Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss


Μάρτιος 2012


-- Σε άρθρο σας με θέμα «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ: η επικαιρότητα της λενινιστικής προσέγγισης», σημειώνετε χαρακτηριστικά: «ο Μαρξ στο Κεφάλαιο είχε ήδη επισημάνει τη μεταφορά υπερκερδών και υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες στις περισσότερο ισχυρές. Στην περίοδο της κρατικομονοπωλιακής βαθμίδας του καπιταλισμού παρατηρείται πιο έντονα το φαινόμενο αυτό. Έτσι ο Λένιν υποστήριξε ότι η ιμπεριαλιστική περίοδος του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται ακριβώς από την «εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη», και συγκεκριμένα από λίγες «εθνικοκρατικές ομάδες των χρηματιστών», από «μια χούφτα κράτη - τοκογλύφους». Σημείωνε επίσης ότι «ιμπεριαλισμός σημαίνει ότι το κεφάλαιο ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών, σημαίνει επέκταση και επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης πάνω σε νέα ιστορική βάση»». Αυτό έχει βάση στη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα;  Θεωρείτε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας έχουμε απώλεια ή εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας και ένα είδος «οικονομικής κατοχής»;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νομίζω πως οι οδυνηρές για τον ελληνικό λαό εξελίξεις επιβεβαιώνουν στο ακέραιο τη λενινιστική ανάλυση. Είναι παραπάνω από προφανές ότι η ΕΕ και το ευρώ ενέτειναν την ανισομετρία στην ανάπτυξη, μεγάλωσαν το χάσμα ανάμεσα στις περισσότερο και στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Ο οικονομικός δρόμος που ακολούθησε και ακολουθεί η χώρα μας, πέρα από το βαθιά κοινωνικά άδικο χαρακτήρα του, συρρικνώνει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και ιδίως τη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση, δημιουργεί νέα δεσμά εξάρτησης και καθυπόταξης της Ελλάδας, αυξάνει την απόσταση που τη χωρίζει από τις αναπτυγμένες χώρες.
Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις της και να σταθεροποιήσει το καθεστώς της, ήταν πάντοτε πρόθυμη να εκχωρήσει εθνική κυριαρχία. Η παραχώρηση κυριαρχίας έλαβε και συνταγματική μορφή. Την εθνική κυριαρχία δεν την απεμπολεί ο ελληνικός λαός ούτε χάνεται από μόνη της. Είναι επιλογή της κυρίαρχης τάξης.
Για να μην ανατρέξω στο απώτερο ιστορικό παρελθόν και στο Ψήφισμα της υποτέλειας του 1825, θα θυμίσω μόνο τα εξής: α. Το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 και το σχετικό ν.δ. 2687/1953 που στήριξαν από κοινού οι παρατάξεις του Κέντρου και της Δεξιάς. Το άρθρο αυτό παραχωρούσε συνταγματική προστασία στην ασυδοσία του ξένου κεφαλαίου, και, όχι τυχαία, στο ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Το άρθρο αυτό παρέμεινε αυτούσιο στα «Συντάγματα» της χούντας. Στη Α’ Συνταγματική Πράξη του 1974 με την οποία αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, σε ένα από τα δεκαπέντε άρθρα της περιλαμβανόταν αυτούσιο το άρθρο αυτό! Στη συνέχεια το άρθρο περιελήφθη στο Σύνταγμα του 1975.
Β. Το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης του 1963 προέβλεπε διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΟΚ ενώ το άρθρο 28 του Συντάγματος του 1975 αποτέλεσε τη βάση της παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Αποτελεί τη συνταγματική έκφραση της υποδεέστερης θέσης της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η υιοθέτηση του άρθρου 28 του Συντάγματος είχε προκαλέσει σφοδρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό. Ήταν τέτοια η εμμονή των κυρίαρχων οικονομικά και πολιτικά δυνάμεων στην επιλογή αυτή που δεν αποδέχτηκαν καμιά από τις προτάσεις της τότε αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος. Δεν έγινε δεκτή ούτε τροπολογία που πρότεινε αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών προκειμένου να αποφασίζει η Βουλή περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία.
Στη συνέχεια, όπως είναι γνωστό, τα παραπάνω χαρακτηριστικά του άρθρου 28 ενισχύθηκαν. Σε συνθήκες δικομματικής συναίνεσης, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο αυτό η ερμηνευτική δήλωση που διευκρινίζει ότι «το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και, παράλληλα, με το άρθρο 80 κατοχυρώθηκε η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Σαν συνέπεια, η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή και των προεδρικών διαταγμάτων αποτελούν μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα ειλημμένων αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χαρακτηριστική υπήρξε η τύχη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος του 1975/1986/2001. Η διάταξη αυτή επιχειρούσε να θέσει κάποιους ελάχιστους και όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των ισχυρών ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης να αναλαμβάνουν έργα του δημοσίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάργησε ουσιαστικά με την παρέμβασή της το σχετικό άρθρο του Συντάγματος.
Γ. Με την οικονομική κρίση η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας έγινε περισσότερο εμφανής και, από την άλλη, πιο έντονη. Η επιβολή δημοσιονομικής εποπτείας βάσει των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσα ακολούθησαν και διαδραματίζονται στις μέρες μας σημαίνουν την επιβολή ολοένα και στενότερου οικονομικού ελέγχου και επιτήρησης στη χώρα μας. Όλες οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις γύρω από την οικονομική πολιτική, και όχι μόνο, υπαγορεύθηκαν και υπαγορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπαγορεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να ικανοποιούνται προνομιακά οι δανειστές.
Τα Μνημόνια, οι εφαρμοστικοί των Μνημονίων νόμοι, οι δανειακές συμβάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση και που παραχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα, πέρα και από τις όποιες προβλέψεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, το σύνολο των νομοθετικών αντιλαϊκών επιλογών που εκπορεύονται από αυτά, το λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας, οι τροποποιήσεις του κρατικού προϋπολογισμού με βάση τις απαιτήσεις των δανειστών, οι νόμοι με τους οποίους περικόπηκαν δραστικά οι αποδοχές των εργαζομένων δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η κατ’ ουσία κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η λοιπή σχετική νομοθεσία καθώς επίσης οι μηχανισμοί καθημερινής επιτήρησης και παρακολούθησης της νομοθετικής πολιτικής όσο και της εφαρμογής των νόμων από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όλα αυτά αποτελούν τις καθημερινές απτές πλευρές της παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη και το υπάρχον Σύνταγμα έχει τσαλαπατηθεί με τους χειρισμούς της κυβέρνησης και των δανειστών.
Είναι εύγλωττη η πρόσφατη δήλωση του κ. Σόιμπλε: οι Έλληνες μπορούν να διεξάγουν όποτε θέλουν τις εκλογές αλλά οφείλουν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. Αλλοίμονο! Μας κάνουν τη χάρη να διεξάγουμε εκλογές! Αρκεί βέβαια να μην ψηφίσουμε διαφορετικά από ό,τι αυτοί επιθυμούν και να μην αμφισβητήσουμε τα Μνημόνια! Στο ίδιο μήκος κύματος και η κ. Μέρκελ φυσικά. Θέλουν, λέει, να προκύψει «ασφαλής πλειοψηφία» στις εκλογές. Ασφαλής για ποιόν; Για τον ελληνικό λαό; Όχι βέβαια! Ασφαλής για τις πολυεθνικές, πρώτιστα της Γερμανίας, και εν γένει για το μεγάλο κεφάλαιο. Και δηλαδή, αν ο ελληνικός λαός ψηφίσει διαφορετικά τι θα γίνει; Μήπως θα ενεργοποιήσουν το άρθρο 222 της Συνθήκης της Λισαβόνας με την ψευδεπίγραφη “ρήτρα αλληλεγγύης”;
Αυτό που επιθυμώ να υπογραμμίσω για μια ακόμη φορά είναι ότι η εκχώρηση αυτή της κυριαρχίας είναι προϊόν της βούλησης της κυρίαρχης τάξης και των πολιτικών της εκφραστών. Ο ελληνικός λαός έχει να αντιμετωπίσει από κοινού το ξένο και εγχώριο μεγάλο κεφάλαιο.

--Την οικονομία ακολουθεί κρίση δικαιωμάτων, ελευθεριών και απώλεια κεκτημένων σε όλους τους τομείς και η ενίσχυση της καταστολής αυτό πώς εξηγείται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος; Θεωρείτε ότι τα εκτεταμένα επεισόδια σε μεγάλα συλλαλητήρια εντάσσονται σε μία προσπάθεια να φοβηθεί ο κόσμος; Είναι αυτό που κάποιοι ισχυρίζονται έκφραση οργής; Ή τελικά δίνουν έναυσμα για μεγαλύτερη καταστολή, που τελικά στοχοποιεί τους ειρηνικούς διαδηλωτές και όχι τους «κουκουλοφόρους»;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σε όλες τις περιόδους οικονομικής κρίσης, γινόμαστε μάρτυρες των ίδιων περίπου τάσεων εξέλιξης στο πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα. Η άρχουσα τάξη επιχειρεί να υπερβεί την κρίση σε βάρος του λαού, συρρικνώνοντας αφόρητα το βιοτικό του επίπεδο, προβαίνοντας σε μια βίαιη αναδιανομή πλούτου σε όφελος των λίγων. Αυτό δεν μπορεί παρά να γεννά αντιδράσεις και αντιστάσεις. Ανεξάρτητα από το βάθος, την έκταση και την προοπτική αυτών των αντιστάσεων, δεν παύουν να δυσκολεύουν την κυρίαρχη τάξη, να θέτουν εμπόδια, να αποτελούν μικρότερο ή μεγαλύτερο κίνδυνο για την πολιτική της, ενίοτε και για το ίδιο το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Για το λόγο αυτό, σε περιόδους κρίσης οι δημοκρατικές κατακτήσεις συρρικνώνονται, πολλές φορές ραγδαία, η αστική δημοκρατία αφυδατώνεται περαιτέρω, κυριαρχεί η «σιδερένια γροθιά» της, σε διάφορες παραλλαγές. Κάποιες φορές, όταν τα άλλα μέσα δεν επαρκούν, παρατηρείται ακόμη και η κατάλυση της δημοκρατίας και της όποιας συνταγματικής νομιμότητας.
Η πορεία συρρίκνωσης των δημοκρατικών ελευθεριών είχε μεθοδικά προετοιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια: από την αντιτρομοκρατική νομοθεσία και τη Συνθήκη Σένγκεν, μέχρι την Europol, τη γενίκευση της ηλεκτρονικής παρακολούθησης, τις ιπτάμενες φυλακές της CIA στις οποίες έδωσε τη συνδρομή της η ΕΕ, τις πολιτικές αποφάσεις της ενάντια στον λεγόμενο “εξτρεμισμό” και τα αντικομμουνιστικά μνημόνια της Ευρωβουλής και του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Τα εκτεταμένα επεισόδια και οι καταστροφές στο περιθώριο των διαδηλώσεων αξιοποιούνται μεθοδικά από τις κυβερνήσεις και τις δυνάμεις καταστολής προκειμένου να χτυπηθούν οι διαδηλώσεις, να τρομοκρατηθεί γενικότερα ο λαός, να συκοφαντηθούν οι αγώνες του. Δεν αποκλείεται η οργή ανώριμων πολιτικά ανθρώπων να βρίσκει διέξοδο σε τέτοιες ενέργειες. Μια τέτοια στάση είναι βαθιά λαθεμένη, επιζήμια για το λαϊκό κίνημα και καταδικαστέα. Ωστόσο, η μεθοδικότητα τέτοιων καταστροφών και βανδαλισμών κάποιες φορές φέρνει στο νου οργανωμένη παρέμβαση παρακρατικών μηχανισμών. Υπάρχει εξάλλου πληθώρα φωτογραφικών ντοκουμέντων. Μην ξεχνάμε το αμερικανικό “εγχειρίδιο εκστρατείας για τις μυστικές υπηρεσίες που διεξάγουν επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης”. Προέβλεπε τη δράση προβοκατόρων για την εξαπόλυση βίαιων εκδηλώσεων ώστε να δοθεί το πρόσχημα της καταστολής. Ανάλογου περιεχομένου ήταν οι σχετικές αποκαλυπτικές δηλώσεις του πρώην προέδρου της Ιταλικής δημοκρατίας κ. Κοσίγκα ο οποίος μίλησε το 2008 ανοιχτά για τη δράση μηχανισμών που καταστρέφουν και λεηλατούν στο περιθώριο των διαδηλώσεων για να δώσουν την ευκαιρία στις αστυνομικές δυνάμεις να παρέμβουν.

-- 
Η κρίση μπορεί να στρέψει στο φασισμό; Με δεδομένες τις επιθέσεις που είδαμε εναντίον μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα και αλλού, μία ξενοφοβία σε τροχιά ανόδου, καθώς και την ενίσχυση ακραίων τάσεων όπως η Χρυσή Αυγή, μπορούμε να δούμε μία ισχυρή αναβίωση της άκρας δεξιάς και με τι συνέπειες; Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί και αν η Αριστερά στην Ελλάδα μπορεί να το αποτρέψει.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι γνωστό, από την ιστορική εμπειρία, ότι στις περιόδους κρίσης η άρχουσα τάξη ενισχύει πολύπλευρα τους παρακρατικούς μηχανισμούς, τις κάθε λογής φασιστικές οργανώσεις. Παράλληλα, τμήματα του λαού μπορούν να γίνονται πιο ευάλωτα στη φασιστική προπαγάνδα. Αντί να καταλογίζουν ευθύνες στο μεγάλο κεφάλαιο για τη φτώχεια, καταλογίζουν στους πιο αδύναμους και κατατρεγμένους. Αυτό είναι το ψυχολογικό προφίλ της φαιάς προπαγάνδας. Οι οργανώσεις αυτές χρησιμοποιούνται, παράλληλα και μαζί με τους μηχανισμούς καταστολής, για το δραστικό περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών. Η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων μπορεί να γίνει μόνο αν με συνέπεια καταδεικνύεται ο ταξικός χαρακτήρας των φασιστικών οργανώσεων: είναι υπηρέτες και ραβδούχοι του μεγάλου κεφαλαίου.
Άλλωστε και ο Χίτλερ, για να ξεγελάσει το γερμανικό λαό, χρησιμοποιούσε αρχικά και αντικεφαλαιοκρατική ρητορεία ανακατεμένη με τα ρατσιστικά του κηρύγματα. Τη ίδια στιγμή οι ναζί χρηματοδοτούνταν αδρά από τους ισχυρούς κεφαλαιοκράτες. Μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ εξόντωσε, πριν από όλους, τους δικούς του συνεργάτες στο κόμμα που πίστεψαν με τον τρόπο τους τα όποια αντικεφαλαιοκρατικά του συνθήματα. Στην Ελλάδα εξάλλου, ο εθνικισμός αυτός των οργανώσεων δεν μπορεί να κρύψει την υποτέλειά τους έναντι του ξένου ιμπεριαλιστικού παράγοντα: γερμανικού, βρετανικού αμερικανικού. Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό δεδομένο.

-- 
Στην Ελλάδα με το δεύτερο μνημόνιο εγκρίθηκαν μία σειρά εφαρμοστικών νόμων, που καταργούν εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με συνοπτικές διαδικασίες. Ενέργειες οι οποίες έγιναν από μία κυβέρνηση η οποία δεν είναι εκλεγμένη άμεσα από το λαό. Υπάρχει συνταγματική εκτροπή, τόσο στα νομοθετήματα όσο και στον τρόπο ανάδειξης της συγκεκριμένης κυβέρνησης;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και βέβαια υπάρχει εκτροπή. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Παπαδήμου εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αν είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές διατάξεις. Το ίδιο και το πλήθος των νομοθετημάτων που ψηφίστηκαν, η διαδικασία και με την οποία ψηφίστηκαν. Στην πραγματικότητα ζούμε σε συνθήκες συνταγματικής εκτροπής. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτή η βίαιη επίθεση στο βιοτικό επίπεδο του λαού, παραβιάζεται συστηματικά ακόμη και το ισχύον, συντηρητικό Σύνταγμα.


