθεί στις ΗΠΑ του Τραμπ. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα νομοθετήματα που έχει ψηφίσει η ακροδεξιά κυβέρνηση Όρμπαν στην Ουγγαρία. Με τους νόμους αυτούς εξασφαλίζεται ακόμη μεγαλύτερος έλεγχος της κυβέρνησης επί των μέσων ενημέρωσης και ακόμη ασφυκτικότερος έλεγχος επί της Δικαιοσύνης. Παρόμοια είναι η προσπάθεια της Μελόνι στην Ιταλία να προωθήσει προς ψήφιση νόμο που περιορίζει την αυτοτέλεια των δικαστών.

Τρίτο, με την ακροδεξιά διακυβέρνηση σημειώνεται ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας ή και εξωθεσμικών κέντρων σε βάρος του Κοινοβουλίου. Ούτε αυτό το στοιχείο είναι απολύτως καινούργιο γνώρισμα της αστικής δημοκρατίας. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ακροδεξιά το οδηγεί σε πιο ακραίες μορφές. Αυτό γίνεται είτε νόμιμα και σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνταγματικές διατάξεις είτε κατά παραβίασή τους.

Για παράδειγμα στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόθεση της κυβέρνησης Μελόνι να αναθεωρήσει το Σύνταγμα εισάγοντας ημιπροεδρικό σύστημα για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αντίστοιχη είναι η πρόθεση του Τραμπ να παραβιάσει την 22η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος που προστέθηκε το 1951 και απαγορεύει στο ίδιο πρόσωπο να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία τρίτη φορά.



Οικονομία και κοινωνία


Η στροφή προς τη δραστική συρρίκνωση της δημοκρατίας υπηρετεί στην πραγματικότητα έναν άλλο, πιο ουσιαστικό στόχο. Επιχειρεί να περιορίσει τα μέσα αντίδρασης του λαού στις σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές.

Τα κόμματα της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση ακολουθούν την ίδια πολιτική κατεύθυνση, το ίδιο στρατηγικό πλαίσιο, που υπήρχε ως τώρα. Ωστόσο οι στόχοι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν είναι πιο δραστικοί, πιο ακραίοι, πιο σαρωτικοί. Η ακροδεξιά, παρότι ψευδώς εμφανίζεται ως αντισυστημική δύναμη, αποδεικνύεται στην πράξη το πιο ακραίο όπλο για τη σάρωση, την πλήρη κατεδάφιση, των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων.

Η πολιτική Τραμπ μειώνει τη φορολογία των επιχειρήσεων, προτάσσει τις χιλιάδες απολύσεις προσωπικού από το δημόσιο τομέα, τη μείωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, την “ελάφρυνση” του κράτους. Απολύσεις γίνονται και στον ιδιωτικό τομέα ως αποτέλεσμα της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ. Η πολιτική του αυξάνει την ανεργία, ασκεί πτωτικές πιέσεις στους μισθούς και στον ιδιωτικό τομέα. Η ακρίβεια στα είδη λαϊκής ανάγκης εκτινάχθηκε και ταυτόχρονα τα όποια κοινωνικά δικαιώματα υπήρχαν στις ΗΠΑ τίθενται στο στόχαστρο. Σήμερα το 65% των πολιτών στις ΗΠΑ καταναλώνουν το σύνολο του μηνιαίου εισοδήματός τους σε βασικά έξοδα. Το ποσοστό αυτό ήταν 31% το 1997. Το πλουσιότερο 1% κατέχει πλέον περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 93%. Ο πραγματικός μισθός είναι σήμερα χαμηλότερος από ό,τι πριν 52 χρόνια.

Αντίστοιχα σαρωτική είναι η πολιτική του Μιλέι στην Αργεντινή με απολύσεις εργαζομένων, μείωση μισθών και συντάξεων, κάταργηση διάφορων επιδομάτων, εκτίναξη της ακρίβειας με αποτέλεσμα την καταβύθιση του εισοδήματος της εργατικής τάξης αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Σύμφωνα με έκθεση του Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής της Αργεντινής (CEPA) περισσότερες από 261.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν μόνο στο διάστημα από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Αύγουστο του 2024 ενώ η αγοραστική δύναμη των μισθών μόνο στο διάστημα αυτό μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 9,6%. Τα όποια κοινωνικά δικαιώματα περικόπτονται. Εμβληματική είναι από την άποψη αυτή η κατάργηση του Υπουργείου Παιδείας.

