Cat-1

ΑΡΘΡΑ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Latest Postssss



περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 16, 2015, σελ. 299-307
«είναι προτιμότερο να χάνει κανείς μια μάχη παρά την αξιοπρέπειά του»
Πάβελ Βέζινοφ, Άσπρα άλογα μέσ’ στη νύχτα
«Η λατινική Αμερική είναι η ήπειρος με τις ανοιχτές φλέβες. Από την ανακάλυψη ως τις μέρες μας, όλα σ’ αυτήν μεταμορφώνονταν πάντα σε ευρωπαϊκό κεφάλαιο ή, αργότερα, σε βορειοαμερικάνικο, και ως τέτοιο συσσωρεύτηκε και συσσωρεύεται στα απομακρυσμένα κέντρα εξουσίας»[1].
Η Λατινική Αμερική απέκτησε την ανεξαρτησία της, την ίδια περίοδο περίπου με την Ελλάδα[2]. Ήταν η περίοδος του επαναστατικού αγώνα των λαών της αμερικανικής ηπείρου ενάντια στην ισπανική αποικιοκρατία. Μήπως όμως η Λατινική Αμερική είναι ιστορικά καταδικασμένη να βρίσκεται πάντοτε στη σκιά κάποιας μεγάλης δύναμης;
Όπως είναι γνωστό, την ισπανική αποικιοκρατία διαδέχτηκε βέβαια η δημιουργία τυπικά ανεξάρτητων κρατών στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια περίπου των ετών 1810 έως 1830 ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία τους. Καθόλου ωστόσο αυτό δεν σήμαινε την ουσιαστική ανεξαρτησία. Τα σημάδια της αποικιοκρατίας ήταν έντονα και οι παραγωγικές δυνάμεις ελάχιστα ανεπτυγμένες. Έτσι, η οικονομία της περιοχής βρέθηκε να παίζει ρόλο συμπληρωματικό και εξαρτημένο[3].


Ο βρετανικός αιώνας

Αυτό συνεχίστηκε και σε ένα βαθμό εντάθηκε βάσει βρετανικού σχεδίου[4]. Η παντοκράτειρα τότε Μεγάλη Βρετανία ήταν ο κυρίαρχος της Λ. Αμερικής. Το 1824, ο γνωστός και στην Ελλάδα Βρετανός πρωθυπουργός Τζ. Κάννινγκ είχε διατυπώσει ως εξής το θέμα: «Το ζήτημα τέλειωσε. Η Λατινική Αμερική είναι ελεύθερη. Κι αν δεν χειριστούμε πολύ άσχημα τα πράγματα, αγγλική»[5].
Η Λ. Αμερική περιορίστηκε στην εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών που χρειάζονταν για την αναπτυγμένη βιομηχανία της Βρετανίας και των άλλων δυτικών βιομηχανικών κρατών. Στη συνέχεια, τα κράτη της Λ. Αμερικής ήταν αναγκασμένα να εισάγουν τα ακριβά βιομηχανικά προϊόντα. Η ετεροβαρής αυτή σχέση δημιούργησε τη βαθιά οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τη Βρετανία πρωτίστως και δευτερευόντως από άλλες χώρες της αναπτυγμένης δύσης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου το 80-90% των εξαγωγών των χωρών της Λ. Αμερικής αφορούσαν αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες. Ενδεικτικά τη διετία 1929-1930 ο δείκτης αυτός για τη Βολιβία ανερχόταν στο 98,8%, για τη Βραζιλία στο 98%, για την Αργεντινή στο 90%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι την περίοδο αυτή, δηλαδή καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι και τις αρχές του 20ού, οι οικονομικές σχέσεις της Λ. Αμερικής με το βόρειο γείτονά τους, τις ΗΠΑ, ήταν πολύ αδύναμες παρά τη γεωγραφική εγγύτητα. Είναι ενδεικτικό ότι οι θαλάσσιες συγκοινωνίες μεταξύ Λ. Αμερικής και ΗΠΑ ήταν την περίοδο αυτή 5 φορές μικρότερες από ότι οι αντίστοιχες με Βρετανία, Γαλλία κλπ.
Οι επενδύσεις της Βρετανίας στη Λ. Αμερική σε αυτό το ιστορικό διάστημα ήταν όσο περίπου το ½ των επενδύσεών της στην Κοινοπολιτεία. Το 1913 οι βρετανικές επενδύσεις στην Αργεντινή ήταν όσο περίπου οι επενδύσεις στην Ινδία, μια σημαντική παραδοσιακή αποικία της Βρετανίας. Σε δεύτερη θέση έρχονταν οι επενδύσεις στη Βραζιλία και ακολουθούσαν οι άλλες χώρες της υποηπείρου. Μετά το Βρετανικό, το γαλλικό κεφάλαιο έπαιζε το δεύτερο σημαντικό ρόλο ενώ το γερμανικό δραστηριοποιούνταν στην περιοχή αλλά σε τρίτο ρόλο.
Εκτός όμως από την οικονομική διείσδυση και εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Λ. Αμερικής, σημειώθηκαν όπως είναι φυσικό, και πολιτικο-στρατιωτικές επεμβάσεις. Πολλές φορές οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής επέβαλαν τα συμφέροντά τους με άμεσες, βίαιες, προκλητικές παρεμβάσεις. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων στο Μεξικό το 1862. Η Γαλλία συνέχισε μάλιστα μόνη της την επέμβαση μέχρι το 1867. Συχνό ήταν επίσης το φαινόμενο του ναυτικού αποκλεισμού κάποιων χωρών από τον βρετανικό συνήθως στόλο προκειμένου να εξαναγκαστούν τα κράτη της Λ. Αμερικής να υποκύψουν στις αξιώσεις των μεγάλων δυνάμεων. Έτσι, λίγο πολύ ο 19ος αιώνας και οι αρχές του 20ού μπορούν να χαρακτηριστεί ως ο αιώνας της βρετανικής επικυριαρχίας στη Λ. Αμερική.


Ο αιώνας των ΗΠΑ

Από τα τέλη του 19ου και ιδίως από τις αρχές του 20ού αρχίζει η αντικατάσταση της βρετανικής επικυριαρχίας από εκείνη των ΗΠΑ. Η θέση των τελευταίων στην υποήπειρο της Λ. Αμερικής ενισχύθηκε αποφασιστικά μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο και τελεσίδικα μετά το β’ παγκόσμιο όταν η Βρετανία απώλεσε πλέον καθαρά την πρωταγωνιστική θέση της στην παγκόσμια οικονομία και πολιτική.
Τα πρώτα βήματα των ΗΠΑ είχαν γίνει ήδη στα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1836 προέτρεψαν το Τέξας να ανεξαρτητοποιηθεί από το Μεξικό ώστε να ενσωματωθεί τελικά στις ΗΠΑ. Το 1847 μάλιστα οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στο Μεξικό αποσπώντας ένα σημαντικό μέρος της επικράτειάς του.
Ανάλογες προσπάθειες παρέμβασης έγιναν λίγο αργότερα και σε άλλες περιοχές της Κεντρικής Αμερικής. Το 1901 για παράδειγμα η περιβόητη τροπολογία Πλαττ ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα της Κούβας ως παράρτημα. Βάσει αυτής οι ΗΠΑ είχαν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά το Κουβανικού κράτους όποτε θεωρούσαν ότι ετίθεντο σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους. Εγκαθίδρυε δηλαδή μια σχεδόν αποικιοκρατική κυριαρχία[6].
Ανάλογα, οι ΗΠΑ αξιοποιώντας διάφορα προσχήματα παρενέβησαν στρατιωτικά για να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους και σε άλλες χώρες. Έτσι, το 1916 η Αϊτή και το 1924 ο Αγ. Δομήνικος μετατράπηκαν ουσιαστικά σε αποικίες. Το 1903 ένα ολόκληρο κράτος δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τα γεωοικονομικά και γεωπολιτικά σχέδια των ΗΠΑ. Με προτροπή των τελευταίων δημιουργήθηκε ο Παναμάς ο οποίος αποσχίστηκε από την Κολομβία. Ο λόγος ήταν φυσικά η διάνοιξη και ο έλεγχος της ομώνυμης διώρυγας[7]. Τα συμφέροντα των ΗΠΑ επέβαλλαν μια ολοκληρωτική επιβολή και έλεγχο στην περιοχή. Αντίστοιχα το Πουέρτο Ρίκο παραμένει μέχρι σήμερα, παρά την αντίθεση του πληθυσμού του, αποικιοκρατούμενο τμήμα των ΗΠΑ.
Η επικυριαρχία των ΗΠΑ ενισχύθηκε παραπέρα μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 1929. Και τα δυο αυτά γεγονότα αποδυνάμωσαν αισθητά τις ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις, επομένως και την παρουσία τους στην περιοχή. Επί προεδρίας Χούβερ (1929-1933) και επί προεδρίας Ρούσβελτ που ακολούθησε, η οικονομική, πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στη Λ. Αμερική άρχισε να γίνεται πλέον κοινός τόπος.
Χαρακτηριστικές είναι και οι διεθνείς παναμερικανικές συναντήσεις που προηγήθηκαν. Όλες συγκλήθηκαν με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και γίνονταν ολοένα και πιο συχνές. Η πρώτη συνεκλήθη το 1889. Οι επόμενες συνεκλήθησαν το 1901, το 1902, το 1906, το 1910, το 1923, το 1928.
Μέχρι το 1914 η συμμετοχή των ΗΠΑ στο εμπόριο της Λ. Αμερικής αποτελούσε μόλις το 1/5. Αμέσως μετά τον α’ παγκόσμιο η εικόνα είχε αλλάξει πλήρως. Το 1929 οι ΗΠΑ είχαν ήδη καταλάβει την πρώτη θέση στις συναλλαγές με τα διάφορα κράτη της Λ. Αμερικής με απόσταση από τη Βρετανία. Η απόσταση είχε διευρυνθεί ακόμη περισσότερο δέκα χρόνια μετά, το 1938. Μετά το 1945, η κυριαρχία των ΗΠΑ έγινε απόλυτη. Η πλέον ακραία έκφρασή της είναι το γεγονός ότι ακόμη κα σήμερα το Πουέρτο Ρίκο είναι ουσιαστικά μια εναπομείνασα αποικία των ΗΠΑ[8] και ότι το έδαφος της Κούβας στο Γκουαντάναμο (όπου οι περιβόητες φυλακές) τελεί υπό την στρατιωτική κατοχή των ΗΠΑ.


