Cat-1
ΑΡΘΡΑ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Latest Postssss
στον
τόμο Λ. Βατικιώτης (επιμ.), Έξοδος
αδιέξοδος, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2018, σελ.
39-55
Η
κρίση ανέδειξε πολλές αλήθειες. Μια από
αυτές είναι ότι η δημοκρατία που είχε
κατακτήσει ο λαός ήταν κίβδηλη.
Κατευθύνεται από μια οικονομική ολιγαρχία
η οποία διαπλέεται στενά με την κυρίαρχη
πολιτική ελίτ και
τους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης.
Διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ
και την ΕΕ τόσο σε οικονομικό όσο και
σε πολιτικό επίπεδο. Συνεχίζει να
αναζητά και να βρίσκει τρόπους για να
διαιωνίζει την κυριαρχία της: καλλιεργεί
δεσμούς με νέα κόμματα και πολιτικούς
ηγέτες, αναδιατάσσει τις δυνάμεις της.
Ειδικά
μετά την οικονομική κρίση η δημοκρατία
έγινε αυστηρά επιτηρούμενη από τις
ξένες δυνάμεις. Ο βαθμός παρέμβασης στα
εσωτερικά, με τη σύμφωνη γνώμη της
εγχώριας οικονομικής και πολιτικής
κυρίαρχης ελίτ, έχει υπερβεί κάθε
προηγούμενο, σε σύγκριση τουλάχιστον
με τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ακόμη
και οι πιο δευτερεύουσες αποφάσεις
λαμβάνονται καθ' υπόδειξη των εταίρων
– δανειστών. Αν μέχρι το 2009 η δημοκρατία
μας κηδεμονευόταν, σήμερα έχει καταντήσει
απλώς μια βιτρίνα.
Η
μεγάλη οικονομική και πολιτική αλλαγή
που έχει ανάγκη η χώρα μας περνά
αναπόφευκτα από τη δημοκρατία. Δεν
μπορούν να υπάρξουν οικονομικές αλλαγές
σε όφελος του λαού χωρίς μεγάλες πολιτικές
αλλαγές που θα ανατοποθετούν τη
δημοκρατία, θα την κάνουν πιο βαθιά, πιο
διευρυμένη, θα την κάνουν ουσιαστική,
από το λαό και για το λαό.
Η
ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η
διεύρυνση
και εμβάθυνση της δημοκρατίας συνεπάγεται
ότι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα
διευκολύνονται να λάβουν ενεργητικότερο
ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Να αποφασίζουν
για αυτά τα ίδια -και όχι άλλοι, στο όνομά
τους- για το μέλλον τους. Αυτό με τη σειρά
του επιφέρει κατά κανόνα αναδιανομή
του πλούτου σε όφελός τους. Θα μπορούσε
μάλιστα να υποστηριχθεί καταρχήν ότι
όσο πιο βαθιές είναι οι δημοκρατικές
αλλαγές, τόσο περισσότερο αναδεικνύουν
τον πρωταγωνιστικό ρόλο
των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων,
τόσο περισσότερο συνοδεύονται από
βαθύτερες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές.
Δημοκρατία
και οικονομία: ιστορικές εμπειρίες
Η
διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της
δημοκρατίας αποτελεί όρο χωρίς τον
οποίο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν
και να σταθεροποιηθούν κοινωνικές
αλλαγές στη λογική του περιορισμού της
κοινωνικής ανισότητας και αδικίας. Η
αναδιανομή κοινωνικού πλούτου σε όφελος
των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων
μπορεί να εμπεδωθεί μακροπρόθεσμα μόνο
αν αποτελεί προϊόν της δημοκρατικής
συμμετοχής.
Αν
αποτελεί αποτέλεσμα μόνο κάποιων
κυβερνητικών επιλογών, αυτές εύκολα
παίρνονται πίσω από μια άλλη κυβέρνηση
ή και από την ίδια ακόμη. Αυτό συνέβη
για παράδειγμα με τις διάφορες λαϊκιστικές,
πατερναλιστικές κυβερνήσεις στη Λ.
Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 19601.
Οι κυβερνήσεις αυτές προέβησαν σε μια
σειρά μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τς
συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης , των
αγροτών και των μικροϊδιοκτητών. Ωστόσο,
επειδή δεν μετέβαλλαν ριζικά τις κρατικές
και πολιτικές δομές, οι αλλαγές αυτές
έμειναν μετέωρες, από τα πάνω, χωρίς την
αναγκαία λαϊκή συμμετοχή και στήριξη.
Έτσι, όταν ο συσχετισμός των δυνάμεων
μεταβλήθηκε, οι κατακτήσεις αυτές
εξανεμίστηκαν.
Άλλες
φορές αν δεν έχει εμπεδωθεί μια νέα
δημοκρατία, οι κατακτήσεις του λαού
κινδυνεύουν από τη βίαιη αντίδραση των
ολιγαρχών. Κλασική περίπτωση η κυβέρνηση
Αλιέντε στη Χιλή. Εθνικοποίησε μια σειρά
επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας,
βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο του λαού.
Δεν κατάφερε όλα αυτά όμως να τα
υπερασπιστεί. Μπροστά στο πραξικόπημα
που πραγματοποίησε η ολιγαρχία με τη
βοήθεια των ΗΠΑ βρέθηκε ανοχύρωτη. Παρά
το γεγονός ότι περιλαμβανόταν στο
πρόγραμμά της, δεν είχε προβεί στις
αναγκαίες τομές στο κράτος και στο
πολιτικό σύστημα που θα της επέτρεπαν,
αν όχι να αποτρέψει το πραξικόπημα,
τουλάχιστον να το αντιμετωπίσει με
επιτυχία χάρη στην οργανωμένη λαϊκή
συμβολή2.
Ισχύει
όμως και το αντίστροφο. Οι βαθιές αλλαγές
στο κράτος, στο πολιτικό και νομικό
σύστημα, στον κρατικό μηχανισμό δεν
μπορούν από μόνες τους να αποδώσουν.
Για να σταθεροποιηθούν και να αποκτήσουν
νόημα αλλά και για να προσελκύσουν το
λαϊκό ενδιαφέρον πρέπει να συνοδεύονται
από οικονομικά μέτρα εξόδου από την
κρίση σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων.
Διαφορετικά ο λαός θα αισθανθεί αδιάφορος
για τη δημοκρατία και η τελευταία θα
εκφυλιστεί, θα γίνει και πάλι μια
δημοκρατία – βιτρίνα της ολιγαρχίας.
Παράδειγμα
ίσως της εκδοχής αυτής είναι τα όσα
διαδραματίζονται στις μέρες μας στη
Βενεζουέλα. Η ανάδειξη της συμμαχίας
των δυνάμεων υπό τον Ούγκο Τσάβες το
1998 οδήγησε σε ένα νέο, ριζοσπαστικό
δημοκρατικό Σύνταγμα, στην κατάκτηση
της εθνικής ανεξαρτησίας με την
απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων,
στην εθνικοποίηση του πετρελαίου και
σε οικονομικές πολιτικές αναδιανομής
του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των
φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα την ενεργό λαϊκή συμμετοχή
αλλά και τη σημαντική μείωση της φτώχειας.
Οι
ριζοσπαστικές οικονομικές παρεμβάσεις
όμως δεν συνεχίστηκαν, δεν ολοκληρώθηκαν
με την εθνικοποίηση των μεγάλων
επιχειρήσεων και πρωτίστως εκείνων με
στρατηγική σημασία για την οικονομία.
Έτσι, όταν η τιμή του πετρελαίου στη
διεθνή αγορά μειώθηκε θεαματικά για
μια σειρά λόγους, η κυβέρνηση βρέθηκε
ανίκανη να συνεχίσει την κοινωνική
πολιτική της. Το γεγονός ότι δεν ελέγχει
τος στρατηγικούς τομείς της οικονομίας
την κατέστησε ευάλωτη στις οικονομικές
και πολιτικές πιέσεις των αστικών
δυνάμεων και του ιμπεριαλισμού.
Κριτική
άλλων προτάσεων
Κατά
συνέπεια, η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει
από όλες τις απόψεις ότι οι ριζικές
παρεμβάσεις στην οικονομία πρέπει να
βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση με τις
ριζικές αλλαγές στην πολιτική και στο
κράτος. Με λίγα λόγια, απαιτείται η
εφαρμογή μέτρων που θα οδηγούν στην
υπέρβαση της σημερινής δημοκρατίας της
ολιγαρχίας και θα οδηγούν στη μετάβαση
σε μια δημοκρατία του λαού.
Στη
σύγχρονη πολιτική και επιστημονική
συζήτηση έχουν διατυπωθεί διάφορες
προτάσεις για το ζήτημα της δημοκρατίας
που κινούνται όμως στη λογική της
περαιτέρω συρρίκνωσης της ή, το πολύ,
κάποιων ανώδυνων μικροβελτιώσεων.
Διακρίνονται οι εξής κατηγορίες: πρώτη,
οι προτάσεις που τείνουν στην παραπέρα
αυταρχικοποίηση και αποδυνάμωση της
δημοκρατίας σε όφελος φυσικά της
ολιγαρχίας. Δεύτερη, οι προτάσεις που
προβάλλουν κάποιες επιμέρους δευτερεύουσες
βελτιώσεις αλλά που δεν θίγουν σε καμιά
περίπτωση την ουσία του προβλήματος.
Συχνά μάλιστα αναμιγνύουν αυτές τις
βελτιωτικές προτάσεις με άλλες που
βρίσκονται στο πνεύμα της πρώτης3.
Κοινός
παρονομαστής είναι πολλές φορές η
ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.
Η
πλέον συντηρητική εκδοχή καλεί σε
μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρική
δημοκρατία, κατά το πρότυπο της πρότασης
αναθεώρησης του Συντάγματος του 1932.
Υπάρχουν όμως και άλλες που βρίσκονται
με πιο μετριοπαθή τρόπο στην ίδια
κατεύθυνση. Έτσι, προτείνεται η άμεση
εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας
που, εκ των πραγμάτων, θα συνιστούσε
ενίσχυση του ρόλου του σε βάρος της
κυβέρνησης και της Βουλής4.
Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόβλεψη
για “λελογισμένη” ενίσχυση των
αρμοδιοτήτων του, η οποία ωστόσο μπορεί
να φέρει ένα μονοπρόσωπο θεσμό σε
αντιπαράθεση με τη Βουλή και κατά
προέκταση με τη λαϊκή βούληση5.
Άλλοτε
προβάλλεται η ανάγκη ξεκάθαρης ενίσχυσης
του ρόλου του. Για παράδειγμα, προτείνεται
η θητεία του να είναι εξαετής ή να
τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 37 του
Συντάγματος που ρυθμίζει τις διερευνητικές
εντολές, έτσι ώστε να παρέχεται μεγαλύτερη
ευχέρεια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
να διορίζει τον πρωθυπουργό. Ακόμη
περισσότερο, έχει προταθεί η επαναφορά
της ρύθμισης του άρθρου 41, η οποία
καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 1986.
Βάσει αυτής ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
θα έχει τη δυνατότητα να διαλύει τη
Βουλή εάν αυτή, κατά την αυθαίρετη κρίση
του, βρίσκεται σε δυσαρμονία προς τη
βούληση του εκλογικού σώματος.
Η
τάση περαιτέρω αποδυνάμωσης των εξουσιών
της Βουλής σε όφελος της εκτελεστικής
εξουσίας διακρίνει και άλλες προτάσεις.
Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόταση για
τροποποίηση του άρθρου 44 έτσι ώστε να
διευκολυνθεί η πρακτική της έκδοσης
Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Η
πρακτική αυτή έχει ήδη επεκταθεί κατά
τη διάρκεια της κρίσης συχνά μάλιστα
με τρόπο αντισυνταγματικό.
Άλλες
απόψεις κλίνουν υπέρ μιας τεχνοκρατικής
αντίληψης της πολιτικής. Για παράδειγμα,
στη λογική αυτή βρίσκεται η πρόταση για
αποκλειστικά υπηρεσιακούς υφυπουργούς
που θα επιλέγονται από ειδική επιτροπή
για ορισμένη θητεία. Στην ίδια αντίληψη
βρίσκεται η πρόταση για θέσπιση
ασυμβίβαστου της ιδιότητας υπουργού
και βουλευτή6.
Είναι
επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι έχει
αναπτυχθεί μια σθεναρή άρνηση κάθε
μορφής άμεσης δημοκρατίας, ακόμη και
των πλέον ανώδυνων7.
Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, που φυσικά
δεν είναι πανάκεια, θεωρούνται λίγο
πολύ έκφραση οχλοκρατίας αφού ο λαός
δεν είναι ικανός να κρίνει, επειδή δήθεν
εμποδίζεται από το θυμικό του8.
Αλλά
και προτάσεις που διατείνονται πως
ενισχύουν τους θεσμούς της άμεσης
δημοκρατίας, απέχουν δομικά από το να
επιτύχουν κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα,
το
δημοψήφισμα με πρωτοβουλία 500 χιλιάδων
εκλογέων, που προτάθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ,
δεν μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση
αυτή. Η προϋπόθεση των 500 χιλιάδων
υπογραφών είναι απαγορευτική. Ας
υπολογιστεί μόνο πως στην Ιταλία ισχύει
ο ίδιος αριθμός υπογραφών (άρθρο 75 παρ.
1 του Συντάγματος) ενώ για τη λαϊκή
νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται 50
χιλιάδες (άρθρο 71 παρ. 2). Με δεδομένο ότι
ο πληθυσμός και το εκλογικό σώμα είναι
περίπου πενταπλάσια της Ελλάδας, για
την περίπτωση της χώρας μας ο αριθμός
θα έπρεπε να είναι 100 χιλιάδες το ανώτερο,
ίσως και λιγότερο9.
Σε
παρόμοιο μήκος κύματος είναι οι προτάσεις
που αφορούν στα δικαιώματα. Πιο
χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση
για μεταρρύθμιση του άρθρου 48 περί
κατάστασης πολιορκίας. Προτείνεται
ουσιαστικά η διευκόλυνση της κήρυξής
της. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η πρόταση
για συνταγματική κατοχύρωση της
ανταπεργίας με ρητή αναφορά σε αυτή ως
δικαίωμα10.
Αξίζει εδώ να υπογραμμιστεί η ομοιότητα
με το άρθρο 54 του
αυταρχικού Τουρκικού Συντάγματος.
Το
πνεύμα των προτάσεων συμπληρώνεται από
άλλες που διευκρινίζουν το περιεχόμενο
της αναδιανομής του πλούτου στο οποίο
στοχεύουν. Αυτό προσδιορίζεται από την
περαιτέρω απελευθέρωση της ιδιωτικής
πρωτοβουλίας σε όφελος των ισχυρών
επιχειρηματικών ομίλων και από τη
συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Έτσι, για παράδειγμα, προτείνεται η
συνταγματική κατοχύρωση φορολογικών
και άλλων προνομίων, πέρα των ήδη
υπαρχόντων. Προτείνεται ακόμη και η
συνταγματική θεσμοθέτηση “ελεύθερων
οικονομικών ζωνών” με τις γνωστές, από
τη διεθνή εμπειρία, ολέθριες επιπτώσεις
στα εργασιακά δικαιώματα, στο βιοτικό
επίπεδο και στις συνθήκες ζωής των
εργαζομένων11.
Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων με όρους
αποικιοκρατικούς ούτε ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων επιφέρει ούτε
βελτίωση των συνθηκών ζωής.
Το
σημαντικότερο είναι ότι όλες οι προτάσεις,
και των δύο κατευθύνσεων, τέμνονται σε
ένα θέμα: Θεωρούν δεδομένη την παραχώρηση
κυριαρχίας, όπως αποτυπώνεται στα άρθρα
28 και 80 του Συντάγματος, που αφορούν
στην υποταγή της Ελλάδας στα τεκταινόμενα
στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο άρθρο 27 παρ.2
που αποτελεί τη συνταγματική βάση
ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ12.
Το σημείο αυτό είναι κομβικό. Χωρίς
εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει
ουσιαστική δημοκρατία. Υπάρχει μάλιστα
πρόταση να παρέχονται αρμοδιότητες που
προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα
ευρωπαϊκών οργανισμών μόνο με την
απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού
των βουλευτών και όχι με αυξημένη
πλειοψηφία 3/513.
Ένα
νέο Σύνταγμα για μια δημοκρατία του
λαού
Είναι
φανερό ότι η λύση πρέπει να αναζητηθεί
στην αντίθετη κατεύθυνση. Η έξοδος από
την κρίση, η αναδιανομή του πλούτου σε
όφελος των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων
και η παραγωγική ανασυγκρότηση της
χώρας δεν είναι πρωτίστως νομικό ζήτημα.
Ωστόσο, η χάραξη και υλοποίηση μιας
τέτοιας πολιτικής πρέπει να αποτυπωθεί
νομικά και συνταγματικά. Η αποτύπωσή
της μπορεί να είναι ένα εργαλείο στα
χέρια μιας κυβέρνησης που θα έρθει σε
ρήξη με τις κατεστημένες δομές και
συμφέροντα και θα ακολουθήσει πολιτικές
παραγωγικής ανασυγκρότησης και
αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου.
Μια τέτοια διέξοδος μπορεί μόνο να είναι
καρπός μιας ριζικής μεταβολής του
συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών
δυνάμεων14.
Όλες
αυτές οι τομές μπορούν να επιτευχθούν
στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος;
Αυτό είναι εξαιρετικά
δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο. Κάποια άρθρα
του Συντάγματος, όπως τα 28, 80, 107, θα έπρεπε
να παραμεριστούν άμεσα προκειμένου να
μπορέσει να εφαρμοστεί μια άλλη πολιτική
φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση15.
Για αρκετά άλλα άρθρα επίσης θα
απαιτούνταν διασταλτική ερμηνεία.
Βέβαια,
η διαδικασία της αναθεώρησης δεν μπορεί
να αποκλειστεί. Εξαρτάται από το
συσχετισμό των δυνάμεων. Είναι όμως
χρονοβόρα και άρα πολιτικά αναποτελεσματική.
Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ενέπλεκε την
όποια κυβέρνηση σε ατέρμονες αντιπαραθέσεις
γύρω από την ερμηνεία των συνταγματικών
διατάξεων, δηλαδή σε ένα πεδίο όχι
ευνοϊκό για τις αλλαγές.
Αντίθετα,
ο δρόμος των εκλογών για ανάδειξη
Συντακτικής Συνέλευσης μπορεί να ανοίξει
μια ριζοσπαστική προοπτική. Μπορεί να
ακολουθηθεί το παράδειγμα της Βενεζουέλας
και της Βολιβίας, όταν οι νεοεκλεγμένες
ριζοσπαστικές δυνάμεις κάλεσαν το λαό
να αποφανθεί με δημοψήφισμα αν επιθυμεί
σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και
νέο Σύνταγμα16.
Η διαδικασία αυτή συνέβαλε στην
ενεργοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση
των κοινωνικών δυνάμεων.
Μια
Συντακτική Συνέλευση στη σύγχρονη
ελληνική πραγματικότητα, καρπός της
λαϊκής αυτενέργειας και της δημοκρατικής
συμμετοχής, αντανάκλαση της ανόδου των
λαϊκών αγώνων, θα μπορούσε να υιοθετήσει
νέο, καινοτόμο δημοκρατικό Σύνταγμα
και να αναμορφώσει αντίστοιχα το νομικό
και πολιτικό πλαίσιο ώστε να ξεκινήσει
χωρίς συνταγματικά εμπόδια η ανασυγκρότηση
της χώρας και του λαού. Το Σύνταγμα δεν
είναι φάρμακο για πάσα νόσο αλλά μπορεί
να αποτελέσει μορφή συνόψισης των
βασικών κατευθύνσεων των οικονομικών
και πολιτικών αλλαγών17.
Η
Συντακτική Συνέλευση μπορεί να αποτελέσει
την έναρξη της διαδικασίας των πολιτικών
και οικονομικών αλλαγών. Δεν μπορεί να
αποκλειστεί όμως και το αντίστροφο
ενδεχόμενο. Αν ο συσχετισμός των
κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων
διαμορφωθεί με τρόπο τέτοιο που η λαϊκή
ορμή επιβάλλει γρήγορες και απότομες
αλλαγές, τότε η Συντακτική Συνέλευση
μπορεί να είναι το επιστέγασμα και η
θεσμοποίηση αυτών των αλλαγών. Στην
ιστορία έχουν υπάρξει Συντακτικές
Συνελεύσεις που ήταν καρπός μιας λαϊκής
εξέγερσης ενάντια σε αυταρχικές και
οπισθοδρομικές κυβερνήσεις (όπως στη
γαλλική επανάσταση ή στη ρωσική το 1917)
αλλά και Συντακτικές Συνελεύσεις που
άνοιξαν το δρόμο για περισσότερο ή
λιγότερο ριζικές αλλαγές όπως στην
Τσεχοσλοβακία το 194618,
στην Ελλάδα το 1925 και πρόσφατα στη
Βενεζουέλα και στη Βολιβία.
Σε
κάθε περίπτωση απαιτούνται συγκεκριμένες
προτάσεις και παρεμβάσεις με βάση το
σήμερα και προσανατολισμό το αύριο, και
όχι μια γενικόλογη αναφορά σε μια άλλη
δημοκρατία, εργατική, λαϊκή εξουσία ή
όπως αλλιώς την ονομάσει κανείς. Η
γενικολογία δεν μπορεί να πείσει για
την ανάγκη κίνησης προς την κατεύθυνση
αυτή19.
Χρειάζονται
καίριες μεταβολές στους παρακάτω άξονες:
1.
Κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας
καθώς χωρίς αυτήν η έννοια της δημοκρατίας
καθίσταται φενάκη.
2.
Εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής
δημοκρατίας και απαλλαγή της από
μηχανισμούς νόθευσης της λαϊκής βούλησης.
3.
Ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας με
την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας.
4.
Αποκατάσταση και διεύρυνση των ελευθεριών
για το λαό ώστε να έχει τη δυνατότητα
δράσης και διεκδίκησης.
5.
Εκδημοκρατισμός στο χώρο των μέσων
μαζικής ενημέρωσης που τον λυμαίνονται
πέντε – έξι ολιγάρχες διαμορφώνοντας
έτσι τις πολιτικές και πολιτιστικές
αντιλήψεις της κοινωνίας.
6.
Εκδημοκρατισμός των συνδικάτων ώστε
να μπορέσουν να αποτελέσουν πραγματικά
όπλα στα χέρια της εργατικής τάξης και
όχι κρατικο-γραφειοκρατικούς μηχανισμούς
εκμαυλισμού.
7.
Ριζική αναδόμηση και εκδημοκρατισμός
στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα
ασφαλείας. Το ζήτημα είναι κρίσιμο
προκειμένου να διασφαλιστεί η θωράκιση
της δημοκρατίας από υπονομευτικές και
πραξικοπηματικές ενέργειες.
8.
Ριζικός εκδημοκρατισμός της δημόσιας
διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματικό
εργαλείο των κοινωνικών αλλαγών και να
τεθεί στην υπηρεσία του πολίτη και όχι
των μεγάλων συμφερόντων και της διαφθοράς.
9.
Ριζικός εκδημοκρατισμός της Δικαιοσύνης.
1.
Εθνική Ανεξαρτησία
Χρειάζεται
απεμπλοκή της χώρας μας από το καθεστώς
επιτροπείας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Οι
παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων που όχι
μόνο ζημιώνουν αλλά και προσβάλλουν
την αξιοπρέπεια του λαού μας και
υπονομεύουν το μέλλον της πατρίδας μας
πρέπει να σταματήσουν. Χωρίς πραγματική
εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει
αληθινή δημοκρατία. Όταν τα σημαντικότερα
νομοθετήματα προέρχονται από το
εξωτερικό, όταν οι βασικές αρχές της
αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής
χαράσσονται επίσης στο εξωτερικό, δεν
μπορεί να γίνει λόγος στα σοβαρά για
δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία. Η χώρα
μας πρέπει να ακολουθήσει ενεργητική,
ανεξάρτητη, φιλειρηνική, πολυδιάστατη
πολιτική έξω από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
-
Καμία εκχώρηση οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας. Οι διεθνικές σχέσεις της χώρας πρέπει και μπορούν να αναπτυχθούν ολόπλευρα και πολύπλευρα σε ισότιμη βάση.
-
Συνταγματική απαγόρευση της εγκατάστασης ξένων στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων.
-
Συνταγματική κατοχύρωση πραγματικής οικονομικής ανεξαρτησίας και ανάπτυξης σε όφελος του λαού: (i) οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας αποτελούν δημόσια ιδιοκτησία, (ii) ο κρατικός τομέας αποτελεί την ατμομηχανή της ανάπτυξης, και (iii) η εθνική οικονομία αναπτύσσεται βάσει σχεδίου, η έγκριση του οποίου γίνεται από τη Βουλή με τη δημοκρατική συμμετοχή των συνδικάτων και εν γένει των μαζικών φορέων των εργαζομένων.
2.
Εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής
δημοκρατίας
Είναι
αναγκαία η λήψη μέτρων που καθιστούν
την αντιπροσωπευτική δημοκρατία πιο
γνήσια, που την απαλλάσσουν από τα πιο
κραυγαλέα στοιχεία νόθευσης της έκφρασης
λαϊκής βούλησης
-
Υιοθέτηση απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος, για όλες τις εκλογικές διαδικασίες (βουλευτικές, τοπικής αυτοδιοίκησης, συνδικαλιστικές κ.ά.).
-
Θέσπιση της δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων (βουλευτών, δημοτικών συμβούλων κ.ά.) και πρόκλησης έκτακτων εκλογών σε τοπικό ή πανεθνικό επίπεδο, όταν το επιθυμεί ο λαός. Μέχρι σήμερα, η ανάδειξη μίας κυβέρνησης καθιστά το λαό ανίσχυρο, αφού δεν έχει τρόπο να αντιμετωπίσει την πολύ συχνή μεταστροφή της κυβέρνησης από τις προεκλογικές δεσμεύσεις της. Έτσι, οι ψηφοφόροι παρακολουθούν αποσβολωμένοι και αδύναμοι σχεδόν την πάγια περίπου τακτική των κυβερνητικών κομμάτων. Το όπλο των έκτακτων εκλογών μπορεί να το αξιοποιήσει μόνο η κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία καθορίζει το χρόνο των εκλογών ανάλογα με τους σχεδιασμούς της για να εξασφαλίσει την επανεκλογή της. Θα πρέπει, λοιπόν, να θεσμοθετηθεί η δυνατότητα του λαού, από τα κάτω, να ανακαλεί τους αντιπροσώπους του και να προκαλεί εκλογές, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Τεχνικά, υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γίνει αυτό. Ένας τρόπος είναι εκείνος που καθιερώνουν τα Συντάγματα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας όπου οι εκλογείς, με την προϋπόθεση της συγκέντρωσης ενός αριθμού υπογραφών (π.χ. το 20%) μπορούν να προκαλέσουν δημοψήφισμα (τοπικό ή πανεθνικό) με το ερώτημα της ανάκλησης των αντιπροσώπων. Αν η πλειοψηφία απαντήσει καταφατικά, ακολουθούν εκλογές για την ανάδειξη νέων αντιπροσώπων.
-
Κατάργηση κάθε μισθολογικής ή άλλης προνομιακής μεταχείρισης για τους αντιπροσώπους του λαού: βουλευτές, υπουργοί, δήμαρχοι, γενικοί γραμματείς κ.ά. αμείβονται με ένα συνηθισμένο μέσο μισθό. Αυτό μπορεί να μην εξαλείψει τη διαφθορά αλλά σίγουρα θα την περιορίσει.
-
Αναβάθμιση του κεντρικού αντιπροσωπευτικού οργάνου του λαού, δηλαδή της Βουλής, ώστε να ελέγχεται ασφυκτικά και αποτελεσματικά η εκτελεστική εξουσία. Το σύνολο της εξουσίας πρέπει να ανήκει στη Βουλή. Είναι απαραίτητος ένας ουσιαστικότερος ρόλος των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών με διεύρυνση του ρόλου τους, χωρίς όμως η διεύρυνση του ρόλου αυτού να γίνει σε βάρος του νομοθετικού έργου της Ολομέλειας της Βουλής. Χρειάζεται να εξασφαλιστεί η πλήρης και ουσιαστική ενημέρωση της Βουλής από την εκάστοτε κυβέρνηση για την ασκούμενη πολιτική, ουσιαστικός και διαρκής διακομματικός κοινοβουλευτικός έλεγχος όλων των κρατικών και κυβερνητικών τομέων δραστηριότητας και υπηρεσιών, ιδίως των κρίσιμων της εθνικής άμυνας, των εξωτερικών υποθέσεων και της δημόσιας τάξης20.
-
Παράλληλα, απαιτείται ο περιορισμός της ασυδοσίας της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας στον τρόπο και τις διαδικασίες συζήτησης των νομοσχεδίων (άρθρο 76 του Συντάγματος). Μπορεί, για παράδειγμα, να προβλέπεται ειδική πλειοψηφία για να ακολουθηθεί η διαδικασία της συζήτησης ενός νομοσχεδίου ως κατεπείγοντος.
-
Γενικότερα, η λογική που πρέπει να διέπει τις σχέσεις Βουλής και κυβέρνησης να είναι η ενίσχυση του αντιπροσωπευτικού οργάνου το οποίο πρέπει να συγκεντρώσει τις μέγιστες εξουσίες στη λογική της κυβερνώσας Βουλής.
-
Χρειάζεται επίσης να ενισχυθεί η νομοθετική πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε να προβλέπεται η συζήτηση δύο φορές το μήνα των προτάσεων νόμων, καθώς και η δυνατότητα συζήτησής τους σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις (άρθρο 74 παρ. 6 του Συντάγματος). Απαιτείται ακόμη η κατάργηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος περιορισμών που εμποδίζουν τους βουλευτές και τα κόμματα να παίρνουν νομοθετικές πρωτοβουλίες αναφορικά με την πολιτική μισθών ή συντάξεων για το προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.
-
Ο θεσμός της νομοθετικής εξουσιοδότησης είναι αναγκαίος μόνο για έκτακτες συνθήκες. Η συνταγματική ιστορία, ελληνική και διεθνής, παλαιότερη και πιο πρόσφατη, καταδεικνύει ότι ο θεσμός αποτελεί μορφή υφαρπαγής της εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση σε βάρος του αντιπροσωπευτικού οργάνου, ακόμη και παραβιάσεων του Συντάγματος και καταχρήσεων21. Άρα, οι προϋποθέσεις των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων πρέπει να γίνουν πολύ αυστηρές ενώ μερικές ακραίες μορφές όπως οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του άρθρου 44 παρ. 1 θα μπορούσαν ακόμη και να καταργηθούν. Η παρακολούθηση της τήρησης των ορίων, των χρονοδιαγραμμάτων και της εφαρμογής πρέπει να είναι έργο της Βουλής και των αρμόδιων επιτροπών της, ώστε να μην αφήνεται περιθώριο αυθαιρεσίας στην εκάστοτε κυβέρνηση. Αντί της διολίσθησης της εξουσίας στην εκτελεστική λειτουργία, χρειαζόμαστε ένα μοντέλο κυβερνώσας Βουλής, όπου η Βουλή όχι μόνο θα ελέγχει αλλά θα καθοδηγεί και κατευθύνει την κυβέρνηση στην τρέχουσα δραστηριότητά της.
3.
Άμεση δημοκρατία
Ενίσχυση
της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με
ισχυρές ενέσεις άμεσης δημοκρατίας.
Αυτό μπορεί να γίνει με θεσμούς όπως:
-
δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο
-
λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δυνατότητα δηλαδή των πολιτών με ένα ελάχιστο όριο υπογραφών ή μέσω των μαζικών τους φορέων να υποβάλουν προς συζήτηση στη Βουλή ένα σχέδιο νόμου.
-
λαϊκές συνελεύσεις, σε συνοικιακό ή και σε εργασιακό επίπεδο, με αποφασιστικές αρμοδιότητες για τα τοπικά ζητήματα αλλά και έκφραση γνώμης για τα γενικότερα. Η σχετική εμπειρία του σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου και της λαϊκής αυτοδιοίκησης την περίοδο της εθνικής αντίστασης μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί.
4.
Λαϊκές Ελευθερίες
-
Κατάργηση των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
-
Συνταγματική κατοχύρωση, χωρίς περιοριστικούς όρους, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της απεργίας, της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, ιδίως στους εργασιακούς χώρους.
-
Κατάργηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, των κυρωτικών νόμων της Συνθήκης Schengen, της Europol και όλων των σχετικών συνθηκών, όπως είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και παράδοσης, οι αντιτρομοκρατικές συμφωνίες, ακόμη και κάποιες από τις συμφωνίες έκδοσης και δικαστικής συνδρομής.
-
Κατάργηση ιδίως του αντισυνταγματικού π.δ. 141/1991, το οποίο είναι βασική πηγή της αστυνομικής αυθαιρεσίας, αλλά και τροποποίηση όλης της συναφούς αστυνομικής νομοθεσίας.
-
Αυτοπροστασία της δημοκρατίας με απαγόρευση κάθε ναζιστικής και φασιστικής δραστηριότητας και οργάνωσης, εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας για την τιμωρία όλων των σχετικών εγκλημάτων.
5.
Μέσα μαζικής ενημέρωσης
Χρειάζεται
κοινωνικός, δημοκρατικός, λαϊκός έλεγχος
σε όλες τις μορφές πληροφόρησης, σε
πρώτη φάση ονομαστικοποίηση όλων των
μετοχών των ΜΜΕ, αποτελεσματική νομοθεσία
για την αποφυγή της εσκεμμένης
παραπληροφόρησης. Υπάρχει ανάγκη
εκδημοκρατισμού, ενίσχυσης και αναβάθμισης
των δημοσίων ηλεκτρονικών μέσων μαζικής
ενημέρωσης, περιορισμού έως και κατάργησης
της δυνατότητας δράσης του μεγάλου
κεφαλαίου στον τομέα αυτόν.
-
Ιδίως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο καθίστανται αποκλειστικά περιουσία και υπόθεση όλων των Ελλήνων. Η πλουτοκρατική ολιγαρχία πρέπει να εξοβελιστεί. Δεν μπορεί 4-5 ισχυροί επιχειρηματίες να καθορίζουν τις πολιτικές, ιδεολογικές, πολιτιστικές αντιλήψεις ενός ολόκληρου λαού.
-
Το δημόσιο διαχειρίζεται τις συχνότητες με δημοκρατικό τρόπο. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση διοικείται από συλλογικό όργανο, το οποίο δεν θα διορίζεται από την κυβέρνηση, αλλά στο οποίο θα συμμετέχουν αναλογικά εκπρόσωποι των κομμάτων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των εργαζομένων στο χώρο των μέσων ενημέρωσης. Στο διοικητικό αυτό όργανο οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με αυξημένη πλειοψηφία και, άρα, με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Μέρος των συχνοτήτων θα πρέπει να παρέχεται, μαζί με τη σχετική υποδομή, στα πολιτικά κόμματα, στις συνδικαλιστικές και άλλες ενώσεις των εργαζομένων, στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η συλλογική, δημοκρατική διοίκηση και η προβολή όλων των ιδεολογικών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, πολιτιστικών απόψεων και ρευμάτων πρέπει να είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη.
6.
Συνδικάτα
-
Οι μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων γενικότερα μπορούν να αποτελέσουν φορείς συμμετοχής και ελέγχου του λαού στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα: τοπικό, εθνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό. Μπορούν να αποτελέσουν, επίσης, αποτελεσματικά μέσα εργατικού και λαϊκού ελέγχου του κρατικού μηχανισμού. Για να παίξουν αυτό το ρόλο, όμως, χρειάζεται η άνοδος της ταξικής-κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων αλλά και ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος.
-
Στοιχειώδη μέτρα είναι: η απαλλαγή των συνδικάτων από τις εστίες διαφθοράς των συνδικαλιστών από την εργοδοσία και το κράτος, η εξασφάλιση δημοκρατικών εσωτερικών διαδικασιών, η τόνωση των στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, η διασφάλιση της δυνατότητας των εργαζομένων να ανακαλούν οποτεδήποτε τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους τους, η πλήρης συνδικαλιστική ελευθερία στους χώρους εργασίας.
7.
Εκδημοκρατισμός ενόπλων δυνάμεων και
σωμάτων ασφαλείας
-
Διάλυση φασιστικών, παρακρατικών θυλάκων και μηχανισμών. Κατάργηση διεφθαρμένων υπηρεσιών και τομέων.
-
Διακοπή των σχέσεων με όλους τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (Schengen, Frontex, Europol, κ.ά.).
-
Ψήφιση από τη Βουλή νόμων αλλά και καλλιέργεια κλίματος, το οποίο να ευνοεί τις πολιτικές ελευθερίες και τη συνδικαλιστική δράση τόσο των μονίμων στελεχών όσο και των στρατευμένων.
-
Αναμόρφωση της εκπαίδευσης των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ώστε να παρέχεται υψηλό επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο μόρφωσης παράλληλα με την εμπέδωση πνεύματος δημοκρατίας, προσήλωσης στο λαό, στην εθνική ανεξαρτησία και στο Σύνταγμα.
-
Νέο νομικό πλαίσιο που να εμπεδώνει την αξιοκρατία και τη συμμετοχή των αξιωματικών σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα επαγγελματικά τους δικαιώματα.
-
Ψήφιση από τη Βουλή νέων Κανονισμών που να εμπεδώνουν τη δημοκρατία και το σεβασμό της προσωπικότητας μαζί με την αναγκαία πειθαρχία.
-
Χρειάζεται νέο νομικό πλαίσιο, το οποίο θα διέπει την οργάνωση, τη λειτουργία και τον προσανατολισμό των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων. Δημοκρατική αναμόρφωση του σχετικού ποινικού και πειθαρχικού δικαίου.
-
Δημιουργία νέων, δημοκρατικών δομών, οι οποίες θα καλλιεργούν στενές σχέσεις με το λαό, σχέσεις σεβασμού προς τον πολίτη.
-
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι μαζικοί φορείς τους θα πρέπει να εμπλακούν στην εποπτεία και στη συμμετοχή στο έργο των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας. Είναι αναγκαία η διοχέτευση και καλλιέργεια μίας άλλης νοοτροπίας. Τα συνδικάτα και οι μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή στο έργο της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας και τον έλεγχο των κρατικών μηχανισμών με τη θεσμοθέτηση συστήματος παλλαϊκής άμυνας.
8.
Εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης
*
Αναπροσανατολισμός της δημόσιας
διοίκησης στην εξυπηρέτηση του λαού
και του πολίτη και όχι στην εξυπηρέτηση
των μεγάλων συμφερόντων και των
πελατειακών σχέσεων, όπως συμβαίνει
σήμερα.
*
Κατάργηση ή αναδιαμόρφωση διεφθαρμένων
υπηρεσιών και τομέων.
*
Πλήρης διασφάλιση των συνδικαλιστικών
και λοιπών εργασιακών δικαιωμάτων των
εργαζομένων.
*
Εκδημοκρατισμός του δημοσιοϋπαλληλικού
κώδικα.
*
Συμμετοχή των εργαζομένων με αιρετούς
και οποτεδήποτε ανακλητούς εκπροσώπους.
9.
Δικαιοσύνη
-
Εκδημοκρατισμός της διοίκησης και απαλλαγή από τον ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό. Ένα αντιπροσωπευτικό όργανο, όπου θα εκπροσωπούνται αναλογικά οι πολιτικές δυνάμεις, οι δικαστές, οι εργαζόμενοι στο χώρο της Δικαιοσύνης, και τα συνδικάτα των εργαζομένων, μπορεί να έχει την αρμοδιότητα του διορισμού της ηγεσίας της. Κατά τα υπόλοιπα πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως το αυτοδιοίκητο.
-
Απαιτείται αλλαγή του νομικού πλαισίου για να εκδημοκρατιστεί η εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης (π.χ. εκδημοκρατισμός του πειθαρχικού δικαίου, αφαίρεση της δυνατότητας πειθαρχικού ελέγχου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ.λπ.), διαφύλαξη και ενίσχυση των εργασιακών, μισθολογικών, συνταξιοδοτικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων των δικαστών, σύσφιξη των σχέσεων των δικαστών και των συνδικαλιστικών τους ενώσεων με την υπόλοιπη κοινωνία και ιδίως με εκείνο το τμήμα της που υφίσταται τις βαριές συνέπειες της κρίσης. Κρίσιμης σημασίας για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης είναι η πρόσληψη ικανού αριθμού νέων δικαστών.
Η
εφαρμογή του συνόλου αυτών των προτάσεων,
με βάση τις παρούσες συνθήκες, θα οδηγήσει
σε μια νέου τύπου, λαϊκή δημοκρατία και
θα συμβάλλει στην έξοδο από την κρίση
σε όφελος των εργαζομένων. Θα ανοίξει
επίσης, υπό προϋποθέσεις, το δρόμο για
την οικοδόμηση άλλου τύπου κοινωνικών
σχέσεων. Ως γνωστό, “θέλει αρετή και
τόλμη η ελευθερία”.
3
Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ.
Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος,
Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση
της πρότασης για μια προοδευτική
αναθεώρηση”, avgi.gr,
27/3/2017.
4
Βλ. Θ.
Διαμαντόπουλος, Θεσμοί,
κρίση και ρήξη,
Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2016, ιδίως σελ. 27 επ.
αλλά και τις
σχετικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, Η
Καθημερινή,
10/3/2016.
5
Βλ. Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος, Κ.
Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος,
Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση
της πρότασης για μια προοδευτική
αναθεώρηση”, avgi.gr,
27/3/2017.
6
Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης
κά., Ένα
καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα,
Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 57-58, 117,
122, 125.
7
Βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτος, “Τα
δημοψηφίσματα του κ. Τσίπρα”, εφημ. Η
Καθημερινή,
31/7/2016 και
Γ. Σωτηρέλης, ¨Παρανοήσεις και στρεβλώσεις
για την “άμεση δημοκρατία””, Εφημερίδα
των Συντακτών,
3/9/2016 και Ο. Αθανασιάδου, “Οι
αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην
αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη
ή σύγκρουση;”, www.constitutionalism.gr
αλλά
και Κ. Δουζίνας, “Το συνταγματικό
παράδοξο”, Εφημερίδα
των Συντακτών,
13/3/2017.
8
Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Στ. Τσακυράκης, Ε.
Βενιζέλος, Μια
συζήτηση για το Σύνταγμα και τη
δημοκρατία,
Αθήνα, εκδ. Ποικίλη Στοά, 2016, σελ. 20, 33,
46.
9
Βλ. την πρόταση για
50 χιλιάδες στο Ν.
Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα
καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα,
οπ.π., σελ. 126.
10
Βλ. Ν.
Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης κά., Ένα
καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα,
οπ.π., σελ. 128-129,
101.
12
Βλ. και Χ. Βερναρδάκης, Α. Δημητρόπουλος,
Κ. Ζώρας, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος,
Κ. Χρυσόγονος, “Συνοπτική παρουσίαση
της πρότασης για μια προοδευτική
αναθεώρηση”, avgi.gr,
27/3/2017.
14
Βλ. Δ. Καλτσώνης, Θ.
Μαριόλης, Κ. Παπουλής, Μετωπικό
πρόγραμμα δι-εξόδου από τη κρίση,
Αθήνα, εκδ. Κοροντζής, 2017.
15
Υπενθυμίζεται
ότι στα άρθρα 28 και 80, από την αναθεώρηση
του Συντάγματος το 2001, κατοχυρώθηκε
συνταγματικά η υποταγή της Ελλάδας
στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των ερμηνευτικών
δηλώσεων που προστέθηκαν τότε με την
από κοινού ψήφισή τους από την κυβέρνηση
του ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ως αξιωματική
αντιπολίτευση. Το άρθρο 107 κατοχυρώνει
τα σκανδαλώδη προνόμια του εφοπλιστικού
κεφαλαίου. Έχει μια μακρά ιστορία:
υπήρχε ως άρθρο 112 στο Σύνταγμα του
1952. Το ξανασυναντάμε στα χουντικά
“συνταγματικά” κείμενα. Είναι επίσης
ένα από τα άρθρα της συντακτικής πράξης
με την οποία αποκαταστάθηκε η δημοκρατία
του 1974. Η Συντακτική Πράξη είχε μόνο 15
άρθρα με σκοπό να ρυθμίσει προσωρινά
τα πράγματα επαναφέροντας βασικά σε
προσωρινή ισχύ τις θεμελιώδεις διατάξεις
του Συντάγματος του 1952 εκτός των
διατάξεων περί πολιτεύματος που κρίθηκαν
αργότερα με το πολιτειακό δημοψήφισμα.
Είναι εντυπωσιακό και ενδεικτικό ότι
ένα από τα 15 αυτά άρθρα θέλησαν οι
συντάκτες της Πράξης να υπενθυμίσει
και κατοχυρώσει τα προνόμια των
εφοπλιστών. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Συνταγματική
Ιστορία της Ελλάδας (1821-2001),
Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2017, σελ. 213 επ., 250 επ., 255
επ.
16
Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το
δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας,
Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 47 επ.
17
Μορφή «εγκοίτωσης»
των λαϊκών διεκδικήσεων, όπως έγραφε
ο Σβώλος για το Σύνταγμα του 1911, βλ.
Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή
στην ελληνική συνταγματική ιστορία,
Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1981,
σελ. 99 και Ν.
Αλιβιζάτος, Το
Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική
ιστορία 1800-2010,
Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 595 επ., 659 επ.
19
Βλ. Δ.
Καλτσώνης, “Χρειάζονται μεταβατικά
αιτήματα στο δρόμο για την επαναστατική
αλλαγή; Η προσέγγιση του Λένιν” στον
τόμο Δ. Καλτσώνης, Χ. Κεφαλής κά., Θεωρία
της μετάβασης και σοσιαλιστική
εναλλακτική,
Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2015, σελ. 89 επ.
20
Βλ.
Ν. Αλιβιζάτος, Η
συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων,
Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987,
σελ. 252 επ.
21
Βλ. ενδεικτικά Α.
Μάνεσης, Συνταγματική
θεωρία και πράξη,
Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σελ. 244
επ., 277 επ.
στον τόμο Θ. Μαριόλης (επιμ.), Η βαρειά
βιομηχανία στην Ελλάδα – μελέτες στο
έργο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΑΤΣΗ, Θεσσαλονίκη,
εκδ. Τζιόλα, 2018, σελ. 294-304
(πρώτη δημοσίευση, περ. Μαρξιστική
Σκέψη, τ. 17, Απρ-Σεπτ
2015, σελ. 277-287)
Η επιστημονική ανάλυση του Δημήτρη
Μπάτση για τη δυνατότητα αυτοδύναμης
βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας
εντασσόταν στο πλαίσιο διεκδίκησης της
συγκρότησης μιας νέας κρατικής εξουσίας,
της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή
είχε καταγραφεί πολιτικά στο 7ο
συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 και στο «Πρόγραμμα
της Λαϊκής Δημοκρατίας» του πολιτικού
συνασπισμού του ΕΑΜ. Σε αυτά ακριβώς τα
πολιτικά κείμενα, καθώς και στη σχετική
εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο
συνέδριο του ΚΚΕ, παρέπεμπε ευθέως ο
Μπάτσης για να διευκρινίσει το πολιτικό
πλαίσιο ανάλυσης της μελέτης του.
Ο Δημήτρης Μπάτσης θεωρούσε ότι για το
έργο της βιομηχανικής ανόρθωσης της
χώρας και για την ανάταξη του επιπέδου
ζωής του ελληνικού λαού έπρεπε να ληφθούν
υπόψη: «1. πως είναι οικονομία χώρας
με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης…
2. πως είναι οικονομία με μονόπλευρη και
ασθενική ανάπτυξη των παραγωγικών της
δυνάμεων, που συνδέεται αναπόσπαστα
από το γεγονός: 3. πως εξαρτάται ολόπλευρα
από το ξένο κεφάλαιο». Υποστήριζε
επίσης πως πρέπει να εκλείψουν «οι
βασικές αιτίες που προκαλούν και
στηρίζουν το καθεστώς αυτό. Και ποιες
είναι αυτές οι αιτίες;
Είναι πρώτα απ’ όλα η πολιτική κυριαρχία
της σημερινής οικονομικής ολιγαρχίας,
που από το ένα μέρος κρατάει την οικονομία
στο μαρασμό και στην καθυστέρηση που
είδαμε, και από το άλλο την έχει υποδουλώσει
στο ξένο κεφάλαιο και στα πολιτικά και
οικονομικά του συμφέροντα. Η υποδούλωση
αυτή εξυπηρετεί φυσικά τους ταξικούς
σκοπούς των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών
τάξεων.
Βασικό αίτημα για να αναπλαστεί η χώρα
μας είναι να πάψει η πολιτική εκμετάλλευση
και κυριαρχία των τάξεων αυτών, και να
καταργηθεί η προνομιακή εκμετάλλευση
της οικονομίας μας από το ξένο κεφάλαιο»1.
Ο Μπάτσης θεωρούσε ότι είναι σημαντικό
να επιλυθεί το «πρόβλημα της εξουσίας…
Την εξουσία πρέπει να πάρει ο συνασπισμός
της μαχητικής συμμαχίας της εργατικής
τάξης με την αγροτιά και με τα μεσαία
στρώματα στις πόλεις (επαγγελματίες,
βιοτέχνες, διανόηση)»2.
Θεωρούσε επομένως αναγκαία την
αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας
από μια άλλου τύπου εξουσία, τη λαϊκή
δημοκρατία. Η τελευταία θα δημιουργούσε
τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική
οικονομία. «Θα ήταν λοιπόν ανεδαφικό,
αν υποστηρίζαμε πως μια οικονομία που
δε δημιούργησε ακόμα τις προϋποθέσεις
για την τεχνική της ανοικοδόμηση σε
ανώτερη βάση μπορεί να οργανωθεί άμεσα,
όμως μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική
οικονομία». «Η λαϊκή δημοκρατία θα
προετοιμάσει τη χώρα για το γρήγορο
πέρασμα στο σοσιαλισμό… Διαφέρει όμως
και από τη σοσιαλιστική δημοκρατία αν
και τείνει προς αυτή»3.
Τα βασικά χαρακτηριστικά
Τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους
αυτού, σύμφωνα με τον Μπάτση και γενικότερα
τους υποστηρικτές της αντίληψης ήταν:
Πρώτο, το κράτος αυτό θα ήταν εκφραστής
κοινωνικών συμφερόντων διαφορετικών
από εκείνων του αστικού κράτους. Το
αστικό κράτος κατά τη μαρξιστική αντίληψη
εκφράζει, ως γνωστό, τα συμφέροντα της
αστικής τάξης. Το κράτος της Λαϊκής
Δημοκρατίας θα εξέφραζε την εργατική
τάξη, τους αγρότες (χωρίς να γίνεται
κάποια διαφοροποίηση στο εσωτερικό της
τάξης αυτής), τα μικροαστικά στρώματα
της πόλης4.
Δεύτερο, η Λαϊκή Δημοκρατία αποτελεί,
όπως διευκρινιζόταν στο σχέδιο
προγράμματος του ΚΚΕ (1945), ένα νέο τύπο
δημοκρατίας, «όπου η εξουσία είναι
στα χέρια του λαού που δεν είναι τυπικά
μόνο, όπως στην αστική δημοκρατία, ο
φορέας της εξουσίας μα ασκεί άμεσα όλες
τις εξουσίες… Η Λαϊκή Δημοκρατία
εξασφαλίζει την ανάπτυξη στον ανώτατο
βαθμό της πρωτοβουλίας και αυτενέργειας
των λαϊκών στρωμάτων… Η λαοκρατική
θεμελίωση της νέας εξουσίας στηρίζεται
σε μια πραγματική λαϊκή αυτοδιοίκηση
και δικαιοσύνη, σ’ έναν καινούργιο
απλούστερο κρατικό μηχανισμό χωρίς
δοσίλογους και φασίστες, σε λαϊκό στρατό
και σε λαϊκό σώμα ασφαλείας, σε μια βαθιά
δημοκρατική αναδιοργάνωση του θεσμού
της Εθνικής Αντιπροσωπείας και σ’ έναν
άμεσο και πλατύτατο λαϊκό, έλεγχο»5.
Οι αναφορές αυτές βασίζονταν στην
εμπειρία των λαοκρατικών θεσμών που
γεννήθηκαν και λειτούργησαν την περίοδο
του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια
στη ναζιστική κατοχή. Βρήκαν τη νομική
τους έκφραση ιδίως στο Α' Ψήφισμα της
Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης
και στην Πράξη 55 του Εθνικού Συμβουλίου
περί Λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης6.
Η λαϊκή αυτοδιοίκηση έθετε ως θεμέλιο
της κρατικής οργάνωσης τις λαϊκές
συνελεύσεις. Καθιέρωνε την αιρετότητα
και τη δυνατότητα ανάκλησης των
αντιπροσώπων του λαού.
Σε ανάλογο πνεύμα είχαν διατυπωθεί μετά
την απελευθέρωση οι προτάσεις του ΚΚΕ
για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Σε
αυτές περιλαμβανόταν η κατάργηση των
προνομίων του ξένου κεφαλαίου, η
απαγόρευση της παρουσίας ξένων βάσεων
και στρατευμάτων, η ενίσχυση των εξουσιών
της Βουλής σε βάρος της εκτελεστικής
λειτουργίας, η καθιέρωση της λαϊκής
νομοθετικής πρωτοβουλίας, η υιοθέτηση
της απλής αναλογικής και της δυνατότητας
ανάκλησης των βουλευτών7.
Στην ίδια λογική βρισκόταν και η Πράξη
1 της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης
που σχηματίστηκε το Δεκέμβριο του 1947
στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές8.
Τρίτο, το κράτος αυτό θα λάβει τα αναγκαία
μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας
της χώρας και την ανύψωση του βιοτικού
επιπέδου του λαού. Όπως αναφερόταν στην
πολιτική απόφαση του 7ου συνεδρίου
του ΚΚΕ, τα μέτρα αυτά ήταν η απαλλαγή
«από την οικονομική εξάρτηση του ξένου
κεφαλαίου, που δεν έχει συμφέρον να
ορθοποδήσει και να μεγαλουργήσει η
Ελλάδα στη ριγμένη στις δικές της
εσωτερικές δυνάμεις». Παράλληλα,
απαιτείται «η εθνικοποίηση της πίστης,
των μεγάλων μεταφορών, των βασικών
βιομηχανιών που έχουν πρωταρχική εθνική
σημασία». Τα τελευταία αυτά μέτρα
αποτελούν, κατά την αντίληψη αυτή, «το
βάθρο για να θεμελιωθεί η ακλόνητη
εθνική μας δύναμη και ανεξαρτησία»
αλλά, ταυτόχρονα, «ανοίγουν το δρόμο
για το πέρασμα από τη Λαϊκή Δημοκρατία
στη σοσιαλιστική»9.
Στο ίδιο πνεύμα, το Πρόγραμμα της
Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ ανέφερε
ενδεικτικά ορισμένα, πιο συγκεκριμένα
μέτρα όπως η κατάργηση των εξωτερικών
χρεών και του Διεθνούς οικονομικού
Ελέγχου καθώς και η κατάργηση όλων των
προνομίων των ξένων εταιρειών. Πέρα από
την εθνικοποίηση των παραπάνω τομέων,
αναφερόταν στην καθιέρωση ελέγχου του
κράτους της Λαϊκής Δημοκρατίας «με
συμμετοχή των εργατών σ’ όλες τις άλλες
μεγάλες βιομηχανίες»10.
Στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ υπήρχαν
δυο μικρές προσθήκες που καταδείκνυαν
τη δυναμική της πολιτικής της Λαϊκής
Δημοκρατίας: «κατάσχεση και εθνικοποίηση
των ξένων επιχειρήσεων» και έλεγχος
«σ’ όλες τις υπόλοιπες βιομηχανίες»
και όχι μόνο στις μεγάλες11.
Παράλληλα, στο σχέδιο προγράμματος του
ΚΚΕ αναφερόταν ρητά εκείνο που στο
πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του
ΕΑΜ υπονοούνταν: το κράτος της Λαϊκής
Δημοκρατίας δεν επρόκειτο να καταργήσει
πλήρως την ατομική ιδιοκτησία αλλά δεν
θα την άφηνε και ανεξέλεγκτη. «Η Λαϊκή
Δημοκρατία δεν καταργεί την ατομική
ιδιοκτησία και δεν περιορίζει την
ατομική πρωτοβουλία στον οικονομικό
τομέα παρά μονάχα προς όφελος του γενικού
λαϊκού κοινωνικού συμφέροντος. Αντίθετα
ενθαρρύνει κι ενισχύει κάθε ατομική
και οικονομική παραγωγική δραστηριότητα
που τείνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων του τόπου μέσα στα πλαίσια του
γενικού οικονομικού σχεδίου12».
Για τους αγρότες και τα μικροαστικά
στρώματα της πόλης προβλεπόταν ότι «θα
οργανωθεί εθελοντικά με τη βοήθεια και
ενίσχυση του κράτους σ’ ένα πυκνό δίχτυ
από συνεταιρισμούς παραγωγής –
κατανάλωσης»13.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το
κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν μια
μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης, των
αγροτών και των μικροαστών της πόλης.
Τον κυρίαρχο ρόλο στην οργάνωση της
κρατικής εξουσίας θα τον είχε η εργατική
τάξη, τόσο από άποψη κοινωνική, όσο ιδίως
από άποψη πολιτική μέσω του επαναστατικού
της κόμματος. Το κράτος αυτό θα αποτελούσε
ουσιαστικά το πρόπλασμα του σοσιαλιστικού
κράτους. Αυτό ομολογούνταν καθαρά. Η
μετεξέλιξη σε σοσιαλιστικό κράτος
προέκυπτε, πέρα από τις προθέσεις, με
απόλυτη ακρίβεια ως δυνατότητα από την
ίδια τη φυσιογνωμία της Λαϊκής Δημοκρατίας
αλλά και από το περιεχόμενο της οικονομικής
της πολιτικής.
Γιατί λαϊκή επανάσταση;
Η αντίληψη του Δ. Μπάτση ήταν επαναστατική.
Συνεπής στη μαρξιστική λενινιστική
ανάλυση, θεωρούσε ότι η ριζική αλλαγή
της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής
κατάστασης του λαού και της χώρας δεν
μπορούσε να γίνει παρά μόνο με επαναστατική
μεταβολή. Γιατί όμως η μαρξιστική σκέψη
της εποχής, και ο Μπάτσης μαζί με αυτήν,
δεν έκαναν λόγο για απευθείας συγκρότηση
σοσιαλιστικού κράτους; Γιατί αναφερόταν
στη λαϊκή επανάσταση και όχι στην
εργατική;
Η αιτία βρίσκεται στην ίδια την ανάπτυξη
των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα
εκείνη την περίοδο. Η χώρα χαρακτηριζόταν
ιστορικά από τη σχετική καθυστέρηση
στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων
(«μέσου επιπέδου ανάπτυξης»), την
οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική
εξάρτησή της από τις ισχυρές, ιμπεριαλιστικές
δυνάμεις, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην
αγροτική οικονομία και στο πολιτικό
εποικοδόμημα (βασιλεία). Αυτό είχε ως
συνέπεια, εκτός των άλλων, την ύπαρξη
μιας σχετικά ολιγάριθμης εργατικής
τάξης. Αντίστοιχα, σήμαινε ότι υπερτερούσαν
τα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού
και της πόλης.
Επομένως, εκ των πραγμάτων η επαναστατική
αλλαγή έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη της
τις ανάγκες των πλατιών αυτών μικροαστικών
στρωμάτων, κυρίως των αγροτών που
αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού.
Χωρίς αυτούς, καμιά σοβαρή κοινωνική
αλλαγή δεν μπορούσε να σημειωθεί.
Εξάλλου, οι αγρότες ήταν ο βασικός
αιμοδότης του κινήματος εθνικής
αντίστασης, του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι
την ηγεσία του αγώνα είχε η εργατική
τάξη και ο κομματικός της σχηματισμός.
Κατά συνέπεια, έπρεπε να βρεθούν τα
οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που
θα συνένωναν σε μια ενιαία κατεύθυνση
τις κοινωνικές αυτές δυνάμεις με τρόπο
ώστε να βελτιώνεται η ζωή και η θέση
τους στην κοινωνία και παράλληλα να
ικανοποιείται το σχέδιο για την κατάργηση
των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών
σχέσεων που ήταν τελικά η κοινή πηγή
της κακοδαιμονίας και να προωθείται η
μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία.
Για τον ίδιο λόγο η επανάσταση στην
Ελλάδα δεν οριζόταν ως εργατική,
σοσιαλιστική αλλά ως λαϊκοδημοκρατική
(ή εργατοαγροτική κατά την προκατοχική
ορολογία)14.
Τονιζόταν έτσι το μη αμιγές προλεταριακό
στοιχείο, το οποίο μπορεί να είχε τον
πρώτο λόγο στη διαδικασία αυτή, δεν είχε
όμως τον αποκλειστικό. Ετίθετο δηλαδή
για την εργατική τάξη ζήτημα κοινωνικών
συμμαχιών. Κινητήριες δυνάμεις της
επανάστασης ήταν η εργατική τάξη και
τα φτωχά και μεσαία στρώματα του χωριού
και της πόλης.
Η επανάσταση αυτή έπρεπε πρώτα να
επιλύσει ζητήματα που από άποψη κοινωνική
δεν αποτελούν σοσιαλιστικά αλλά,
θεωρητικά, μπορούν να υλοποιηθούν ακόμη
και στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τέτοια
ήταν η απαλλαγή από την εξάρτηση και η
εξάλειψη των φεουδαρχικών κατάλοιπων
στην ύπαιθρο και στο πολιτικό εποικοδόμημα.
Για τούτο οι μετασχηματισμοί αυτοί
ορίζονταν ως «αστικοδημοκρατικοί»15.
Βέβαια, η μαρξιστική σκέψη της εποχής
γνώριζε πως η επίλυση αυτών των αντιθέσεων
από την εργατική τάξη και τις άλλες,
συμμαχικές κοινωνικές δυνάμεις δεν
μπορεί παρά να αποτελεί προοίμιο του
σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των
κοινωνικών σχέσεων. Υπογραμμιζόταν ότι
από την αρχή η λαϊκή επανάσταση λαμβάνει
μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα όπως οι
εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των
επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Ο
ρυθμός της επέκτασης των σοσιαλιστικών
μέτρων εξαρτιόταν από την ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων, την ενίσχυση της
κοινωνικής και πολιτικής θέσης της
εργατικής τάξης και από το βαθμό
συνειδητοποίησης από τα στρώματα των
μικροϊδιοκτητών, ιδίως από τους αγρότες,
της ανάγκης των σοσιαλιστικών
μετασχηματισμών.
Το θεωρητικό θεμέλιο
Το θεωρητικό θεμέλιο των αναλύσεων
αυτών του Μπάτση και του ΚΚΕ εντοπίζεται
στους κλασικούς του μαρξισμού, ιδίως
όμως στον Λένιν και στις επεξεργασίες
της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Οι βασικοί παράγοντες
που καθορίζουν κατά τον Λένιν το χαρακτήρα
μιας επανάστασης είναι πρώτιστα «ο
βαθμός της οικονομικής ανάπτυξης (όρος
αντικειμενικός)»
και, επιπρόσθετα, «ο
βαθμός της συνείδησης και της οργάνωσης
των πλατιών μαζών του προλεταριάτου
(όρος υποκειμενικός)»16.
Στις συνθήκες της
τσαρικής Ρωσίας ο Λένιν υποστήριξε την
επαναστατική ανατροπή του τσαρικού
καθεστώτος. Στην επανάσταση αυτή, η
εργατική τάξη έπρεπε να κατακτήσει τον
πρωτεύοντα, ηγεμονικό ρόλο και να
καταφέρει να συμπαρασύρει σε συμμαχία
μαζί της την αγροτιά. Η επανάσταση αυτή
θα ήταν δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική.
Στο βαθμό που αυτό γινόταν εφικτό, καρπός
μιας τέτοιας επανάστασης θα ήταν ένα
επαναστατικό δημοκρατικό καθεστώς μια
«επαναστατική
δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου
και της αγροτιάς».
Το καθεστώς αυτό δεν θα ήταν σοσιαλιστικό.
Θα λάμβανε μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα
εξάλειψης των φεουδαρχικών καταλοίπων,
ενίσχυσης της θέσης της εργατικής τάξης
και θα άνοιγε το δρόμο για το σοσιαλιστικό
μετασχηματισμό. Επομένως, η δημοκρατική
(με την έννοια της αντιφεουδαρχικής
είτε εθνικοαπελευθερωτικής είτε
αντιδικτατορικής) επανάστασης διαπλέκεται
στενά με τη σοσιαλιστική.
Η επανάσταση του
Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία ανέτρεψε
πράγματι το τσαρικό καθεστώς. Ωστόσο,
η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να
διαδραματίσει τον πρωτοπόρο, ηγεμονικό
ρόλο στην επανάσταση αυτή. Αντίθετα,
κυρίαρχο ρόλο βρέθηκαν να διαδραματίζουν
οι μικροαστικές δυνάμεις οι οποίες
παρέδωσαν ουσιαστικά την εξουσία στην
αστική τάξη. Για το λόγο αυτό ο Λένιν
θεώρησε ότι η «αστική
ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη
Ρωσία τελείωσε».
Η εξουσία της εργατικής τάξης και της
αγροτιάς («επαναστατική
δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου
και της αγροτιάς»)
πραγματοποιήθηκε μόνο «με
μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο
βαθμό»17.
Η οργάνωση των συμβουλίων (σοβιέτ), ενός
θεσμού επαναστατικού - δημοκρατικού
στη λειτουργία του, που εξασφάλιζε την
άμεση συμμετοχή των εργαζομένων, την
αιρετότητα, ανακλητότητα και τον έλεγχο
των αντιπροσώπων του λαού, η ένοπλη
οργάνωση του λαού ήταν τα θεμελιώδη
στοιχεία αυτής της εξουσίας. Σε αυτήν
όμως επικρατούσαν ακόμη τα μικροαστικά
στρώματα και οι μικροαστικές πολιτικές
δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν την εξουσία
στην αστική τάξη. Για την ακρίβεια,
υπήρξε μια προσωρινή, ιδιόμορφη συνύπαρξη
– σύμπλεξη ανάμεσα στα σοβιέτ (όπου
όμως κυριαρχούσαν οι μικροαστικές
δυνάμεις) και στην αστική τάξη η οποία
ανέλαβε την εξουσία λόγω της κυριαρχίας
των μικροαστών στα σοβιέτ (δυαδική
εξουσία)18.
Λίγο μετά την
αστικοδημοκρατική επανάσταση του
Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία, προετοιμάζοντας
τη σοσιαλιστική επανάσταση που ακολούθησε
τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Λένιν
υποστήριζε ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές
συνθήκες που «αποτελούν
εγγύηση ότι η επανάσταση δεν θα περιοριστεί
στο πρώτο στάδιο»19.
Η ουσία της ανάλυσης αυτής επαναλήφθηκε
στην εισήγησή του στο σημαντικό 2ο
συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Σημείωνε ότι η ρωσική επανάσταση
μετά τον Οκτώβριο του 1917 «πέρασε ένα
«γενικό δημοκρατικό», δηλαδή στην ουσία
αστικοδημοκρατικό, στάδιο πάλης όλης
της αγροτιάς στο σύνολό της ενάντια
στους τσιφλικάδες»20.
Η θέση για μετεξέλιξη
της δημοκρατικής επανάστασης σε
σοσιαλιστική αποτέλεσε μια σταθερή
αναφορά της λενινιστικής σκέψης21.
Δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Λένιν22.
Στο έργο του Η
προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης
Κάουτσκι που
γράφτηκε το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν
συνέχισε να υποστηρίζει σταθερά το
σχήμα της μετεξέλιξης της δημοκρατικής
επανάστασης σε σοσιαλιστική και
υπογράμμιζε ότι «η
επανάστασή μας είναι αστική, όσο καιρό
πάμε μαζί με την αγροτιά σαν σύνολο…
Ποτέ δεν αποπειραθήκαμε να υπερπηδήσουμε
αυτό το απαραίτητο σκαλοπάτι της
ιστορικής πορείας ή να το καταργήσουμε
με διατάγματα».
Παράλληλα επισήμαινε ότι «η
προσπάθεια να ορθωθεί τεχνητό σινικό
τείχος ανάμεσα στη μια και στην άλλη,
να χωριστεί η μια από την άλλη με οτιδήποτε
άλλο εκτός από το βαθμό προετοιμασίας
του προλεταριάτου και το βαθμό της
ένωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού,
είναι η μεγαλύτερη διαστρέβλωση του
μαρξισμού»23.
Το 1921, τέσσερα χρόνια
μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917,
ο Λένιν επιβεβαίωσε την προσήλωσή του
στην παραπάνω ανάλυση: «δεν
μπόρεσαν να καταλάβουν την τέτια σχέση
ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και
στην προλεταριακή-σοσιαλιστική
επανάσταση. Η πρώτη μετεξελίσσεται στη
δεύτερη. Η δεύτερη λύνει, ανάμεσα στ’
άλλα, τα προβλήματα της πρώτης. Η δεύτερη
κατοχυρώνει το έργο της πρώτης. Ο αγώνας
και μόνο ο αγώνας κρίνει κατά πόσο η
δεύτερη κατορθώνει να ξεπεράσει την
πρώτη»24.
Με αφετηρία αυτή
την ανάλυση, ο ίδιος ο Λένιν και μετέπειτα
η Κομμουνιστική Διεθνής διέκριναν
ουσιαστικά τρεις πιθανούς τύπους
επαναστάσεων στη σύγχρονη εποχή25.
Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες
μπορούσαν να γίνουν σοσιαλιστικές
επαναστάσεις, καθώς η ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων είχε δώσει στην
εργατική τάξη κυρίαρχη θέση και η
μικροϊδιοκτησία είχε σχεδόν πλήρως
εξαλειφθεί. Στις χώρες μέσου επιπέδου
ανάπτυξης, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό
επίπεδο, η εργατική τάξη ήταν αδύναμη
αριθμητικά και όπου υπήρχαν υπολείμματα
μισοφεουδαρχικά στην αγροτική οικονομία
και γενικότερα πλατιά στρώματα
μικροϊδιοκτητών, ήταν πιθανές είτε
δημοκρατικές επαναστάσεις που θα
μετασχηματίζονταν γρήγορα σε σοσιαλιστικές,
είτε σοσιαλιστικές επαναστάσεις που
θα είχαν όμως να επιλύσουν πρώτα πολλά
ζητήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα.
Στις καθυστερημένες χώρες (αποικίες
κλπ.) ήταν αναγκαίες οι δημοκρατικές
επαναστάσεις και ο περαιτέρω μετασχηματισμός
τους σε σοσιαλιστικές.
Διαφορετική ήταν
η προσέγγιση του Τρότσκι ο οποίος
θεωρούσε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση
ετίθετο ως ιστορικό καθήκον ακόμη και
εκεί όπου υπήρχαν πλατιά στρώματα
μικροϊδιοκτητών26.
Το ρεύμα αυτό ταύτιζε την εξουσία της
εργατικής τάξης και των αγροτικών
στρωμάτων (την «επαναστατική
δικτατορία της εργατικής τάξης και της
αγροτιάς»)
με την σοσιαλιστική, εργατική εξουσία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνει
υπόψη του επαρκώς την ανάγκη διαμόρφωσης
αιτημάτων και στόχων που μπορούν να
συνενώσουν τον αγώνα της εργατικής
τάξης με τα αγροτικά και τα άλλα
μικρομεσαία στρώματα, να υποτιμά τα
δημοκρατικά αιτήματα και να θέτει άμεσα
ζήτημα σοσιαλιστικής επανάστασης χωρίς
πάντοτε να υφίστανται οι αντικειμενικές
και υποκειμενικές προϋποθέσεις27.
Για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο
ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα βρέθηκε
απομονωμένο από τα εργατικά και λαϊκά
στρώματα τόσο στην Ελλάδα (ιδιαίτερα
την κρίσιμη δεκαετία του 1940) όσο και
γενικά.
Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους
Ο λόγος που ο Μπάτσης και το
ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα στο οποίο
εντασσόταν έκανε λόγο για κράτος της
Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι για σοσιαλιστικό
θεμελιώνεται και από τη συγκεκριμένη
εξέταση του κοινωνικού περιεχομένου
της κρατικής εξουσίας.
Ο ίδιος ο βαθμός καπιταλιστικής ανάπτυξης
καθορίζει πρώτιστα όχι μόνο το χαρακτήρα
της επανάστασης αλλά και τη φυσιογνωμία
του κράτους που προκύπτει από αυτήν.
Ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν
στον καθορισμό του πραγματικού και όχι
του εξαγγελλόμενου ταξικού χαρακτήρα
του κράτους;
Με βάση τη μαρξιστική λενινιστική
θεωρία, για να υπάρξει εργατικό,
σοσιαλιστικό κράτος δεν αρκεί η κατάκτηση
της κυβέρνησης από το επαναστατικό
κόμμα της τάξης αυτής. Υπάρχουν μια
σειρά προϋποθέσεις που πρέπει να
εξετάζονται: 1. Η επαναστατική ανατροπή
της εξουσίας της αστικής τάξης και η
διάλυση της ουσίας του αστικού κρατικού
μηχανισμού. 2. Η αντικατάσταση των δομών
αυτών από νέους, τύπου Παρισινής
Κομμούνας, δηλαδή από θεσμούς που
διακρίνονται για την άμεση δυνατότητα
ουσιαστικής συμμετοχής της εργατικής
τάξης και του λαού στη διαχείριση των
υποθέσεών τους (πλήρης εφαρμογή των
αρχών της αιρετότητας, ανακλητότητας,
εναλλαγής, ελέγχου από τα κάτω όλων των
αντιπροσώπων και όλων των υπεύθυνων
κρατικών λειτουργών). 3. Στους θεσμούς
αυτούς, η εργατική τάξη θα πρέπει να
διαδραματίζει καίριο ρόλο, η ίδια η τάξη
και όχι απλώς οι πολιτικοί της εκπρόσωποι.
4. Η οικονομική βάση επί της οποίας
εδράζεται το κράτος, τόσο οι παραγωγικές
δυνάμεις όσο και οι παραγωγικές σχέσεις.
5. Η κατεύθυνση και ο τρόπος παρέμβασης
του κράτους στην οικονομία.
Όπου η εργατική τάξη είναι μειοψηφία
στο λαό και βρίσκεται ανάμεσα σε
πολυπληθέστερα στρώματα μικροϊδιοκτητών
του χωριού και της πόλης δεν είναι
αντικειμενικά δυνατό να διαδραματίσει
πλήρως τον ηγεμονικό της ρόλο. Απαιτείται
η ανάπτυξη συμμαχιών με τα στρώματα
αυτά τόσο πριν την επανάσταση όσο και
μετά. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα
αυτό, και μετά την επανάσταση, αναπτύσσοντας
μια πολιτική συμμαχίας μαζί τους
προωθώντας την εθελοντική συνένωση των
μικροπαραγωγών σε συνεταιρισμούς
προκειμένου να περάσουν έτσι βαθμιαία
στη μεγάλη παραγωγή, αναπτύσσοντας τη
λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ)28.
Το κράτος, κάθε κράτος, πρέπει να
εξετάζεται όχι ως αφηρημένη έννοια,
ούτε με βάση τις διακηρύξεις του ίδιου
ή των διαχειριστών του, αλλά «όπως
δημιουργήθηκε στην πράξη»29.
Ο Λένιν, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία
του κράτους που προέκυψε ως αποτέλεσμα
της επανάστασης του Οκτωβρίου 1917, δε
δίστασε να το αποκαλέσει εργατο-αγροτικό
καθώς η εργατική τάξη είχε εκ των
πραγμάτων κυρίαρχο βέβαια αλλά αδύναμο
ρόλο. Διακρίνοντας επιπλέον τις τάσεις
αυτονόμησης του πολιτικών διαχειριστών
από την τάξη, προσέθεσε ότι πρόκειται
για εργατοαγροτικό κράτος με «γραφειοκρατική
στρέβλωση»30.
Το κράτος είναι και αυτό ιστορικό
φαινόμενο, κινείται προς τη μια ή άλλη
κατεύθυνση, ανάλογα με τις αντικειμενικές
συνθήκες αλλά και ανάλογα με τις
υποκειμενικές παρεμβάσεις. Ο εργατικός
χαρακτήρας του κράτους δεν είναι μια
για πάντα δοσμένος31.
Με αυτή την έννοια, στις όχι ολόπλευρα
αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες
ετίθετο το ζήτημα της αντικατάστασης
της αστικής εξουσίας από την εξουσία
της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και
των άλλων μικροαστικών στρωμάτων. Το
κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας, στο οποίο
αναφερόταν ο Μπάτσης, ήταν ακριβώς αυτό.
Η ιστορική εμπειρία
Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του
1940 και των μετέπειτα επαναστάσεων των
δεκαετιών που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν
την ανάλυση αυτή. Σημειώθηκαν επαναστάσεις
σε χώρες μέσου ή χαμηλού επιπέδου
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με
χαμηλό ποσοστό της εργατικής τάξης στον
πληθυσμό. Οι επαναστατικές αλλαγές
καθοδηγήθηκαν από την εργατική τάξη
και τα επαναστατικά κόμματα που
αναφέρονταν σε αυτήν.
Στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης
σημειώθηκαν λαϊκές (κατά κανόνα
εργατοαγροτικές) επαναστάσεις, ως
συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα, οι
οποίες κατάργησαν την αστική κρατική
εξουσία και οικοδόμησαν κράτη Λαϊκής
Δημοκρατίας που είχαν ανάλογα
χαρακτηριστικά. Την πρωτοκαθεδρία στην
οικοδόμηση των νέων κρατών είχε η
εργατική τάξη και τα επαναστατικά
κόμματα που διεκδικούσαν την πολιτική
της έκφραση32.
Σε ακόμη λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες,
όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, η Κούβα33,
άλλες αφρικανικές και ασιατικές χώρες
επικράτησαν εθνικοαπελευθερωτικές και
άλλες, ποικιλόμορφες δημοκρατικές
αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Εκεί
η θέση της εργατικής τάξης στα επαναστατικά
κράτη που προέκυψαν ήταν, εκ των πραγμάτων,
ακόμη πιο ασταθής.
Οι κοινωνικο-οικονομικοί σχηματισμοί
που πραγματοποιήθηκαν είχαν ως στόχο
την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τη
ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, την
εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων
της οικονομίας και την προσπάθεια
ανάπτυξης βιομηχανικής βάσης (και βαριάς
βιομηχανίας), την ανάπτυξη των συνεταιρισμών
για τη συνένωση και την υπέρβαση του
κατακερματισμού της μικρομεσαίας
ιδιοκτησίας.
Οι ρυθμοί πραγματοποίησης των αλλαγών
διέφεραν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης
των παραγωγικών δυνάμεων και το βαθμό
συνειδητοποίησης της ανάγκης των αλλαγών
από τους λαούς. Η σχετική συζήτηση για
τους ρυθμούς και τον τρόπο ολοκλήρωσης
των μετασχηματισμών συνεχίζονται ακόμη
και σήμερα.
Το βέβαιο είναι ότι, αρχικά τουλάχιστον,
τα κράτη αυτά δεν μπορούσαν να έχουν
πλήρως τα χαρακτηριστικά του εργατικού,
σοσιαλιστικού κράτους. Ήταν περισσότερο
μορφές επαναστατικής δημοκρατικής
εργατοαγροτικής εξουσίας που, υπό την
ηγεσία της εργατικής τάξης και του
επαναστατικού της κόμματος, έτεινε να
μετεξελιχθεί σε εργατική, σοσιαλιστική
εξουσία. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι
για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν
εδώ, τα κράτη αυτά σημαδεύτηκαν από τη
«γραφειοκρατική στρέβλωση» για την
οποία είχε κάνει λόγο ο Λένιν. Η
γραφειοκρατική αυτή στρέβλωση αναπτύχθηκε
παράλληλα με τη μετεξέλιξη της
εργατοαγροτικής σε εξουσίας σε
σοσιαλιστική με τη γνωστή κατάληξη στα
τέλη της δεκαετίας του 1980. Η αποδυνάμωση
της λαϊκής, εργατικής δημοκρατίας, η
αυτονόμηση των κυβερνώντων από τους
κυβερνώμενους εντείνονταν χρόνο με το
χρόνο. Η κατάσταση έγινε από ένα σημείο
και μετά μη αναστρέψιμη και οδήγησε,
μαζί με ένα σύνολο παραγόντων, στην
καπιταλιστική παλινόρθωση.
Αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί την αξία και
επικαιρότητα του αναπτυξιακού,
απελευθερωτικού προγράμματος της Λαϊκής
Δημοκρατίας και του Δημήτρη Μπάτση που
αποτελεί και σήμερα πηγή γόνιμου
προβληματισμού.
1
Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία
στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1977,
σελ. 194.
2
Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία
στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 195.
3
Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία
στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 214, 215.
4
Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου
Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987,
σελ. 80 και Ν. Ζαχαριάδης, «Η σημερινή
κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα
της Λαϊκής Δημοκρατίας (εισήγηση στο
7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, 2-10-1945)» στον
τόμο Ν. Ζαχαριάδης, Ιστορικά διλήμματα
– ιστορικές απαντήσεις, Αθήνα, εκδ.
Καστανιώτη, 2011, σελ. 222
επ., 230 επ., 249 επ. Βλ. επίσης το «Πρόγραμμα
της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το
ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 388 επ. όπου, προφανώς
για λόγους συμβιβασμού με τις άλλες
δυνάμεις του ΕΑΜ, προστίθενται και οι
μεσαίοι αστοί: «είναι εξουσία που
ενσαρκώνει τη συμμαχία εργατών, αγροτών,
επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανοήσεως,
μικρών και μεσαίων αστών».
5Βλ.
«Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 422-423.
6
Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική
Ιστορία, τ. ΙΙ, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς,
2010, σελ. 16 επ., 171 επ.
7
Βλ. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική
Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 73-75.
8
Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική
Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 77.
9
Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου
Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 82.
10
Βλ. Το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας»,
στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα,
τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 390.
11
Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 424.
12
Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 423.
13
Βλ. «Το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας,
σχέδιο», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα
κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π.,
σελ. 26-27.
14
Βλ. Δ. Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον
αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού,
Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 130
επ., 145.
15
Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ,
επίσημα κείμενα, τόμος έκτος
(1945-1949), οπ.π., σελ. 418-419. Το σχέδιο
προγράμματος παρέπεμπε, όπως είναι
φυσικό, στην ιστορική 6η ολομέλεια
της ΚΕ του κόμματος που καθόρισε κατά
βάση το χαρακτήρα της επανάστασης.
16
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της
σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική
επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15.
17
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική»,
Άπαντα, τ. 31, σελ. 131 επ., 133-134.
18
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του
προλεταριάτου στην επανάστασή μας»,
Άπαντα, τ. 31, σελ. 155.
19
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Αποχαιρετιστήριο γράμμα
προς τους Ελβετούς εργάτες», Άπαντα,
τ. 31, σελ. 93.
20
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο
της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα,
τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII
συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38,
σελ. 143.
21
Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς,
Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος,
Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ.
64-65.
22
Βλ. αντίθετη αλλά αυθαίρετη ερμηνεία
στο Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή
σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;,
Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο,
2006, σελ. 164.
23
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση
και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα,
τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 322, 323.
25
Βλ. Πρόγραμμα και καταστατικό της Γ’
Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ.
Ειρήνη, 1975, σελ. 60-62.
26Βλ.
Λ. Τρότσκι, Η
ρωσική επανάσταση του 1905,
Αθήνα, εκδ. Λέων, 2005, ιδίως σελ. 87 και Λ.
Τρότσκι, Η
διαρκής επανάσταση,
Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1982, σελ. 152-157.
27
Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή
σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;,
οπ.π., σελ. 197 επ.
28
Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙΙ Συνέδριο
της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα,
τ. 44, σελ. 8.
29
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την
τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ.
Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ.208.
30
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την
τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ.
Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ. 207-208 και
του ίδιου, «Η κρίση του κόμματος»,
Άπαντα, τ. 42, σελ. 239.
31
Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού»,
Άπαντα, τ. 44, σελ. 224, όπου μιλώντας
για το κράτος τόνιζε ότι «πολλές φορές
ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε,
να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την
αρχή».
32
Βλ. Ου. Φόστερ, Ιστορία
των τριών Διεθνών,
Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, χ.χρ., σελ. 593-594 και
Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία
της Τρίτης Διεθνούς,
Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ. σελ.
571 και Φ. Λάδης, Τι
είναι και που πηγαίνει ο ευρωκομμουνισμός,
Αθήνα, εκδ. Πύλη, 1982, σελ. 204 επ.
33
Βλ. ενδεικτικά Υπουργείο Ανώτερης
Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας (1958), Ιστορία
της κινέζικης επανάστασης,
Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2010, σελ. 595 επ. και Δ.
Καλτσώνης, Ο
Τσε για το κράτος και την επανάσταση,
Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 59 επ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
-
▼
2026
(32)
- ▼ Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (5)
- ► Ιανουαρίου (7)
-
►
2025
(38)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2024
(32)
- ► Δεκεμβρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (5)
- ► Ιανουαρίου (3)
-
►
2023
(34)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (4)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2022
(44)
- ► Δεκεμβρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Ιανουαρίου (4)
-
►
2021
(47)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (6)
-
►
2020
(41)
- ► Δεκεμβρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (7)
-
►
2019
(29)
- ► Δεκεμβρίου (6)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2018
(62)
- ► Δεκεμβρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (54)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
►
2015
(9)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (1)
-
►
2014
(8)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (1)
-
►
2012
(3)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2009
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2008
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2007
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
-
Η κυβέρνηση Αλιέντε, το κράτος και η οικονομία
επίμετρο στον τόμο Ο Φιδέλ Κάστρο για τον Αλιέντε , Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2017, σελ. 101-141 Στις προεδρικές εκλογές της 4ης Σεπτέ... -
Λ. Αμερική: η υποήπειρος της εξάρτησης ή ο δρόμος προς την ανεξαρτησία;
περ. Μαρξιστική Σκέψη , τ. 16, 2015, σελ. 299-307 « είναι προτιμότερο να χάνει κανείς μια μάχη παρά την αξιοπρέπειά του » Πάβελ Βέ... -
The Basic Contradiction in Socialist Society
https://legalform.blog/2022/09/19/contradiction-socialist-society-part-one-kaltsonis/ https://legalform.blog/2022/09/26/the-basic-contr... -
Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982: ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα ή ο δρόμος για τον καπιταλισμό;
δημοσίευση περ. Κρίση , τ. 2/2017, σελ. 31-50 Περίληψη: Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982, όταν ψηφίστηκε, αντανακλούσε σε μεγάλο βαθ...