Στη Γερμανία η ακροδεξιά δεν ψήφισε υπέρ της κατάργησης της συνταγματικής διάταξης που καθιέρωνε τον περιβόητο “κόφτη” χρέους. Αυτό και μόνο είναι έμπρακτη απόδειξη ότι η AfD τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της διατήρησης και ενίσχυσης των σκληρών πολιτικών λιτότητας και περικοπής των κοινωνικών δαπανών και δικαιωμάτων. Στη Γαλλία επίσης η ακροδεξιά αρνήθηκε να υπερψηφίσει έστω και μια ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση των υπερπλουσίων.

Αντίστοιχα η κυβέρνηση Όρμπαν στην Ουγγαρία μείωσε ακόμη περισσότερο τη φορολογία για τις επιχειρήσεις. Έχει το χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή για τις επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη. Περιόρισε τις κοινωνικές δαπάνες και τα δικαιώματα αυξάνοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Χρησιμοποιεί προπαγανδιστικά ακόμη και αντινεοφιλελεύθερες κορώνες προκειμένου στη συνέχεια να εφαρμόσει αμιγώς θατσερικές πολιτικές. Παρότι η κυβέρνηση Όρμπαν επέκρινε, πριν εκλεγεί, τα μέτρα λιτότητας των προκατόχων της σοσιαλδημοκρατών, οι δικές της πολιτικές διατήρησαν την ίδια γραμμή πλεύσης. Απάλειψε από το Σύνταγμα της Ουγγαρίας τα κοινωνικά δικαιώματα.

Όλες οι ακροδεξιές κυβερνήσεις στηρίζουν την εκτίναξη των εξοπλιστικών προγραμμάτων, που επιφέρουν νέα αβάσταχτα βάρη στους λαούς. Στηρίζουν τη γενοκτονική κυβέρνηση του Ισραήλ. Προετοιμάζουν νέες πολεμικές συγκρούσεις για την ανακατανομή των σφαιρών επιρροής.


Κατάλυση της δημοκρατίας;


Η κυριαρχία της ακροδεξιάς δεν αποκλείει δυο ενδεχόμενα ακόμη πιο αρνητικά: Α. Την πλήρη κατάργηση της δημοκρατίας ή β. τη δημιουργία συνθηκών που θα αποκλείουν την κυβερνητική αλλαγή, όπως δείχνει το παράδειγμα Ερντογάν. Ανησυχητικά σημάδια υπάρχουν στις ΗΠΑ με την στρατιωτικοποίηση στο εσωτερικό, την προσπάθεια άλωσης του κρατικού μηχανισμού, την εξαγγελία Τραμπ ότι θα διεκδικήσει τρίτη θητεία παρά τη συνταγματική απαγόρευση και την αμφισβήτηση της καθολικής ψηφοφορίας.

Η όξυνση της οικονομικής κρίσης, μαζί και των ανταγωνισμών για τις σφαίρες επιρροής οδηγούν στη στρατιωτικοποίηση και πιθανά σε κλιμάκωση των πολέμων. Σε τέτοιες συνθήκες, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προληπτικά λαϊκές αντιδράσεις ακόμη και εξεγέρσεις (τις οποίες προβλέπει το ΔΝΤ, η CIA και άλλοι οργανισμοί), η ανοιχτή ή συγκαλυμμένη κατάλυση της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποκλειστεί, ακόμη και εκεί που η δημοκρατία θεωρείται εμπεδωμένη. Η ακροδεξιά μπορεί να μετασχηματιστεί σε ανοιχτό φασισμό ή να του ανοίξει το δρόμο.





Ποια διέξοδος;



Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής κρίσης, της κρίσης της δημοκρατίας, της προσπάθειας εξάλειψης όλων των εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων του 20ού αιώνα. Αποτελεί το δραστικότερο, αλλά όχι το μοναδικό, εργαλείο για το σκοπό αυτό.