-- Αναπτύσσεται πλέον μία συζήτηση για το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου και για την ανάγκη ενός νέου Συντάγματος που θα «απαντά στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής». Πιστεύετε ότι θα γίνει και προς ποια κατεύθυνση και στόχο θα είναι αυτή η αναθεώρηση;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Έχει πράγματι ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση. Ανεξάρτητα από τις αποχρώσεις, η μελλοντική αναθεώρηση του Συντάγματος, εφόσον δεν έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί δύναμης σε όφελος του λαού, θα οδηγήσει σε ένα ακόμη πιο αντιδραστικό Σύνταγμα. Το πρόσχημα θα είναι βέβαια η εξυγίανση του πολιτικού συστήματος. Κάτω από αυτή την ομπρέλα προβάλλονται ήδη οι πιο αντιδραστικές απόψεις. Όλες συγκλίνουν στην ακόμη μεγαλύτερη παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, στον περιορισμό των ελευθεριών, στην αποδυνάμωση των όποιων, περιορισμένων μέχρι σήμερα δυνατοτήτων είχε ο λαός να ελέγχει τους βουλευτές και το πολιτικό σύστημα.
Απαιτούνται αλλαγές στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Έχω αναπτύξει διεξοδικά μια σειρά προτάσεις στον πρόλογο του βιβλίου μου Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975, (εκδ. Ξιφαράς 2011, προσβάσιμος και στο www.kaltsonis.blogspot.com). Υποστηρίζω ότι ο λαός έχει ανάγκη μιας δέσμης ριζοσπαστικών, επαναστατικών μέτρων που θα βαθύνουν τη δημοκρατία ως εκεί που θα τον βοηθούν να κατακτήσει την πολιτική κυριαρχία.
Επειδή θα με ρωτήσετε, σας προλαβαίνω: τέτοιοι θεσμοί δεν είναι άγνωστοι. Ας αξιοποιήσουμε την εμπειρία, στις σύγχρονες συνθήκες, των λαογέννητων θεσμών που αναπτύχθηκαν κατά την εθνική αντίσταση ενάντια στη γερμανική κατοχή. Οι λαϊκές συνελεύσεις, η λαϊκή αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, η αιρετότητα και ανακλητότητα κάθε δημόσιου λειτουργού, ο απόλυτος λαϊκός έλεγχος από τα κάτω είναι μερικοί από αυτούς.

--Θεωρείτε πιθανή μία ελληνική χρεοκοπία και τελικά ποια θα ήταν η διαφορά από τη σημερινή κατάσταση; Παρά την τρομοκρατία και τα εκβιαστικά διλήμματα του χαρακτήρα «μέτρα ή χάος», πιστεύετε ότι διαμορφώνονται συνθήκες για κοινωνική έκρηξη και πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όσο δεν ενισχύεται η λαϊκή αντίδραση, οι ξένοι και ντόπιοι πλουτοκράτες θα γίνονται πιο επιθετικοί, πιο αδίστακτοι. Όσο δυναμώνει το απεργιακό κίνημα, οι λαϊκές διαδηλώσεις, οι εργαζόμενοι όλο και κάτι θα κερδίσουν. Μπορούν να ανακόψουν κάποιες από τις πιο αιχμηρές πτυχές της επίθεσης.
Αν αγωνιστούμε, σίγουρα κάτι θα πετύχουμε, αν όχι τώρα, αργότερα. Αν δεν αγωνιστούμε, δεν θα πετύχουμε ποτέ τίποτα. Θα μας περιμένει η εξαθλίωση και, το χειρότερο, η ηθική κατάπτωση. Με αυτό τον αγώνα θα κερδίσουμε πρώτα απ' όλα την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά μας. Και στην κατοχή κάποιοι πίστευαν ότι είναι αδύνατη και μάταιη η αντίσταση. Αποδείχθηκε ότι δεν είχαν δίκιο.
Οι λαϊκοί αγώνες μπορεί να διαμορφώσουν τις συνθήκες για τη δημιουργία της πολιτικής εναλλακτικής λύσης. Αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί αλλού παρά στη δημιουργία ενός λαϊκού πατριωτικού μετώπου. Μόνο ένα τέτοιο λαϊκό, πατριωτικό μέτωπο, που στο κοινωνικό του περιεχόμενο θα είναι αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό και δημοκρατικό, μπορεί να κατακτήσει την εθνική ανεξαρτησία και, ταυτόχρονα, να ανοίξει δρόμους για γενικότερες, επαναστατικές αλλαγές, να διεκδικήσει και να επιβάλλει την άμεση λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των δικαιωμάτων του λαού, τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας με παράλληλη εγκαθίδρυση μορφών αποφασιστικού εργατικού και λαϊκού ελέγχου. Απαιτείται τελικά η απαλλαγή του λαού από το σημερινό σύστημα κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή του από μια νέα, γνήσια λαϊκή, βαθιά δημοκρατική, επαναστατική πολιτική κυριαρχία: εκείνη της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.


-- 
Πιστεύετε ότι η κρίση είναι ελληνική υπόθεση ή θα υπάρξει διάχυση και ένα είδος ντόμινο, τόσο όσον αφορά τις οικονομίες όσο και την άλωση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, ελευθεριών και κεκτημένων και για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η καπιταλιστική κρίση είναι παγκόσμια. Στις ασθενέστερες χώρες εκδηλώνεται με μεγαλύτερη οξύτητα. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει διάχυση όπως και ότι η επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων θα επεκταθεί παντού. Στις μεγάλες, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις η επίθεση αυτή αναπτύσσεται με χαμηλότερους ρυθμούς. Οι άρχουσες τάξεις έχουν τη δυνατότητα αυτή καθώς απομυζούν τους λαούς δεκάδων άλλων χωρών μέσου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης. Μέρος των υπερκερδών διοχετεύεται για να διαφυλάσσουν ακόμη την κοινωνική συναίνεση. Η τάση όμως για αφαίρεση των κατακτήσεων είναι κοινή. Ένας τρόπος υπάρχει για να αλλάξουν τα πράγματα: να μιλήσουν οι λαοί.



Πρόκειται για την έκδοση στα ισπανικά του βιβλίου Τι είναι το Κράτος ; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ

στον τόμο Λ. Βατικιώτης (επιμ.), Έξοδος αδιέξοδος, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2018, σελ. 39-55

Η κρίση ανέδειξε πολλές αλήθειες. Μια από αυτές είναι ότι η δημοκρατία που είχε κατακτήσει ο λαός ήταν κίβδηλη. Κατευθύνεται από μια οικονομική ολιγαρχία η οποία διαπλέεται στενά με την κυρίαρχη πολιτική ελίτ και τους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης. Διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ και την ΕΕ τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Συνεχίζει να αναζητά και να βρίσκει τρόπους για να διαιωνίζει την κυριαρχία της: καλλιεργεί δεσμούς με νέα κόμματα και πολιτικούς ηγέτες, αναδιατάσσει τις δυνάμεις της.
Ειδικά μετά την οικονομική κρίση η δημοκρατία έγινε αυστηρά επιτηρούμενη από τις ξένες δυνάμεις. Ο βαθμός παρέμβασης στα εσωτερικά, με τη σύμφωνη γνώμη της εγχώριας οικονομικής και πολιτικής κυρίαρχης ελίτ, έχει υπερβεί κάθε προηγούμενο, σε σύγκριση τουλάχιστον με τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ακόμη και οι πιο δευτερεύουσες αποφάσεις λαμβάνονται καθ' υπόδειξη των εταίρων – δανειστών. Αν μέχρι το 2009 η δημοκρατία μας κηδεμονευόταν, σήμερα έχει καταντήσει απλώς μια βιτρίνα.
Η μεγάλη οικονομική και πολιτική αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα μας περνά αναπόφευκτα από τη δημοκρατία. Δεν μπορούν να υπάρξουν οικονομικές αλλαγές σε όφελος του λαού χωρίς μεγάλες πολιτικές αλλαγές που θα ανατοποθετούν τη δημοκρατία, θα την κάνουν πιο βαθιά, πιο διευρυμένη, θα την κάνουν ουσιαστική, από το λαό και για το λαό.
Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας συνεπάγεται ότι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα διευκολύνονται να λάβουν ενεργητικότερο ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Να αποφασίζουν για αυτά τα ίδια -και όχι άλλοι, στο όνομά τους- για το μέλλον τους. Αυτό με τη σειρά του επιφέρει κατά κανόνα αναδιανομή του πλούτου σε όφελός τους. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί καταρχήν ότι όσο πιο βαθιές είναι οι δημοκρατικές αλλαγές, τόσο περισσότερο αναδεικνύουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, τόσο περισσότερο συνοδεύονται από βαθύτερες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές.



Δημοκρατία και οικονομία: ιστορικές εμπειρίες

Η διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας αποτελεί όρο χωρίς τον οποίο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και να σταθεροποιηθούν κοινωνικές αλλαγές στη λογική του περιορισμού της κοινωνικής ανισότητας και αδικίας. Η αναδιανομή κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων μπορεί να εμπεδωθεί μακροπρόθεσμα μόνο αν αποτελεί προϊόν της δημοκρατικής συμμετοχής.
Αν αποτελεί αποτέλεσμα μόνο κάποιων κυβερνητικών επιλογών, αυτές εύκολα παίρνονται πίσω από μια άλλη κυβέρνηση ή και από την ίδια ακόμη. Αυτό συνέβη για παράδειγμα με τις διάφορες λαϊκιστικές, πατερναλιστικές κυβερνήσεις στη Λ. Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 19601. Οι κυβερνήσεις αυτές προέβησαν σε μια σειρά μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τς συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης , των αγροτών και των μικροϊδιοκτητών. Ωστόσο, επειδή δεν μετέβαλλαν ριζικά τις κρατικές και πολιτικές δομές, οι αλλαγές αυτές έμειναν μετέωρες, από τα πάνω, χωρίς την αναγκαία λαϊκή συμμετοχή και στήριξη. Έτσι, όταν ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταβλήθηκε, οι κατακτήσεις αυτές εξανεμίστηκαν.
Άλλες φορές αν δεν έχει εμπεδωθεί μια νέα δημοκρατία, οι κατακτήσεις του λαού κινδυνεύουν από τη βίαιη αντίδραση των ολιγαρχών. Κλασική περίπτωση η κυβέρνηση Αλιέντε στη Χιλή. Εθνικοποίησε μια σειρά επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο του λαού. Δεν κατάφερε όλα αυτά όμως να τα υπερασπιστεί. Μπροστά στο πραξικόπημα που πραγματοποίησε η ολιγαρχία με τη βοήθεια των ΗΠΑ βρέθηκε ανοχύρωτη. Παρά το γεγονός ότι περιλαμβανόταν στο πρόγραμμά της, δεν είχε προβεί στις αναγκαίες τομές στο κράτος και στο πολιτικό σύστημα που θα της επέτρεπαν, αν όχι να αποτρέψει το πραξικόπημα, τουλάχιστον να το αντιμετωπίσει με επιτυχία χάρη στην οργανωμένη λαϊκή συμβολή2.
Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Οι βαθιές αλλαγές στο κράτος, στο πολιτικό και νομικό σύστημα, στον κρατικό μηχανισμό δεν μπορούν από μόνες τους να αποδώσουν. Για να σταθεροποιηθούν και να αποκτήσουν νόημα αλλά και για να προσελκύσουν το λαϊκό ενδιαφέρον πρέπει να συνοδεύονται από οικονομικά μέτρα εξόδου από την κρίση σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Διαφορετικά ο λαός θα αισθανθεί αδιάφορος για τη δημοκρατία και η τελευταία θα εκφυλιστεί, θα γίνει και πάλι μια δημοκρατία – βιτρίνα της ολιγαρχίας.
Παράδειγμα ίσως της εκδοχής αυτής είναι τα όσα διαδραματίζονται στις μέρες μας στη Βενεζουέλα. Η ανάδειξη της συμμαχίας των δυνάμεων υπό τον Ούγκο Τσάβες το 1998 οδήγησε σε ένα νέο, ριζοσπαστικό δημοκρατικό Σύνταγμα, στην κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας με την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων, στην εθνικοποίηση του πετρελαίου και σε οικονομικές πολιτικές αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενεργό λαϊκή συμμετοχή αλλά και τη σημαντική μείωση της φτώχειας.
Οι ριζοσπαστικές οικονομικές παρεμβάσεις όμως δεν συνεχίστηκαν, δεν ολοκληρώθηκαν με την εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και πρωτίστως εκείνων με στρατηγική σημασία για την οικονομία. Έτσι, όταν η τιμή του πετρελαίου στη διεθνή αγορά μειώθηκε θεαματικά για μια σειρά λόγους, η κυβέρνηση βρέθηκε ανίκανη να συνεχίσει την κοινωνική πολιτική της. Το γεγονός ότι δεν ελέγχει τος στρατηγικούς τομείς της οικονομίας την κατέστησε ευάλωτη στις οικονομικές και πολιτικές πιέσεις των αστικών δυνάμεων και του ιμπεριαλισμού.
Κριτική άλλων προτάσεων

Κατά συνέπεια, η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει από όλες τις απόψεις ότι οι ριζικές παρεμβάσεις στην οικονομία πρέπει να βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση με τις ριζικές αλλαγές στην πολιτική και στο κράτος. Με λίγα λόγια, απαιτείται η εφαρμογή μέτρων που θα οδηγούν στην υπέρβαση της σημερινής δημοκρατίας της ολιγαρχίας και θα οδηγούν στη μετάβαση σε μια δημοκρατία του λαού.
Στη σύγχρονη πολιτική και επιστημονική συζήτηση έχουν διατυπωθεί διάφορες προτάσεις για το ζήτημα της δημοκρατίας που κινούνται όμως στη λογική της περαιτέρω συρρίκνωσης της ή, το πολύ, κάποιων ανώδυνων μικροβελτιώσεων. Διακρίνονται οι εξής κατηγορίες: πρώτη, οι προτάσεις που τείνουν στην παραπέρα αυταρχικοποίηση και αποδυνάμωση της δημοκρατίας σε όφελος φυσικά της ολιγαρχίας. Δεύτερη, οι προτάσεις που προβάλλουν κάποιες επιμέρους δευτερεύουσες βελτιώσεις αλλά που δεν θίγουν σε καμιά περίπτωση την ουσία του προβλήματος. Συχνά μάλιστα αναμιγνύουν αυτές τις βελτιωτικές προτάσεις με άλλες που βρίσκονται στο πνεύμα της πρώτης3.
Κοινός παρονομαστής είναι πολλές φορές η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η πλέον συντηρητική εκδοχή καλεί σε μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρική δημοκρατία, κατά το πρότυπο της πρότασης αναθεώρησης του Συντάγματος του 1932. Υπάρχουν όμως και άλλες που βρίσκονται με πιο μετριοπαθή τρόπο στην ίδια κατεύθυνση. Έτσι, προτείνεται η άμεση εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας που, εκ των πραγμάτων, θα συνιστούσε ενίσχυση του ρόλου του σε βάρος της κυβέρνησης και της Βουλής4. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόβλεψη για “λελογισμένη” ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, η οποία ωστόσο μπορεί να φέρει ένα μονοπρόσωπο θεσμό σε αντιπαράθεση με τη Βουλή και κατά προέκταση με τη λαϊκή βούληση5.
Άλλοτε προβάλλεται η ανάγκη ξεκάθαρης ενίσχυσης του ρόλου του. Για παράδειγμα, προτείνεται η θητεία του να είναι εξαετής ή να τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 37 του Συντάγματος που ρυθμίζει τις διερευνητικές εντολές, έτσι ώστε να παρέχεται μεγαλύτερη ευχέρεια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διορίζει τον πρωθυπουργό. Ακόμη περισσότερο, έχει προταθεί η επαναφορά της ρύθμισης του άρθρου 41, η οποία καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 1986. Βάσει αυτής ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή εάν αυτή, κατά την αυθαίρετη κρίση του, βρίσκεται σε δυσαρμονία προς τη βούληση του εκλογικού σώματος.
Η τάση περαιτέρω αποδυνάμωσης των εξουσιών της Βουλής σε όφελος της εκτελεστικής εξουσίας διακρίνει και άλλες προτάσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 44 έτσι ώστε να διευκολυνθεί η πρακτική της έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Η πρακτική αυτή έχει ήδη επεκταθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης συχνά μάλιστα με τρόπο αντισυνταγματικό.
Άλλες απόψεις κλίνουν υπέρ μιας τεχνοκρατικής αντίληψης της πολιτικής. Για παράδειγμα, στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόταση για αποκλειστικά υπηρεσιακούς υφυπουργούς που θα επιλέγονται από ειδική επιτροπή για ορισμένη θητεία. Στην ίδια αντίληψη βρίσκεται η πρόταση για θέσπιση ασυμβίβαστου της ιδιότητας υπουργού και βουλευτή6.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι έχει αναπτυχθεί μια σθεναρή άρνηση κάθε μορφής άμεσης δημοκρατίας, ακόμη και των πλέον ανώδυνων7. Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, που φυσικά δεν είναι πανάκεια, θεωρούνται λίγο πολύ έκφραση οχλοκρατίας αφού ο λαός δεν είναι ικανός να κρίνει, επειδή δήθεν εμποδίζεται από το θυμικό του8.
Αλλά και προτάσεις που διατείνονται πως ενισχύουν τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας, απέχουν δομικά από το να επιτύχουν κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία 500 χιλιάδων εκλογέων, που προτάθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή. Η προϋπόθεση των 500 χιλιάδων υπογραφών είναι απαγορευτική. Ας υπολογιστεί μόνο πως στην Ιταλία ισχύει ο ίδιος αριθμός υπογραφών (άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος) ενώ για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται 50 χιλιάδες (άρθρο 71 παρ. 2). Με δεδομένο ότι ο πληθυσμός και το εκλογικό σώμα είναι περίπου πενταπλάσια της Ελλάδας, για την περίπτωση της χώρας μας ο αριθμός θα έπρεπε να είναι 100 χιλιάδες το ανώτερο, ίσως και λιγότερο9.
Σε παρόμοιο μήκος κύματος είναι οι προτάσεις που αφορούν στα δικαιώματα. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση για μεταρρύθμιση του άρθρου 48 περί κατάστασης πολιορκίας. Προτείνεται ουσιαστικά η διευκόλυνση της κήρυξής της. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της ανταπεργίας με ρητή αναφορά σε αυτή ως δικαίωμα10. Αξίζει εδώ να υπογραμμιστεί η ομοιότητα με το άρθρο 54 του αυταρχικού Τουρκικού Συντάγματος.
Το πνεύμα των προτάσεων συμπληρώνεται από άλλες που διευκρινίζουν το περιεχόμενο της αναδιανομής του πλούτου στο οποίο στοχεύουν. Αυτό προσδιορίζεται από την περαιτέρω απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε όφελος των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων και από τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση φορολογικών και άλλων προνομίων, πέρα των ήδη υπαρχόντων. Προτείνεται ακόμη και η συνταγματική θεσμοθέτηση “ελεύθερων οικονομικών ζωνών” με τις γνωστές, από τη διεθνή εμπειρία, ολέθριες επιπτώσεις στα εργασιακά δικαιώματα, στο βιοτικό επίπεδο και στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων11. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων με όρους αποικιοκρατικούς ούτε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιφέρει ούτε βελτίωση των συνθηκών ζωής.
Το σημαντικότερο είναι ότι όλες οι προτάσεις, και των δύο κατευθύνσεων, τέμνονται σε ένα θέμα: Θεωρούν δεδομένη την παραχώρηση κυριαρχίας, όπως αποτυπώνεται στα άρθρα 28 και 80 του Συντάγματος, που αφορούν στην υποταγή της Ελλάδας στα τεκταινόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο άρθρο 27 παρ.2 που αποτελεί τη συνταγματική βάση ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ12. Το σημείο αυτό είναι κομβικό. Χωρίς εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική δημοκρατία. Υπάρχει μάλιστα πρόταση να παρέχονται αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα ευρωπαϊκών οργανισμών μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και όχι με αυξημένη πλειοψηφία 3/513.



Ένα νέο Σύνταγμα για μια δημοκρατία του λαού


Είναι φανερό ότι η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Η έξοδος από την κρίση, η αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας δεν είναι πρωτίστως νομικό ζήτημα. Ωστόσο, η χάραξη και υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής πρέπει να αποτυπωθεί νομικά και συνταγματικά. Η αποτύπωσή της μπορεί να είναι ένα εργαλείο στα χέρια μιας κυβέρνησης που θα έρθει σε ρήξη με τις κατεστημένες δομές και συμφέροντα και θα ακολουθήσει πολιτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Μια τέτοια διέξοδος μπορεί μόνο να είναι καρπός μιας ριζικής μεταβολής του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων14.
Όλες αυτές οι τομές μπορούν να επιτευχθούν στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος; Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο. Κάποια άρθρα του Συντάγματος, όπως τα 28, 80, 107, θα έπρεπε να παραμεριστούν άμεσα προκειμένου να μπορέσει να εφαρμοστεί μια άλλη πολιτική φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση15. Για αρκετά άλλα άρθρα επίσης θα απαιτούνταν διασταλτική ερμηνεία.
Βέβαια, η διαδικασία της αναθεώρησης δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εξαρτάται από το συσχετισμό των δυνάμεων. Είναι όμως χρονοβόρα και άρα πολιτικά αναποτελεσματική. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ενέπλεκε την όποια κυβέρνηση σε ατέρμονες αντιπαραθέσεις γύρω από την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων, δηλαδή σε ένα πεδίο όχι ευνοϊκό για τις αλλαγές.
Αντίθετα, ο δρόμος των εκλογών για ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης μπορεί να ανοίξει μια ριζοσπαστική προοπτική. Μπορεί να ακολουθηθεί το παράδειγμα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας, όταν οι νεοεκλεγμένες ριζοσπαστικές δυνάμεις κάλεσαν το λαό να αποφανθεί με δημοψήφισμα αν επιθυμεί σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και νέο Σύνταγμα16. Η διαδικασία αυτή συνέβαλε στην ενεργοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων.
Μια Συντακτική Συνέλευση στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, καρπός της λαϊκής αυτενέργειας και της δημοκρατικής συμμετοχής, αντανάκλαση της ανόδου των λαϊκών αγώνων, θα μπορούσε να υιοθετήσει νέο, καινοτόμο δημοκρατικό Σύνταγμα και να αναμορφώσει αντίστοιχα το νομικό και πολιτικό πλαίσιο ώστε να ξεκινήσει χωρίς συνταγματικά εμπόδια η ανασυγκρότηση της χώρας και του λαού. Το Σύνταγμα δεν είναι φάρμακο για πάσα νόσο αλλά μπορεί να αποτελέσει μορφή συνόψισης των βασικών κατευθύνσεων των οικονομικών και πολιτικών αλλαγών17.
Η Συντακτική Συνέλευση μπορεί να αποτελέσει την έναρξη της διαδικασίας των πολιτικών και οικονομικών αλλαγών. Δεν μπορεί να αποκλειστεί όμως και το αντίστροφο ενδεχόμενο. Αν ο συσχετισμός των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων διαμορφωθεί με τρόπο τέτοιο που η λαϊκή ορμή επιβάλλει γρήγορες και απότομες αλλαγές, τότε η Συντακτική Συνέλευση μπορεί να είναι το επιστέγασμα και η θεσμοποίηση αυτών των αλλαγών. Στην ιστορία έχουν υπάρξει Συντακτικές Συνελεύσεις που ήταν καρπός μιας λαϊκής εξέγερσης ενάντια σε αυταρχικές και οπισθοδρομικές κυβερνήσεις (όπως στη γαλλική επανάσταση ή στη ρωσική το 1917) αλλά και Συντακτικές Συνελεύσεις που άνοιξαν το δρόμο για περισσότερο ή λιγότερο ριζικές αλλαγές όπως στην Τσεχοσλοβακία το 194618, στην Ελλάδα το 1925 και πρόσφατα στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία.
Σε κάθε περίπτωση απαιτούνται συγκεκριμένες προτάσεις και παρεμβάσεις με βάση το σήμερα και προσανατολισμό το αύριο, και όχι μια γενικόλογη αναφορά σε μια άλλη δημοκρατία, εργατική, λαϊκή εξουσία ή όπως αλλιώς την ονομάσει κανείς. Η γενικολογία δεν μπορεί να πείσει για την ανάγκη κίνησης προς την κατεύθυνση αυτή19.
Χρειάζονται καίριες μεταβολές στους παρακάτω άξονες:
1. Κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας καθώς χωρίς αυτήν η έννοια της δημοκρατίας καθίσταται φενάκη.
2. Εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και απαλλαγή της από μηχανισμούς νόθευσης της λαϊκής βούλησης.
3. Ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας με την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας.
4. Αποκατάσταση και διεύρυνση των ελευθεριών για το λαό ώστε να έχει τη δυνατότητα δράσης και διεκδίκησης.
5. Εκδημοκρατισμός στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης που τον λυμαίνονται πέντε – έξι ολιγάρχες διαμορφώνοντας έτσι τις πολιτικές και πολιτιστικές αντιλήψεις της κοινωνίας.
6. Εκδημοκρατισμός των συνδικάτων ώστε να μπορέσουν να αποτελέσουν πραγματικά όπλα στα χέρια της εργατικής τάξης και όχι κρατικο-γραφειοκρατικούς μηχανισμούς εκμαυλισμού.
7. Ριζική αναδόμηση και εκδημοκρατισμός στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Το ζήτημα είναι κρίσιμο προκειμένου να διασφαλιστεί η θωράκιση της δημοκρατίας από υπονομευτικές και πραξικοπηματικές ενέργειες.
8. Ριζικός εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματικό εργαλείο των κοινωνικών αλλαγών και να τεθεί στην υπηρεσία του πολίτη και όχι των μεγάλων συμφερόντων και της διαφθοράς.
9. Ριζικός εκδημοκρατισμός της Δικαιοσύνης.


1. Εθνική Ανεξαρτησία

Χρειάζεται απεμπλοκή της χώρας μας από το καθεστώς επιτροπείας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Οι παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων που όχι μόνο ζημιώνουν αλλά και προσβάλλουν την αξιοπρέπεια του λαού μας και υπονομεύουν το μέλλον της πατρίδας μας πρέπει να σταματήσουν. Χωρίς πραγματική εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή δημοκρατία. Όταν τα σημαντικότερα νομοθετήματα προέρχονται από το εξωτερικό, όταν οι βασικές αρχές της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής χαράσσονται επίσης στο εξωτερικό, δεν μπορεί να γίνει λόγος στα σοβαρά για δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία. Η χώρα μας πρέπει να ακολουθήσει ενεργητική, ανεξάρτητη, φιλειρηνική, πολυδιάστατη πολιτική έξω από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
  • Καμία εκχώρηση οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας. Οι διεθνικές σχέσεις της χώρας πρέπει και μπορούν να αναπτυχθούν ολόπλευρα και πολύπλευρα σε ισότιμη βάση.
  • Συνταγματική απαγόρευση της εγκατάστασης ξένων στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων.
  • Συνταγματική κατοχύρωση πραγματικής οικονομικής ανεξαρτησίας και ανάπτυξης σε όφελος του λαού: (i) οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας αποτελούν δημόσια ιδιοκτησία, (ii) ο κρατικός τομέας αποτελεί την ατμομηχανή της ανάπτυξης, και (iii) η εθνική οικονομία αναπτύσσεται βάσει σχεδίου, η έγκριση του οποίου γίνεται από τη Βουλή με τη δημοκρατική συμμετοχή των συνδικάτων και εν γένει των μαζικών φορέων των εργαζομένων.


2. Εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας

Είναι αναγκαία η λήψη μέτρων που καθιστούν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία πιο γνήσια, που την απαλλάσσουν από τα πιο κραυγαλέα στοιχεία νόθευσης της έκφρασης λαϊκής βούλησης
  • Υιοθέτηση απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος, για όλες τις εκλογικές διαδικασίες (βουλευτικές, τοπικής αυτοδιοίκησης, συνδικαλιστικές κ.ά.).
  • Θέσπιση της δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων (βουλευτών, δημοτικών συμβούλων κ.ά.) και πρόκλησης έκτακτων εκλογών σε τοπικό ή πανεθνικό επίπεδο, όταν το επιθυμεί ο λαός. Μέχρι σήμερα, η ανάδειξη μίας κυβέρνησης καθιστά το λαό ανίσχυρο, αφού δεν έχει τρόπο να αντιμετωπίσει την πολύ συχνή μεταστροφή της κυβέρνησης από τις προεκλογικές δεσμεύσεις της. Έτσι, οι ψηφοφόροι παρακολουθούν αποσβολωμένοι και αδύναμοι σχεδόν την πάγια περίπου τακτική των κυβερνητικών κομμάτων. Το όπλο των έκτακτων εκλογών μπορεί να το αξιοποιήσει μόνο η κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία καθορίζει το χρόνο των εκλογών ανάλογα με τους σχεδιασμούς της για να εξασφαλίσει την επανεκλογή της. Θα πρέπει, λοιπόν, να θεσμοθετηθεί η δυνατότητα του λαού, από τα κάτω, να ανακαλεί τους αντιπροσώπους του και να προκαλεί εκλογές, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Τεχνικά, υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γίνει αυτό. Ένας τρόπος είναι εκείνος που καθιερώνουν τα Συντάγματα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας όπου οι εκλογείς, με την προϋπόθεση της συγκέντρωσης ενός αριθμού υπογραφών (π.χ. το 20%) μπορούν να προκαλέσουν δημοψήφισμα (τοπικό ή πανεθνικό) με το ερώτημα της ανάκλησης των αντιπροσώπων. Αν η πλειοψηφία απαντήσει καταφατικά, ακολουθούν εκλογές για την ανάδειξη νέων αντιπροσώπων.
  • Κατάργηση κάθε μισθολογικής ή άλλης προνομιακής μεταχείρισης για τους αντιπροσώπους του λαού: βουλευτές, υπουργοί, δήμαρχοι, γενικοί γραμματείς κ.ά. αμείβονται με ένα συνηθισμένο μέσο μισθό. Αυτό μπορεί να μην εξαλείψει τη διαφθορά αλλά σίγουρα θα την περιορίσει.
  • Αναβάθμιση του κεντρικού αντιπροσωπευτικού οργάνου του λαού, δηλαδή της Βουλής, ώστε να ελέγχεται ασφυκτικά και αποτελεσματικά η εκτελεστική εξουσία. Το σύνολο της εξουσίας πρέπει να ανήκει στη Βουλή. Είναι απαραίτητος ένας ουσιαστικότερος ρόλος των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών με διεύρυνση του ρόλου τους, χωρίς όμως η διεύρυνση του ρόλου αυτού να γίνει σε βάρος του νομοθετικού έργου της Ολομέλειας της Βουλής. Χρειάζεται να εξασφαλιστεί η πλήρης και ουσιαστική ενημέρωση της Βουλής από την εκάστοτε κυβέρνηση για την ασκούμενη πολιτική, ουσιαστικός και διαρκής διακομματικός κοινοβουλευτικός έλεγχος όλων των κρατικών και κυβερνητικών τομέων δραστηριότητας και υπηρεσιών, ιδίως των κρίσιμων της εθνικής άμυνας, των εξωτερικών υποθέσεων και της δημόσιας τάξης20.
  • Παράλληλα, απαιτείται ο περιορισμός της ασυδοσίας της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας στον τρόπο και τις διαδικασίες συζήτησης των νομοσχεδίων (άρθρο 76 του Συντάγματος). Μπορεί, για παράδειγμα, να προβλέπεται ειδική πλειοψηφία για να ακολουθηθεί η διαδικασία της συζήτησης ενός νομοσχεδίου ως κατεπείγοντος.
  • Γενικότερα, η λογική που πρέπει να διέπει τις σχέσεις Βουλής και κυβέρνησης να είναι η ενίσχυση του αντιπροσωπευτικού οργάνου το οποίο πρέπει να συγκεντρώσει τις μέγιστες εξουσίες στη λογική της κυβερνώσας Βουλής.
  • Χρειάζεται επίσης να ενισχυθεί η νομοθετική πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε να προβλέπεται η συζήτηση δύο φορές το μήνα των προτάσεων νόμων, καθώς και η δυνατότητα συζήτησής τους σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις (άρθρο 74 παρ. 6 του Συντάγματος). Απαιτείται ακόμη η κατάργηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος περιορισμών που εμποδίζουν τους βουλευτές και τα κόμματα να παίρνουν νομοθετικές πρωτοβουλίες αναφορικά με την πολιτική μισθών ή συντάξεων για το προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.
  • Ο θεσμός της νομοθετικής εξουσιοδότησης είναι αναγκαίος μόνο για έκτακτες συνθήκες. Η συνταγματική ιστορία, ελληνική και διεθνής, παλαιότερη και πιο πρόσφατη, καταδεικνύει ότι ο θεσμός αποτελεί μορφή υφαρπαγής της εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση σε βάρος του αντιπροσωπευτικού οργάνου, ακόμη και παραβιάσεων του Συντάγματος και καταχρήσεων21. Άρα, οι προϋποθέσεις των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων πρέπει να γίνουν πολύ αυστηρές ενώ μερικές ακραίες μορφές όπως οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του άρθρου 44 παρ. 1 θα μπορούσαν ακόμη και να καταργηθούν. Η παρακολούθηση της τήρησης των ορίων, των χρονοδιαγραμμάτων και της εφαρμογής πρέπει να είναι έργο της Βουλής και των αρμόδιων επιτροπών της, ώστε να μην αφήνεται περιθώριο αυθαιρεσίας στην εκάστοτε κυβέρνηση. Αντί της διολίσθησης της εξουσίας στην εκτελεστική λειτουργία, χρειαζόμαστε ένα μοντέλο κυβερνώσας Βουλής, όπου η Βουλή όχι μόνο θα ελέγχει αλλά θα καθοδηγεί και κατευθύνει την κυβέρνηση στην τρέχουσα δραστηριότητά της.


3. Άμεση δημοκρατία

Ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με ισχυρές ενέσεις άμεσης δημοκρατίας. Αυτό μπορεί να γίνει με θεσμούς όπως:
  • δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο
  • λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δυνατότητα δηλαδή των πολιτών με ένα ελάχιστο όριο υπογραφών ή μέσω των μαζικών τους φορέων να υποβάλουν προς συζήτηση στη Βουλή ένα σχέδιο νόμου.
  • λαϊκές συνελεύσεις, σε συνοικιακό ή και σε εργασιακό επίπεδο, με αποφασιστικές αρμοδιότητες για τα τοπικά ζητήματα αλλά και έκφραση γνώμης για τα γενικότερα. Η σχετική εμπειρία του σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου και της λαϊκής αυτοδιοίκησης την περίοδο της εθνικής αντίστασης μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί.


4. Λαϊκές Ελευθερίες

  • Κατάργηση των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
  • Συνταγματική κατοχύρωση, χωρίς περιοριστικούς όρους, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της απεργίας, της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, ιδίως στους εργασιακούς χώρους.
  • Κατάργηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, των κυρωτικών νόμων της Συνθήκης Schengen, της Europol και όλων των σχετικών συνθηκών, όπως είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και παράδοσης, οι αντιτρομοκρατικές συμφωνίες, ακόμη και κάποιες από τις συμφωνίες έκδοσης και δικαστικής συνδρομής.
  • Κατάργηση ιδίως του αντισυνταγματικού π.δ. 141/1991, το οποίο είναι βασική πηγή της αστυνομικής αυθαιρεσίας, αλλά και τροποποίηση όλης της συναφούς αστυνομικής νομοθεσίας.
  • Αυτοπροστασία της δημοκρατίας με απαγόρευση κάθε ναζιστικής και φασιστικής δραστηριότητας και οργάνωσης, εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας για την τιμωρία όλων των σχετικών εγκλημάτων.


5. Μέσα μαζικής ενημέρωσης

Χρειάζεται κοινωνικός, δημοκρατικός, λαϊκός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης, σε πρώτη φάση ονομαστικοποίηση όλων των μετοχών των ΜΜΕ, αποτελεσματική νομοθεσία για την αποφυγή της εσκεμμένης παραπληροφόρησης. Υπάρχει ανάγκη εκδημοκρατισμού, ενίσχυσης και αναβάθμισης των δημοσίων ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, περιορισμού έως και κατάργησης της δυνατότητας δράσης του μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα αυτόν.
  • Ιδίως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο καθίστανται αποκλειστικά περιουσία και υπόθεση όλων των Ελλήνων. Η πλουτοκρατική ολιγαρχία πρέπει να εξοβελιστεί. Δεν μπορεί 4-5 ισχυροί επιχειρηματίες να καθορίζουν τις πολιτικές, ιδεολογικές, πολιτιστικές αντιλήψεις ενός ολόκληρου λαού.
  • Το δημόσιο διαχειρίζεται τις συχνότητες με δημοκρατικό τρόπο. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση διοικείται από συλλογικό όργανο, το οποίο δεν θα διορίζεται από την κυβέρνηση, αλλά στο οποίο θα συμμετέχουν αναλογικά εκπρόσωποι των κομμάτων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των εργαζομένων στο χώρο των μέσων ενημέρωσης. Στο διοικητικό αυτό όργανο οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με αυξημένη πλειοψηφία και, άρα, με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Μέρος των συχνοτήτων θα πρέπει να παρέχεται, μαζί με τη σχετική υποδομή, στα πολιτικά κόμματα, στις συνδικαλιστικές και άλλες ενώσεις των εργαζομένων, στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η συλλογική, δημοκρατική διοίκηση και η προβολή όλων των ιδεολογικών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, πολιτιστικών απόψεων και ρευμάτων πρέπει να είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη.


6. Συνδικάτα

  • Οι μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων γενικότερα μπορούν να αποτελέσουν φορείς συμμετοχής και ελέγχου του λαού στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα: τοπικό, εθνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό. Μπορούν να αποτελέσουν, επίσης, αποτελεσματικά μέσα εργατικού και λαϊκού ελέγχου του κρατικού μηχανισμού. Για να παίξουν αυτό το ρόλο, όμως, χρειάζεται η άνοδος της ταξικής-κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων αλλά και ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος.
  • Στοιχειώδη μέτρα είναι: η απαλλαγή των συνδικάτων από τις εστίες διαφθοράς των συνδικαλιστών από την εργοδοσία και το κράτος, η εξασφάλιση δημοκρατικών εσωτερικών διαδικασιών, η τόνωση των στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, η διασφάλιση της δυνατότητας των εργαζομένων να ανακαλούν οποτεδήποτε τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους τους, η πλήρης συνδικαλιστική ελευθερία στους χώρους εργασίας.


7. Εκδημοκρατισμός ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας

  • Διάλυση φασιστικών, παρακρατικών θυλάκων και μηχανισμών. Κατάργηση διεφθαρμένων υπηρεσιών και τομέων.
  • Διακοπή των σχέσεων με όλους τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (Schengen, Frontex, Europol, κ.ά.).
  • Ψήφιση από τη Βουλή νόμων αλλά και καλλιέργεια κλίματος, το οποίο να ευνοεί τις πολιτικές ελευθερίες και τη συνδικαλιστική δράση τόσο των μονίμων στελεχών όσο και των στρατευμένων.
  • Αναμόρφωση της εκπαίδευσης των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ώστε να παρέχεται υψηλό επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο μόρφωσης παράλληλα με την εμπέδωση πνεύματος δημοκρατίας, προσήλωσης στο λαό, στην εθνική ανεξαρτησία και στο Σύνταγμα.
  • Νέο νομικό πλαίσιο που να εμπεδώνει την αξιοκρατία και τη συμμετοχή των αξιωματικών σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα επαγγελματικά τους δικαιώματα.
  • Ψήφιση από τη Βουλή νέων Κανονισμών που να εμπεδώνουν τη δημοκρατία και το σεβασμό της προσωπικότητας μαζί με την αναγκαία πειθαρχία.
  • Χρειάζεται νέο νομικό πλαίσιο, το οποίο θα διέπει την οργάνωση, τη λειτουργία και τον προσανατολισμό των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων. Δημοκρατική αναμόρφωση του σχετικού ποινικού και πειθαρχικού δικαίου.
  • Δημιουργία νέων, δημοκρατικών δομών, οι οποίες θα καλλιεργούν στενές σχέσεις με το λαό, σχέσεις σεβασμού προς τον πολίτη.
  • Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι μαζικοί φορείς τους θα πρέπει να εμπλακούν στην εποπτεία και στη συμμετοχή στο έργο των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας. Είναι αναγκαία η διοχέτευση και καλλιέργεια μίας άλλης νοοτροπίας. Τα συνδικάτα και οι μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή στο έργο της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας και τον έλεγχο των κρατικών μηχανισμών με τη θεσμοθέτηση συστήματος παλλαϊκής άμυνας.


8. Εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης

* Αναπροσανατολισμός της δημόσιας διοίκησης στην εξυπηρέτηση του λαού και του πολίτη και όχι στην εξυπηρέτηση των μεγάλων συμφερόντων και των πελατειακών σχέσεων, όπως συμβαίνει σήμερα.
* Κατάργηση ή αναδιαμόρφωση διεφθαρμένων υπηρεσιών και τομέων.
* Πλήρης διασφάλιση των συνδικαλιστικών και λοιπών εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
* Εκδημοκρατισμός του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα.
* Συμμετοχή των εργαζομένων με αιρετούς και οποτεδήποτε ανακλητούς εκπροσώπους.


9. Δικαιοσύνη

  • Εκδημοκρατισμός της διοίκησης και απαλλαγή από τον ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό. Ένα αντιπροσωπευτικό όργανο, όπου θα εκπροσωπούνται αναλογικά οι πολιτικές δυνάμεις, οι δικαστές, οι εργαζόμενοι στο χώρο της Δικαιοσύνης, και τα συνδικάτα των εργαζομένων, μπορεί να έχει την αρμοδιότητα του διορισμού της ηγεσίας της. Κατά τα υπόλοιπα πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως το αυτοδιοίκητο.
  • Απαιτείται αλλαγή του νομικού πλαισίου για να εκδημοκρατιστεί η εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης (π.χ. εκδημοκρατισμός του πειθαρχικού δικαίου, αφαίρεση της δυνατότητας πειθαρχικού ελέγχου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ.λπ.), διαφύλαξη και ενίσχυση των εργασιακών, μισθολογικών, συνταξιοδοτικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων των δικαστών, σύσφιξη των σχέσεων των δικαστών και των συνδικαλιστικών τους ενώσεων με την υπόλοιπη κοινωνία και ιδίως με εκείνο το τμήμα της που υφίσταται τις βαριές συνέπειες της κρίσης. Κρίσιμης σημασίας για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης είναι η πρόσληψη ικανού αριθμού νέων δικαστών.

Η εφαρμογή του συνόλου αυτών των προτάσεων, με βάση τις παρούσες συνθήκες, θα οδηγήσει σε μια νέου τύπου, λαϊκή δημοκρατία και θα συμβάλλει στην έξοδο από την κρίση σε όφελος των εργαζομένων. Θα ανοίξει επίσης, υπό προϋποθέσεις, το δρόμο για την οικοδόμηση άλλου τύπου κοινωνικών σχέσεων. Ως γνωστό, “θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”.




1 Βλ. Μ. Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής, Αθήνα, εκδ. Αιώρα, 2014, σελ. 128 επ., 141 επ.
2 Βλ. Ο Φιδέλ Κάστρο για τον Αλιέντε, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2017.
3 Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
4 Βλ. Θ. Διαμαντόπουλος, Θεσμοί, κρίση και ρήξη, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2016, ιδίως σελ. 27 επ. αλλά και τις σχετικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, Η Καθημερινή, 10/3/2016.
5 Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
6 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 57-58, 117, 122, 125.
7 Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, “Τα δημοψηφίσματα του κ. Τσίπρα”, εφημ. Η Καθημερινή, 31/7/2016 και Γ. Σωτηρέλης, ¨Παρανοήσεις και στρεβλώσεις για την “άμεση δημοκρατία””, Εφημερίδα των Συντακτών, 3/9/2016 και Ο. Αθανασιάδου, “Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;”, www.constitutionalism.gr αλλά και Κ. Δουζίνας, “Το συνταγματικό παράδοξο”, Εφημερίδα των Συντακτών, 13/3/2017.
8 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Στ. Τσακυράκης, Ε. Βενιζέλος, Μια συζήτηση για το Σύνταγμα και τη δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Ποικίλη Στοά, 2016, σελ. 20, 33, 46.
9 Βλ. την πρόταση για 50 χιλιάδες στο Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 126.
10 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 128-129, 101.
11 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 197.
12 Βλ. και Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μια προοδευτική αναθεώρηση”, avgi.gr, 27/3/2017.
13 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σελ. 106.
14 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Θ. Μαριόλης, Κ. Παπουλής, Μετωπικό πρόγραμμα δι-εξόδου από τη κρίση, Αθήνα, εκδ. Κοροντζής, 2017.
15 Υπενθυμίζεται ότι στα άρθρα 28 και 80, από την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, κατοχυρώθηκε συνταγματικά η υποταγή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των ερμηνευτικών δηλώσεων που προστέθηκαν τότε με την από κοινού ψήφισή τους από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση. Το άρθρο 107 κατοχυρώνει τα σκανδαλώδη προνόμια του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Έχει μια μακρά ιστορία: υπήρχε ως άρθρο 112 στο Σύνταγμα του 1952. Το ξανασυναντάμε στα χουντικά “συνταγματικά” κείμενα. Είναι επίσης ένα από τα άρθρα της συντακτικής πράξης με την οποία αποκαταστάθηκε η δημοκρατία του 1974. Η Συντακτική Πράξη είχε μόνο 15 άρθρα με σκοπό να ρυθμίσει προσωρινά τα πράγματα επαναφέροντας βασικά σε προσωρινή ισχύ τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος του 1952 εκτός των διατάξεων περί πολιτεύματος που κρίθηκαν αργότερα με το πολιτειακό δημοψήφισμα. Είναι εντυπωσιακό και ενδεικτικό ότι ένα από τα 15 αυτά άρθρα θέλησαν οι συντάκτες της Πράξης να υπενθυμίσει και κατοχυρώσει τα προνόμια των εφοπλιστών. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας (1821-2001), Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2017, σελ. 213 επ., 250 επ., 255 επ.
16 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 47 επ.
17 Μορφή «εγκοίτωσης» των λαϊκών διεκδικήσεων, όπως έγραφε ο Σβώλος για το Σύνταγμα του 1911, βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1981, σελ. 99 και Ν. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 595 επ., 659 επ.
18 Βλ. Γ. Κόζακ, Η επανάστασις και το Κοινοβούλιον, Αθήναι, 1961, σελ. 13.
19 Βλ. Δ. Καλτσώνης, “Χρειάζονται μεταβατικά αιτήματα στο δρόμο για την επαναστατική αλλαγή; Η προσέγγιση του Λένιν” στον τόμο Δ. Καλτσώνης, Χ. Κεφαλής κά., Θεωρία της μετάβασης και σοσιαλιστική εναλλακτική, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2015, σελ. 89 επ.
20 Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 252 επ.
21 Βλ. ενδεικτικά Α. Μάνεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σελ. 244 επ., 277 επ.

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION