εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 31/12/2025
Ας μαθαίνουμε από τους άλλους, όχι να αντιγράφουμε μηχανιστικά ό,τι κάνουν αλλά εφαρμόζοντας δημιουργικά τις εμπειρίες τους, ειδικά όταν αυτές είναι επιτυχείς. Αυτό ισχύει και στην εξωτερική πολιτική. Δεν θα ήταν κακό να διδαχθούμε από την κινεζική εξωτερική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών, άσχετα από τη γνώμη που μπορεί να έχει κανείς για το οικονομικό και πολιτικό της σύστημα.
Οι αρχές, τις οποίες χάραξε ο Ντενγκ Σιαο Πινγκ, συνοψίζονταν με τον κινεζικό χαρακτηριστικό τρόπο ως εξής: να παρατηρείς ήρεμα, να σιγουρεύεις τη θέση σου, να ασχολείσαι ήρεμα με τις υποθέσεις, να κρύβεις τις ικανότητές σου και να περιμένεις τη στιγμή σου, να κρατάς χαμηλό προφίλ, ποτέ να μην διεκδικείς την ηγεσία, να μην υψώνεις το λάβαρο του σοσιαλισμού, να μην εμπλέκεσαι σε συγκρούσεις, να μην κάνεις εχθρούς, να πηγαίνεις πέρα από τις ιδεολογίες, να αποστασιοποιείσαι από τα συγκεκριμένα γεγονότα. Με βάση αυτές τις αρχές η Κίνα κατάφερε να διαφυλάξει την κυριαρχία της και να αξιοποιήσει το χρόνο για να γίνει πανίσχυρη.
Και η ελληνική κυβέρνηση; Πράττει με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο. Δεν κρατά χαμηλό προφίλ, εμπλέκεται σε συγκρούσεις, κάνει εχθρούς. Εμπλέκεται στον πόλεμο στην Ουκρανία και μάλιστα κάποιες φορές με προκλητικό τρόπο. Στηρίζει τη βάρβαρη κυβέρνηση Νετανιάχου, η οποία συνεχίζει την κατοχή της Παλαιστίνης, την εθνοκάθαρση και τη γενοκτονία. Αναπτύσσει τη συνεργασία με το Ισραήλ με κίνδυνο να γίνει η Ελλάδα το εύκολο θύμα της αντιπαράθεσής του με την Τουρκία.
Πρωτοστατεί στις πολεμικές δαπάνες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ συμβάλλοντας στην επικίνδυνη όξυνση της διεθνούς κατάστασης. Εμπλέκεται, ως μη όφειλε, στους διεθνείς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Αναμιγνύεται στις αντιπαραθέσεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Με λίγα λόγια δημιουργεί εχθρούς, χάνει δυνητικούς συμμάχους. Αποξενώνεται από σημαντικές χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία, οι χώρες που ανήκουν στους BRICS αλλά και ευρύτερα οι χώρες του λεγόμενου παγκόσμιου Νότου.
Υψώνει τη σημαία του τραμπισμού, δηλαδή στηρίζει την πολιτική του γκανγκστερισμού, της πλήρους κατάλυσης του διεθνούς δικαίου, της λατρείας της άνομης βίας του ισχυρού. Στρώνει το έδαφος για να μπορούν οι ισχυρότεροι (άρα και η Τουρκία) να βομβαρδίζουν, να δολοφονούν, να αρπάζουν, να λεηλατούν, να αυθαιρετούν.
Με μια τέτοια εξωτερική πολιτική, οποιαδήποτε παραλλαγή διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Είτε με ένταση στο Αιγαίο, είτε με “ήρεμα νερά”, είτε με εναλλαγές των δύο, η χώρα μας θα είναι η χαμένη αφού αντικειμενικά διευκολύνονται η επιθετικότητα και τα σχέδια του τουρκικού κατεστημένου.
Τόσο η ειρήνη όσο και η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων απαιτούν μια άλλη προσέγγιση βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, στην ουδετερόφιλη, φιλειρηνική, πολυδιάσταση εξωτερική πολιτική, μακριά από στρατιωτικούς συνασπισμούς και τυχοδιωκτισμούς. Μπροστά στη νέα χρονιά ας το ξανασκεφτούμε, όλοι εμείς που “πληρώνουμε το μάρμαρο”.