Γι’ αυτό η πολιτική αντιπαράθεση με αυτήν δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στη διεκδίκηση απλώς κάποιων επιμέρους δημοκρατικών δικαιωμάτων ενώ στα βασικά ζητήματα της οικονομικής πολιτικής θα υπάρχει συμφωνία επί του στρατηγικού πλαισίου, δηλαδή επί των πολιτικών λιτότητας, εξοπλισμών κλπ.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ήττα της ακροδεξιάς είναι η άρθρωση μιας πραγματικής εναλλακτικής πρότασης. Μια τέτοια διέξοδος δεν μπορεί παρά να αμφισβητεί έμπρακτα και να υπερβαίνει τα όρια της κυρίαρχης πολιτικής και του νεοφιλεύθερου παραδείγματος. Θα πρέπει να αντιστρατεύεται την εξουσία της οικονομικής ολιγαρχίας, άρα να διεκδικεί τη ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των εργαζόμενων τάξεων και μια νέου τύπου δημοκρατία. Αλλιώς δεν θα είναι εναλλακτική πρόταση και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων ούτε να προσελκύσει το ενδιαφέρον τους. Θα ανατροφοδοτεί την απογοήτευση και την επιρροή της ακροδεξιάς.




 

εφημ. One Voice, 10/11/2025


Η εκλογή του Μαμντάνι στη Ν. Υόρκη έφερε στην επιφάνεια διεργασίες που υποβόσκουν όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά με τον ένα ή άλλο τρόπο, στον ένα ή άλλο βαθμό, σε όλες τις χώρες που μαστίζονται από την οικονομική κρίση.

Πρώτο, οι τεράστιες, ολοένα και αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες και αδικίες, η στρατιωτικοποίηση, οι πόλεμοι και οι σφαγές, η περιβαλλοντική και κλιματική κρίση συσσωρεύουν μεγάλη δυσαρέσκεια και οργή στους λαούς. Η δυσαρέσκεια αυτή δεν εκφράζεται πάντοτε ανοιχτά ή εκφράζεται με έμμεσους τρόπους.

Δεύτερο, η παρατηρούμενη άνοδος της ακροδεξιάς θα αποδειχθεί ιστορικά πρόσκαιρη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οφείλεται στη στήριξη που της παρέχουν ισχυρά κέντρα της ολιγαρχίας. Eφαρμόζει μια σκληρή, σαρωτική αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική αντζέντα, βαθαίνει στο έπακρο τις ανισότητες και την κοινωνική αδικία. Θα οξύνει παντού τα προβλήματα, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις.

Τρίτο, η δυσαρέσκεια των λαών αναζητά πολιτικές διεξόδους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ΔΝΤ, η CIA, το Βρετανικό Γενικό Επιτελείο αλλά και πλήθος κορυφαίων πανεπιστημιακών ανά τον κόσμο προβλέπουν ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι περίοδος μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών.

Τέταρτο, όταν προτείνεται ένα πολιτικό σχέδιο που δείχνει τα αντιμετωπίζει έστω και στοιχειωδώς την κακοδαιμονία των φτωχότερων τμημάτων της κοινωνίας, αγκαλιάζεται από την πλειοψηφία.

Πέμπτη, η κρίση της κεντροαριστεράς και του κέντρου οφείλονται στην ταύτισή τους με το κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο που βαθαίνει τη φτώχεια. Οι πολιτικές τους προτάσεις είναι αναιμικές γι’ αυτό και είτε δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των λαών είτε γρήγορα οι τελευταίοι απογοητεύονται και εγκαταλείπουν τις δυνάμεις αυτές.

Έκτο, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης η κυρίαρχη οικονομική ελίτ δεν πρόκειται να κάνει παραχωρήσεις προς τις λαϊκές τάξεις. Αντίθετα, επιδιώκει την πλήρη εξάλειψη κάθε κοινωνικής κατάκτησης του 20ού αιώνα και την απόλυτη υποταγή των κοινωνιών στη βούληση και στα συμφέροντά της. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν λύσεις χωρίς συγκρούσεις.

