Cat-1
ΑΡΘΡΑ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Latest Postssss
Η
σύγχρονη Κίνα είναι αναμφισβήτητα η ανερχόμενη οικονομική και γεωστρατηγική
υπερδύναμη[1]. Το
πολιτικό και νομικό της σύστημα αποτελούν για εμάς σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Η ακριβής φυσιογνωμία
των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων που επικρατούν στη χώρα αυτή, ο ρόλος και η
επίδραση του Συντάγματος στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα παραμένουν
αντικείμενο προς διερεύνηση. Η οικονομική, πολιτική και νομική επιστήμη στην
Ελλάδα βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο στο ζήτημα αυτό, αν και έχουν υπάρξει
αξιοσημείωτες εξαιρέσεις[2].
Όπως
κάθε Σύνταγμα έτσι και το Κινέζικο αντανακλά ένα συσχετισμό κοινωνικών και
πολιτικών δυνάμεων, ο οποίος μάλιστα συσχετισμός περιλαμβάνει μια κυρίαρχη
συνιστώσα[3]. Πώς
ακριβώς διαμορφώνεται η κατάσταση στην Κίνα; Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν
βέβαια να απαντηθούν και μάλιστα με πληρότητα στο πλαίσιο ενός άρθρου. Θα
επιχειρηθεί, ωστόσο, εδώ η σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας του Συντάγματος της
Κίνας.
Το
ισχύον Σύνταγμα της χώρας αυτής ψηφίστηκε το 1982 και αναθεωρήθηκε μέχρι σήμερα
τέσσερεις φορές: το 1988, 1993, 1999 και το 2004. Είχαν προϋπάρξει το Σύνταγμα
του 1954 που ψηφίστηκε λίγο μετά τη νίκη της επανάστασης το 1949 και που
καταργήθηκε ουσιαστικά με την πολιτιστική επανάσταση στα μέσα της δεκαετίας του
1960, το βραχύβιο Σύνταγμα της πολιτιστικής επανάστασης του 1975, το μεταβατικό
Σύνταγμα του 1978 που σημείωνε την έξοδο από αυτή την ταραγμένη περίοδο.
Για
τη μελέτη του ισχύοντος Συντάγματος 1982/1988/1993/1999/2004 επιλέγονται δυο
πυλώνες οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί για κάθε Σύνταγμα: οι διατάξεις που
συγκροτούν το οικονομικό Σύνταγμα, δηλαδή οι διατάξεις που αντανακλούν τις
κυρίαρχες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις αλλά και που συμβάλλουν στη ρύθμιση της
οικονομίας και τα άρθρα τα σχετικά με την οργάνωση του πολιτεύματος και της
δημοκρατίας.
Το οικονομικό Σύνταγμα
Μετά
τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 και το πρώτο Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918,
τα Συντάγματα, ως προς τις οικονομικές τους διατάξεις, μπορούν να διαχωριστούν,
ίσως με μια κάποια δόση απλούστευσης, σε δυο μεγάλες κατηγορίες: α. Σε εκείνα
που κατά βάση θεμελιώνουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μέσα από
γενικές διατάξεις περί κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας, ακόμη και αν, στην περίοδο
της κεϋνσιανής διαχείρισης της οικονομίας, βρίθουν διατάξεων που επιτρέπουν την
κρατική παρέμβαση στην οικονομία. β. σε εκείνα που κατά βάση εξαγγέλλουν την
κρατική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής ακόμη και αν αφήνουν ένα μικρό ή
μεγαλύτερο περιθώριο στην ιδιωτική οικονομία. Σε ποια από τις δυο μεγάλες
κατηγορίες μπορεί να ενταχθεί το σημερινό Κινέζικο Σύνταγμα;
Τα
άρθρα 6 έως και 18 του Κινέζικου Συντάγματος συγκροτούν το λεγόμενο οικονομικό
Σύνταγμα. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές και στο προοίμιο του Συντάγματος που έχουν
οικονομική κατευθυντήρια σημασία[4].
Από το σύνολο αυτών των άρθρων, τέσσερα είναι εκείνα που έχουν κομβική σημασία:
τα άρθρα 15, 11, 6 και 18. Εδώ θα αναφερθούμε ιδίως στα πλέον σημαντικά άρθρα
15 και 11.
Το
Σύνταγμα του 1982, ακόμη και μετά την αναθεώρησή του το 1988, μπορούσε κατά
βάση να ενταχθεί στην ομάδα των σοσιαλιστικών Συνταγμάτων. Ανεξάρτητα από το
βαθμό πραγματικής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και ουσιαστικής
συμμετοχής των εργαζομένων στο σχεδιασμό, τα άρθρα 6, 7 και 15 θεμελίωναν τη
δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και το σχεδιασμό ως βάση της οικονομικής
ανάπτυξης.
Η αναθεώρηση του 1993:
το πρώτο βήμα
Οι
αλλαγές που επήλθαν από την αναθεώρηση του 1993 και μετά, αποτυπώνουν αλλά και
ρυθμίζουν έναν διαφορετικό οικονομικό βηματισμό. Το άρθρο 15 (όπως ίσχυε μέχρι
το 1993 αφού δεν τροποποιήθηκε στην αναθεώρηση του 1988) όριζε ότι «το κράτος εφαρμόζει τον οικονομικό σχεδιασμό
στη βάση της σοσιαλιστικής δημόσιας ιδιοκτησίας» και ότι συμπληρωματικά μόνο
αξιοποιεί το ρόλο της ρύθμισης της οικονομίας μέσω της αγοράς.
Κατά
την αναθεώρηση του 1993 υπήρξε στο σημείο αυτό μια τομή. Το άρθρο
αντικαταστάθηκε πλήρως. Στην παρ. 1 του άρθρου 15 ορίζεται πλέον πως «το κράτος εφαρμόζει τη σοσιαλιστική
οικονομία της αγοράς». Επρόκειτο για υλοποίηση των αποφάσεων του συνεδρίου
του Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν ληφθεί το προηγούμενο έτος. Αν μέχρι τότε
η πορεία προς την εμπορευματοποίηση της οικονομίας γινόταν εντός κάποιων ορίων,
αν και έτεινε να εξέλθει αυτών, μετά το 1993 παρουσιάζεται μια νέα κατάσταση.
Στην ίδια λογική το 1993, σε
αντιστοιχία με την τροποποίηση του άρθρου 15, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του
άρθρου 16 ως εξής: «εντός του πλαισίου
που ορίζει ο νόμος, οι επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος απολαμβάνουν
αυτονομίας». Η πριν την αναθεώρηση διατύπωση ήταν πολύ πιο περιοριστική. Διευκρίνιζε
ότι «στο μέτρο που υπόκεινται στην ενιαία
διεύθυνση του Κράτους και που υλοποιούν καθ’ ολοκληρίαν τις απαιτούμενες από το
Κρατικό σχέδιο νόρμες, οι κρατικές επιχειρήσεις διαθέτουν επιχειρηματική αυτονομία
και αυτονομία διαχείρισης στα όρια που ορίζονται από το νόμο». Με την
αλλαγή αυτή διευρύνθηκε ο εμπορευματικός χαρακτήρα των ίδιων των κρατικών
επιχειρήσεων.
Η αναθεώρηση του 1999:
το δεύτερο βήμα
Ένα επόμενο σημαντικό βήμα
καταγράφηκε στην αναθεώρηση του άρθρου 11. Η αρχική διατύπωση του άρθρου που περιλαμβανόταν
στο Σύνταγμα του 1982 όριζε ότι «η
ατομική οικονομία του εργαζόμενου λαού της πόλης και της υπαίθρου που
διενεργείται εντός των ορίων που περιγράφει ο νόμος, είναι συμπληρωματική στη
σοσιαλιστική δημόσια οικονομία. Το κράτος προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματα και
συμφέροντα της ατομικής οικονομίας».
Το άρθρο αυτό επέτρεπε την
ελεγχόμενη ατομική οικονομική δραστηριότητα. Στο συνταγματικό κείμενο δεν
διευκρινιζόταν αν οι αυτοαπασχολούμενοι θα μπορούσαν να μισθώνουν εργατική
δύναμη. Αυτό αφηνόταν στο νόμο. Ωστόσο, η ρύθμιση του άρθρου 11 του Συντάγματος
του 1982 βρισκόταν ένα βήμα μπροστά σε σχέση με το άρθρο 5 παρ. 2 του
προηγούμενου Συντάγματος του 1978 το οποίο επέτρεπε την ατομική οικονομική
δραστηριότητα αλλά ρητά χωρίς την προσφυγή στη μίσθωση εργατικής δύναμης.
Το
1988 έγινε προθήκη μιας τρίτης παραγράφου στο άρθρο 11 βάσει της οποίας «Το Κράτος επιτρέπει την ύπαρξη ιδιωτικής
ιδιοκτησίας εντός των ορίων που καθορίζονται από το νόμο. Η ιδιωτική οικονομία
είναι συμπληρωματική του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας που βασίζεται στη
δημόσια ιδιοκτησία». Με τον τρόπο αυτό δινόταν η δυνατότητα, μέσω νόμου να
επεκταθεί ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, πέρα από το ρόλο των
αυτοαπασχολούμενων, συμπληρωματικά όμως πάντοτε προς τον κρατικό τομέα.
Η
σημαντική αλλαγή επήλθε στην πραγματικότητα το 1999[5]. Το
περιεχόμενο του άρθρου άλλαξε ολοκληρωτικά. Το νέο ουσιαστικά άρθρο ορίζει ότι:
«η ατομική οικονομία, η ιδιωτική
οικονομία και οι άλλες μη δημόσιες μορφές οικονομίας, όπως ορίζονται από το
νόμο, συγκροτούν ένα σημαντικό τμήμα της σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς».
Προστέθηκαν δηλαδή στη συνταγματική προστασία η ιδιωτική οικονομία και άλλες μη
δημόσιες μορφές οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή η επιχειρηματική
δραστηριότητα που εκφεύγει των ορίων της ατομικής μικροεπιχειρηματικότητας.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας δεν θεωρείται
πλέον συμπληρωματική μορφή του κρατικού τομέα της οικονομίας. Αυτό ήταν το
δεύτερο καίριο συνταγματικό βήμα στη λογική της εμπέδωσης και επέκτασης της
«σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς».
Η αναθεώρηση του 2004:
το τρίτο βήμα
Στην
τελευταία αναθεώρηση του 2004 ενισχύθηκε ακόμη παραπέρα η λογική αυτή με την
προσθήκη εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 11 που καθορίζει ότι «Το Κράτος ενθαρρύνει, υποστηρίζει και
προσανατολίζει την ανάπτυξη της μη δημόσιας οικονομίας και διασφαλίζει τον
έλεγχο και τη διαχείριση αυτού του τομέα σύμφωνα με το νόμο».
Εναρμονιζόμενο, το άρθρο 13 ορίζει πλέον ότι «η νόμιμη ιδιωτική ιδιοκτησία των πολιτών είναι απαραβίαστη».
Μέσα
από τις διαδοχικές αναθεωρήσεις του οικονομικού Συντάγματος διακρίνεται επομένως
ανάγλυφα η πορεία, με κύριο ορόσημο το 1993, από την κρατική ιδιοκτησία των
μέσων παραγωγής και τη σχεδιασμένη οικονομία προς την ολοένα και μεγαλύτερη
εμπορευματοποίηση των ίδιων των κρατικών επιχειρήσεων και της διεύρυνσης του
ρόλου του ιδιωτικού κεφαλαίου και της αγοράς.
Από
την αναθεώρηση του 1993 το Σύνταγμα υπερβαίνει τα όρια μιας οικονομικής
πολιτικής τύπου ΝΕΠ[6].
Ας σημειωθεί ότι ήδη κατά τη δεκαετία του 1980 οι κρατικές επιχειρήσεις,
εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικού λαϊκού ελέγχου και της συγκέντρωσης των
αποφάσεων στα χέρια της κυβερνητικής -
κομματικής ηγεσίας, μαστίζονταν από την διαφθορά των αξιωματούχων. Το
γεγονός είχε επισημανθεί το 1985 με τον πιο εμφατικό τρόπο από τον Chen Yun, βετεράνο του απελευθερωτικού
αγώνα, υπεύθυνου του πρώτου πεντάχρονου πλάνου και μέλους τότε της μόνιμης
επιτροπής του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας[7].
Η
Δημοκρατία
Ο δεύτερος συνταγματικός πυλώνας που
χρήζει μελέτης είναι το είδος της δημοκρατίας που εγκαθιστά το Σύνταγμα.
Πρόκειται για κάποιου τύπου σοσιαλιστική δημοκρατία; Ή μήπως η μαρξιστική και
σοσιαλιστική ρητορεία του Συντάγματος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα[8]; Ποιο
είναι το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να αποφανθεί κανείς, γνωρίζοντας
παράλληλα ότι στην κοινωνία και στη φύση τίποτα δεν βρίσκεται σε απόλυτη,
καθαρή μορφή και ότι τίποτα δεν μένει στατικό, όλα εξελίσσονται προς τη μια ή
άλλη κατεύθυνση;
Αν θέλουμε συνοπτικά να παραθέσουμε
τα κριτήρια της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, θα ανατρέξουμε στα χαρακτηριστικά
της Κομμούνας του Παρισιού, ή στην εμπειρία των σοβιέτ (συμβουλίων) των πρώτων
χρόνων της ρωσικής επανάστασης. Οι ιστορικές εμπειρίες γενικεύτηκαν και
θεωρητικοποιήθηκαν ιδίως στο έργο του Μαρξ «Ο
εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» και στο «Κράτος
και επανάσταση» του Λένιν[9].
Άρα θα έπρεπε με βάση την αντίληψη αυτή να αναμένει κανείς ότι θα κατοχυρωνόταν
για όλους τους κρατικούς λειτουργούς η αιρετότητα, η ανακλητότητα, η εναλλαγή
τους, ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω, η κατάργηση των προνομίων και
η αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό.
Πως διαμορφώνονται οι σχετικές
συνταγματικές διατάξεις; Αποτυπώνουν μια τέτοια αντίληψη; Αλλά, ακόμη
σημαντικότερο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη; Το Σύνταγμα της ΛΔ Κίνας προβλέπει
την εκλογή όλων των αντιπροσωπευτικών οργάνων από το επίπεδο των πρωτοβάθμιων
Τοπικών Λαϊκών Συνελεύσεων όπως ονομάζονται τα αντιπροσωπευτικά όργανα μέχρι το
κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο, τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Προβλέπει επίσης στο
άρθρο 77 τη δυνατότητα ανάκλησης των βουλευτών οποιουδήποτε επιπέδου.
Οι
συνταγματικές αυτές πρόνοιες δεν αρκούν από μόνες τους για τη διαμόρφωση μιας
δημοκρατίας σοσιαλιστικού τύπου. Κορυφαία σημασία έχουν πάντοτε οι συνθήκες υπό
τις οποίες διαμορφώνεται η κοινή γνώμη και διεξάγονται οι εκλογικές
διαδικασίες. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι στις εκλογές δεν
παρουσιάζονται πολλαπλές υποψηφιότητες. Αυτό συνέβαινε ήδη από το πρώτο
Σύνταγμα του 1954, παρά μάλιστα το γεγονός ότι τότε δρούσαν και άλλα οκτώ
μικρότερα πολιτικά κόμματα τα οποία συμμετείχαν στην κυβέρνηση[10]. Τελευταία,
μετά την ψήφιση του σχετικού οργανικού νόμου το 1998, υπάρχουν κάποιοι
περιορισμένοι πειραματισμοί σε τοπικό επίπεδο[11]. Κατά
συνέπεια οι αρχές της αιρετότητας, της δυνατότητας ανάκλησης, της εναλλαγής των
αντιπροσώπων και του ελέγχου τους από το λαό έχουν εξαιρετικά περιορισμένη
εφαρμογή.
Πρέπει
ακόμη να επισημανθεί ότι στο Σύνταγμα δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε θεσμούς
άμεσης δημοκρατίας, όπως οι λαϊκές συνελεύσεις στους χώρους εργασίας ή
κατοικίας που προέβλεπε το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα[12] ή
όπως προβλέπει το σημερινό Σύνταγμα της Κούβας[13],
τα οποία αντιμετώπιζαν τις λαϊκές συνελεύσεις βάσης ως θεμέλιο του πολιτικού
συστήματος κατ’ αντιστοιχία των πιο ριζοσπαστικών αναζητήσεων της γαλλικής
επανάστασης[14].
Κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν ούτε από το πρώτο Κινέζικο Σύνταγμα του 1954[15].
Επιπλέον,
όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία, χωρίς να υποτιμώνται οι συνταγματικές
διακηρύξεις, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαμόρφωση των κοινωνικών, οικονομικών,
πολιτικών, πολιτιστικών συνθηκών που να επιτρέπουν την ουσιαστική ενάσκηση των
δικαιωμάτων από ολοένα και πλατύτερα τμήματα του πληθυσμού και, ιδίως, από τα
ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα και την εργατική τάξη.
Για
παράδειγμα, το άρθρο 35 προβλέπει με μια λιτή διατύπωση την ελευθερία του
λόγου, του τύπου, των συναθροίσεων, της συνένωσης. Η πρακτική εφαρμογή της
συνταγματικής διάταξης είναι καθοριστική για την ενάσκηση και των λοιπών
δικαιωμάτων, μαζί αυτών του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, της ανάκλησης των
αντιπροσώπων, του ελέγχου τους από τους εκλογείς. Αντίστοιχες ρυθμίσεις
υπήρχαν, για παράδειγμα, στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1977 (άρθρα 48 και 107) αλλά
και σε όλα τα Συντάγματα των πρώην σοσιαλιστικών κρατών. Είχαν όμως περιέλθει
σε αχρησία[16].
Ανησυχητική
είναι, από την άποψη του πολιτικού κλίματος που μπορεί να διαμορφώνει, η διάταξη
του άρθρου 54 του Κινέζικου Συντάγματος που ορίζει πως «οι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας … δεν πρέπει να έχουν
συμπεριφορά που βλάπτει την ασφάλεια, την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας».
Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η διάταξη του άρθρου 53 που ορίζει ότι οι πολίτες της
χώρας έχουν υποχρέωση να σέβονται όχι μόνο το Σύνταγμα και τους νόμους, όχι
μόνο τη «δημόσια τάξη» (αναφορές που άλλωστε
δεν χρειάζεται να περιλαμβάνονται σε ένα συνταγματικό κείμενο) αλλά και «τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής».
Είναι
φανερό ότι τέτοιες εξαιρετικά αόριστες διατυπώσεις και ασαφείς έννοιες μπορούν
να καταστούν ιδιαίτερα επικίνδυνες για τις λαϊκές ελευθερίες καθώς εύκολα
ερμηνεύονται από τις εκάστοτε αρχές κατά το δοκούν. Μεγαλώνει έτσι η αυτονομία
των κυβερνώντων, τα περιθώρια αυθαιρεσίας τους, οδηγείται σε αφυδάτωση η
δημοκρατία.
Η
ίδια η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, η οποία με βάση τη μαρξιστική αντίληψη θα έπρεπε να
είναι το κέντρο της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα όργανο
που συνέρχεται μόνο μια φορά το χρόνο σε μια ολιγοήμερη σύνοδο. Το ίδιο
συνέβαινε ήδη με το Σύνταγμα του 1954. Τα τελευταία χρόνια, ήδη από το τέλος
της πολιτιστικής επανάστασης και την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1978 και στη
συνέχεια του 1982, ο ρόλος της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης και της Μόνιμης Επιτροπής
της έχει καταστεί πιο ουσιαστικός[17].
Απέχει όμως πολύ από το να χαρακτηριστεί ένα «εργαζόμενο σώμα»[18]
το οποίο συζητά, αποφασίζει και υλοποιεί την εφαρμογή των νόμων και αποφάσεων.
Προσομοιάζει περισσότερο προς ένα είδος περιορισμένου κοινοβουλευτισμού.
Από
την άλλη πλευρά, η ίδια η οικονομική θέση των διευθυντικών στελεχών του κράτους
και της οικονομίας τους εξασφαλίζει προνομιακό κοινωνικό ρόλο. Ήδη στα τέλη της
δεκαετίας του 1970 η ψαλίδα των νόμιμων εισοδημάτων ανάμεσα στους εργάτες και
στα στελέχη ήταν 1:15 με αυξητική τάση[19]. Σήμερα
οι ανισότητες των εισοδημάτων έχουν διευρυνθεί πολύ περισσότερο με την ανάπτυξη
της ιδιωτικής οικονομίας, τη νόμιμη ή παράνομη άσκηση επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων από μέλη των οικογενειών της κρατικής ελίτ ή με την ανάπτυξη
σχέσεων ανάμεσα στους επιχειρηματίες και στην κρατική ελίτ[20].
Το γεγονός αυτό διαμορφώνει συνθήκες που εμποδίζουν έως και αναιρούν τη
δυνατότητα λαϊκού ελέγχου στους διευθύνοντες την πολιτική και την οικονομία επιβάλλοντας
την de
facto
εξουσία του χρήματος.
Ενδεικτική
είναι η τύχη της εφαρμογής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος το οποίο περιλαμβάνει
μια πρωτοποριακή διάταξη η οποία ορίζει ότι «σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, οι κρατικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν
δημοκρατική διαχείριση μέσω των συνελεύσεων των αντιπροσώπων των εργαζομένων
και μέσω άλλων οδών». Στο ίδιο μήκος κύματος η παρ. 2 του άρθρου 17
καθορίζει πως «οι συλλογικοί οικονομικοί
οργανισμοί εφαρμόζουν δημοκρατική διαχείριση, εκλέγουν και παύουν σύμφωνα με το
νόμο τους διαχειριστές και λαμβάνουν τις αποφάσεις σχετικά με τα μεγάλα
προβλήματα διαχείρισης της επιχείρησης».
Οι
διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικές για την ποιότητα
της δημοκρατίας στην Κίνα. Θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην ανύψωση του επιπέδου
συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων όχι μόνο
της κάθε κρατικής επιχείρησης χωριστά αλλά και συνολικότερα στο επίπεδο της
εθνικής οικονομίας. Η κοινωνικοπολιτική πρακτική όμως δείχνει ότι τόσο ο νόμος
που εξειδικεύει τις συνταγματικές διατάξεις όσο και η εφαρμογή του θεσμού στην
πράξη τον έχουν καταστήσει ανενεργό και, πάντως, η όποια εφαρμογή είναι σε
μεγάλο βαθμό προσχηματική[21].
Φαίνεται
λοιπόν πως στην Κίνα, μέσα από ιδιαίτερους δρόμους, όπως και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, η
αυτονόμηση της κρατικής γραφειοκρατίας οδήγησε στην ανενέργεια συνταγματικών
διατάξεων, στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας και του λαϊκού ελέγχου, στην
υποτίμηση του ρόλου του δικαίου.
Σήμερα
ωστόσο παρατηρείται στην Κίνα τάση για αναβάθμιση του ρόλου του δικαίου, του
Συντάγματος, της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (και της Μόνιμης Επιτροπής της) ως
οργάνου συζήτησης και επεξεργασίας των νομοσχεδίων[22]. Αυτή
αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στην προσθήκη του άρθρου 5 κατά την αναθεώρηση του
1999 ότι η Κίνα είναι ένα «σοσιαλιστικό
κράτος δικαίου»[23]. Η
άνοδος της σημασίας του δικαίου σχετίζεται κυρίως με την ανάγκη εύρυθμης
λειτουργίας της αγοράς και την κοινωνική άνοδο μιας νέας αστικής τάξης[24]. Η
τελευταία επωφελήθηκε από την αχαλίνωτη, χωρίς σοβαρούς νομικούς περιορισμούς,
ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Σήμερα αναζητά μια μεγαλύτερη νομική –
δημοκρατική σταθερότητα που μπορεί να αποσπάσει ευκολότερα την κοινωνική
συναίνεση αλλά και να παρέχει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης και επίλυσης των
αντιθέσεων που προκύπτουν τόσο ανάμεσα στους επιχειρηματίες όσο και ανάμεσα
στην αστική τάξη και την ανώτατη κρατική γραφειοκρατία, οι οποίες συνδέονται
μεταξύ τους αλλά ενίοτε έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προσεγγίσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η υβριδική μορφή[25]
κράτους και δικαίου που παρουσιάζεται στην Κίνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι
προκλήσεις για την επιστημονική έρευνα είναι τεράστιες.
[1] Βλ. ενδεικτικά St. Bessiere, Η Κίνα στην αυγή του 21ου αιώνα,
Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 19 επ. και D. Kotz, «Can China´s rise continue?», China Policy Review, 2013, www.people.umass.edu και R. Bitzinger, “La modernisation de l' armée chinoise
1997-2000, Perspectives Chinoises, 4/2011, σελ. 7 επ.
[2] Βλ. για
παράδειγμα Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο
σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών
Μελετών, 1989 και Χ. Παπασωτηρίου, Η Κίνα από την ουράνια αυτοκρατορία στην
ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Ποιότητα,
2013.
[3] Βλ. Α. Μάνεσης, Συνταγματικό δίκαιο, Ι, Θεσσαλονίκη,
εκδ. Σάκκουλα, 1980, σελ. 169 και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Τόπος,
2014, σελ. 38
επ.
[4] Βλ. Chen Jianfu, “La
dérniere révision de la
Constitution chinoise”, Perspectives Chinoises, Mars-Avril 2004, 2 επ.
[5] Βλ. Chen Jianfu, “La
révision de la Constitution
en République populaire de Chine”, Perspectives Chinoises, Mai-Juin 1999, 66 επ.
[6] Έτσι ονομάστηκε
η πολιτική προσωρινής και ελεγχόμενης ενθάρρυνσης των καπιταλιστικών σχέσεων
στη μετεπαναστατική Ρωσία εξαιτίας του εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης
των παραγωγικών δυνάμεων βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν,
«Η Νέα Οικονομική Πολιτική και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής
διαφώτισης», Άπαντα, τ. 44, σελ.
155 επ.
[7] Βλ. M.-C. Bergere, La
République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 170, 195,
228-229.
[8] Βλ. για παράδειγμα D. Kotz, « The state of official marxism in China
today », Monthly Review, 2007,
v. 59, issue 4 και Shi Weimin,
“Reforma progressiva bajo orientacion politica en China”, Temas,
abril-junio 2011, σελ. 17 επ.
[9] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη
Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 1-120.
[10] Βλ. J. Guillermaz, Le
Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 145.
[11] Βλ. G. Schubert – Chen Xuexian, “Les élections de village
en Chine contemporaine: de nouveaux espaces de legitimité pour le régime?”, Perspectives
Chinoises, 3/2007, 13
επ. και Dong Lisheng,
“Démocratie locale en
Chine: quelle direction prendre
après 20 ans d’
expérimentations?”, Perspectives Chinoises, 2/2010, 58
επ.
[12] Βλ. τα άρθρα 57-60 του
Συντάγματος στο Α. Τάχος, Το πρώτο
Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1989, σελ. 106.
[13] Βλ. Δ.
Καλτσώνης, Νομοθετική και εκτελεστική
εξουσία στο Σύνταγμα της Κούβας, προσβάσιμο στο http://kratoskaidikaio.blogspot.com/2010/10/blog-post_04.html και Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας,
Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 2004, σελ. 76 επ.
[14] Βλ. το Γαλλικό Σύνταγμα του 1793
στον τόμο Μαρά, Σεν-Ζιστ, Ροβεσπιέρος, Κείμενα,
Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1989, σελ. 195 επ., 202 επ.
[15] Βλ. Το
Σύνταγμα της Νέας Κίνας (εισαγωγή Γ. Σκουριώτη), Αθήναι, εκδ. Φέξης, 1962
και Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la Republique
Populaire de Chine, Pekin,
Éditions en
langues etrangeres,
1964 (και σε ελληνική μετάφραση Γ. Σκουριώτη, Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας – εισηγητική έκθεση Λιου Σάο-Σι, Αθήναι,
εκδ. Φέξη, 1964).
[16] Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου),
Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ.
[17] Βλ. J.P. Cabestan, “La Chine évoluerait-elle vers un
autoritarisme éclairé mais ploutocratique?”, Perspectives Chinoises,
Juillet-Aout 2004, σελ. 2 επ.
[18] Όπως είχε
χαρακτηρίσει ο Μαρξ την Παρισινή Κομμούνα βλ. Κ.
Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, οπ.π., σελ. 70.
[19] Βλ. Α. Βλάχου –
Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός
μετασχηματισμός της Κίνας, οπ.π., 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La
Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
[20] Βλ. M. – F. Renard, “Inégalités et soutenabilité de la
croissance chinoise”, CERDI, Études et
Documents, avril 2006 και W. Wo-Lap Lam, “Le dilemme du gouvernement de
Hu Jintao”, Perspectives Chinoises, 3/2007, 4 επ., 10.
[21] Βλ. Au Loong Yu, La
Chine, un capitalisme bureaucratique, Paris, éd. Syllepse, 2013, σελ. 90 επ.
[22] Βλ. Chen Jianfu – Choukroune L., “L’ application du
droit en Chine: une bataille politico-légale”, Perspectives Chinoises,
Juillet-Aout 2002, 28 επ. και Βλ. St. Balme, La tentation de la Chine, Paris, ed. Le Cavalier
Bleu, 2013,
σελ. 142-143.
[23] Βλ. M. Delmas-Marty, “La construction d’ un État de
droit en Chine dans le contexte de la mondialisation”, στον τόμο M. Delmas-Marty – P.-E. Will (dir.), La Chine et la
démocratie, Paris, Fayard, 2007, σελ. 551.
[24] Το ίδιο
φαινόμενο παρατηρήθηκε στα τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ, βλ. Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία,
οπ.π., σελ. 103 επ.
Η παγκόσμια κρίση οδηγεί τις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες σε επικίνδυνους δρόμους. Τα κράτη γίνονται ολοένα και πιο αυταρχικά. Στο απόγειο της τεχνολογικής της ισχύος, η ανθρωπότητα μοιάζει συχνά με ακυβέρνητο καράβι.
Ποιος αποφασίζει για τις ζωές μας; Τι ρόλο παίζουν το κράτος και η δημοκρατία; Έχει σημασία να ξαναδούμε τι έγραψαν οι μαρξιστές για το κράτος; Τι άποψη είχαν για τη δημοκρατία; Πόσο επαληθεύονται οι θεωρητικές αναλύσεις τους στον σύγχρονο κόσμο; Τι έδειξε η ιστορική εμπειρία;
Ο Δ. Καλτσώνης προσπαθεί να συμβάλλει στη διαλεύκανση των παραπάνω ερωτημάτων διατυπώνοντας ταυτόχρονα προτάσεις που ανοίγουν ορίζοντες για μια αληθινή δημοκρατία, με ουσιαστική συμμετοχή των εργαζόμενων τάξεων στις αποφάσεις της.
Ποιος αποφασίζει για τις ζωές μας; Τι ρόλο παίζουν το κράτος και η δημοκρατία; Έχει σημασία να ξαναδούμε τι έγραψαν οι μαρξιστές για το κράτος; Τι άποψη είχαν για τη δημοκρατία; Πόσο επαληθεύονται οι θεωρητικές αναλύσεις τους στον σύγχρονο κόσμο; Τι έδειξε η ιστορική εμπειρία;
Ο Δ. Καλτσώνης προσπαθεί να συμβάλλει στη διαλεύκανση των παραπάνω ερωτημάτων διατυπώνοντας ταυτόχρονα προτάσεις που ανοίγουν ορίζοντες για μια αληθινή δημοκρατία, με ουσιαστική συμμετοχή των εργαζόμενων τάξεων στις αποφάσεις της.
Περισσότερα για το βιβλίο εδώ
Евросоюз
и Греция: институциональная зависимость
и альтернативные перспективы
Dimitris Kaltsonis, professor of Theory of State and Law
Panteion University of Political and Social Sciences
Motion presented during the Convention of the Russian Society entitled “The national interests of Russia: global priorities, political strategies and prospects”, Moscow (Suzdal) 1-3/7/2014.
The contemporary, startling geopolitical developments taking place in the heart of Europe and in the Middle East along with the financial crisis plaguing Greece have led the public opinion of the country as well as the scientific community to rethink and perhaps reevaluate the relation between Greece and the EU.
Up until today the relation between Greece and the European Union was presented by the dominant political and law science as a relation among equal states. It was even implied that the country has willingly conceded part of its sovereignty so that the standard of living among the nations of the European Union could be increased and the stages of development could be blunted.
Now the socio-economic and political reality which was created by the financial crisis has facilitated the realization of a scientific talk which will be based less or not at all on apologetics. The financial crisis has intensified some already existing predispositions and phenomena. By leading them to extreme forms it actually facilitated the pursuit of the truth.
These are the basic conclusions which very clearly come to the surface:
1. A true inequality was always hidden behind the typical equality of the states members of the European Union. As is the case with domestic law, the typical equality actually constitutes the legal form of unequal relations, relations characterized by great financial differences, unequal exchange and exploitation.
2. Gradually, starting from the Treaty of Maastricht and on to the Treaty of Nice, of Amsterdam and last that of Lisbon, even the principle of equality among the states members started losing ground more and more. The introduction and extension of the qualified majority vote as well as other institutional changes14 have made it easier for the powerful states and primarily for Germany to impose their opinions and interests.
3. The harmonization of the laws of all the states members was in reality a process of indirectly imposing the juridical prototypes of the powerful states15. Even before the crisis almost 80% of the enactments voted by the Parliament were in fact the materialization of the guidelines stipulated by Brussels.
4. The unequal position of Greece in the European Union besides the obvious financial parameters has an institutional imprint as well. Greece plays a secondary, somewhat weak and at any rate supplementary role in the European and global economy and it has always been more or less dependent on the great imperialistic powers.
Over the years this fact has been imprinted in law. The article 112 of the 1952 Constitution, which secured privileges for the foreign capital is characteristic. This article was repeated without a change in the 1968 and 1973 constitutions of the Junta as well as in the article 9 of the Constitution Act, which marked the transition to democracy, and in the current article 107 of the 1975 Constitution.
The constitutional expression of the inequality of the country continued with the current article 28 and more specifically with paragraphs 2 and 3. The situation deteriorated when the interpretative statement was added in articles 28 and 80 during the 2001 revision voted by the two parties which held the majority. With this statement our legal system has ever since been unconditionally subordinated to the choices made by the European Union16.
However, other states members have adopted a more careful approach. France, for instance, through the phrasing of article 88 of its Constitution keeps a relative distance from the developments in the European Union protecting, in this way, its sovereignty17. In addition, the more powerful countries have the tendency to conform less to the guidelines given by the European Union18.
5. This whole context has had severe financial repercussions. It increased the distance between Greece and the developed countries, it destroyed its already weak industrial basis, it ruined the agricultural production, it led to a development model even more doomed to failure and it aggravated the social inequalities19.
Crisis and further restriction of sovereignty
With the onset of the crisis the situation deteriorated. The role of the more powerful states in the European Union was consolidated, as opposed to the weaker states, like Greece, which suffered greater loss of their sovereignty20. This process takes place either a) through institutional procedures or b) unofficially and by violating the existing laws of the Constitution.
So, the European Union and the Greek governments were not content with the imposition of financial supervision based on the article 126 paragraph 9 and 136 of the Treaty on the functioning of the European Union and with the financial control and the superintendence of our country. All the major decisions concerning the financial policy, among others, were and are still dictated by the executives of the European Union.
The various interventions have had an effect not only on the adoption of specific legislative choices and models, but also on the way the current law is interpreted and applied. The suggestions could even lead to the revision of the Constitution so that the creditors are preferentially satisfied. They take a permanent and institutional form.
On the other hand, the Memorandums and the laws that were voted so that these could be applied, the loan agreements that were signed by the government, which concede sovereign rights have exceeded all the provisions designated by the article 28 of the Constitution. All the legislative antipopular choices which originate from them, the Stability and Growth Pact (SGP), the modifications inflicted upon the state budget based on the creditors’ demands, the laws according which the salaries of the employees in the public and private sector were slashed, the fact that the collective bargaining and the related laws have been banned as well as the existence of a number of mechanisms imposed by the European Committee and the International Monetary Fund in order to supervise and monitor the legislative policy and the application of the law violate a number of articles in the Greek Constitution by order of the EU and the IMF21.
Violating the constitutional provisions was not enough for the EU. The marginal constitutional choices made, like that of the Papadimou government, the fact that the foreign centres determined the date of the elections and the imposition of an unofficial and singular unconstitutional state of emergency are additional aspects of this phenomenon. The interventions are becoming more and more blatant and cynic and sometimes they even extend on secondary matters.
These legislative choices impose a neoliberal model of socio-economic growth, already existing in the 1985 Single European Act and then in the Maastricht Treaty and its amendments22.
These policies are in accordance with the Greek governments and the Greek ruling class. They share a common strategy with the executives of the EU although certain aspects of this relation may sometimes affect partial interests of the domestic capital downgrading, in this way, its position in the international labour division23.
Alternative approaches.
There are, however, contemporary constitutional and political experiences that are found on the opposite side of these choices, which have proven to be destructive for the national and public dominance. These experiences highlight how important it is for a country to equally contribute to the international affairs and in connection to this to preserve its vital revenues and wealth-producing resources.
Three examples are cited below
1. The 1999 Bolivarian Constitution of Venezuela a) with article 12 declared that the oil deposits and the mineral wealth, which are found inside the national territory and in the exclusive economic zone constitute public property b) with articles 302 –303 the nationalization of the oil industry was made possible, c) based on article 302 some more multinational companies became public. Similar provisions, if not so radical, can also be found in the Constitutions of Bolivia and Ecuador24.
2. Also, articles 171, 176, 178, and 190 of the Brazilian Constitution clearly reserve preferential treatment for the companies that are under Brazilian interests compared with foreign companies. This treatment extends on a series of very important parts of economy25.
3. The Constitution of Portugal which was adopted in 1976 after the dictatorship was overthrown, having taken into account the impunity shown by the multinational corporations during the dictatorship, also included a very interesting provision. Article 86 stipulated that “the law enforces discipline on the economic activities and the investments made by foreign natural or legal persons in order to secure their contribution towards the growth of the country in line with the Programme, and in order to protect the national independence and the welfare of the workforce”.
I firmly believe that if Greece is to overcome this financial crisis a radical change is absolutely necessary. This change, which will affect the correlation of the social and political powers, will eventually impose – through a process of Constituent Assembly resulting in the adoption of a new Constitution- a series of financial, political and constitutional modifications so that a) financial and political independence is achieved b) the international collaborations and alliances of Greece are rearranged c) the state as well as the political system are both subject to radical democratization d) banking and the strategic parts of the economy are nationalized e) the wealth is redistributed in favour of the weaker classes f) a different production model is developed26.
1 Βλ. Π. Ιωακειμίδης, Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 2008, σελ. 53 επ.
2 Βλ. Ε. Μουσταϊρα, Δικαιικές επιρροές στο πλαίσιο του Συγκριτικού δικαίου, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2013, σελ. 69 επ.
3 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ: 1941-2001, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 85 επ., 143 επ.
5 Βλ. τη σχετική μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου A “traffic-light approach” to the implementation of the 2011 and 2012 Country Specific Recommendations- CSRs.
6 Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Λ. Βατικιώτης, «Η ΕΕ μηχανισμός διαρκούς λιτότητας», Ουτοπία, τευχ. 106, 2014, σελ. 121 επ. και Β.Λιόσης, «Η φύση της ευρωπαϊκής Ένωσης και το ζήτημα της εξάρτησης», Ουτοπία, τευχ. 106, 2014, σελ. 129 επ. και το συλλογικό τόμο Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην Ελλάδα: επιστημονικές και πολιτικές προβληματικές, Πρακτικά συνεδρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο 17-19/1/2014, ηλεκτρονική έκδοση.
7 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ευρωπαϊκή Ένωση και εθνική – πολιτική κυριαρχία, περ. Ουτοπία, τευχ. 96 (2011), σελ. 89-97.
8 Βλ. ενδεικτικά Κ. Χρυσόγονος, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των μνημονίων, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 2013 και Κοινή δήλωση των Γ. Κασιμάτη, Α. Δημητρόπουλου, Γ. Κατρούγκαλου, Η. Νικολόπουλου, Κ. Χρυσόγονου, http://greek-critical-legal.blogspot.com/2012/02/blog-post_13.html και Δ. Σαραφιανός, “Η δημοκρατία χωρίς το Σύνταγμα και χωρίς τη δημοκρατία”, Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 21 επ. και Δ. Μπελαντής, «Νομικές και συνταγματικές όψεις των «νέων συμφωνιών»», Ουτοπία, τευχ. 97, σελ. 13 επ.
9 Βλ. Κ. Δουζίνας, «Η Ευρώπη που έρχεται», Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 114.
10 Βλ. Σ. Μαυρουδέας, «Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση»,http://www.kratoskaidikaio.blogspot.com/2011_03_01_archive.html, Μάρτιος 2011 και Όμιλος Μαρξιστικών Ερευνών, Ο μαρξισμός και η ελληνική οικονομική κρίση, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, 2013.
11 Βλ. περισσότερα, Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 60 επ., 238 επ.
12 Βλ. P. Manili, « El derecho constitucional ante el tercer milenio », Pensamiento Constitucional, Año VI, no 6, σελ. 489 κε., 499-500.
13 Βλ. διεξοδικότερα Δ.Καλτσώνης, «Εναλλακτικές συνταγματικές προσεγγίσεις για την Ελλάδα της κρίσης» περ. Ουτοπία,τευχ. 106, 2014, σελ. 85 επ.
14 See P. Ioakeimidis, The Treaty of Lisbon, Athens:Themelio,2008, p. 53 (in greek)
15 See E. Moustaira, Juridical influences under comparative law, Athens-Thessaloniki: Sakkoula, 2013, p. 69 (in greek)
16 See D. Kaltsonis, Hellenic Constitutional History, vol II: 1941-2001, Athens: Xifaras, 2010, p85, 143 (in greek)
17 See V. Constantinesco-St. Pierré-Caps, Droit constitutionnel, Paris, PUF, 2006, p. 260
18 See the relevant study of the European Parliament A “traffic-light approach” to the implementation of the 2011 and 2012 Country Specific Recommendations- CSRs
19 See among many others L. Vatikiotis, “The EU mechanism of continuous austerity”, Utopia, issue 106, 2014, p.121 and B. Liosis, “The nature of the European Union and the issue of dependence”, Utopia, issue 106, 2014, p. 129 and the collective volume The European Union towards Greece: scientific and political problematics, Convention Records, Panteio University 17-19/1/2014, electronic edition (in greek).
20 See D. Kaltsonis, European Union and national-political dominance, Utopia, issue 96 (2011), p. 89-97 (in greek).
21 See K. Chrisogonos, The Violation of the Constitution in the memorandum era, Athens: Livanis, 2013 and Common Statement by G. Kasimatis, A. Dimitrakopoulou, G. Katrougalou, I. Nikolopoulou, K. Chrisogonou (in greek).
22 See K. Douzinas, “The Europe that is on the way/ The Europe to be”, Utopia, issue 96, p.114 (in greek)
23 See S. Mavroudeas, “The Hellenic State and the foreign capital in the financial crisis”, March 2011 and Society for Marxist Studies, Marxism and the Greek financial crisis, Athens: Gutenberg, 2013 (in greek).
24 See more, D. Kaltsonis, The dilemma of the Bolivarian Democracy ( state and law in the Venezuela of Hugo Chávez), Athens:Xifaras, 2010, p.60, 238 (in greek).
25 See P. Maneli, “El derecho constitucional ante el tercer milenio”, Pensamiento Constitucional, Año VI, no6, p. 486, 499-500.
26 See more detailed D. Kaltsonis, “Alternative constitutional approaches for Greece during the crisis”, Utopia, issue 106, 2014, p.85 (in greek).
Εισήγηση στο συνέδριο της Ρωσικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης με θέμα "Τα εθνικά συμφέροντα της Ρωσίας: παγκόσμιες προτεραιότητες, πολιτικές στρατηγικές και προοπτικές", Μόσχα (Σούζνταλ) 1-3/7/2014
Οι σύγχρονες,
ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις στην
καρδιά της Ευρώπης και στη Μέση Ανατολή,
η βαθιά οικονομική κρίση που μαστίζει
την Ελλάδα οδηγούν την κοινή γνώμη της
χώρας και την επιστημονική κοινότητα
σε προβληματισμούς και ίσως σε
επανατοποθετήσεις.
Μέχρι σήμερα,
η σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή
Ένωση παρουσιαζόταν από την κυρίαρχη
πολιτική και νομική επιστήμη ως μια
σχέση ανάμεσα σε ισότιμα κράτη, ως
εθελούσια παραχώρηση μέρους της
κυριαρχίας της χώρας με σκοπό την από
κοινού εξύψωση του βιοτικού επιπέδου
των λαών της ΕΕ και την άμβλυνση των
επιπέδων ανάπτυξης.
Τώρα πια, η
κοινωνικο-οικονομική και πολιτική
πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης
διευκολύνουν τη διεξαγωγή μιας
επιστημονικής συζήτησης που θα βασίζεται
λιγότερο ή και καθόλου στην απολογητική.
Η οικονομική κρίση ενέτεινε τάσεις και
φαινόμενα που προϋπήρχαν. Οδηγώντας τα
σε ακραίες μορφές διευκόλυνε αντικειμενικά
την αναζήτηση της αλήθειας.
Ποια είναι
τα βασικά συμπεράσματα που αναδεικνύονται
πλέον ανάγλυφα:
1.Η
τυπική ισότητα των κρατών μελών της ΕΕ
έκρυβε πάντοτε πίσω της μια πραγματική
ανισότητα. Όπως συμβαίνει και στο
εσωτερικό δίκαιο, η τυπική ισότητα
αποτελεί μόνο τη νομική μορφή ανισότιμων
σχέσεων, σχέσεων που χαρακτηρίζονται
από τις μεγάλες οικονομικές διαφορές,
την ανισότιμη ανταλλαγή και την
εκμετάλλευση.
2.Σταδιακά,
από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, περνώντας
στη Συνθήκη της Νίκαιας, του Άμστερνταμ
και τελευταία της Λισαβόνας, ακόμη και
η αρχή της τυπικής ισοτιμίας των κρατών
μελών άρχισε να κάμπτεται ολοένα και
περισσότερο. Η εισαγωγή και επέκταση
της αρχής της ειδικής πλειοψηφίας και
άλλες θεμσικές μεταβολές1
έδωσαν μεγαλύτερη ευχέρεια στα ισχυρά
κράτη και πρωτίστως στη Γερμανία να
επιβάλλουν τις θέσεις και τα συμφέροντά
τους.
3.Η
εναρμόνιση των δικαίων των κρατών μελών
ήταν στην πραγματικότητα μια διαδικασία
κρυπτο-επιβολής δικαιικών προτύπων των
ισχυρών κρατών2.
Ακόμη και πριν την κρίση, το 80% σχεδόν
των νομοθετημάτων που ψήφιζε η Βουλή
ήταν υλοποίηση κατευθύνσεων των
Βρυξελλών.
4.Η ανισότιμη
θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, εκτός από τις
δεδομένες οικονομικές παραμέτρους,
έχει και τη θεσμική της αποτύπωση. Η
Ελλάδα κατέχει δευτερεύοντα, σχετικά
ασθενή και πάντως συμπληρωματικό ρόλο
στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία
και ήταν λίγο πολύ πάντοτε εξαρτημένη
από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Το δεδομένο
αυτό αποτυπώνεται διαχρονικά στο δίκαιο.
Ενδεικτικό
είναι το
άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 που
κατοχύρωνε προνόμια για το ξένο κεφάλαιο
και επαναλαμβανόταν αυτούσιο τόσο στα
χουντικά «Συντάγματα» του 1968 και 1973 όσο
και στο άρθρο 9 της Συντακτικής Πράξης
της 1.8.1974 που σηματοδότησε τη μετάβαση
στη δημοκρατία, και στο σημερινό
άρθρο
107 του Συντάγματος του 1975.
Η συνταγματική
έκφραση
της
ανισότιμης θέσης της χώρας συνεχίστηκε
με το σημερινό άρθρο 28, συγκεκριμένα με
τις παραγράφους 2 και 3. Η κατάσταση
επιδεινώθηκε με την προσθήκη της
ερμηνευτικής δήλωσης στα άρθρα 28 και
80 κατά τη συναινετική αναθεώρηση του
2001, που υποτάσσει ουσιαστικά άνευ όρων
το νομικό μας σύστημα στις επιλογές της
Ευρωπαϊκής Ένωσης3.
Ωστόσο, άλλες
χώρες
μέλη της ΕΕ έχουν υιοθετήσει πιο
προσεκτική στάση. Η Γαλλία για παράδειγμα,
με τις διατυπώσεις του άρθρου 88 του
Συντάγματός της διατηρεί μια σχετική
απόσταση από τις εξελίξεις στην ΕΕ
διαφυλάσσοντας την εθνική της κυριαρχία4.
Επιπλέον, οι ισχυρές χώρες επιδεικνύουν
τα χαμηλότερα ποσοστά συμμόρφωσης στις
κατευθύνσεις της ΕΕ5.
5.Το όλο αυτό
πλαίσιο είχε βαριές οικονομικές
συνέπειες. Αύξησε την απόσταση της
Ελλάδας από τις αναπτυγμένες χώρες,
κατέστρεψε την ήδη αδύναμη βιομηχανική
βάση της, διέλυσε την αγροτική παραγωγή,
οδήγησε ακόμη περισσότερο σε ένα μοντέλο
ανάπτυξης καταδικασμένο να αποτύχει,
όξυνε τις κοινωνικές ανισότητες6.
Κρίση και
περαιτέρω περιορισμός της κυριαρχίας
Με το ξέσπασμα
της κρίσης η κατάσταση επιδεινώθηκε.
Σημειώθηκε παραπέρα ενίσχυση
του ρόλου των πιο ισχυρών κρατών της
ΕΕ. Αντίστροφα, τα ασθενέστερα κράτη
όπως η Ελλάδα απώλεσαν περαιτέρω την
εθνική κυριαρχία τους7.
Αυτή η διαδικασία άλλοτε εκτυλίσσεται
α. με θεσμικούς τρόπους, β. άτυπα και
κατά παραβίαση του ισχύοντος δικαίου
και Συντάγματος.
Έτσι, η ΕΕ
και οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν
αρκέστηκαν στην επιβολή δημοσιονομικής
εποπτείας βάσει των άρθρων 126 παρ. 9 και
136 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και στο στενότερο οικονομικό
έλεγχο και επιτήρηση της χώρας μας. Όλες
οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις γύρω
από την οικονομική πολιτική, και όχι
μόνο, υπαγορεύθηκαν και υπαγορεύονται
από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ποικίλες
παρεμβάσεις επιδρούν όχι μόνο στην
υιοθέτηση συγκεκριμένων νομοθετικών
επιλογών και προτύπων αλλά και στον
τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής ή μη
εφαρμογής του ισχύοντος δικαίου. Οι
υπαγορεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν
ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση
προκειμένου να ικανοποιούνται προνομιακά
οι δανειστές. Αποκτούν μόνιμο και θεσμικό
χαρακτήρα.
Από την άλλη,
τα Μνημόνια, οι εφαρμοστικοί των Μνημονίων
νόμοι, οι δανειακές συμβάσεις που
υπέγραψε η κυβέρνηση και που παραχωρούν
κυριαρχικά δικαιώματα, υπερβαίνουν τις
όποιες προβλέψεις του άρθρου 28 του
Συντάγματος. Το σύνολο των νομοθετικών
αντιλαϊκών επιλογών που εκπορεύονται
από αυτά, το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι
τροποποιήσεις του κρατικού προϋπολογισμού
με βάση τις απαιτήσεις των δανειστών,
οι νόμοι με τους οποίους περικόπηκαν
δραστικά οι αποδοχές των εργαζομένων
δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η κατ’ ουσία
κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και
η λοιπή σχετική νομοθεσία καθώς επίσης
οι μηχανισμοί καθημερινής επιτήρησης
και παρακολούθησης της νομοθετικής
πολιτικής όσο και της εφαρμογής των
νόμων από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού
Ταμείου παραβιάζουν μια πληθώρα άρθρων
του Ελληνικού Συντάγματος κατ’ εντολή
της ΕΕ και του ΔΝΤ8.
Η ΕΕ δεν
αρκέστηκε στις συστηματικές παραβιάσεις
των συνταγματικών διατάξεων. Οι οριακές
συνταγματικές επιλογές όπως ο σχηματισμός
της κυβέρνησης Παπαδήμου, ο καθορισμός
της ημερομηνίας των εκλογών από τα ξένα
κέντρα, η επιβολή ενός άτυπου και
ιδιότυπου, αντισυνταγματικού καθεστώτος
έκτακτης ανάγκης αποτελούν συμπληρωματικές
πλευρές του φαινομένου. Οι παρεμβάσεις
γίνονται ολοένα πιο απροκάλυπτες και
κυνικές. Κάποιες φορές επεκτείνονται
και σε εντελώς δευτερεύοντα ζητήματα.
Οι νομοθετικές
αυτές επιλογές επιβάλλουν ένα
νεοφιλελεύθερο μοντέλο κοινωνικο-οικονομικής
ανάπτυξης το οποίο είχε ήδη επιλεγεί
με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1985 και
στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ
και τις τροποποιήσεις της9.
Οι πολιτικές
αυτές έχουν τη σύμφωνη γνώμη των ελληνικών
κυβερνήσεων και της ελληνικής άρχουσας
τάξης. Διαθέτουν κοινή στρατηγική
στόχευση με τα επιτελεία της ΕΕ, ακόμη
και αν κάποιες πλευρές αυτής της σχέσης
μπορεί κάποτε να θίγουν επιμέρους
συμφέροντα του τμημάτων εγχώριου
κεφαλαίου υποβαθμίζοντας τη θέση του
στο διεθνή καταμερισμό εργασίας10.
Εναλλακτικές
προσεγγίσεις
Υπάρχουν
ωστόσο σύγχρονες συνταγματικές και
πολιτικές εμπειρίες στον
αντίποδα αυτών των καταστροφικών
επιλογών για την εθνική και λαϊκή
κυριαρχία.
Οι εμπειρίες αυτές προτάσσουν την
ισότιμη συμμετοχή των χωρών στο διεθνές
γίγνεσθαι και, σε συνάφεια με αυτό, τη
διαφύλαξη των ζωτικών πόρων και
πλουτοπαραγωγικών πηγών τους.
Παραθέτω
τρία παραδείγματα:
1.Το μπολιβαριανό
Σύνταγμα της Βενεζουέλας του 1999 α. με
το
άρθρο 12 διακήρυξε ότι τα πετρελαϊκά
κοιτάσματα και ο ορυκτός πλούτος που
βρίσκεται στον εθνικό χώρο και στην ΑΟΖ
αποτελούν δημόσια περιουσία, β. με τα
άρθρα 302-303 δόθηκε η δυνατότητα εθνικοποίησης
της πετρελαϊκής βιομηχανίας, γ. με βάση
το άρθρο 302 εθνικοποιήθηκαν μερικές
ακόμη πολυεθνικές. Αντίστοιχες διατάξεις,
όχι πάντοτε τόσο ριζοσπαστικές, συναντάμε
στα Συντάγματα της Βολιβίας και του
Εκουαδόρ11.
2.Η Βραζιλία
επίσης με τα άρθρα 171, 176, 178 και 190 του
Συντάγματός της επιφυλάσσει ρητά
προνομιακή μεταχείριση των βραζιλιάνικων
συμφερόντων εταιρειών, σε σχέση με τις
ξένες εταιρείες, σε μια σειρά κομβικής
σημασίας τομείς της οικονομίας12.
3.Το Σύνταγμα
της Πορτογαλίας που υιοθετήθηκε το 1976
μετά την ανατροπή της δικτατορίας,
έχοντας υπόψη την ασυδοσία των πολυεθνικών
εταιρειών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας,
περιελάμβανε επίσης μια ενδιαφέρουσα
διάταξη. Στο άρθρο 86 όριζε ότι «Ο
νόμος επιβάλλει πειθαρχία στην οικονομική
δραστηριότητα και τις επενδύσεις των
ξένων φυσικών ή νομικών προσώπων για
να εξασφαλίζει τη συμβολή τους στην
ανάπτυξη της χώρας, σύμφωνα με το
Πρόγραμμα, και να προασπίζει την εθνική
ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των
εργαζομένων».
Υποστηρίζω
ότι η έξοδος της Ελλάδας από την κρίση
απαιτεί μια ριζική αλλαγή του συσχετισμού
των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων
που θα επιβάλλει -μέσω μιας διαδικασίας
Συντακτικής Συνέλευσης και υιοθέτησης
νέου Συντάγματος- μια σειρά οικονομικές,
πολιτικές και συνταγματικές αλλαγές
με στόχο: α. την κατάκτηση της οικονομικής
και πολιτικής ανεξαρτησίας, β. την
αναδιάταξη των διεθνών συνεργασιών και
συμμαχιών της Ελλάδας, γ. το ριζικό
εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού
και του πολιτικού συστήματος, δ. την
εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος
και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας,
ε. την αναδιανομή του πλούτου σε όφελος
των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων,
στ. ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο13.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
-
▼
2026
(32)
- ▼ Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (5)
- ► Ιανουαρίου (7)
-
►
2025
(38)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2024
(32)
- ► Δεκεμβρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (5)
- ► Ιανουαρίου (3)
-
►
2023
(34)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (4)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2022
(44)
- ► Δεκεμβρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Ιανουαρίου (4)
-
►
2021
(47)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (6)
-
►
2020
(41)
- ► Δεκεμβρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (7)
-
►
2019
(29)
- ► Δεκεμβρίου (6)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2018
(62)
- ► Δεκεμβρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (54)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
►
2015
(9)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Φεβρουαρίου (1)
-
►
2014
(8)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (1)
-
►
2012
(3)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2009
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2008
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2007
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
-
Η κυβέρνηση Αλιέντε, το κράτος και η οικονομία
επίμετρο στον τόμο Ο Φιδέλ Κάστρο για τον Αλιέντε , Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2017, σελ. 101-141 Στις προεδρικές εκλογές της 4ης Σεπτέ... -
Λ. Αμερική: η υποήπειρος της εξάρτησης ή ο δρόμος προς την ανεξαρτησία;
περ. Μαρξιστική Σκέψη , τ. 16, 2015, σελ. 299-307 « είναι προτιμότερο να χάνει κανείς μια μάχη παρά την αξιοπρέπειά του » Πάβελ Βέ... -
The Basic Contradiction in Socialist Society
https://legalform.blog/2022/09/19/contradiction-socialist-society-part-one-kaltsonis/ https://legalform.blog/2022/09/26/the-basic-contr... -
Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982: ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα ή ο δρόμος για τον καπιταλισμό;
δημοσίευση περ. Κρίση , τ. 2/2017, σελ. 31-50 Περίληψη: Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982, όταν ψηφίστηκε, αντανακλούσε σε μεγάλο βαθ...