Ο αιώνας της ανεξαρτησίας;

Στην πραγματικότητα, ο δρόμος για την ανεξαρτησία άρχισε να αχνοφέγγει το 1959, με τη νίκη της επανάστασης στην Κούβα[9]. Η λαϊκή αυτή επανάσταση γκρέμισε όχι μόνο τη δικτατορία του Μπατίστα αλλά και τα στηρίγματά της, το σημαντικότερο εκ των οποίων υπήρξαν οι ΗΠΑ. Η επανάσταση αυτή και τα κινήματα που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες σε διάφορες χώρες, έδειξαν ότι η διεκδίκηση της πολιτικής αλλά κυρίως της οικονομικής ανεξαρτησίας μια χώρας της Λατινικής Αμερικής μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν γίνει υπόθεση των πιο φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας: της εργατικής τάξης, των αγροτών, των μεσαίων στρωμάτων[10].
Συνταγματικά η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας εκφράζεται εμφατικά στο άρθρο 12 του ισχύοντος Συντάγματος της χώρας: “Η Δημοκρατία της Κούβας αποκηρύττει και θεωρεί παράνομες και άκυρες τις συνθήκες, συμβάσεις ή παραχωρήσεις, που συνήφθησαν σε συνθήκες ανισότητας ή οι οποίες ακυρώνουν ή μειώνουν την εθνική κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα”.
Ως εξαίρεση, υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις στη Λ. Αμερική που τμήματα της αστικής τάξης –και όχι μόνο τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα- διεκδίκησαν μια αυτονομία έναντι των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι κινήσεις αυτές ήταν εξαιρετικά περιορισμένες[11]. Οι αιτίες στάθηκαν δύο βασικά: η πρώτη ήταν ότι οι κυρίαρχες τάξεις στην περιοχή ήταν από τη γέννησή τους εξαρτημένες από τις βιομηχανικές χώρες και διαδραμάτιζαν κυρίως διαμετακομιστικό ρόλο. Ελάχιστα μπορούσαν ή προσπάθησαν να αναπτύξουν αυτοδύναμα την εγχώρια βιομηχανία. Η δεύτερη αιτία συνίσταται στο ότι, ιδίως μετά την επανάσταση στην Κούβα, οι εγχώριες λατινοαμερικάνικες ολιγαρχίες είχαν περισσότερο από ποτέ ανάγκη την προστασία των ΗΠΑ έναντι του κινδύνου των επαναστατικών κινημάτων που φούντωσαν μετά το 1959. Έτσι, ήταν πρόθυμες να θυσιάσουν ακόμη και μέρος των συμφερόντων τους προκειμένου να έχουν τη βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ θα τις συνδράμουν στην κατάπνιξη των λαϊκών κινημάτων.
Η κατάσταση φαίνεται να άλλαξε κάπως μετά το 1990. Η διάλυση της ΕΣΣΔ και των σοσιαλιστικών κρατών ανέτρεψε τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Η πίεση των λαϊκών κινημάτων συνεχίστηκε αλλά οπωσδήποτε σχετικά αποδυναμωμένη. Η ίδια η Κούβα εισήλθε σε μια περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης αφού έχασε τους εμπορικούς της εταίρους και βρέθηκε πλήρως ευάλωτη στον οικονομικό αποκλεισμό και τις κυρώσεις των ΗΠΑ.
Στις συνθήκες αυτές, κάποιες από τις λατινοαμερικάνικες ολιγαρχίες, κυρίως αυτές που οι οικονομικές προϋποθέσεις των χωρών τους το επιτρέπουν, αισθάνθηκαν ότι μπορούσαν πλέον να διεκδικήσουν μια πιο αυτόνομη θέση έναντι των ΗΠΑ. Η Βραζιλία αναδείχθηκε έτσι σε πρωταγωνιστή των σχετικών εξελίξεων. Οι κυβερνήσεις Λούλα αξιοποίησαν μάλιστα τη χρόνια λαϊκή δυσαρέσκεια προκειμένου να ισχυροποιήσουν τη διεθνή θέση τους. Ακολούθησαν μια πολιτική σχετικής και προσωρινής άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, διεκδίκησαν ένα νέο ρόλο στη λατινοαμερικάνικη και διεθνή οικονομία και πολιτική. Στην ίδια περίπου κατεύθυνση, με χαμηλότερες όμως αξιώσεις, κινήθηκε και η Αργεντινή μετά την πολιτική στροφή που ξεκίνησε με την προεδρία Κίρχνερ.
Σε πιο ρηξικέλευθο μήκος κύματος κινήθηκαν άλλες χώρες στις οποίες αναδείχθηκαν ριζοσπαστικές κυβερνήσεις κάτω από την επίδραση ισχυρών λαϊκών κινημάτων αλλά και του παραδείγματος της Κούβας που, παρά τις δυσκολίες της, συνεχίζει να ελκύει τους λαούς της περιοχής[12]. Αυτό συνέβη στη Βενεζουέλα με την εκλογή Τσάβες το 1998 και λίγα χρόνια αργότερα στη Βολιβία με την εκλογή Μοράλες ή στο Εκουαδόρ με την εκλογή του Κορέα στην προεδρία. Οι κυβερνήσεις αυτές προχώρησαν στη ρήξη των σχέσεων εξάρτησης από τις ΗΠΑ διεκδικώντας την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
Οι επιλογές αυτές καταγράφηκαν στα αντίστοιχα νέα Συντάγματα αλλά και στην υλοποίηση των σχετικών διατάξεων που δεν έμειναν, όπως συμβαίνει συχνά, κενές διακηρύξεις. Αυτές περιλαμβάνουν τρεις πτυχές:
α. την απομάκρυνση των ξένων στρατιωτικών βάσεων,
β. την εθνικοποίηση των βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών τις οποίες εκμεταλλεύονταν ως πρόσφατα πολυεθνικές προερχόμενες κατά βάση από τις ΗΠΑ,
γ. την εξαγγελία ισότιμων διεθνών οικονομικών σχέσεων και την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών οικονομικής συνεργασίας.

Ενδεικτικά:
Σύνταγμα Βενεζουέλας 1999, άρθρο 13 παρ. 2
  • Ο γεωγραφικός χώρος της Βενεζουέλας είναι μια ζώνη ειρήνης. Δεν μπορούν να εγκατασταθούν σε αυτόν  ξένες στρατιωτικές βάσεις ή εγκαταστάσεις
Σύνταγμα Βενεζουέλας 1999, άρθρο 73 παρ. 2
•      Οι διεθνείς συνθήκες, οι συμβάσεις ή οι συμφωνίες που τυχόν θέτουν σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία ή που μεταβιβάζουν αρμοδιότητες σε υπερεθνικά όργανα, μπορούν να τίθενται σε δημοψήφισμα κατόπιν πρωτοβουλίας του/της Προέδρου της δημοκρατίας ή των 2/3 των μελών της Συνέλευσης ή του 15% των εκλογέων
Σύνταγμα Βολιβίας 2009, άρθρο 320 παρ. 3 και 4
•      Οι οικονομικές σχέσεις με κράτη ή ξένες επιχειρήσεις πραγματοποιούνται σε συνθήκες ανεξαρτησίας, αμοιβαίου σεβασμού και ισότητας
•      Το Κράτος είναι ανεξάρτητο σε όλες τις αποφάσεις της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής και δεν δέχεται επιβολή ή όρους από την πλευρά των κρατών, εγχώριων ή αλλοδαπών τραπεζών και θεσμών, διεθνών οργανισμών ή πολυεθνικών εταιρειών
Σύνταγμα Εκουαδόρ 2006, άρθρο 416 εδ. 12
•      Ενθαρρύνει ένα νέο σύστημα εμπορίου και επενδύσεων ανάμεσα στα κράτη που βασίζεται στη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, τη δημιουργία διεθνών μηχανισμών ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες.


Εναλλακτική λατινοαμερικάνικη συνεργασία

Στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν την εθνική ανεξαρτησία και να χαράξουν ένα δικό τους δρόμο οικονομικής ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης, κάποιες κυβερνήσεις της περιοχής αναζήτησαν και εφάρμοσαν εναλλακτικά μοντέλα διεθνούς οικονομικής συνεργασίας. Απέρριψαν τις παραδοσιακές δομές συνεργασίας που βασίζονταν στην ελεύθερη αγορά, στην κυριαρχία του δολαρίου και στην κηδεμονία των ΗΠΑ. Το σχέδιο των τελευταίων για μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου (ALCA) ανάμεσα στα κράτη της αμερικανικής ηπείρου κατέρρευσε ενώπιον αυτής της αντίδρασης.
Στη θέση του οι κυβερνήσεις της Βενεζουέλας, της Κούβας, της Βολιβίας και στη συνέχεια και άλλων κρατών δημιούργησαν τη Μπολιβαριανή Εναλλακτική για την Αμερική – ALBA, σε αντιπαράθεση με την ALCA, την επικυριαρχία των ΗΠΑ και με σχήματα συνεργασίας των χωρών της Λ. Αμερικής που βασίζονται στη λογική της ελεύθερης αγοράς[13].
Σχηματικά το πλαίσιο των συμφωνιών της Μπολιβαριανής Εναλλακτικής για την Αμερική – ALBA περιλαμβάνει τα παρακάτω:

Βασικοί τομείς συνεργασίας των κρατών μελών της ALBA
•      Πετρέλαιο
•      Φυσικό αέριο
•      Βιομηχανία
•      Τεχνολογία
•      Αγροτικά προϊόντα
Όροι συνεργασίας
•      Κοινές επιχειρήσεις
•      Έμφαση στις διακρατικές επιχειρήσεις (άρθρο 5 της ιδρυτικής συμφωνίας)
•      Το κράτος έδρας διατηρεί τουλάχιστον 51% των μετοχών της κοινής επιχείρησης (άρθρο 6)
•      Παραρτήματα κρατικών τραπεζών μπορούν να ιδρυθούν σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη (άρθρο 7)
Άλλες κοινές δράσεις
•      Διατροφική επάρκεια και ασφάλεια
•      Εξάλειψη αναλφαβητισμού
•      Παροχή δωρεάν ιατρικής περίθαλψης
•      Άλλα προγράμματα πολιτιστικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου (άρθρο 11)
•      Αντίθεση στο διεθνές νομικό καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας και ευρεσιτεχνίας που ευνοεί τις πολυεθνικές και τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες
Τελικοί στόχοι
•      Εξάλειψη φτώχειας
•      Εξάλειψη ανισόμετρης ανάπτυξης
•      Όχι ελευθερία αγορών

Η ΑLΒΑ επομένως δίνει βάρος όχι στην απελευθέρωση των αγορών και στον περιορισμό της κυριαρχίας των κρατών αλλά στην ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων αλληλεγγύης με σεβασμό στην εθνική κυριαρχία και με έμφαση στις κρατικές επιχειρήσεις, στη διατροφική ασφάλεια των λαών, στην ανάπτυξη υποδομών για την παιδεία και την υγεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι βάσει των συμφωνιών παρέχεται πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα στην Κούβα σε τιμές κατώτερες των διεθνών και ότι αντίστροφα χιλιάδες γιατροί και εκπαιδευτικοί από την Κούβα εργάζονται στις άλλες χώρες της ΑLΒΑ παρέχοντας πολύτιμες υπηρεσίες στους τομείς αυτούς.
Η σταθερότητα, το μακρόπνοο του εγχειρήματος και η επίτευξη των στόχων του θα εξαρτηθούν βέβαια από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις των κρατών μελών θα παραμείνουν προσηλωμένες στις επιλογές αυτές[14].


Ο δρόμος για την ανεξαρτησία
           
            Τι διαπιστώνεται επομένως;
            Πρώτο, χώρες όπως η Βραζιλία ανακτούν την ανεξαρτησία τους και διεκδικούν ένα νέο ισχυρό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις. Η νέα πραγματικότητα ελάχιστα ή πρόσκαιρα ωφελεί τα λαϊκά στρώματα καθώς οι όποιες παραχωρήσεις και ο περιορισμός της φτώχειας είναι περιορισμένες και αβέβαιες.
            Δεύτερο, στις χώρες όπου υπάρχουν ριζοσπαστικά λαϊκά κινήματα (Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ) η κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας επέφερε σημαντικότερα οφέλη για τους λαούς. Περιόρισε τη φτώχεια και έδωσε τη δυνατότητα στους λαούς να αρχίσουν να χαράζουν, χωρίς ξένες παρεμβάσεις το μέλλον τους[15]. Ωστόσο, είναι φανερό ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί με βαθύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς προκειμένου να αποβεί καρποφόρα για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.
            Η εθνική ανεξαρτησία μπορεί και πάλι να υπονομευθεί και οι όποιες κατακτήσεις να εξανεμιστούν, αν δεν συμπληρωθούν από μια δέσμη μέτρων πιο ριζοσπαστική που θα μεταβάλλει το μοντέλο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης και θα προβαίνει σε μια ριζική αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας σε βάρος των εγχώριων ολιγαρχιών[16]. Οι τελευταίες έχουν χάσει μέρος των υπερκερδών και των υπερεξουσιών τους αλλά δεν έχουν ακόμη χάσει την οικονομική και πολιτική εξουσία. Δεν θα διστάσουν να καθυποτάξουν για μια ακόμη φορά τις χώρες τους στις ΗΠΑ (ή σε όποια άλλη μεγάλη δύναμη) προκειμένου να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους και να εξουδετερώσουν τα λαϊκά κινήματα. Παράλληλα οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν και θα εντείνουν τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές πιέσεις στις «απείθαρχες» κυβερνήσεις[17].
            Αυτή τη στιγμή δεν διαφαίνεται μια νέα ώθηση στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών κινημάτων στη Λ. Αμερική αλλά ούτε και πουθενά αλλού στον κόσμο. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι η Κούβα συνεχίζει, παρά τις δυσκολίες και τα λάθη, να αντιστέκεται και με δεδομένη την επαναστατική παράδοση των λαών της Λ. Αμερικής ιδίως μετά το β' παγκόσμιο πόλεμο, δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς ένα νέο κύμα. Το νέο αυτό κύμα είτε θα ριζοσπαστικοποιήσει τις πιο προοδευτικές κυβερνήσεις, είτε θα τις υπερβεί.
            Αντίστροφα, ακόμη και η Κούβα, που με πιο σθεναρό τρόπο έχει διαφυλάξει τις τελευταίες δεκαετίες την ανεξαρτησία της, αν, αντί να διορθώσει, εγκαταλείψει το οικονομικό της μοντέλο σε όφελος του καπιταλισμού, θα ξαναπέσει μοιραία στη θέση αποικιοκρατικής σχεδόν εξάρτησης και εκμετάλλευσης από το βόρειο γείτονά της[18].
            Επομένως, ο δρόμος για την ανεξαρτησία, σε ό,τι αφορά τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, θα συνεχιστεί αν συνδυαστεί με γενικότερους και βαθύτερους κοινωνικο-οικονομικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς που θα αφαιρούν από τις εγχώριες, στενά συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ, ολιγαρχίες την οικονομική και πολιτική εξουσία.






[1]               Βλ. Ε. Γκαλεάνο, Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Κουκκίδα, 2008, σελ. 10.
[2]               Βλ. το συλλογικό τόμο, 200 χρόνια από τα επαναστατικά κινήματα για την ανεξαρτησία της Λατινικής Αμερικής 1810-2010, Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης νέου ελληνισμού, 2011.
[3]               Βλ. Σ. Καφάτoυ, Καπιταλισμός και περιφέρεια (η ιστoρία της υπαvάπτυξης στη Λατιvική Αμερική), εκδ. Αθήνα, Νεφέλη, 1981.
[4]               Βλ. P. Chaunu, Histoire de l’ Amérique Latine, Paris, PUF, 1949, σελ. 100 επ.
[5]               Βλ. Ε. Γκαλεάνο, Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής, τ. Β’, οπ.π., σελ. 9.
[6]               Βλ. Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2004, σελ. 21.
[7]               Για τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική διαμάχη για τη διώρυγα βλ. F. Musseau, “Πυρετός για διώρυγες στην κεντρική Αμερική”, Monde Diplomatique, www.monde-diplomatique.gr και Chr. Ventura, “Το Πεκίνο, η αγελάδα και το γάλα, Monde Diplomatique, www.monde-diplomatique.gr.
[8]               Βλ. S. Rodriguez Gelfenstein, “Puerto Rico, un caso de colonialismo en un mundo global”, www.cubadebate.cu.
[9]               Για μια σύντομη ματιά στην ιστορία της κουβανέζικης επανάστασης βλ.  Τ. Κάννον, Η επαναστατική Κούβα, εκδ. Χοσέ Μαρτί, 1987.
[10]             Για τις αντιλήψεις δύο κορυφαίων ηγετών της επανάστασης στην Κούβα βλ. Ι. Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007 και Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012 και τις εκεί παραπομπές.
[11]             Βλ. την περίπτωση της Αργεντινής κατά την πρώτη διακυβέρνηση από τον Περόν στο C. Harman, Αργεντινή 2001: από την κρίση στην εξέγερση, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2011.
[12] Βλ. για παράδειγμα την ομιλία του προέδρου της Βολιβίας, E. Morales (en la clausura del Cumbre del ALBA-TCP), “Fidel y su pueblo son los más solidario del mundo”,  www.cubadebate.cu
[13] Βλ. J.C. Morales Manzur – L. Morales Garcia, “Origen y naturaleza de la Alternativa Bolivariana para las Americas”, Polis, 2007, vol.3, num.1, σελ. 55-85.
[14] Βλ. μια αξιολόγηση της μέχρι τώρα πορείας της ALBA, J. Briceño Ruiz, “El ALBA: una discusión de su modelo, sus resultados y sus perspectivas”, Anuario de integración, 10, 2014, σελ. 151-178.
[15]             Βλ. S. Halimi, “Το ξέρατε ότι στη Βολιβία...;”, Monde Diplomatique, www.monde-diplomatique.gr
[16] Βλ. το παλαιότερο παράδειγμα της κυβέρνησης του Χουάν Βελάσκο Αλβαράδο στο Περού (1968-1975) στο Ι. Πιπίνης, Το πείραμα της Λατινικής Αμερικής, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 82 επ.
[17] Βλ. ένα παράδειγμα οικονομικών πιέσεων, W. Mark, “Αργεντινή εναντίον κερδοσκοπίας”, Monde Diplomatique, www.monde-diplomatique.gr.
[18] Βλ. Δ. Καλτσώνης, «Τι σημαίνει η νέα σελίδα στις σχέσεις ΗΠΑ – Κούβας;», http://news247.gr/eidiseis/kosmos/diethnis-politiki/ti-shmainei-h-nea-selida-stis-sxeseis-hpa-kouvas.3210877.html.

«δεν μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος όταν δεν ξέρει τίποτα»
Γράχαμ Γκρην, Το υπουργείο του φόβου

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 15, 2014, σελ. 204-218

Η παρούσα οικονομική κρίση επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης παρότι, φυσικά, κάθε κοινωνικο-οικονομικό φαινόμενο έχει τις ιδιαιτερότητές του και χρήζει ξεχωριστής προσέγγισης και μελέτης. Η οδυνηρή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι εργαζόμενοι, οι προοπτικές επιδείνωσης της παγκόσμιας κατάστασης μέσω της περαιτέρω όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των πολέμων, τα κρίσιμα προβλήματα του περιβάλλοντος φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής και της υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Αργά ή γρήγορα, νέες δυνάμεις θα ξεπηδήσουν από την κοινωνία και θα σμίξουν με τη θεωρητική παράδοση του μαρξισμού λενινισμού και με την ιστορική εμπειρία του επαναστατικού εργατικού κινήματος του 20ού αιώνα.
O μαρξισμός λενινισμός είναι μια ζωντανή επιστημονική θεωρία. Χρειάζεται εμπλουτισμό με βάση την ιστορική εμπειρία και τη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας. Πολλά πρέπει να γίνουν στον τομέα αυτό. Στο παρόν άρθρο αναφέρονται μερικές μόνο πλευρές που σχετίζονται με το ζήτημα της δημοκρατίας.
Το καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύεται καθημερινά ολοένα πιο απάνθρωπο και επικίνδυνο. Τίθεται εκ των πραγμάτων η ανάγκη μιας άλλης μορφής κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα καταστρέφει τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον αλλά θα τα προστατεύει και θα τα αναπτύσσει όσο το δυνατό αρμονικά. 
Οι θεμελιωτές του μαρξισμού κατέγραψαν τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και τη δυνατότητα οικοδόμησης μιας κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όπου ο εργαζόμενος άνθρωπος θα αρχίσει βαθμιαία να γίνεται κύριος του εαυτού του. Η εκκίνηση οικοδόμησης ενός νέου κοινωνικού συστήματος μπορεί και πρέπει να παρέχει στην εργατική τάξη και στους άλλους εργαζόμενους τη δυνατότητα του αυτοκαθορισμού και άρα να συνοδεύεται από μια νέας ποιότητας δημοκρατία, από ένα διαφορετικής ποιότητας κράτος.
Για να είναι ριζικά διαφορετικός ο κοινωνικός σχηματισμός, οι νέοι κρατικοί θεσμοί θα πρέπει να διευκολύνουν τα μέγιστα τη συμμετοχή της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων. Για τούτο, οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν γενίκευσαν θεωρητικά την πείρα των εργατικών και λαϊκών επαναστάσεων της εποχής τους αλλά και των πλέον ριζοσπαστικών πτυχών των προγενέστερων αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων. Όπως είναι γνωστό, αυτά συνοψίστηκαν με τον πιο ακριβή τρόπο στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία και στο Κράτος και επανάσταση[1].


Γιατί δημοκρατία;

Γιατί οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα γίνει μέσω μιας άλλης ποιότητας, ανώτερης δημοκρατίας και όχι με την παραδοσιακή δημοκρατία αστικού τύπου ή μέσω μιας ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνησης από μια φωτισμένη πρωτοπορία της τάξης αυτής;
Ο γιγαντιαίος κοινωνικός μετασχηματισμός που ξεκινά με τη σοσιαλιστική επαναστατική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας στην κατάργηση κάθε εκμετάλλευσης και καταπίεσης, στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν είναι δυνατό παρά να γίνει συνειδητά, με ολοένα και πληρέστερη γνώση και με τη συμμετοχή ολοένα και περισσότερων.
Η ίδια η διαδικασία της επαναστατικής αλλαγής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν συνεγείρει την πλειονότητα των εργαζομένων, ανεξάρτητα από το διαφορετικό επίπεδο συνείδησης κάθε ανθρώπου. Η συνείδηση αυτή αποκτάται μέσα από την κοινωνική εμπειρία, την κοινωνική πράξη. Η ιστορία όλων των επαναστάσεων του 20ού αιώνα έδειξε ότι οι επαναστάσεις υπήρξαν καρπός μακροχρόνιων εμπειριών, ταξικών συγκρούσεων. Προηγήθηκε του επαναστατικού ξεσπάσματος μια μακρόχρονη συσσώρευση πείρας. Η συμμετοχή στα συνδικάτα και στους συνδικαλιστικούς αγώνες, η συμμετοχή στην πολιτική και στους πολιτικούς αγώνες είναι εκείνος ο παράγοντας με τον οποίο δένει διαλεκτικά η θεωρητική εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων και ριζοσπαστικοποιεί τη συνείδηση.
Είναι πολύ χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, η θέση του Λένιν ότι «ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος χωρίς δημοκρατία με δυο έννοιες: 1.το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία 2.ο νικηφόρος σοσιαλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νίκη του και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην απονέκρωση του κράτους, χωρίς να πραγματοποιήσει στο ακέραιο τη δημοκρατία»[2].
Παρόμοια, το εγχείρημα οικοδόμησης νέων κοινωνικών σχέσεων, ριζικά διαφορετικών από τις σχέσεις εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα και όλους τους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς, μπορεί και πρέπει να είναι καρπός της όσο το δυνατό, ολοένα και μεγαλύτερης συνειδητής συμμετοχής των ανθρώπων της εργασίας. Η δημοκρατία και εδώ, και μάλιστα όχι η τυπική δημοκρατία της ψηφοφορίας μια φορά στα τέσσερα χρόνια αλλά η ουσιαστική καθημερινή δημοκρατική συμμετοχή, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Συνδέει τη θεωρητική ενατένιση του ανθρώπου, τη βούλησή του να οικοδομήσει το ένα ή άλλο κοινωνικό σχέδιο, με την πράξη. Μέσα από τη δημοκρατική συμμετοχική πράξη ο εργαζόμενος, ατομικά και συλλογικά, επιβεβαιώνει ή απορρίπτει πλευρές της κατανόησης της πραγματικότητας, βάζει σε εφαρμογή τα σχέδιά του, τα τροποποιεί, τα βελτιώνει.


Γιατί ανώτερη δημοκρατία;

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού λενινισμού είχαν αντιληφθεί ότι δεν αρκεί μια τυπική δημοκρατία, τύπου αστικής δημοκρατίας. Χρειάζεται κάτι ποιοτικά και ποσοτικά περισσότερο από αυτό, κάτι που θα διευκολύνει τη δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα και όλα τα ζητήματα. Το ποιοτικά διαφορετικό στοιχείο ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική δημοκρατία είναι ότι η δεύτερη δεν αρκείται στην τυπική αναγνώριση δικαιωμάτων και ελευθεριών, στην τυπική συμμετοχή αλλά 1.δημιουργεί θεσμούς που διευκολύνουν τα μέγιστα τους εργαζόμενους στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών καθώς και στη συμμετοχή, 2.επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, ιδίως στο πλέον σημαντικό, αυτό της οικονομίας.
Οι θεμελιωτές του μαρξισμού υποστήριζαν τη δημιουργία θεσμών άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που θα διευκολύνουν την ενεργό συμμετοχή του λαού. Διατύπωσαν τις γνωστές αρχές 1.της αιρετότητας, της ανακλητότητας, της εναλλαγής των προσώπων στις διάφορες υπεύθυνες θέσεις, του ελέγχου από τα κάτω, 2.της κατάργησης όλων των προνομίων των κρατικών στελεχών, 3.της ένοπλης δημοκρατικής οργάνωσης του λαού σε νέου τύπου ένοπλες δυνάμεις και σώματα ασφαλείας ώστε να διασφαλίζουν και την εφαρμογή των δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων.
Παράλληλα, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα σε μια νέου τύπου δημοκρατία μπορούν και πρέπει να απαλλάσσονται από τους κοινωνικούς και νομικούς περιορισμούς που τα αποδυναμώνουν σήμερα, έτσι ώστε να βοηθούν τη λειτουργία των θεσμών της άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η ελευθερία του τύπου δεν μπορεί να είναι δέσμια των μεγάλων κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από τα συμφέροντα αυτά. Ο Λένιν, για παράδειγμα, υποστήριζε ότι πρέπει να καταργηθεί η ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης από το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι πρέπει και μπορούν να εκδίδουν τις εφημερίδες, τα περιοδικά, να διαθέτουν ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης κλπ.
Έγραφε το Σεπτέμβριο του 1917 ότι τα σχετικά υλικά και οικονομικά μέσα πρέπει να διατίθενται στους εργαζόμενους, στα κόμματα, στα συνδικάτα και τους μαζικούς φορείς αλλά και σε «οποιαδήποτε ομάδα πολιτών, που έχει ορισμένο αριθμό μελών ή που έχει συγκεντρώσει ένα ορισμένο αριθμό υπογραφών» έτσι ώστε «να μπορούν να δημοσιεύονται όλες οι γνώμες όλων των πολιτών» γιατί στην καπιταλιστική κοινωνία «μόνο οι πλούσιοι και τα μεγάλα κόμματα έχουν αυτό το μονοπώλιο»[3].
Η ελευθερία της γνώμης, πάλι, δεν μπορεί να υφίσταται τους νομικούς και ταξικούς περιορισμούς που  υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία. Οι εργασιακοί χώροι, πρώτα απ' όλα, πρέπει να είναι χώροι ελεύθερης ανταλλαγής απόψεων και ιδεών. Γενικότερα, οι προοδευτικές και επαναστατικές αντιλήψεις όχι μόνο δεν φοβούνται αλλά έχουν ανάγκη την ελεύθερη διαπάλη.
Η ελευθερία των συναθροίσεων, επίσης, δεν μπορεί να υφίσταται τους σημερινούς περιορισμούς[4]. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο, την πληροφόρηση, τους χώρους που απαιτούνται για την άσκηση του δικαιώματός τους. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι πρέπει γενικά να διαθέτουν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις και εγγυήσεις (νομικές και υλικές) ώστε να ασκούν ανεμπόδιστα τα δικαιώματά τους.


Δημοκρατία και  παραγωγικές σχέσεις

Ο πλέον σημαντικός τομέας, όπου είναι αναγκαία μια νέα δημοκρατία, είναι αυτός της οικονομίας και των παραγωγικών σχέσεων. Εκεί, στην καρδιά της δραστηριότητας του ανθρώπου είναι αναγκαία, περισσότερο από οπουδήποτε, μια τομή στον τομέα της δημοκρατίας. Για τούτο, εδώ θα επικεντρωθεί η ανάλυση που ακολουθεί.
Στο καπιταλιστικό σύστημα, η δημοκρατία μένει γενικά έξω από τους εργασιακούς χώρους. Οι όποιες δημοκρατικές κατακτήσεις αποτελούν προϊόν σκληρών αγώνων των εργαζομένων και βρίσκονται πάντοτε υπό αίρεση. Η έκτασή τους εκφράζει τον εκάστοτε συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Δεν μπορούν ποτέ να ξεπεράσουν κάποια όρια τα οποία καθορίζονται από την οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου. Ο κεφαλαιοκράτης αποφασίζει κυρίαρχα τι θα παράγει, πως θα παράγει, που θα επενδύσει, πόσους θα προσλάβει, πότε κλπ. Η κοινωνία και οι εργαζόμενοι δεν έχουν λόγο επί των θεμάτων αυτών, παρά μόνο κάποιες φορές, εντελώς δευτερεύοντα.
Στις μετεπαναστατικές, σοσιαλιστικές κοινωνίες η δημιουργία νέων σχέσεων παραγωγής υπήρξε καθοριστικό ζήτημα. Συνήθως, η εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής από το επαναστατικό κράτος ταυτίστηκε με την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Πράγματι, το γεγονός αυτό είχε κομβική σημασία. Η εργατική δύναμη έπαψε να είναι εμπόρευμα.
Το ζήτημα όμως των παραγωγικών σχέσεων δεν εξαντλείται σε αυτό. Η επαναστατική αλλαγή της ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής αποτελεί μόνο την αφετηρία, την αναγκαία τομή και όχι το τέλος της διαδικασίας κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Η οικοδόμηση των νέων σχέσεων δεν μπορεί να ξεκινήσει παρά μόνο αν αλλάξει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Πρόκειται όμως για διαδικασία που ολοκληρώνεται όταν οι εργαζόμενοι σε πανεθνικό επίπεδο αποκτούν πλήρως τον έλεγχο του συνόλου της παραγωγής: τι παράγεται, που παράγεται, σε ποιες ποσότητες, πως κατανέμεται κλπ.
Για να συμβεί αυτό χρειάζεται η πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων, στην εφαρμογή τους, στον έλεγχο της εφαρμογής τους. Τούτο πάλι μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσα από τη λειτουργία θεσμών άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας που θα διευκολύνουν τη συμμετοχή όλων των εργαζομένων.
Άρα η δημοκρατία πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο των νέων σχέσεων παραγωγής που δημιουργούνται μετά την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η σοσιαλιστική επαναστατική αλλαγή μπορεί να σημάνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, τη συνειδητή χάραξη της πορείας της. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει, σε σχέση με προηγούμενα κοινωνικά συστήματα, το ρόλο της επενέργειας της πολιτικής, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει κάποιου είδους βουλησιαρχία. Το ότι αυξάνεται ο ρόλος της πολιτικής, πρέπει να σημαίνει αναπόφευκτα ότι αυξάνεται ο ρόλος της δημοκρατίας και της δημοκρατικής συμμετοχής των εργαζομένων.
Όπως είναι γνωστό, η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις είναι ο κινητήριος μοχλός της κοινωνικής εξέλιξης. ανεξάρτητα από το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Τούτο ισχύει και για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων όπου οι εργαζόμενοι, βαθμιαία, αλλά κάθε μέρα και περισσότερο, κάθε μέρα και πιο ουσιαστικά, γίνονται πραγματικοί κύριοι των μέσων παραγωγής, απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις, οδηγεί στην ανάπτυξή τους. Αν η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων καθυστερήσει ή αναστραφεί, αυτό έχει επίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις. Τις οδηγεί στη στασιμότητα και στην οπισθοδρόμηση, όπως συνέβη με τη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής τους.
Ας δούμε μερικές κρίσιμες πλευρές του θέματος:


Δημοκρατία και οικονομικός σχεδιασμός

Η οικονομία στις σοσιαλιστικές κοινωνίες αναπτύσσεται με βάση το σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει 1. να λαμβάνει υπόψη του τις αντικειμενικές δυνατότητες και τους κανόνες που διέπουν τις κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες, 2. να εκφράζει τη βούληση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων για το πώς θέλουν να αναπτύξουν την οικονομία τους.
Ποιος κατέχει την οικονομική γνώση; Οι οικονομολόγοι; Όλοι οι οικονομολόγοι; Μόνο μερικοί; Οι οικονομολόγοι του κυβερνώντος κόμματος; Το κυβερνόν κόμμα συλλογικά; Ο λαός στο σύνολό του; Ένα μέρος του; Όλες οι απαντήσεις χωριστά είναι ορθές και ταυτόχρονα λαθεμένες.
Προφανώς υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα επιστημονικής γνώσης σε κάθε μια από τις προαναφερθείσες κατηγορίες και σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Η επιστημονική γνώση αποκτάται μέσα από την εμπειρία (προσωπική και των άλλων, προηγούμενων και σύγχρονων) και τη νοητική επεξεργασία (προσωπική και των άλλων, προγενέστερη και σύγχρονη).
Η επιστημονική γνώση πρέπει να δοκιμάζεται στην πράξη. Η πράξη εν προκειμένω είναι οι συλλογικές αποφάσεις των εργαζομένων οι οποίοι έτσι ανεβάζουν παράλληλα το επίπεδο γνώσεων και κοινωνικής τους συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από αυτούς τους ίδιους με βάση το επίπεδο συνείδησης που έχουν και με βάση τις επιθυμίες και επιδιώξεις τους. Δεν μπορεί να είναι δεκτή κανενός είδους πατερναλιστική αντιμετώπιση βάσει της οποίας θα αποφασίζουν κάποιοι «ειδικοί» (ειδικοί επιστήμονες, το κυβερνόν κόμμα, οι ειδικοί επιστήμονες του κυβερνώντος κόμματος).
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει να το κάνουν αυτό γιατί μόνο έτσι εκφράζουν τη βούλησή τους και γιατί μόνο έτσι μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο κοινωνικής τους συνείδησης, να μάθουν ακόμη και από τα λάθη τους. Άλλωστε, οι «ειδικοί» μπορεί εξίσου να λάβουν λαθεμένες αποφάσεις. Μπορεί επίσης να λάβουν αποφάσεις που δεν εκφράζουν τις επιθυμίες και επιδιώξεις της κοινωνίας.
Κατά συνέπεια, η κοινωνία είναι αυτή που μπορεί και πρέπει μέσα από τους θεσμούς άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να λαμβάνει τις οικονομικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, τι ποσοστό των πόρων θα διατεθούν για τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη, για την εκπαίδευση, για την υγεία, την άμυνα κλπ, τι μέρος των επενδύσεων θα στραφεί στη βαριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της, ποιο μέρος των επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην ελαφριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της πρέπει να το αποφασίζουν οι εργαζόμενοι.
Η κυβέρνηση και το κυβερνητικό κόμμα πρέπει να υποβάλλουν τις προτάσεις τους οι οποίες, μαζί με όποιες άλλες προτάσεις κατατεθούν, οφείλουν να τίθενται σε πλατιά συζήτηση τόσο στις συνελεύσεις στους εργασιακούς χώρους όσο και τοπικά, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς. Η τελική απόφαση βέβαια πρέπει να λαμβάνεται στη συνέχεια από το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο, τη Βουλή.
Ο ρόλος των διάφορων ειδικών, του κυβερνώντος κόμματος και άλλων συλλογικών φορέων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, επιστημονικών κά.) είναι να προτείνουν, να παρουσιάζουν στοιχεία και επιχειρήματα προκειμένου να γίνεται ένας ουσιαστικός διάλογος και να λαμβάνονται οι καλύτερες αποφάσεις. Προϋπόθεση γι' αυτά είναι η δυνατότητα ολόπλευρης ενημέρωσης και πληροφόρησης και ο ανοιχτός διάλογος. Αν οι αποφάσεις είναι τελικά οι καλύτερες, το δείχνει βέβαια η πρακτική εφαρμογή, η ίδια η ζωή δηλαδή και κανείς άλλος.
Αντίστοιχα, σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο, οι εργαζόμενοι και πάλι πρέπει να είναι εκείνοι που αποφασίζουν. Οι αποφάσεις αυτές οφείλουν βέβαια να κινούνται εντός του πλαισίου που έχουν χαράξει οι γενικές οικονομικές αποφάσεις της κοινωνίας. Αν δεν κινούνται στο πλαίσιο αυτό, σημαίνει ότι υπονομεύονται οι δημοκρατικές αποφάσεις του λαού και ότι η οικονομία και η κοινωνία οδηγούνται στον κατακερματισμό και στην εμπορευματοποίηση των ξεχωριστών παραγωγικών μονάδων, όπως συνέβη για παράδειγμα με το γιουγκοσλαβικό σύστημα της “αυτοδιαχείρισης”[5].
Και αν οι εργαζόμενοι λάβουν λαθεμένες αποφάσεις; Αν πολύ περισσότερο παρασυρθούν από λαθεμένες ή λαϊκιστικές προσεγγίσεις; Η κρίση των πολλών, η προσπάθεια συνδυασμού των επιστημονικών απόψεων και της εμπειρίας των εργαζομένων είναι ασφαλής μέθοδος αποφυγής σοβαρών λαθών. Αλλά και όταν τέτοια γίνουν, και αυτό είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο, η διόρθωσή τους θα είναι πιο εύκολη και λιγότερο επώδυνη ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι θα αισθάνονται την ευθύνη των πράξεών τους. Κανείς δεν τους επέβαλλε τις λαθεμένες επιλογές. Οι ίδιοι θα τις διορθώσουν.
Αν πάλι οι εργαζόμενοι λάβουν αποφάσεις οι οποίες αντικειμενικά, και αντίθετα με τη θέλησή τους, υπονομεύουν τις νέες παραγωγικές σχέσεις και οδηγούν στην καπιταλιστική παλινόρθωση; Αν οι εργαζόμενοι υιοθετήσουν αποφάσεις οι οποίες τους παρουσιάστηκαν ως επαναστατικές αλλά στην πραγματικότητα υποκρύπτουν κάποιο αντεπαναστατικό σχέδιο;
Σε καμιά από τις περιπτώσεις δεν πρέπει να αναιρείται η σημασία της δημοκρατίας και να υιοθετείται μια πατερναλιστική αντίληψη του τύπου: “η ηγεσία ξέρει καλύτερα, ας αποφασίσει αυτή, οι μάζες θα καταλάβουν αργότερα εκ του αποτελέσματος”. Μια τέτοια πρακτική υπονομεύει ό,τι σημαντικότερο επιχειρεί να οικοδομήσει μια επαναστατική αλλαγή: τη δημιουργία ενός λαού που θα είναι αυτεξούσιος. Άλλωστε, ποιός διασφαλίζει ότι η ηγεσία πράγματι ξέρει ή ότι δεν έχει διαφθαρεί; Μια ματιά στα γεγονότα της δεκαετίας του 1980 στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες μπορεί να πείσει.
Τέτοια προβλήματα όπως τα παραπάνω μπορούν να επιλύονται από την ιδεολογικο-πολιτική παρέμβαση του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Η ύπαρξη και δράση ενός τέτοιου κόμματος είναι αναγκαία και αναντικατάστατη. Το τελευταίο πρέπει να μπορεί να είναι σε θέση να παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα, να πείθει, να οργανώνει, να κινητοποιεί τους εργαζόμενους, να καταδεικνύει τους κινδύνους και τις δυνατότητες. Δεν μπορεί και δεν πρέπει όμως να υποκαθιστά το λαό στις αποφάσεις, δεν μπορεί να εξαναγκάζει[6].
Υπάρχουν, ωστόσο, οριακές καταστάσεις. Τι θα γινόταν αν, για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσιζαν τη δεκαετία του 1930 να δώσουν προτεραιότητα στην ελαφριά βιομηχανία για την εξυπηρέτηση των τρεχόντων αναγκών τους σε βάρος της βαριάς βιομηχανίας και μάλιστα της αμυντικής; Θα μπορούσε η Σοβιετική Ένωση στη συνέχεια να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού;
Πρώτα απ’ όλα, οι εργαζόμενοι δεν αποφασίζουν αυθόρμητα, χωρίς συζήτηση και ιδεολογικο-πολιτική παράθεση και αντιπαράθεση απόψεων. Αν, εν προκειμένω, οι εργαζόμενοι αγνοούσαν και δεν πείθονταν από τις επισημάνσεις του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος για την ανάγκη ταχείας εκβιομηχάνισης και αμυντικής θωράκισης της χώρας, με δεδομένη την εκρηκτική διεθνή κατάσταση, αυτό θα σήμαινε ότι προϋπήρχε μια σοβαρή ρωγμή στις σχέσεις ανάμεσα στο επαναστατικό κόμμα και στην εργατική τάξη. Η επιβολή της ορθής λύσης από μια πεφωτισμένη ηγεσία μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μόνο βραχυπρόθεσμα, το πολύ μεσοπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα όμως θα έχει υπονομεύσει την επαναστατική προσπάθεια.
Τα παραπάνω δεν αποκλείουν τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης ή μιας Βουλής να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις επείγοντα χαρακτήρα σύμφωνα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες. Αρκεί βέβαια να μην γίνεται κατάχρηση των εννοιών και των δυνατοτήτων. Για να αποτρέπονται αυθαίρετες ερμηνείες, χρειάζεται δημοκρατική λαϊκή εγρήγορση και συνταγματικές - νομικές διαδικασίες με ακρίβεια προσδιορισμένες για το πότε επιτρέπεται κάτι τέτοιο.


Δημοκρατία και κατανομή του κοινωνικού πλούτου

Η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων είναι αναγκαία και στο στάδιο της κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Στην καπιταλιστική κοινωνία οι καπιταλιστές καρπώνονται την υπεραξία ενώ οι μισθοί των εργαζομένων διαμορφώνονται με βάση τους νόμους της αγοράς. Κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ο μισθωτός δεν έχει να πωλήσει τίποτα άλλο παρά την εργατική του δύναμη. Ρόλο διαδραματίζει βέβαια η πάλη των τάξεων και ο συσχετισμός των δυνάμεων.
Πώς όμως γίνεται η μέτρηση, αξιολόγηση και αποτίμηση της εργασίας; Και κυρίως ποιος την υπολογίζει σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης όπου δεν κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής; Ο υπολογισμός της εργατικής δύναμης που ξόδεψε κάθε εργαζόμενος είναι ένα σύνθετο επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα. Τα πορίσματα διάφορων επιστημών και η κοινωνική εμπειρία μπορούν να υποδείξουν τρόπους για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης εργασίας. Τα συμπεράσματα όμως της επιστήμης και της εμπειρίας μπορούν να διαφέρουν στις εκτιμήσεις τους. Ο υπολογισμός δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα αλλά και κοινωνικο-πολιτική απόφαση.
Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Επομένως ο ρόλος της δημοκρατίας είναι κι εδώ καθοριστικός. Πώς θα αποτιμηθεί από την κοινωνία μια ώρα εργασίας του εκπαιδευτικού και πώς ενός προγραμματιστή, πώς ενός ανθρακωρύχου και πώς ενός κλητήρα; Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς μπορούν να καθορίσουν τα σχετικά κριτήρια.
Οι εργαζόμενοι επίσης μπορεί και πρέπει να αποφασίζουν μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς για τις βασικές αρχές της μισθολογικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα για την ψαλίδα των μισθών: θα είναι δηλαδή η σχέση κατώτατου και ανώτατου μισθού 1:2, 1:4, 1:10 ή περισσότερο, ποιες επαγγελματικές κατηγορίες θα βρίσκονται στη βάση και ποιες στην κορυφή της μισθολογικής ψαλίδας. Για όλα αυτά απαιτείται φυσικά ανοιχτός διάλογος και πληροφόρηση.
Εννοείται ότι η κοινωνία δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αποφασίζει για κάθε λεπτομέρεια[7]. Είναι όμως απολύτως αναγκαίο να υιοθετούνται οι γενικές αρχές σε πανεθνικό επίπεδο. Αυτές στη συνέχεια μπορούν να εξειδικεύονται από τα επιμέρους κλαδικά και τοπικά όργανα της δημοκρατικά οργανωμένης εξουσίας των εργαζομένων.
Η αποτίμηση των συνθηκών εργασίας και η μέτρηση της προσφοράς εργασίας σε διαφορετικές μονάδες εντός του ίδιου κλάδου της οικονομίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής, δημοκρατικής απόφασης των αντίστοιχων κλαδικών οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη μέτρηση της εργασίας που παρέχει ο κάθε συγκεκριμένος εργαζόμενος. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα, ούτε μόνο με βάση τις ώρες που εργάστηκε, αλλά με βάση τα γενικά ή ειδικά θεσπισμένα κοινωνικά κριτήρια και κανόνες. Στην εξειδίκευση των κριτηρίων και των κανόνων αυτών και στην προσμέτρηση της εργασίας των εργαζομένων, οι θεσμοί  της εργατικής δημοκρατίας πρέπει να έχουν τον αποφασιστικό λόγο[8].
Εννοείται πως στο πλαίσιο της αναγκαίας εργασιακής πειθαρχίας η μέτρηση αυτή  πραγματοποιείται από τον προϊστάμενο ή τον διευθυντή αλλά βάσει των δημοκρατικά καθορισμένων από τους εργαζόμενους κριτηρίων. Επιπλέον, σε περίπτωση τυχόν αυθαιρεσίας των διευθυντικών στελεχών δεν μπορεί παρά να κρίνουν σε δεύτερο βαθμό ειδικοί συλλογικοί θεσμοί.


Η εμπειρία του 20ού αιώνα

Αυτό που έδειξαν οι θεμελιωτές του μαρξισμού, ότι δηλαδή απαιτείται μια ανώτερη δημοκρατία, το απέδειξε με τον τρόπο της και η μεταγενέστερη ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα. Έδειξε πρώτα απ' όλα ότι η εφαρμογή στην πράξη των αρχών αυτών κάθε άλλο παρά δεδομένη και απλή υπόθεση είναι.
Πρώτο, γιατί οι συνθήκες δεν επιτρέπουν πάντοτε την απρόσκοπτη εφαρμογή τους. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με στόχο την κατάπνιξη και την υπονόμευση των επαναστάσεων δημιούργησαν ένα περιβάλλον πολέμου που δεν επέτρεπε την εφαρμογή των αρχών αυτών της ανώτερης δημοκρατίας.
Δεύτερο, η πολιτιστική καθυστέρηση, ο αναλφαβητισμός, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο δεν ευνοούν τη συμμετοχή και την εδραίωση μια ανώτερης δημοκρατίας.
Τρίτο, οι κοινωνίες είναι συνηθισμένες, εδώ και αιώνες, στη λογική ότι άλλοι, μια μειοψηφία, θα ασχολείται με τα κοινά. Επιπλέον, ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις των αστικών δημοκρατιών, επικρατεί η αντίληψη της ανάθεσης σε άλλους τέτοιων καθηκόντων. Αυτές οι αντιλήψεις είναι καρπός των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και της ύπαρξης του καταμερισμού της εργασίας.
Τέταρτο, ο καταμερισμός της εργασίας, εν προκειμένω ο διαχωρισμός ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, δεν μπορεί παρά να υφίσταται για ένα ιστορικό διάστημα και μετά από μια επαναστατική αλλαγή. Αυτόματα επομένως, διαμορφώνεται η τάση της ανάθεσης και η παράλληλη τάση των κυβερνώντων να αυτονομούνται.
            Σε αυτά πρέπει να συνυπολογιστούν οι ανθρώπινες αδυναμίες, εγωισμοί, ιδιοτέλειες (που αποτελούν μακραίωνη κληρονομιά της ανθρωπότητας και καθόλου δεν εξαλείφονται σε μερικές δεκαετίες), η διείσδυση στις τάξεις των επαναστατών τυχοδιωκτών, καριεριστών, διεφθαρμένων, πρώην αντεπαναστατών κλπ.
            Όταν μετά τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα καταλάγιασε ο επαναστατικός αναβρασμός και ενθουσιασμός, παρατηρήθηκε πολύ έντονη η τάση ανάθεσης των πολιτικών καθηκόντων στους κυβερνώντες. Αντίστροφα, είναι αναμενόμενο, και εντελώς ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις, οι κυβερνώντες, ακόμη και οι πιο οξυδερκείς και αφοσιωμένοι ηγέτες μιας επανάστασης να τείνουν να αποφασίζουν στο όνομα του λαού. Είναι πολύ εύστοχη η επισήμανση του Φιδέλ Κάστρο ότι «Οι επαναστάτες, όσοι ξεκινάνε μια επανάσταση, έχουν συνήθως μεγάλο γόητρο στο λαό, μια μεγάλη εξουσία πάνω στο λαό, και μ’ αυτή την εξουσία, μπορούν να κάνουν πολύ καλό, αλλά μπορεί να συμβεί να κάνουν πολύ κακό. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον, πολλοί λίγοι άνθρωποι, ή και ούτε ένας, δεν θα έχουν την εξουσία που είχαμε στην αρχή της Επανάστασης, γιατί είναι επικίνδυνο άνθρωποι να έχουν τόσο μεγάλη εξουσία»[9]. Πρόκειται για τάση, για δυνατότητα, που μπορεί όμως υπό προϋποθέσεις να περιοριστεί, να ελεγχθεί, να μην μετατραπεί σε πραγματικότητα.
            Η λήψη των αποφάσεων συγκεντρώθηκε σταδιακά στους κυβερνώντες. Η λειτουργία των βαθιά δημοκρατικών θεσμών (όπως για παράδειγμα ήταν τα Σοβιέτ) ατόνησε. Αυτό δεν συνέβη μόνο σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και εξωτερικών επεμβάσεων –πράγμα φυσιολογικό- αλλά και μετά, στη σχετικά ομαλή, ειρηνική περίοδο.
            Είναι ενδεικτικό ότι, παρότι συνήθως ο νόμος δεν το απαγόρευε, επικράτησε η πρακτική της μοναδικής υποψηφιότητας στις εκλογικές διαδικασίες[10]. Αυτό σήμαινε ότι το κυβερνόν κομμουνιστικό κόμμα πρότεινε έναν υποψήφιο άμεσα ή μέσω ενός συνδικαλιστικού ή άλλου φορέα. Οι εκλογείς δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάποιον άλλο, παρά μόνο να τον εγκρίνουν ή να τον απορρίψουν. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησαν ή κατέληξαν απολύτως τυπικού χαρακτήρα. Στο τέλος του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Ρωσία οι συνελεύσεις βάσης και τα τοπικά Σοβιέτ είχαν σταματήσει σχεδόν τη λειτουργία τους[11].
            Οι ίδιοι οι ιθύνοντες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν και θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους[12].
            Επίσης, είναι πολύ σημαντικό ότι, παρά το γεγονός ότι σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος[13]. Άρα τόσο η εκλογή, όσο και η ανακλητότητα, ο λαϊκός έλεγχος από τα κάτω και η εναλλαγή των προσώπων στις δημόσιες θέσεις ατόνησαν σοβαρά.
            Παράλληλα, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, σταδιακά αφυδατώθηκαν. Η αντιπαράθεση με την ένοπλη αντεπανάσταση επέδρασε καθοριστικά. Οι διάφορες απαγορεύσεις και περιορισμοί που είναι φυσιολογικοί σε κάθε εμπόλεμη κατάσταση διατηρήθηκαν κάτω από τη δυναμική της πραγματικότητας, την απειρία των επαναστατών για τους κινδύνους που εγκυμονούσε μια τέτοια επιλογή αλλά και από την αυθόρμητη τάση των κυβερνώντων να θεωρούν τη θέση τους μοναδικά αποδεκτή και ορθή για τα λαϊκά συμφέροντα.
            Η διαφορετική γνώμη ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις αντεπαναστατικές απόψεις και οι τελευταίες θεωρούνταν ποινικό αδίκημα. Η ποινική νομοθεσία παρέμεινε δρακόντεια και μετά τον εμφύλιο. Αποδείχθηκε επικίνδυνη για τη δημοκρατία ιδίως με την επιλογή αόριστων ποινικών νόμων. Η ποινική νομοθεσία των πρώην σοσιαλιστικών κρατών δεν περιορίστηκε στη δίωξη των πράξεων που απειλούσαν το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Αυτό εξάλλου προβλέπεται σε όλους τους ποινικούς κώδικες και γίνεται σε όλα τα κοινωνικά συστήματα. Περιέλαβε διατάξεις που ποινικοποιούσαν το “αντεπαναστατικό φρόνημα” και όχι μόνο πράξεις[14].
            Στους εργασιακούς χώρους, η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση γα τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε σε μεγάλο βαθμό τυπική. Το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών[15].
Ακόμη παραπέρα, η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, τείνει να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου. Σταδιακά, η κατάργηση των υλικών προνομίων που σημάδεψε τις πρώτες μετεπαναστατικές περιόδους, αντικαταστάθηκε από την επανεδραίωσή τους.
            Για παράδειγμα, στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή. Ο Λένιν βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των μελών των αντιπροσωπευτικών σωμάτων και των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού[16].
            Έτσι, η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα διάφορα μη μισθολογικά προνόμια. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:15[17].
            Σε άλλες επαναστάσεις εκδηλώθηκε παρόμοια τάση αλλά με ασθενέστερο τρόπο. Στο μετεπαναστατικό Βιετνάμ η ψαλίδα ήταν πολύ μικρότερη. Ένας εργαζόμενος τη δεκαετία του 1970 αμειβόταν με 40 έως 100 dong, ένας μηχανικός με 60-80, ένας ανθρακωρύχος 120 ενώ ένας υπουργός λάμβανε 190-200. Χαρακτηριστικό ήταν και το γεγονός ότι η μισθολογική κλιμάκωση γινόταν ανάλογα με τη θέση στην κομματική (και κρατική) ιεραρχία: όσο υψηλότερη θέση στον κομματικό μηχανισμό, τόσο υψηλότερες αποδοχές[18].
            Η αιτία αυτών των εξελίξεων δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ιδιοτέλεια των προσώπων που έλαβαν τις σχετικές αποφάσεις. Ενδέχεται να υπάρχουν και τέτοιες πλευρές αλλά πρόκειται κυρίως για τη σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη τάση προς την αυτονόμηση των κυβερνώντων που προκύπτει από τις αντικειμενικές συνθήκες και την μακραίωνη παράδοση.
Η αυτονόμηση (πολιτική και οικονομική) της ηγετικής γραφειοκρατίας δεν σήμαινε την μετατροπή της σε κυρίαρχη, εκμεταλλεύτρια τάξη. Η γραφειοκρατία δεν κατείχε τα μέσα παραγωγής ούτε καρπωνόταν υπεραξία[19]. Τα διαχειριζόταν κατά κανόνα χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του λαού και καρπωνόταν από το κοινωνικό προϊόν μεγαλύτερο μερίδιο από εκείνο που αντιστοιχούσε στην προσφορά της εργασίας της.
Στην αρχική φάση επιδίωκε την ενίσχυση του σοσιαλιστικού κράτους, ταυτίζοντας όμως τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα και τις δικές της ιδιαίτερες αντιλήψεις με εκείνες του σοσιαλισμού και της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό προσέδωσε στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των σοσιαλιστικών κρατών ένα μικτό χαρακτήρα όπου συνυπήρχαν, σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες, η επαναστατική πολιτική και η γραφειοκρατική στρέβλωση.
Σε μεταγενέστερο στάδιο φάνηκε ότι ο στόχος αυτός δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Το γραφειοκρατικό στρώμα υπήρξε πηγή και υλική βάση επιλογών λαθεμένων και μη συμβατών με τη μαρξιστική ανάλυση. Λειτουργούσε ως καρκίνωμα στο σώμα του σοσιαλιστικού κράτους. Έτεινε, ολοένα και περισσότερο, να λαμβάνει αποφάσεις που δεν έπαιρναν επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα των εργαζομένων και δεν εναρμονίζονταν με αυτά.
Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αποξενώνονταν ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές (και όχι μόνο) αποφάσεις οδήγησε στην πτώση του ενδιαφέροντος για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Οι οικονομικοί δείκτες οδηγήθηκαν σε στασιμότητα και υποχώρηση. Οι κυβερνώντες των σοσιαλιστικών κρατών προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό όχι ξαναδίνοντας στους εργαζόμενους ουσιαστικό ρόλο στη λήψη των οικονομικών και άλλων αποφάσεων (κάτι που θα αναιρούσε τον αποκλειστικό ρόλο των κυβερνώντων) αλλά μεγεθύνοντας την αυτοτέλεια των επιχειρήσεων και των διευθυντών, εισάγοντας τη λογική του κέρδους, διευρύνοντας τις εμπορευματικές σχέσεις. Αυτό ήταν όμως ένα βήμα προς την κατεύθυνση της παραπέρα αποδόμησης των νέων παραγωγικών σχέσεων και εγγύτερα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Στο τελικό στάδιο μεθοδεύτηκε η ανατροπή του σοσιαλιστικού κράτους, η μετατροπή του συσσωρευμένου χρήματος και των υλικών προνομίων σε κεφάλαιο. Η γραφειοκρατία (τουλάχιστον το σημαντικότερο τμήμα της) μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη: οι πρώην αξιωματούχοι μετατράπηκαν σε καπιταλιστές ιδιοποιούμενοι τη δημόσια περιουσία.
Ωστόσο, η γραφειοκρατική παραμόρφωση των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, για την οποία τόσο έγκαιρα είχε προειδοποιήσει ο Λένιν και που οδήγησε τελικά στο θάνατό τους, δεν ακυρώνει καθόλου τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα των επαναστάσεων ούτε την ιστορικής σημασίας  συμβολή τους στην υπεράσπιση της ειρήνης, στην αντιμετώπιση του φασισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.


Κάποια συμπεράσματα

Η πορεία γραφειοκρατικής αυτονόμησης των κυβερνώντων είχε πολύ εμφανείς αρνητικές επιπτώσεις και στην οικονομία. Η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων βαθμιαία αποδυναμώθηκε. Εφόσον οι κοινωνίες δεν προχωρούσαν μπροστά, στην οικοδόμηση νέων σχέσεων, δεν έμενε παρά να πισωγυρίσουν, να επιστρέψουν δηλαδή στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Η ποσότητα (αρνητικές μεταβολές) που σωρεύθηκε μετατράπηκε σε ποιοτική διαφοροποίηση με τις ανατροπές του 1989-1990.
Στις σύγχρονες συζητήσεις για τις θεμελιώδεις κοινωνικο-οικονομικές επιλογές, το σύνηθες επιχείρημα των υποστηρικτών του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ακόμη και μερικών που θα ήθελαν ένα διαφορετικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης είναι ότι ο σοσιαλισμός αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός. Τίποτα δεν είναι πιο ανακριβές από αυτό. Οι σοσιαλιστικές χώρες επέδειξαν τεράστια επιτεύγματα στην πρώτη τους ειδικά περίοδο, όσο ακόμη υπήρχε η πνοή της πρωτοβουλίας των εργαζομένων. Ωστόσο, αυτή έφθινε για τους λόγους που έχουν αναφερθεί και μαζί της έφθινε η παραγωγικότητα της εργασίας και η αποτελεσματικότητα της οικονομίας. Δεν είναι ο σοσιαλισμός που αποδείχθηκε αναποτελεσματικός. Είναι ο βαθμιαίος γραφειοκρατικός εκφυλισμός των νέων κοινωνικών σχέσεων.
Η ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων καθιστά ουσιαστική την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τη μετατρέπει σε κοινωνικοποίηση. Αυξάνει παράλληλα το ενδιαφέρον των εργαζομένων για την εργασία, τους καθιστά πιο παραγωγικούς και υπεύθυνους, τονώνει την εργασιακή πειθαρχία.
Αυτό έχει φανεί ακόμη και στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων. Είναι γνωστό ότι συχνά οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις αντιγράφοντας και ενσωματώνοντας (διαστρεβλωμένη οπωσδήποτε) τη σοσιαλιστική λογική, υιοθετούν μορφές ψευδοσυμμετοχής των εργαζομένων προκειμένου έτσι να τονώσουν το αίσθημα της κοινότητας μέσα στην επιχείρηση αλλά και την ευθύνη απέναντι στην εργασία και στα αποτελέσματά της.
Η δυσκολία οικοδόμησης και σταθεροποίησης μια νέας, ανώτερης δημοκρατίας αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα των επαναστάσεων. Ο Ένγκελς είχε επισημάνει πολύ έγκαιρα τον κίνδυνο η εργατική τάξη «να ξαναχάσει την κυριαρχία της», αν μετά την επαναστατική μεταβολή αναστηλωθούν τα προνόμια των κυβερνώντων[20]. Αυτό πράγματι συνέβη με τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα.
Άρα το ζήτημα της δημοκρατίας, της πραγματικής δημοκρατικής συμμετοχής των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα είναι κρίσιμης σημασίας από πολλές πλευρές για τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης: όχι παραμένοντας στο έδαφος της τυπικής, κουτσουρεμένης αστικής δημοκρατίας, όπως έπραξαν η σοσιαλδημοκρατία και ο ευρωκομμουνισμός. Αντίθετα, η στόχευση πρέπει να είναι η διεύρυνση, η ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας, έτσι ώστε να φτάσει σε ένα πραγματικά νέο, ανώτερο επίπεδο τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη. Η μαρξιστική λενινιστική θεωρία του 21ου αιώνα οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να συμπεριλάβει και να αναπτύξει παραπέρα την προβληματική αυτή[21].





[1] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 1-120.
                 
[2]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128-129.
[3] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Πως θα εξασφαλιστεί η επιτυχία της Συντακτικής Συνέλευσης», Άπαντα, τ. 34, σελ. 210-213 και του ίδιου, «Σχέδιο απόφασης για την ελευθεροτυπία», Άπαντα, τ. 35, σελ. 51-52 και του ίδιου, «Λόγος σχετικά με το ζήτημα του τύπου», Άπαντα, τ. 35, σελ. 53 επ. Βέβαια, στην περίοδο του εμφυλίου και της ξένης επέμβασης βρέθηκε στην ανάγκη να απαγορεύσει την κυκλοφορία εφημερίδων, όπως άλλωστε συμβαίνει παντού και πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις. Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το κλείσιμο της μενσεβίκικης εφημερίδας που υπονόμευε την άμυνα της χώρας», Άπαντα, τ. 37, σελ. 483-484.
[4] Βλ. ενδεικτικά Δ. Καλτσώνης, «Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι», περ. Ουτοπία τευχ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2007, σελ. 53-74.  
[5] Βλ. για παράδειγμα Ε. Καρντέλι, Σ. Ζούκιν, Μ. Μάρκοβιτς, Γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Ανδρομέδα, 1981.
[6] Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 121 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
[7]               Βλ. Ε. Μαντέλ, Στην υπεράσπιση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2003, σελ. 8 επ.
[8] Βλ. περισσότερα στο Δ. Καλτσώνης, «Κράτος και κατανομή των μέσω κατανάλωσης στις σοσιαλιστικές κοινωνίες», περ. Ουτοπία, τευχ. 100, 2012, σελ. 153-166.
[9] Βλ. F. Castro, Révolution cubaine, II (textes choisis 1962-1968), Paris, Maspero, 1969, σελ. 158 επ.
[10] Βλ.  Chtchiglik, L’ autogestion socialiste, Moscou, ed. Progres, 1989, σελ. 88 επ.
[11] Βλ. Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 329 επ.
[12] Βλ. Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008, σελ. 145 επ.
[13]              Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 106-107 και 109-111.
[14] Βλ. J. Graven, Le droit penal soviétique, t. II, Paris, ed. Sirey, 1949, σελ. 20 επ.
[15]             Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), οπ. π., σελ. 204 επ.
[16]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78 και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105.
[17] Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, οπ.π., τ. 1 (1917-1923), σελ. 107 και τ. 2 (1923-1930), σελ. 247 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
[18]             Βλ. P. Rousset, Le parti communiste vietnamien, Paris, Maspero, 1975, σελ. 336, 338.
[19] Βλ. επί του θέματος διάφορες απόψεις όπως Λ. Τρότσκι, Η ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1986, ιδίως σελ. 29 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2, οπ.π., σελ. 299 επ. και Π. Παυλίδης, Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην Ε.Σ.Σ.Δ., Αθήνα, εκδ. Προσκήνιο, 2001 και Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 469 επ.
[20] Βλ. τον πρόλογο του Φ. Ένγκελς στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, οπ.π., σελ. 20-23.
[21] Βλ. Α. Χρύσης, Ο Μαρξ της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, σελ. 299 επ.

ΒΙΒΛΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

ENGLISH EDITION