Έβδομο, η βελτίωση της ζωής των πολλών προϋποθέτει ριζική αναδιανομή του πλούτου σε οφελός τους. Και γι’ αυτό θα πρέπει να πληρώσουν οι υπερπλούσιοι που έχουν συσσωρεύσει αμύθητα κέρδη ειδικά μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008. Η πρόσθετη φορολόγηση του 2% που προτείνει ο Μαμντάνι, ακόμη και αν την υλοποιήσει και δεν υπαναχωρήσει στις πιέσεις και στην επίθεση σαγήνης που θα δεχθεί από τους ισχυρούς, είναι ανεπαρκής στην πραγματικότητα. Απαιτούνται και άλλα ουσιαστικά μέτρα, πιο ρηξικέλευθα.


 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 13/10/2025



Οι πρόσφατες δηλώσεις Ζαχάροβα εντάσσονται στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες οι απειλητικές επεκτατικές κινήσεις του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και σε όλη την ανατολική Ευρώπη αμφισβήτησαν τη ζώνη επιρροής της Ρωσίας αλλά και την ασφαλή της περίμετρο.

Ωστόσο οι δηλώσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν μια καλή αφορμή ώστε να αναστοχαστούμε πάνω στη σχέση της εξωτερικής πολιτικής της δικής μας χώρας με την Τελική Πράξη του Ελσίνκι και τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Ας σκεφτούμε μαζί κάποια παραδείγματα:

Πρώτο: Δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση. Η ελληνική κυβέρνηση στέκεται στο πλευρό των κατακτητών, δηλαδή του Ισραήλ που διατηρεί με την πιο βάρβαρη βία τον Παλαιστινιακό λαό υπό κατοχή. Έχει μάλιστα ανακηρύξει το Ισραήλ, όπως και η προηγούμενη κυβέρνηση, σε στρατηγικό σύμμαχο.

Δεύτερο: Απαγόρευση επιθετικού πολέμου. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν καταδίκασαν, δεν πήραν αποστάσεις αλλά συνέβαλαν στους παράνομους επιθετικούς πολέμους ενάντια στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, πρόσφατα στο Ιράν και αλλού.

Τρίτο: Παράνομη χρήση βίας ή απειλή χρήσης βίας. Η τότε κυβέρνηση Σημίτη δεν αντιτάχθηκε αλλά διευκόλυνε τους βομβαρδισμούς της Σερβίας από το ΝΑΤΟ το 1999. Κατά παραβίαση του Συντάγματός μας και χωρίς τον ειδικό νόμο που απαιτεί το άρθρο 27 παρ. 2, επέτρεψε τη χρήση των ελληνικών εδαφών για τη διέλευση των ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων που κατευθύνονταν στο Κόσοβο.

Τέταρτο: Απαραβίαστο των συνόρων. Η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε το 1992 με την απόσχιση της Κροατίας και της Σλοβενίας από τη Γιουγκοσλαβία που έγινε με απαίτηση της Γερμανίας και απόφαση της ΕΕ.

Πέμπτο: Εδαφική ακεραιότητα των κρατών. Η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά εναποθέσει την επίλυση του ζητήματος της παράνομης κατοχής του 37% της Κύπρου από την Τουρκία – μέλος του ΝΑΤΟ, στις ΗΠΑ και στο ίδιο το ΝΑΤΟ, στους συνυπεύθυνους δηλαδή της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

Έκτο: Μη επέμβαση στα εσωτερικά άλλων κρατών. Η κυβέρνηση της χώρας μας, μαζί με τις ΗΠΑ και την ΕΕ αναγνώρισε το 2019 ως πρόεδρο της Βενεζουέλας τον επίδοξο πραξικοπηματία Χουάν Γουαϊδό, ο οποίος αποδείχθηκε αποτυχημένη επιλογή ακόμη και για τους Αμερικανούς πάτρωνές του.

Όπως διακρίνεται από τα παραπάνω, η κυβέρνηση επικαλείται το διεθνές δίκαιο μάλλον επιλεκτικά. Εκθέτει έτσι το λαό μας σε ανυπολόγιστους κινδύνους γιατί συμβάλλει με τον τρόπο αυτό στη γενικότερη αποδυνάμωση του διεθνούς δικαίου και δίνει επιχειρήματα στις αυριανές άνομες επιδιώξεις των όποιων ισχυρών.

Εκτός των άλλων, ας σημειωθεί ότι δεν είναι τυχαία η διπλή αναφορά της κ. Ζαχάροβα στην Ελλάδα. Σχετίζεται προφανώς με το γεγονός ότι η κυβέρνηση εμπλέκει την Ελλάδα ολοένα και πιο βαθιά στη σύγκρουση στην Ουκρανία. Συνηγορεί επιπλέον με τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και της ΕΕ, με την προετοιμασία για πιθανό πόλεμο με τη Ρωσία, δηλαδή για το δρόμο προς τον Αρμαγεδδώνα. Είναι καιρός να απαιτήσουμε να σταματήσει ο επικίνδυνος κατήφορος. Χρειάζεται πλήρης απεμπλοκή από τον πόλεμο και κάθε τέτοιο πολεμικό σχεδιασμό.






 

εφημ. Documento, 12/10/2025



Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγεται το κουβάρι της βαρβαρότητας στη Γάζα με εγκλήματα εφάμιλλα εκείνων του γερμανικού ναζισμού. H βαρβαρότητα, η ολοένα και πιο συχνή και ωμή παραβίαση του διεθνούς δικαίου ανοίγουν το δρόμο για τη γενίκευση τέτοιων πρακτικών. Ποιος λαός θα βρεθεί αύριο στη θέση των Παλαιστινίων; Ποια χώρα θα βρεθεί στη θέση του Κατάρ, του Ιράν ή της Υεμένης, που βομβαρδίζονται αυθαίρετα; Και να σκεφτούμε ότι το Κατάρ βομβαρδίστηκε παρότι είναι σύμμαχος των ΗΠΑ, όπως ακριβώς η Κύπρος υπέστη εισβολή το 1974, παρότι η Ελλάδα ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, μέρα με τη μέρα κλιμακώνεται η αντιπαράθεση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Ρωσία. Ο κίνδυνος κλιμάκωσης και γενίκευσης του πολέμου είναι παραπάνω από ορατός. Όταν για παράδειγμα ο αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου δηλώνει πως η Γερμανία πρέπει να είναι έτοιμη για πόλεμο το 2029, δεν μπορεί να συνεχίζεται αμέριμνη η καθημερινότητά μας. Διαψεύστηκαν οικτρά όσοι υποστήριζαν τη δεκαετία του 1990 ότι δήθεν η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση θα φέρει τη διαρκή ειρήνη. Οι πολυεθνικές των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης και προσπαθούν να ανακτήσουν το χαμένο οικονομικό έδαφος με τους εξοπλισμούς και τον πόλεμο.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει εμπλέξει πλήρως τη χώρα μας και στα δύο αυτά μέτωπα. Είναι συνυπεύθυνη για τη γενοκτονία στη Γάζα καθώς και για την όξυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Υπάρχουν δύο επιλογές μπροστά μας. Η πρώτη είναι να αποδεχτούμε την πορεία προς τη βαρβαρότητα και τον όλεθρο, που σημαίνει βαθιά φτώχεια για να υλοποιηθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα και γενίκευση του πολέμου, που προφανώς δεν αφορά τα συμφέροντα των λαών.

Η δεύτερη είναι να σταματήσουμε την πορεία προς τον όλεθρο. Αυτό άμεσα απαιτεί τη συγκρότηση και ενδυνάμωση ενωμένου αντιπολεμικού κινήματος. Ανεξάρτητα από τις αποχρώσεις στην ερμηνεία των αιτιών του πολέμου, σημασία έχει το κίνημα αυτό να είναι ενιαίο, να απαιτεί και να πιέζει την όποια κυβέρνηση ώστε να σταματήσει πλήρως κάθε είδους εμπλοκή και στα δύο μέτωπα. Η πίεση του κινήματος μπορεί ενδεχομένως να βάλει κάποιους φραγμούς στην εμπλοκή, να αποτρέψει κάποιες από τις χειρότερες καταστάσεις.

Όμως, ενώπιον της διεθνούς πραγματικότητας που ολισθαίνει στον όλεθρο απαιτούνται πιο δραστικές λύσεις. Στην ουσία χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, που θα απελευθερώσει τη χώρα μας από τα πολεμοκάπηλα σχέδια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και που θα χαράξει μια ανεξάρτητη, φιλειρηνική πολιτική, έξω από κάθε είδους στρατιωτικούς συνασπισμούς. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μέινει έξω από τη λαίλαπα που έρχεται. Αυτό όχι μόνο θα αποδειχθεί σωτήριο για το λαό αλλά θα συμβάλλει αντικειμενικά στην εκτόνωση των διεθνών αντιθέσεων.

Κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο. Μια ουδέτερη Ελλάδα, προσηλωμένη στο σεβασμό του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, ένας ενωμένος λαός, θα μπορεί να ελιχθεί επιδέξια ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Θα μπορεί να αξιοποιήσει το γεγονός ότι η παντοκρατορία των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι πλέον παρελθόν. Η Κίνα, οι χώρες BRICS+ είναι οι ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη. Μπορούμε να διεκδικήσουμε μια αυστηρά ισότιμη σχέση μαζί τους.

Πρώτα απ’ όλα χρειαζόμαστε μια επανάσταση του νου. Να σκεφτούμε διαφορετικά. Πριν να είναι πολύ αργά.

εφημ. One Voice, 22/9/2025


Τον τελευταίο μισό αιώνα η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη άποψη υποστηρίζει ότι η αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων και η αύξηση του εισοδήματος των πλουσίων φέρει πολλαπλά οφέλη καθώς ένα μέρος τους ανακατανέμεται με τον ένα ή άλλο τρόπο στην υπόλοιπη κοινωνία. Τίποτα το αναληθέστερο από αυτό. Η άποψη αυτή διαψεύστηκε πανηγυρικά, απέτυχε παταγωδώς.

Η ζωή απέδειξε επανειλημμένα ότι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Οι ανισότητες μεγεθύνονται, η κοινωνική αδικία γίνεται ολοένα και πιο κραυγαλέα, η καταστροφή του περιβάλλοντος επίσης. Όταν η υπομονή της κοινωνίας εξαντλείται και όταν η διαμαρτυρία γιγαντώνεται ή όταν πλησιάζουν εκλογές, τότε κάποια ημίμετρα μπορεί να λαμβάνονται προκειμένου να ανακουφίσουν κάποιες από τις πιο ακραίες καταστάσεις φτώχειας. Παράλληλα, όσο δυναμώνει η κοινωνική δυσαρέσκεια, τόσο αποδυναμώνεται με νομοθετικά μέτρα ή άλλες κυβερνητικές πρακτικές η δημοκρατία, προκειμένου να αποδυναμωθεί η δυνατότητα του λαού να αντιδράσει.

Το παραπάνω πλαίσιο, που φυσικά περιγράφεται με σύντομο και κάπως απλουστευτικό τρόπο χάρη συντομίας, αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής. Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αποτελούν ψίχουλα που γρήγορα θα τα παρασύρει και εξανεμίσει ο στρόβιλος της ακρίβειας και των κυβερνητικών πολιτικών. Με βάση τα επίσημα στοιχεία οι 500 μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις γνωρίζουν άνθιση της κερδοφορίας ενώ οι εργατοϋπάλληλοι εργάζονται ολοένα περισσότερο και γίνονται ολοένα φτωχότεροι, όπως ακριβώς και τα μεσαία στρώματα. Είναι προφανής η σχέση συγκοινωνούντων δοχείων: από τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις ο πλούτος διοχετεύεται στις ανώτερες.

Η κακοδαιμονία θα συνεχίζεται όσο σκεφτόμαστε εντός του ανωτέρω πλαισίου. Λύσεις που δεν αμφισβητούν τα δομικά στοιχεία αλλά απλώς ανακουφίζουν προσωρινά, είναι καταδικασμένες να εξαϋλώνονται και να αποτυγχάνουν. Η επιστήμη και η ιστορική εμπειρία έχουν δείξει ότι οι κρίσεις καμιά φορά αποτελούν ευκαιρία για τους λαούς για να τολμήσουν, να αναζητήσουν καινοτόμες, ριζοσπαστικές λύσεις.

Χρειαζόμαστε αρχικά μια “επανάσταση του νου”, καθώς όπως έλεγε ο Χόλμπαχ ο δεσποτισμός βρίσκει στήριγμα στην άγνοια και στην ευπιστία. Διέξοδος υπάρχει. Το αντίθετο ισχυρίζεται μόνο εκείνη η μειοψηφία που έχει συμφέρον από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης. Υπάρχουν διάφορες συμβολές σε αντίθετη λογική. Ένα τέτοιο, εκτός του κυρίαρχου πλαισίου, επιστημονικό πρόγραμμα αναπτύξαμε ήδη το 2017 στο βιβλίο Δ. Καλτσώνης, Θ. Μαριόλης, Κ. Παπουλής, Μετωπικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση, εκδ. Κοροντζής. “Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”.

 


 

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 11/9/2025


Η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες για να αποτρέψει τα αρνητικά δεδομένα του Τουρκο-Λιβυκού μνημονίου. Επιχειρεί να καλλιεργήσει επαφές τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη, προσπαθεί να προωθήσει συμφωνίες για οικονομική συνεργασία και για τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών. Αφήνει ουσιαστικά εκτός διαλόγου όλα τα βασικά ζητήματα που απασχολούν το λαό της Λιβύης αλλά την ευρύτερη περιοχή. Ποιά είναι αυτά;

Πρώτο, το γεγονός ότι η Λιβύη είναι μια χώρα διαιρεμένη και καθημαγμένη. Η αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής της ακεραιότητας είναι πρωταρχικής σημασίας για το μέλλον του λαού της. Είναι επίσης κορυφαία ζητήματα του διεθνούς δικαίου. Μην ξεχνάμε ότι η κυριαρχία και η ανεξαρτησία της χώρας αυτής έχουν πληγεί βάναυσα από το 2011 με ευθύνη των ΗΠΑ, των συμμάχων τους αλλά και της Ελλάδας που συνηγόρησε στη στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη που έφερε το χάος. Μια έστω έμμεση αυτοκριτική τοποθέτηση της Ελλάδας, αν όχι μια δημόσια συγνώμη δεν θα ήταν άχρηστη, εφόσον η χώρα μας συνέπραξε στην ωμή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που επέφερε έκτοτε τόσα δεινά στο λαό της Λιβύης.

Δεύτερο, μια διπλωματία βασισμένη στο διεθνές δίκαιο θα έπρεπε να θέτει στο τραπέζι του διαλόγου και να συμβάλλει, όσο είναι δυνατό, στην αποκατάσταση του δικαιώματος του λιβυκού λαού στην αυτοδιάθεση, δηλαδή στο δημοκρατικό του δικαίωμα να διαλέγει το δρόμο κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης που επιθυμεί. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, αφού μάλιστα είναι και μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα έπρεπε να ευνοεί και να δίνει ξεχωριστό βάρος στις διαδικασίες διαλόγου ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη της Λιβύης, να προκρίνει τις προσπάθειες ειρήνευσης, επίτευξης πολιτικής λύσης που θα οδηγεί σε δημοκρατικές εκλογές.

Τρίτο, κομβικής σημασίας είναι η αποκατάσταση των ανωτέρω αλλά και άλλων στοιχειωδών όρων ώστε ο λαός της Λιβύης να θέσει τα θεμέλια για τη βελτίωση της ζωής του και για την αξιοποίηση του πλουτοπαραγωγικού του πλούτου. Ας σημειωθεί με την ευκαιρία ότι ο πόλεμος, η φτώχεια και η απάνθρωπη εκμετάλλευση είναι οι αιτίες που οδηγούν εκατομμύρια ανθρώπων στον ξεριζωμό.

Αντί αυτών η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να ασκήσει μια πολιτική ισχύος χωρίς μάλιστα να διαθέτει την αναγκαία οικονομική ισχύ. Εξάλλου, όποιος ακολουθεί τέτοια πολιτική, την βρίσκει τελικά μπροστά σου, αφού άλλοι πιο ισχυροί θα επικρατήσουν. Αντίθετα, όποιος ακολουθεί πολιτική βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, έχει δυνατότητα να κερδίσει το σεβασμό και να θέσει τα θεμέλια για την επίλυση των προβλημάτων.

Για μια ακόμη φορά η ελληνική κυβέρνηση θα αποτύχει, αφού η εξωτερική της πολιτική στις βασικές της γραμμές δεν είναι αυτόφωτη αλλά ακολουθεί την πολιτική των ΗΠΑ και παράλληλα επικαλείται το διεθνές δίκαιο μόνο όταν αφορά την ΑΟΖ. Κατά συνέπεια, κανείς στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου δεν πρόκειται να την λάβει σοβαρά υπόψη του.

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION