Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss



εφημ. Documento 22/12/2019
Τα φαινόμενα παράνομης αστυνομικής βίας, γενικά, όταν και όπου παρατηρούνται, οφείλονται στην ανοχή των κυβερνήσεων και στην ίδια τη δομή και τον προσανατολισμό των σωμάτων ασφαλείας. Η έξαρσή τους το τελευταίο διάστημα (μια και δεν είναι πρωτόγνωρο φαινομενο) σχετίζεται προφανώς με τα πάγια δομικά προβλήματα των σωμάτων ασφαλείας στα οποία ουδέποτε εφαρμόστηκε διαδικασία ριζικού εκδημοκρατισμού. Επιπλέον, η σημερινή κυβέρνηση, μέχρι τώρα τουλάχιστον, κλείνει τα μάτια μπροστά σε τέτοιες πρακτικές. Η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην επιδίωξη -κύκλων τουλάχιστον- της κυβέρνησης να επανέλθει στην καθημερινότητα ένα μοντέλο ακραία αυταρχικής αστυνομικής παρουσίας που παραπέμπει σε εποχές πριν τη δεκαετία του 1980, όταν έγινε μόνο ένας επιφανειακός δημοκρατικός εκσυγχρονισμός.
Ο στόχος αυτής της προσπάθειας είναι η δημιουργία κλίματος φόβου και αστυνομοκρατίας στην κοινωνία. Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι οι αντιστάσεις των εργαζομένων, της νεολαίας, του λαού γενικότερα θα εντείνονται αναπόφευκτα, όσο συνεχίζεται με παραλλαγές η νεοφιλελεύθερη πολιτική που καθιστά μια μικρή μειοψηφία πλουσιότερη και τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας φτωχότερη, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Επομένως, η αστυνομική καταστολή και ιδίως η παράνομη αστυνομική βία θέλουν να λειτουργήσει αποτρεπτικά προς την άσκηση των θεμελιωδών και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων όπως αυτό της συνάθροισης, της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, της απεργίας, τα οποία είναι τα φυσιολογικά μέσα αντίδρασης της κοινωνίας.
Τα Εξάρχεια αποτελούν μόνο ένα επιμέρους στόχο. Έχουν συμβολική αξία γιατί ικανοποιείται έτσι ένα μέρος της εκλογικής επιρροής του κυβερνώντος κόμματος και, παράλληλα, μια οικονομική στόχευση που σχετίζεται με την ανάπλαση της περιοχής υπό την αιγίδα ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Το φαινόμενο της παράνομης αστυνομικής βίας είναι πολύ επικίνδυνο γιατί υπονομεύει στην πράξη θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και εδραιώνει μια γενικότερη αυταρχική συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων. Ακόμη και πολίτες που αισθάνονται ότι δεν τους αφορά το ζήτημα, μπορεί αύριο, στην καθημερινότητά τους, να βρεθούν αντιμέτωποι με το πρόβλημα ακόμη και χωρίς να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις.
Έχει σημασία να σημειωθεί ότι τόσο στην πραγματικότητα της χώρας μας όσο και διεθνώς, όπως μας δείχνουν οι έρευνες και οι σχετικές επιστημονικές μελέτες, η παράνομη αστυνομική βία ασκείται αποκλειστικά σε βάρος προσώπων που προέρχονται από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Δεν παρατηρείται η άσκηση παράνομης αστυνομικής βίας σε βάρος προσώπων που προέρχονται από τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας. Έχετε δει ποτέ για παράδειγμα να κακομεταχειρίζεται η αστυνομία κάποιον τέτοιο συλληφθέντα, κατηγορούμενο για κάποιο έγκλημα;
Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία αποδοκιμάζει την παράνομη αστυνομική βία. Όχι μόνο όσοι ψήφισαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όχι μόνο όσοι απείχαν από τις εκλογές αλλά ακόμη και ένα τμήμα των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος δεν συμφωνεί με τις πρακτικές αυτές και αντιλαμβάνεται τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Ακόμη και στο εσωτερικό των σωμάτων ασφαλείας υπάρχουν ψύχραιμες και δημοκρατικές φωνές.
Αυτή η μεγάλη, αλλά σχετικά σιωπηλή πλειοψηφία πρέπει να εκφραστεί. Η ανησυχία, η οργή θα μετασχηματιστούν σε μια ήρεμη, δυνατή, πανίσχυρη ηθική καταδίκη και αντίδραση που τίποτα δεν μπορεί να την νικήσει. Στη χώρα μας υπάρχει ιστορική εμπειρία και μνήμες δημοκρατικών αγώνων δεκαετιών. Βλέπω μια εικόνα του μέλλοντος: μια μεγάλη διαδήλωση πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, διαφορετικών πεποιθήσεων και αξιών, που θα επιβάλλουν με την ηχηρή σιωπή τους την αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία. Αλλά ακόμη περισσότερο, χρειάζεται προοπτικά η υλοποίηση ενός συγκεκριμένου σχεδίου ολοκληρωμένης αναδιάρθρωσης και ριζικού εκδημοκρατισμού των σωμάτων ασφαλείας.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 19/12/2019
Ο δρόμος της διαφύλαξης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού μας περνά μέσα από την ειρήνη, την προσπάθεια συνεννόησης, όσο αυτή είναι εφικτή, και κυρίως τη διεθνοποίηση του προβλήματος. Στον ΟΗΕ μπορούμε να βρούμε ευήκοα ώτα. Οι επαφές του υπουργού Εξωτερικών δεν αρκούν. Η Κίνα, παρότι έχει ως αρχή της εξωτερικής της πολιτικής να μην εμπλέκεται σε διενέξεις, έχει παράλληλα σταθερή γραμμή υποστήριξης του διεθνούς δικαίου και ιδίως του δικαίου της θάλασσας μια και την ενδιαφέρει άμεσα την ίδια. Από την άλλη, είναι παραπάνω από φανερό ότι η σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία είναι ευκαιριακή, ενώ οι αντιθέσεις τους οξύνονται ιδίως στη Λιβύη όπου η Ρωσία στηρίζει την πλευρά Χάφταρ, εκείνη δηλαδή που αντιτίθεται στο μνημόνιο των δύο χωρών. Η τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών Σ.Λαβρόφ για τη συμφωνία ήταν χαρακτηριστικά ευμενέστερη για την Ελλάδα από ό,τι η αντίστοιχη των ΗΠΑ, όταν το ΝΑΤΟ κρατά ίσες αποστάσεις και η ΕΕ ουσιαστικά αδρανεί.
Νομίζω επίσης ότι η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει τις μονομερείς ενέργειες. Δεν θα πάμε να κάνουμε έρευνες στην ΑΟΖ για τα συμφέροντα των γαλλικών ή των αμερικανικών πολυεθνικών και μάλιστα πριν λυθεί το ζήτημα της χάραξης. Έτσι η διπλωματική καταδίκη των παράνομων μονομερών ενεργειών της Τουρκίας θα γίνεται ακόμη πιο πειστική και ισχυρή. Η εξώθηση ή η απειλή θερμού επεισοδίου δεν συμφέρει τον ελληνικό λαό. Αντίθετα, θα αποτελέσει παράγοντα που υπό το κράτος της βίας θα εξωθήσει σε “συνδιαχείριση” των δικαιωμάτων του, έξω από το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και υπό τη σκέπη του αμερικανικού παράγοντα. Είναι η άλλη όψη του κατευνασμού.
Σε μια μελλοντική ομαλότερη συγκυρία, η Ελλάδα θα μπορούσε να προτείνει την προσφυγή στη Χάγη με τη σύνταξη συνυποσχετικού. Αυτό προϋποθέτει μια στοιχειώδη συμμόρφωση του τουρκικού καθεστώτος με το διεθνές δίκαιο και την άρση του casus belli για την περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της για χωρικά ύδατα 12 ν.μ. Η χώρα μας μπορεί να πάει στη Χάγη για την μόνη ελληνουτουρκική διαφορά: υφαλοκρηπίδα - χάραξη ΑΟΖ.
Σε κάθε περίπτωση, η χάραξη ΑΟΖ με βάση το διεθνές δίκαιο γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο: τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, η χάραξη γίνεται καταρχήν με βάση τη μέση γραμμή αν και μπορεί να υπάρξουν κάποιες μικρές αποκλίσεις. Η περίπτωση του Καστελόριζου δεν είναι ανάλογη της νήσου St Martin στην υπόθεση Μπαγκλαντές κατά Μιανμάρ.
Ας θυμίσουμε με την ευκαιρία ότι η αναγνώριση ελληνοτουρκικών διαφορών (και όχι μόνο μίας) στο Ελσίνκι το 1999 από την τότε κυβέρνηση Σημίτη αποτέλεσε ένα σοβαρό ολίσθημα που δεν διορθώθηκε ούτε αργότερα όταν η κυβέρνηση Καραμανλή δεν άσκησε βέτο στις ενταξιακές διαδικασίες για την Τουρκία.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 9/12/2019

Η ένταση με την Τουρκία ανεβαίνει. Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας δεν μπορεί όμως να γίνεται με λεονταρισμούς και εθνικιστικές κορώνες (με τον κατευνασμό να είναι η άλλη όψη του νομίσματος). Τέτοιες προσεγγίσεις παραγνωρίζουν κρίσιμες παραμέτρους του προβλήματος. Αντικειμενικά ωθούν τη χώρα μας σε επικίνδυνες ατραπούς: στη σύγκρουση και στο τέλος στη συνδιαχείριση με την Τουρκία. Καλό είναι να μην ξεχνάμε τα ιστορικά μαθήματα, όπως εκείνο του μακρινού 1897. Τότε, κάποιες εθνικιστικές φωνές και προκλήσεις δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε να μπει η Ελλάδα σε πόλεμο με την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν ολέθριο για τη χώρα μας, καθώς μάλιστα ήταν καθημαγμένη από την οικονομική κρίση και την πτώχευση.
Από την άλλη, όπως ανακοινώθηκε, δρομολογούνται νέα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα με αιτιολογία την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Φαίνεται λογικό: αφού οι απειλές από την Τουρκία γίνονται ολοένα και ισχυρότερες, γιατί να μην εκσυγχρονιστεί το οπλοστάσιο της Ελλάδας; Δυστυχώς όμως το φαίνεσθαι δεν ταυτίζεται με το είναι, όχι πάντοτε τουλάχιστον. Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μπορεί να υπηρετηθεί πρωτίστως από τη συγκρότηση διπλωματικού μετώπου σε διεθνές επίπεδο με άξονα το διεθνές δίκαιο και την ειρήνη. Σε αυτή την κατεύθυνση όμως ελάχιστα έχουν γίνει, αν έχει γίνει πράγματι κάτι. Πέρα από την όποια αδύναμη φραστική συμπαράσταση, δεν υπήρξε καμία έμπρακτη καταδίκη της Τουρκίας από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, εκείνους δηλαδή στους οποίους μόνο απευθύνθηκε η κυβέρνηση. Και όχι μόνο αυτό: η κυβέρνηση συνυπέγραψε το δόγμα του ΝΑΤΟ που θεσμοθετεί ως εχθρούς του τη Ρωσία και την Κίνα, δυο μεγάλες δυνάμεις που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επίλυση του προβλήματός μας.
Παράλληλα αναρωτιέμαι μήπως τελικά η βαριά δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο ελληνικός λαός είναι μια σπατάλη που δεν διασφαλίζει την αμυντική θωράκιση. Πώς μπορούμε να εμπιστευθούμε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για τα εξοπλιστικά προγράμματα όταν αυτές ουσιαστικά "νίπτουν τας χείρας τους" ωθώντας πιθανά στη συνδιαχείριση; Κι αν σε μια κρίσιμη στιγμή σταματήσει η ροή ανταλλακτικών ή "τυφλωθούν" τα αμυντικά μας συστήματα για να μας ασκηθεί πίεση για υποχωρήσεις; Ας θυμηθούμε την Κύπρο του 1974, τα Ίμια, την εκβιαστική καθυστέρηση της παράδοσης των F-16 τo 1987.
Μήπως τελικά μια τέτοια επιλογή (που σημαίνει νέα δάνεια και νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών) είναι επικίνδυνη για την ασφάλεια της χώρας μας; Μήπως αυτά τα εξοπλιστικά προγράμματα προορίζονται κυρίως για να ικανοποιήσουν την απαίτηση του προέδρου Τραμπ για αύξηση των κονδυλίων του ΝΑΤΟ και να τονώσουν την αμερικανική βιομηχανία που δοκιμάζεται από την κρίση; Μήπως χρειαζόμαστε άλλες επιλογές, πιο αξιόπιστες από τεχνική αλλά και πολιτική άποψη; Εξάλλου ο λαός λέει: μην βάζεις ποτέ όλα τα αβγά στο ίδιο καλάθι.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 5/12/2019

Στους ταραγμένους καιρούς των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ας αξιοποιήσουμε πέντε αρχές. Πρώτο, δεν απεμπολούμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Αυτά δεν ανήκουν σε κανέναν τρέχοντα διαχειριστή ή κυβέρνηση, σημερινή ή αυριανή. Ανήκουν στον ελληνικό λαό και στο μέλλον του. Δεύτερο, βασιζόμαστε στο διεθνές δίκαιο, καλούμε στη συνεπή εφαρμογή του. Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι έχουμε δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. όπως όλες ανεξαιρέτως οι χώρες. Το διεθνές δίκαιο (η Σύμβαση της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα, άρθρο 1) ορίζει ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, άρα τα επιχειρήματα του τουρκικού αντιδραστικού καθεστώτος για το Καστελόριζο δεν έχουν καμία βάση. Το διεθνές δίκαιο (η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) ορίζει με σαφήνεια τον τρόπο χάραξης της ΑΟΖ και γι' αυτό το Μνημόνιο Τουρκίας και Λιβύης δεν μπορεί να έχει καμία απολύτως νομική ισχύ.
Τρίτο, συγκροτούμε διπλωματικό μέτωπο. Για να γίνει αυτό πρέπει να θέσουμε το θέμα ενώπιον της διεθνούς κοινότητας και ενώπιον των συγκροτημένων οργάνων της, όπως είναι ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος αλλά είναι ο μοναδικός που μπορεί να οδηγήσει σε διέξοδο. Όσο το πρόβλημα περιορίζεται στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ θα εισπράττουμε τη μια ήττα μετά την άλλη. Είναι ενδεικτική η αφωνία του ΝΑΤΟ μπροστά στη νέα πρόκληση του Ερντογάν, οι συστάσεις της ΕΕ (ούτε κάν φραστική καταδίκη) όσο και η ανακοίνωση της Γερμανίας ότι δεν μπορεί να τοποθετηθεί επί του Μνημονίου γιατί δήθεν δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες!
Αν κάτι μπορεί να προκύψει από τους παραδοσιακούς συμμάχους μας, αυτό θα γίνει μόνο αν τους πιέσουμε πραγματικά, αν αισθανθούν ότι θα τους δημιουργήσουμε εμπόδια, αν μπλοκάρουμε τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αν ανησυχήσουν ότι θα μας χάσουν από συμμάχους. Θυμίζω ότι η κρίση του 1987 τερματίστηκε με την απόσυρση του τουρκικού ερευνητικού σκάφους, όταν ο τότε πρωθυπουργός απείλησε ότι θα κλείσει την αμερικανική βάση στη Ν. Μάκρη και έστειλε τον υπουργό εξωτερικών εσπευσμένα για συνάντηση στην τότε σοσιαλιστική Βουλγαρία.
Τέταρτο, δεν διακινδυνεύουμε την ειρήνη και την ασφάλειά μας για τα συμφέροντα άλλων. Χωρίς να απεμπολήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων έχει νόημα μόνο αν τα οφέλη τα αποκομίσει κατά βάση ο ελληνικός λαός και όχι οι πολυεθνικές εταιρείες. Διαφορετικά, δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε περιπέτειες, μόνο επειδή οι εταιρείες αυτές και οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους θανάσιμα στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Πέμπτο, σηκώνουμε τη σημαία της ειρήνης και της φιλίας με τον λαό της Τουρκίας και όλους τους γείτονες. Έχει μεγάλη σημασία να απονομιμοποιείται η εθνικιστική προπαγάνδα του Ερντογάν (που προσπαθεί να παρουσιάζει την Τουρκία θιγόμενη και αδικημένη) τόσο στη συνείδηση του τουρκικού λαού όσο και στη διεθνή κοινή γνώμη.



εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 26/11/2019

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των συνομιλιών στο Βερολίνο, η παθητική αποδοχή του πλαισίου διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να οδηγήσει σε λύση του κυπριακού. Πρώτο, γιατί η ίδια η επιστολή Γκουτιέρες με την οποία καλούνταν οι δύο ηγέτες στο διάλογο ήταν προβληματική. Η ιδέα της πρόταξης του διαλόγου μεταξύ των δύο κοινοτήτων αντικειμενικά τείνει να υποβαθμίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και υποβάλλει την αντίληψη ότι το κυπριακό είναι δήθεν πρόβλημα σύνύπαρξης των δύο κοινοτήτων. Οι διακοινοτικές συνομιλίες είναι, νομίζω, χρήσιμες και αναγκαίες αλλά δεν αποτελούν το πρόβλημα ούτε τη λύση του προβλήματος. Επιπλέον, η αντίληψη αυτή υποβαθμίζει εκ των πραγμάτων την ουσία, που είναι η κατοχή του 40% της Κύπρου από το αντιδραστικό καθεστώς της Άγκυρας.
Δεύτερο, καθόλου τυχαία, η επιστολή δεν αναφερόταν ούτε στην κατοχή αλλά ούτε στις επανειλημμένες πρόσφατες παραβιάσεις της Άγκυρας στην ΑΟΖ της Κύπρου καθώς και στις απειλές ότι ένα νέο 1974 μπορεί να επαναληφθεί. Μήπως η απειλή χρήσης βίας δεν συνιστά επίσης ωμή παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ;
Τρίτο, η διαπραγμάτευση στο Βερολίνο, και όχι μόνο εκεί, τείνει έντεχνα να ξεφύγει (ή μάλλον έχει ουσιαστικά ξεφύγει) από το πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Η ομοσπονδία έχει μετατραπεί σε σκιά του ευατού της. Αυτό δεν είναι καινούργιο βέβαια. Από πολύ παλαιότερα, τουλάχιστον από την "δέσμη ιδεών" του ΓΓ του ΟΗΕ δε Κουέγιαρ το 1989 υπήρχαν στοιχεία που υπονόμευαν την ουσία της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας και ωθούσαν έντεχνα στη λογική της συνομοσπονδίας, άρα της παράλυσης και του διχασμού.
Επομένως χρειάζεται οπωσδήποτε η έξοδος από την παθητικότητα, η ενεργητική πρωτοβουλία που θα επανατοποθετήσει το κυπριακό σε ορθά θεμέλια: εκείνα του διεθνούς δικαίου, της διαφύλαξης και εδραίωσης της ειρήνης, των συμφερόντων των λαών της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η ενεργητικότητα δεν σημαίνει άρνηση ή τερματισμό του διαλόγου. Αντίθετα, σημαίνει δραστήρια επανέναρξή του σε άλλη όμως βάση: στην επιδίωξη του τερματισμού της ξένης κατοχής, στην απομάκρυνση όλων των ξένων στρατευμάτων και βάσεων από το έδαφος της Κύπρου, στην ανακήρυξή της σε ζώνη ειρήνης και φιλίας των λαών. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Μόνο να κερδίσουν μπορούν από μια τέτοια προοπτική. Ο διεθνής συσχετισμός είναι δυσμενής αλλά αυτός δεν θα αλλάξει αν δεν υιοθετηθεί η ενεργός διπλωματία των λαών και της υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου, αναζητώντας συμμαχίες έξω και πέρα από τις καθιερωμένες. Ας μην περμένουμε τους παραδοσιακούς συμμάχους να βοηθήσουν. Το είπε εξάλλου πρόσφατα, για δικούς του λόγους, και ο Ν. Μπερνς: ούτε καν σε ελληνοτουρκική σύρραξη δεν θα βοηθήσουν οι ΗΠΑ.




εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 15/11/2019

"Δεν σας τα λέμε όλα". Αυτός είναι ο περιπαικτικός τίτλος μια τηλεοπτικής ενημερωτικής εκπομπής της κινεζικής τηλεόρασης. Μπορεί να εννοεί ότι δεν προλαβαίνουμε σε μια εκπομπή να τα πούμε όλα, ότι σας αφήνουμε να καταλάβετε μόνοι σας τα υπόλοιπα ή, αντίθετα, ότι δεν σας λέμε αυτά που δεν μπορούν ή δεν θέλουμε να ειπωθούν.
Θα ταίριαζε αυτός ο τίτλος στη συνάντηση Τραμπ - Ερντογάν; Με μια πρώτη ματιά όχι, αφού οι δυο ηγέτες επαναβεβαίωσαν και μίλησαν ανοιχτά για το στρατηγικό δεσμό που ενώνει τις δυο χώρες. Ακόμη και το αγκάθι των ρωσικών S-400 μοιάζει σχεδόν σαν να μην υφίσταται. Οι διαπραγματεύσεις και τα παζάρια, οικονομικού και γεωστρατηγικού περιεχομένου συνεχίστηκαν κι αυτά λίγο πολύ ανοιχτά, ως συνήθως.
Αλλά στην πραγματικότητα οι δυο ηγέτες δεν μας τα είπαν όλα. Δεν μας είπαν ιδίως τις επιπτώσεις που θα έχει η σύσφιξη των σχέσεών τους στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι τυχαία η βαθιά περιφρονητική στάση της κυβέρνησης της Τουρκίας έναντι των κυρώσεων που φαίνεται ότι προωθεί η ΕΕ; Είναι τυχαίο ότι οι σχετικές απαξιωτικές δηλώσεις Ερντογάν έγιναν λίγο πριν την επίσκεψη στις ΗΠΑ; Παρεπιμπτόντως, με τέτοια τουρκοαμερικανική σύμπνοια, δεν είναι βέβαιο ότι η ΕΕ θα επιμείνει για πολύ στο δρόμο των κυρώσεων. Χρειάστηκε μήνες για να καταλήξει σε μια πρώτη δέσμη κυρώσεων και ακόμη βρίσκεται στο στάδιο της αναζήτησης στοιχείων για τη συγκρότηση της λίστας των σχετικών νομικών και φυσικών προσώπων.
Δεν είναι επίσης τυχαία η συγκυρία κατά την οποία το τουρκικό πλωτό γεωτρύπανο με το ευφάνταστο όνομα "πορθητής" κατευθύνεται προς την κατεχόμενη Καρπασία για νέες παράνομες δραστηριότητες. Φαίνεται επομένως ότι δεν μας τα είπαν όλα οι Τραμπ και Εντογάν. Δεν μας είπαν δηλαδή το βασικότερο: ότι η Τουρκία θα εντείνει τις παράνομες δραστηριότητες και διεκδικήσεις της σε βάρος της Κύπρου και της Ελλάδας κουρελιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Δεν μας είπαν ανοιχτά (για προφανείς λόγους) ότι το τουρκικό καθεστώς έχει την στήριξη των ΗΠΑ σε αυτές.
Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ δηλώνει "μεγάλος οπαδός" του Τ. Ερντογάν πρέπει δικαίως να προβληματιζόμαστε. Όταν στην ίδια συνάντηση ο ίδιος χαρακτηρίζει την Τουρκία "μεγάλο σύμμαχο στο ΝΑΤΟ" πρέπει επιπλέον να ανησυχούμε. Όταν στην ίδια πάλι συνάντηση ο πρόεδρος της Τουρκίας -υπερασπιζόμενος το ΝΑΤΟ- επικρίνει τον Γάλλο πρόεδρο, επειδή ο τελευταίος το χαρακτήρισε κλινικά νεκρό, τότε πρέπει να ανησυχούμε πολλαπλά. Δεν αρκεί όμως να ανησυχούμε. Πρέπει ιδίως να απεμπλακούμε από τις αυταπάτες μας και να αναζητήσουμε άμεσα άλλα πιο αξιόπιστα ερείσματα στη διεθνή σκηνή.



εφημ. Τα Νέα, 7/11/2019

Όπως ήταν αναμενόμενο και είχε προαναγγελθεί από ειδήμονες της διεθνούς πολιτικής, νέφη εμφανίστηκαν στη σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία. Οι διακυμάνσεις στη σχέση των δύο χωρών αλλά και η στρατηγική δυσπιστία που υπάρχει στη Ρωσία έναντι της Άγκυρας δεν είναι κάτι νέο ούτε περίεργο. Ανεξάρτητα των επιμέρους συγκυριακών συγκλίσεων και ανεξάρτητα από τις διαφωνίες Τουρκίας και ΗΠΑ, το τουρκικό κατεστημένο παραμένει στρατηγικά δεσμευμένο στη συμμαχία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Οι Ρώσοι επιτελείς το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά.
Αυτή η στρατηγική δέσμευση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και η εγγενής δυσπιστία της Ρωσίας έναντι της γείτονος αποτελούν αποφασιστικούς παράγοντες και ευκαιρίες για την Ελλάδα ώστε να αναπτύξει μια δική της, πολυδιάσταση εξωτερική πολιτική. Μόνο μια τέτοια πολιτική μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας αλλά και στην ειρήνη στην περιοχή. Το ΝΑΤΟ, ας μην κλείνουμε τα μάτια, είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης στην περιοχή ενώ ουδέποτε διαφύλαξε ουσιαστικά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ενδεικτική, εκτός των άλλων, είναι η άτακτη φυγή (ενώπιον των τουρκικών απειλών), της Γαλλίας και της Ιταλίας από το οικόπεδο 7 της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή είναι γενικότερα μια πραγματικότητα που αναγκάστηκε να την αναγνωρίσει έμμεσα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν απέσυρε, προσωρινά βέβαια, την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Την ίδια παραδοχή είχε κάνει -στη θεωρία όμως όχι στην πράξη- ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Δυστυχώς όμως οι κυβερνήσεις στη χώρα μας ακολουθούν πιστά τις ΗΠΑ στη διένεξή τους με τη Ρωσία: οικονομικές κυρώσεις, διπλωματικές κυρώσεις, φρένο στην ελληνορωσική συνεργασία σε επίπεδο ενεργειακό, οικονομικό, εξοπλισμών. Οι S-300 ακόμη σαπίζουν σε κάποιες αποθήκες. Τα όποια βήματα (επαφές, ανταλλαγή επισκέψεων με Κίνα και Ρωσία, κάποιες συμφωνίες) που πραγματοποιούν η σημερινή ή και η προηγούμενη κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζουν θετικές όψεις αλλά είναι δυστυχώς απολύτως ανεπαρκή.
Και αυτό γιατί την ίδια στιγμή είμαστε μέλος μιας συμαχίας που περικυκλώνει με στρατιωτικές βάσεις και δυνάμεις τόσο τη Ρωσία όσο και την Κίνα. Ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη συμμτέχουν σε άσκηση εικονικού βομβαρδισμού ρωσικής βάσης στη Συρία. Εμπλεκόμαστε ολοένα και περισσότερο σε έναν επικίνδυνο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό που δεν μας αφορά. Όσο η Ελλάδα παραμένει δέσμια των ΝΑΤΟϊκών επιταγών, η δυσπιστία αναπόφευκτα θα υφέρπει στη σκέψη της ρωσικής και κινεζικής ηγεσίας και θα εμποδίζει την οικοδόμηση μιας ουσιαστικής, αμοιβαία επωφελούς σχέσης με τις ισχυρές αυτές χώρες. Αλλά η Ελλάδα έχει ανάγκη εναλλακτικές λύσεις όσο ποτέ άλλοτε. Όχι για να αλλάξουμε "προστάτη" αλλά για να θεμελιώσουμε ισότιμες συνεργασίες που θα εδραιώσουν την εθνική κυριαρχία και την ειρήνη. Ας μην χαθεί μια ακόμη ευκαιρία.

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION