Παρεμβάσεις

Φιδέλ Κάστρο: η διεξαγωγή της επανάστασης

***

La crisis economica en Grecia y la Constitucion: el papel de la Union Europea

***

Το 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας:που βαδίζει η κουβανέζικη επανάσταση;

***

Μπολιβαριανό Σύνταγμα της Βενεζουέλας: μια πρόταση για την κρίση;

***

Τέλος εποχής στη Λ. Αμερική;

***

Σοσιαλιστική δημοκρατία: η περίπτωση της Κούβας

***

Η βασική αντίθεση στις σοσιαλιστικές κοινωνίες και το ζήτημα της γραφειοκρατίας

***

Για μια εναλλακτική μεσογειακή συνεργασία. Η εμπειρία της ALBA

***

Διαγραφή χρέους: η εμπειρία της Λ. Αμερικής

***

Γιατί λέω ΟΧΙ

***

Πώς θα βγει από το αδιέξοδο η Βενεζουέλα;

***

Μέτωπο εθνικής ανεξαρτησίας και απελευθέρωσης του λαού

***

Τι σημαίνει η νέα σελίδα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κούβας;

***

Επιστροφή της Αριστεράς: Ελλάδα και Λ. Αμερική

***

Κρατική εξουσία, "κυβέρνηση της Αριστεράς" και εργατική τάξη

***

Μετά το τείχος του Βερολίνου

***


***


***

Περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία, Εφημερίδα των Συντακτών, 26/6/2014

***


Πρόλογος στο βιβλίο του Manuel Silva Acevedo, Φάτσα ξεδιάντροπη – Cara de hereje, Αθήνα, 2014, σελ. 13-15


Σε τούτη τη δίσεχτη εποχή έχουμε ανάγκη από στηρίγματα και ελπίδα. Η ποίηση μπορεί να μας προσφέρει απλόχερα και τα δύο. Όπως στην κηδεία του Παλαμά στην κατοχή. Στο φέρετρό του ακούμπησε όλη η Ελλάδα, όλος ο λαός. Στη φωνή του Σικελιανού που τον συνόδευσε, στηρίχθηκε ο μέχρι τότε ηττημένος άνθρωπος. Όχι άλλος θρήνος: τραγούδι και αγώνας έγινε το σάλπισμα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου.
Έτσι και σήμερα. Ο λαός της πατρίδας του Νερούδα και του Αλιέντε βρέθηκε αλυσοδεμένος, φιμωμένος, βιασμένος στις 11 Σεπτέμβρη 1973. Ακολούθησε η λαίλαπα των ιδιωτικοποιήσεων, της λαφυραγώγησης του κοινωνικού πλούτου από τις πολυεθνικές των ΗΠΑ και τη χιλιάνικη ολιγαρχία. Σύμβουλοι, πιστοί συνεργάτες του αιμοσταγούς δικτάτορα Πινοσέτ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Σχολή του Σικάγου. Έντυσαν τη φτώχεια και την καταπίεση με χαλκευμένα στοιχεία και ψευδοεπιστημονικά συγγράμματα περί ελεύθερης αγοράς και νεοφιλελευθερισμού. Η οικονομική πρόοδος, υποστήριξαν, πρέπει να βασίζεται στην εξαθλίωση των πολλών, στη στέρηση των δικαιωμάτων τους. Έριξαν στην άβυσσο εκατομμύρια ανθρώπους, μόνο για να γίνουν οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Στέρησαν τη στοιχειώδη δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία από το λαό.
Γνωστά πολύ μας είναι όλα τούτα πλέον. Στις μέρες μας το ίδιο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έπληξαν την εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, τσαλάκωσαν την όποια δημοκρατία μας. Σε αγαστή συνέργεια με εγχώριους πλουτοκράτες κερδίζουν από την κρίση περισσότερα από όσα κέρδιζαν πριν, στις λυγισμένες – προς το παρόν - πλάτες των εκατομμυρίων φτωχών, ανέργων, πεινασμένων Ελλήνων.

Όμως η επιστήμη, όπως και η ποίηση, μας αποδεικνύουν ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο. Όλα κινούνται, όλα αλλάζουν. Σε μια αέναη, επώδυνη, ενίοτε, αλλά και γοητευτική ροή. Καμιά τυραννία δεν κράτησε για πάντα. Όλες ανατράπηκαν. Ο αγώνας για ελευθερία και δημοκρατία, η προσπάθεια των λαών να σταματήσουν την καταλήστευση του μόχθου τους είναι το ιστορικό φως του μέλλοντος. Ευχαριστούμε τον ποιητή Manuel Silva Acevedo που με το δικό του τρόπο μας το θυμίζει.

***

Οργή και γνώση: συμπεράσματα από τον αγώνα των καθαριστριών
θα το βρείτε εδώ

***

Η σημαία
θα το βρείτε εδώ

***

Σύνταγμα και δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα
θα το βρείτε εδώ

***
Η εθνική ανεξαρτησία στην εποχή των μνημονίων
θα το βρείτε εδώ

***

Μέτωπο σωτηρίας του λαού
θα το βρείτε εδώ

***

Η ανάγκη ριζικής συνταγματικής αλλαγής
θα το βρείτε εδώ

***

Ενάντια στο μακαρθισμό
θα το βρείτε εδώ

***
Η εξωτερική πολιτική του προέδρου Κένεντι
θα το βρείτε εδώ

***

Συζήτηση: οικονομική κρίση και φασισμός
θα την βρείτε εδώ

***

Δημοκρατία και κρίση
εφημ. Η Ελλάδα, 2/11/2013

Η κρίση της σημερινής δημοκρατίας και των δημοκρατικών ελευθεριών δεν αποτελεί πρωτοτυπία της χώρας μας, ούτε της σημερινής κρίσης του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού μας συστήματος. Ανάλογα φαινόμενα, εμφανίστηκαν σε όλες τις περιόδους κρίσεων. Υπάρχουν βεβαίως πάντοτε ιδιαιτερότητες, ιδιομορφίες κλπ.
Ο κορυφαίος συνταγματολόγος Α. Σβώλος αναλύοντας το ζήτημα κατά την κρίση της δεκαετίας του 1930 είχε εύστοχα σημειώσει ότι η αστική τάξη «υπό την πίεσιν της κρίσεως, φέρεται μοιραίως προς την ενίσχυσιν του κράτους, δια την συντήρησιν της αρχούσης τάξεως … και δια την εξουδετέρωσιν των συνεπειών του λαϊκού ελέγχου επί της ασκήσεως των τόσον εκτεταμένων, σήμερον, αρμοδιοτήτων της πολιτικής εξουσίας… Η ενίσχυσις της εκτελεστικής εξουσίας και του κράτους γενικώς εν τη συγχρόνω δημοκρατία … θα σημάνη ή ότι η πλειοψηφία θέλει να ασκή την πολιτικήν εξουσίαν, χωρίς να ενοχλήται από τα δικαιώματα της μειοψηφίας, πολιτικά ή ατομικά, ή ότι η μειοψηφία θέλει να ασκή την εξουσίαν, χωρίς να λαμβάνη υπ’ όψιν την θέλησιν ή την αντίστασιν της πλειοψηφίας». Καταδείκνυε δηλαδή με ενάργεια την τάση συρρίκνωσης της δημοκρατίας.
Από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, την ίδια περίοδο, ο Ελ. Βενιζέλος έγραφε το 1934: «Η σημερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθή προς τα καθήκοντά της, διότι είναι ανίσχυρος, ευρισκόμενη υπό την πλήρη εξάρτησιν της νομοθετικής εξουσίας η οποία επηρεάζεται από την ανάγκη να μη δυσαρεστήση τας διαφόρους εκλογικάς ομάδας δια να μη διακινδυνεύση η επανεκλογή των αποτελούντων αυτήν βουλευτών». Στο πνεύμα αυτό επιχείρησε να προωθήσει πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, χωρίς όμως επιτυχία, το 1932. Η πρόταση αυτή περιλάμβανε δυο βασικά σκέλη: την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας μέσω της μετατροπής του πολιτεύματος σε προεδρικό και την υιοθέτηση άρθρου (ανάλογου με το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης) του οποίου οι ευρείες διατυπώσεις έδιναν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ιδιαίτερες ευχέρειες στην επιβολή κατάστασης πολιορκίας και άρα στην καταστολή των κοινωνικών αγώνων.
Ποια είναι λοιπόν η ουσία του προβλήματος; Η απάντηση είναι απλή, πολύ απλή, τόσο απλή που το φαίνεσθαι ταυτίζεται σχεδόν με το είναι. Οι περιοδικές κρίσεις του οικονομικού μας συστήματος οδηγούν στην καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και μαζί σε μια γιγάντιων διαστάσεων, βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου. Με λίγα λόγια, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί καθίστανται φτωχότεροι. Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί αυτή η βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, είναι αναγκαίο να καμφθούν οι αντιδράσεις της κοινωνίας. Καμιά φορά γίνεται αυτό και προληπτικά, δηλαδή πριν κάν εκδηλωθούν αυτές οι αντιδράσεις. Για τούτο, οι ιθύνοντες συρρικνώνουν ραγδαία τις δημοκρατικές ελευθερίες, συρρικνώνουν τη δημοκρατία, κάποιες φορές την καταργούν.


Σιδερόφραχτη δημοκρατία

Έτσι, σήμερα, μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται το φαινόμενο της οικοδόμησης μιας σιδερόφραχτης δημοκρατίας. Η σιδερόφραχτη αυτή δημοκρατία έχει πέντε βασικά χαρακτηριστικά:
1.      Διακρίνεται από τον περαιτέρω περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας εξαιτίας των ισχυρών παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες πρόβλημα δημοκρατίας. Δεν είναι καινούργιο. Ταλανίζει τη χώρα από τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1932 μέχρι το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα.
2.      Διακρίνεται από τη συστηματική παραβίαση, το κουρέλιασμα του Συντάγματος από την πλευρά των κυβερνώντων. Αυτοί ακριβώς που δίνουν μαθήματα για το «συνταγματικό τόξο», για τη νομιμότητα, για «τα δύο άκρα» είναι που έχουν με πολύ μεθοδικό τρόπο παραβιάσει επανειλημμένα το Σύνταγμα: από την κύρωση των μνημονίων χωρίς την απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία, από τις δανειακές συμβάσεις που δεν κυρώθηκαν κάν από τη Βουλή, μέχρι τις δεκάδες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου που υποκαθιστούν τη Βουλή και εκδίδονται σωρηδόν κατά παράβαση του άρθρου 44 παρ.1.
3.      Διακρίνεται από την έξαρση της παράνομης αστυνομικής βίας. Το φαινόμενο αυτό που η εγκληματολογία ονομάζει «εγκλήματα του κράτους» γνωρίζει έξαρση σε συνθήκες κρίσης. Δεν χρειάζονται παραδείγματα και αποδείξεις περί αυτού, τα παρέχει αφειδώς η καθημερινότητα.
4.      Χαρακτηρίζεται από τη συνεργασία κρατικών αρχών με παρακρατικές, ναζιστικές και άλλες παρόμοιες οργανώσεις. Οι τελευταίες προορίζονται να φέρουν σε πέρας «την πιο βρώμικη δουλειά» προκειμένου να μην την χρεωθούν πολιτικά οι επίσημες αρχές. Οι συλλήψεις μέρους της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής δεν αναιρούν το φαινόμενο. Την προσωρινή ύφεση στις σχέσεις κράτους και παρακράτους μπορεί να τη διαδεχθεί η αναθέρμανση. Η κυβέρνηση ούτε μπορεί ούτε θέλει να προχωρήσει σε πλήρη εκκαθάριση του ναζισμού. Η ιστορία, ελληνική και διεθνής, διδάσκει.
5.      Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική συρρίκνωση, νομοθετική, νομολογιακή και de facto των δημοκρατικών ελευθεριών, ιδίως των πιο κρίσιμων: της απεργίας, της συνάθροισης, της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών.

***


Δημοκρατία και κρίση
θα βρείτε το άρθρο εδώ

***

Το δόγμα Φρίντμαν και το πείραμα της Χιλής

εφημ. Ελλάδα, 5-6/10/2013

Πριν από 40 χρόνια οι συνωμότες στρατηγοί υπό τον Πινοσέτ, με την καθοδήγηση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και της CIA και τη στήριξη των εγχώριων ολιγαρχών, ανέτρεψαν με ένα εξαιρετικά βίαιο και αιματηρό πραξικόπημα την κυβέρνηση Αλιέντε στη Χιλή.
Τι ήταν αυτό που ενοχλούσε τους προαναφερθέντες παράγοντες και διέπραξαν ένα έγκλημα σε βάρος του λαού της Χιλής με αποτέλεσμα χιλιάδες δολοφονημένους, φυλακισμένους, βασανισμένους και αγνοούμενους;
Πρώτο, η κυβέρνηση Αλιέντε ήταν μια συμμαχία λαϊκών ριζοσπαστικών δυνάμεων. Σε αυτήν συμμετείχαν ριζοσπάστες σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αριστεροί χριστιανοδημοκράτες και άλλοι. Είχε αρχίσει να υλοποιεί το πρόγραμμά της με συνέπεια και στηριζόμενη στο λαϊκό παράγοντα: αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των φτωχών και αδικημένων, εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του ορυκτού πλούτου προκειμένου να γίνει ο λαός πραγματικός αφέντης του τόπου και του μόχθου του.
Δεύτερο, οι αντιδραστικές δυνάμεις, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατάφεραν να εξαγοράσουν ή να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση να εγκαταλείψει την πολιτική της και να στραφεί σε μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της οικονομίας. Αντίθετα μάλιστα, ο Αλιέντε σκόπευε να ανακοινώσει εκείνη την 11η Σεπτεμβρίου την έναρξη ριζοσπαστικής αναθεώρησης του Συντάγματος, γεγονός που θα οδηγούσε σε περαιτέρω εμβάθυνση και ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής του.
Τρίτο, οι αντιδραστικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν τελικά να φθείρουν την κυβέρνηση και να πείσουν τον χιλιάνικο λαό να στραφεί ξανά στα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα. Παρά τον απίστευτο πόλεμο φθοράς (με οικονομικό σαμποτάζ, βομβιστικές και άλλες τρομοκρατικές ενέργειες) εξακολουθούσε να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του λαού. Το 1970 ο Αλιέντε αναδείχθηκε πρόεδρος με ποσοστό 36,3%. Το 1971 στις τοπικές εκλογές η Λαϊκή Ενότητα (η συμμαχία που τον στήριζε) έλαβε 51% ενώ το 1972, στο αποκορύφωμα του οικονομικού σαμποτάζ,  έλαβε στις βουλευτικές εκλογές 43%.


Το δόγμα του σοκ

Η χούντα του Πινοσέτ εφάρμοσε για πρώτη φορά ακραιφνώς το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού. Οικονομικός σύμβουλός της ήταν η νεοφιλελεύθερη Σχολή του Σικάγου του Μίλτον Φίντμαν. Ο τελευταίος, σε επιστολή του προς τον αιμοσταγή δικτάτορα του έδινε την εξής συμβουλή: «αν υιοθετηθεί η προσέγγιση του σοκ, πιστεύω ότι θα πρέπει να ανακοινωθεί δημόσια και λεπτομερώς, ώστε να επενεργήσει σύντομα».
Όπερ και εγένετο: αθρόες, σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις, από τα ορυχεία χαλκού μέχρι τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα λεωφορεία, κατάργηση του εργατικού δικαίου και των δικαιωμάτων, ξεπούλημα γενικά του δημόσιου πλούτου. Τα αποτελέσματα ήταν όντως θεαματικά. Ένας ολόκληρος λαός βυθίστηκε απότομα στη φτώχεια αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει γιατί βρισκόταν κάτω από τις λόγχες της χούντας. Η οικονομία της Χιλής συρρικνώθηκε τον πρώτο χρόνο εφαρμογής των μέτρων κατά 15%, η ανεργία έφτασε το 20% ενώ επί Αλιέντε είχε περιοριστεί στο 3%.
Ερωτώμενος από δημοσιογράφους ο Φρίντμαν για το κοινωνικό κόστος των οικονομικών θεωριών του απάντησε, όπως περίπου απαντούν οι σημερινοί εκπρόσωποι της τρόικας: «ανόητη ερώτηση».
Η νεοφιλελεύθερη αυτή πολιτική μεταφέρθηκε στη συνέχεια σε πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής με τον ίδιο τρόπο: δια της επιβολής πραξικοπημάτων έτσι ώστε με τη βία των όπλων να καμφθούν οι λαϊκές αντιδράσεις.


Η ευρωπαϊκή παραλλαγή

Ωστόσο, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο δεν μπορούσε να περιοριστεί στη Λατινική Αμερική. Ενόψει των αδιεξόδων στα οποία είχε οδηγηθεί το κεϋνσιανό πρότυπο ρύθμισης της οικονομίας, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις χρειάζονταν την εφαρμογή του και στην Ευρώπη.
Εδώ οι ρυθμοί και οι τρόποι επιβολής ήταν κάπως πιο ήπιοι. Ήταν περισσότερο ήπιοι στις αναπτυγμένες χώρες καθώς αυτές είχαν ήδη το πλεονέκτημα να απομυζούν τις υπανάπτυκτες και εν γένει τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες. Ήταν όμως λιγότερο ήπιοι σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης όπως είναι η Ελλάδα. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, όπως όλοι πια γνωρίζουμε εξ ιδίων, οι ρυθμοί έχουν γίνει σαρωτικοί και ο τρόπος επιβολής γίνεται ολοένα και πιο αυταρχικός.


Τα στερνά λόγια

Η κυβέρνηση Αλιέντε έδειξε ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα. Η ανατροπή της δεν ήταν αναπόφευκτη. Ανατράπηκε επειδή δίστασε να οργανώσει την άμυνα του λαού και να προχωρήσει (εμπλέκοντας με δραστικό τρόπο το λαϊκό παράγοντα) σε μια διαδικασία ριζικής εκκαθάρισης και εκδημοκρατισμού των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και εν γένει του κρατικού μηχανισμού.
Η ιστορία διδάσκει. Όπως και το προσωπικό παράδειγμα. Πιο πολύ από κάθε θεωρητική ανάλυση. Οι λαοί της Λατινικής Αμερικής πορεύονται με δυσκολίες, με ταλαντεύσεις, καμιά φορά με αυταπάτες και λάθη. Το σίγουρο πάντως είναι ότι αναζητούν δρόμους ανεξαρτησίας, ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης: στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία, στην Κολομβία, στο Εκουαδόρ, στη Νικαράγουα, στην Κούβα και αλλού.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Αλιέντε, περικυκλωμένος όπως ήταν στο Προεδρικό Μέγαρο που βομβαρδιζόταν από αεροσκάφη και άρματα μάχης των πραξικοπηματιών, λίγες στιγμές πριν βρει το θάνατο:
«Ο λαός πρέπει να αμυνθεί. Όχι να θυσιαστεί. Να αρνηθεί την υποταγή, την ταπείνωση, την απώλεια των ηθικών αξιών. Εργαζόμενοι της Πατρίδας μου, πιστεύω στη Χιλή και στο πεπρωμένο της. Άλλοι άνθρωποι θα ξεπεράσουν αυτή τη γκρίζα και πικρή στιγμή στην οποία η προδοσία φαίνεται να επιβάλλεται. Να ξέρετε ότι, αργά ή γρήγορα, θα ανοίξουν και πάλι οι μεγάλες λεωφόροι από τις οποίες θα περάσει ο ελεύθερος άνθρωπος, για να οικοδομήσει μια καλύτερη κοινωνία.
Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο λαός! Ζήτω οι εργαζόμενοι!
Αυτά είναι τα τελευταία λόγια μου και έχω τη βεβαιότητα η θυσία μου δεν θα είναι μάταιη και, τουλάχιστον, θα είναι ένα ηθικό μάθημα που θα τιμωρήσει το έγκλημα, τη δειλία και την προδοσία».


***

Οι γερμανικές εκλογές και η εθνική μας ανεξαρτησία
θα βρείτει το άρθρο εδώ

***

Τέσσερα και ένα ερωτήματα για την ανατροπή Αλιέντε
(40 χρόνια από το αιματηρό πραξικόπημα στη Χιλή)
θα βρείτε το άρθρο εδώ


***

Η επανάσταση στην Κούβα: παρελθόν και μέλλον
θα βρείτε το άρθρο εδώ ή εδώ

***

Δήλωση στην εφημ. Η Ελλάδα, 17/6/2013

1.     Η επίμαχη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου είναι καταφανώς αντισυνταγματική, τόσο ως προς το περιεχόμενο των ειδικότερων ρυθμίσεών της όσο και ως προς τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος για την έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Η σχετική διάταξη ορίζει ότι απαιτείται η ύπαρξη “εκτάκτων περιπτώσεων”, “εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης”. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα -κακώς βέβαια- παραχωρεί αυτή τη δυνατότητα και μάλιστα με τόσο αόριστους όρους, είναι φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση καμμιά από τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν συνέτρεχε.
2.     Η πρακτική της έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου από τις κυβερνήσεις που διαχειρίζονται την κρίση έχει πάρει χαρακτήρα χιονοστιβάδας. Η πρακτική αυτή επαναφέρει στην επικαιρότητα μια παλαιότερη επιστημονική και πολιτική συζήτηση. Το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος δίνει στην πραγματικότητα τη δυνατότητα στην εκάστοτε κυβέρνηση να παραμερίζει τη Βουλή. Για το λόγο αυτό, η αντιπολίτευση, κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος το 1975, είχε σθεναρά αντιταχθεί στη δυνατότητα αυτή. Διέβλεπε ένα καίριο μέσο αποδυνάμωσης της δημοκρατίας και της Βουλής, δηλαδή ένα μέσο έμμεσης εκτροπής από τη δημοκρατική νομιμότητα. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα με τη “βιομηχανία” έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου.
3.     Θέλω να ελπίζω ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και των δημοκρατικών του παραδόσεων και θα ακυρώσει την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου εισακούοντας το λαϊκό αίσθημα, κάνοντας δεκτά συνολικά τα αιτήματα της ομοσπονδίας των εργαζομένων στην ΕΡΤ. Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα τα απορρίψει ούτε θα κρατήσει μια ενδιάμεση στάση. Είμαι όμως, παράλληλα, ανήσυχος γιατί η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η Δικαιοσύνη μόνο σαν εξαίρεση μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την κυβερνητική εξουσία όταν τίθενται κομβικής σημασίας ζητήματα που αφορούν στρατηγικές επιλογές του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος. Υπάρχει άλλωστε και το αρνητικό προηγούμενο, όταν το ίδιο δικαστήριο θεώρησε σύμφωνο με το Σύνταγμα το Μνημόνιο.
4.     Σε περίπτωση που η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι θετική για τους εργαζόμενους, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να τη σεβαστεί. Πράγμα καθόλου βέβαιο, καθώς υπάρχει γενικά παράδοση μη εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων από τις κυβερνήσεις, όταν αυτές δεν είναι αρεστές στην εξουσία, αλλά και το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να ολισθαίνει διαρκώς σε ένα αντιδημοκρατικό κατήφορο.
5.     Πάντως, όλα θα καθοριστούν από τη δυναμική του αγώνα του ελληνικού λαού για ΕΡΤ δημόσια, δημοκρατική, ποιοτική, με σεβασμό στις κατακτήσεις των εργαζομένων, ενάντια στο αντιδημοκρατικό παραλήρημα της κυβέρνησης.

*** 

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΌ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Δημοσιεύθηκε στον τόμο του συλλόγου «Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ», Οι ιδιωτικοποιήσεις και η πολιτική εξόδου από την κρίση, Αθήνα, 2013, σελ. 33-61

Η σημερινή καπιταλιστική κρίση που χτύπησε με ιδιαίτερη οξύτητα τη χώρα μας και οι οδυνηρές της συνέπειες στην καθημερινή ζωή των πλατιών λαϊκών στρωμάτων αναδεικνύουν ανάγλυφα την ανάγκη χάραξης μιας διαφορετικής πορείας. Ο αμυντικός αγώνας των εργαζομένων πρέπει να δεθεί διαλεκτικά με την αντεπίθεσή τους, με σκοπό την έξοδο από την κρίση σε όφελος του λαού.


Α. ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ:
ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΙΛΟΛΑΪΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Αφετηρία της ανάλυσης των σημερινών αναγκών είναι μια παραδοχή. Μια παραδοχή που επιβεβαιώνεται πλήρως, συντριπτικά θα έλεγε κανείς, από την πραγματικότητα. Η άρχουσα τάξη της χώρας μας δεν μπορεί και δεν θέλει να εκπονήσει ένα σχέδιο βιομηχανικής ανάπτυξης και, πολύ περισσότερο, ένα σχέδιο ανάπτυξης σε όφελος του λαού αφού α. ο καπιταλισμός στην Ελλάδα είχε πάντοτε σχετικά χαμηλή υλικοτεχνική βάση, β. τα τελευταία χρόνια δυνάμωσε η εξάρτηση από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, γ. το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο ελέγχει την ελληνική οικονομία και βασικούς τομείς της χώρας, δ. η χώρα έχει προσαρμόσει την οικονομία της, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, ε. η βιομηχανική παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώνεται.
Ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει αναπόφευκτα να ξεκινά από την αντίθεση με τις πολιτικές της ΕΕ και του ΔΝΤ που μας έφεραν ως εδώ, που διέλυσαν τη βιομηχανική  και αγροτική οικονομία της χώρας, που όξυναν τις κοινωνικές ανισότητες. Πρέπει να ξεκινά από την αποδέσμευση από κάθε οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση, από την αναζήτηση και αξιοποίηση της συνεργασίας άλλων διεθνών παραγόντων, πάντα σε πνεύμα ανεξαρτησίας και όχι υποτέλειας.


Οι έξι πυλώνες της φιλολαϊκής ανάπτυξης

Ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει έξι βασικούς πυλώνες:
Πρώτος βασικός πυλώνας:
  1. Η αντίθεση και απειθαρχία στα μέτρα και στις κατευθύνσεις της ΕΕ, η έξοδος τελικά από την ΕΕ.
  2. Η ακύρωση των δανειακών συμβάσεων και η άρνηση της πληρωμής του χρέους.
3.      Η ακύρωση όλων των μνημονίων, των εφαρμοστικών νόμων και των μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων, η διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων.
Δεύτερος βασικός πυλώνας: Η εθνικοποίηση των τραπεζών, όλου του τραπεζικού συστήματος, που είναι ο μοναδικός τρόπος για να ελεγχθεί βαθμιαία η καρδιά της οικονομίας, να γίνει προσπάθεια να προσανατολιστεί σε άλλου τύπου ανάπτυξη, να αρχίσει ο περιορισμός της ασυδοσίας και της κυριαρχίας των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων. Μόνο έτσι μπορεί να χτυπηθεί η ασυδοσία του χρηματιστικού κεφαλαίου, να χρηματοδοτηθεί η οικονομία με βάση τις προτεραιότητες που θα χαράξει μια λαϊκή κυβέρνηση. Αυτό πρέπει να συνδυαστεί με το αίτημα της διαγραφής του χρέους, την αντίθεση στην τρόικα και την αποδέσμευση τελικά από την ΕΕ ώστε να αποκτήσει η χώρα τα αναγκαία νομισματικά και αναπτυξιακά εργαλεία.
Τρίτος βασικός πυλώνας: Πρέπει να εθνικοποιηθούν οι ΔΕΚΟ, οι επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, ο ορυκτός πλούτος της χώρας, το νερό και όλες οι πλουτοπαραγωγικές της πηγές ώστε να αποκτήσει ο λαός τον έλεγχο των πιο σημαντικών τομέων της οικονομίας και τα κέρδη των επιχειρήσεων να μην τροφοδοτούν πλέον τις καταθέσεις των κεφαλαιοκρατών στην Ελβετία αλλά την κοινωνική πολιτική και ένα επενδυτικό πρόγραμμα ανάπτυξης σε όφελος του λαού.
Ειδικά για τον ορυκτό πλούτο, τα πετρελαϊκά κοιτάσματα που πιθανολογούνται, έχει σημασία το παράδειγμα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας που κατοχύρωσαν και συνταγματικά τη δημόσια ιδιοκτησία των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών και εξασφάλισαν έτσι την ισότιμη συνεργασία με τις ξένες εταιρείες, όπου αυτή ήταν αναγκαία λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας.
Τέταρτος βασικός πυλώνας: Η εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων των οποίων η ιδιοκτησία αδυνατεί, ή ισχυρίζεται πως αδυνατεί, να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της έναντι των εργαζομένων. Αυτές οι επιχειρήσεις πρέπει να ενταχθούν στο πανεθνικό αναπτυξιακό σχέδιο.
Ο δημόσιος τομέας μπορεί και πρέπει να αναλάβει, με τη χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος, την εκπόνηση και υλοποίηση ενός μεγάλου αναπτυξιακού σχεδίου παραγωγικών επενδύσεων (και όχι μόνο τουρισμός, δρόμοι και διαμετακομιστικά κέντρα όπως εννοεί η άρχουσα τάξη την ανάπτυξη) με βάση:
1. ένα επιστημονικό σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης,
2. ένα σχέδιο που θα χαράσσεται με γνώμονα τα συμφέροντα του λαού,
3. ένα σχέδιο με βάση τις δυνατότητες της χώρας,
4. με ισότιμη συνεργασία με άλλες χώρες,
5. που θα αξιοποιεί το επιστημονικό δυναμικό της πατρίδας μας.
Ο δημόσιος τομέας πρέπει να γίνει ο μοχλός και ο βασικός παράγοντας της ανάπτυξης.
Πέμπτος βασικός πυλώνας: Το σχέδιο αυτό θα στοχεύει στην ανάπτυξη της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής. Θα εντάσσει εκεί τη μικρή και μεσαία επιχείρηση. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να στηριχθούν, να ενθαρρυνθούν να συμμετέχουν στο πανεθνικό σχέδιο ανάπτυξης, να παροτρύνονται στη συνεταιριστικοποίηση με διάφορες μορφές, να ελέγχονται από την κυβέρνηση και το λαό ότι δεν σπαταλούν τη βοήθεια αυτή και ότι σέβονται πλήρως τα δικαιώματα των εργαζομένων. Πρέπει να προστατευθεί η ντόπια παραγωγή, να τονωθεί η εσωτερική αγορά.
Έκτος βασικός πυλώνας: η γενναία κρατική χρηματοδότηση της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων καθώς και της έρευνας. Χωρίς τη βαθμιαία, σχεδιασμένη ανάπτυξη του επιστημονικού και τεχνολογικού δυναμικού της χώρας, δεν μπορεί να επιτευχθεί μια μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.


Αναγκαία διευκρίνιση:

Δεν υποστηρίζουμε το χτεσινό και σημερινό δημόσιο τομέα ο οποίος αποτελεί μοχλό μεταφοράς πλούτου στα ξένα και ντόπια μονοπώλια, εξασφάλισης πολιτικής πελατείας για τα καθεστωτικά κόμματα, κατασπαταλεί τους δημόσιους πόρους και την εργατική δύναμη.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για μια φιλολαϊκή στροφή είναι κυρίως τρεις:
1. ο εθνικοποιημένος τομέας της οικονομίας να κόψει τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με το εγχώριο και ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, να τεθεί στην υπηρεσία του λαού,
2. πολύ σημαντικό, να βασίζεται στη δημοκρατική διαχείριση και στον εργατικό και γενικότερο λαϊκό έλεγχο. Μόνο ο πολύμορφος έλεγχος του λαού και των μαζικών φορέων του (κυρίως από τα κάτω) μπορεί να εξασφαλίσει ότι θα χτυπηθεί η γραφειοκρατία, η κακοδιαχείριση, η σπατάλη, οι καταχρήσεις, τα ρουσφέτια και ότι τελικά - και με κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας - ο εθνικοποιημένος τομέας θα δείξει την υπεροχή του.
3. Το ίδιο το σχέδιο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης πρέπει να είναι καρπός παλλαϊκής, δημοκρατικής συζήτησης και απόφασης. Δεν μπορεί να είναι, ορθότερα δεν μπορεί να υπάρξει, ως μια στενά κοινοβουλευτική υπόθεση ή μια κυβερνητική πρωτοβουλία και απόφαση.
Ο εκδημοκρατισμένος και υπό λαϊκό – εργατικό έλεγχο δημόσιος τομέας πρέπει να αναπτύξει πολύπλευρη συνεργασία με όλες τις χώρες για να σπάσει την εξάρτηση από τον αμερικανικό και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, να σπάσει τα δεσμά της υποτέλειας σε ΕΕ και ΗΠΑ, να ενισχύσει τη διεθνή θέση της χώρας, να αντιμετωπίσει τις πιέσεις και τους εκβιασμούς του ιμπεριαλισμού.
Μόνο έτσι η παραγωγική βάση της οικονομίας θα πάψει να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της συρρίκνωσης, εξάρθρωσης και αποσύνθεσης, θα πάψει η χώρα να αποτελεί “ξέφραγο αμπέλι” των πολυεθνικών. Μόνο έτσι μπορεί να χαραχθεί ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομίας σε αντιμονοπωλιακή βάση, με σεβασμό στο περιβάλλον. Μόνο έτσι μπορεί να ανακτηθεί η εσωτερική αγορά κατά πρώτο λόγο εκεί που υπάρχει ή μπορεί να αναπτυχθεί η εγχώρια παραγωγή. Αυτός είναι η μόνη διέξοδος για να προστατευθεί και να ανέβει το βιοτικό επίπεδο του λαού αλλά και για να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη κοινωνική οργάνωση, για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας, δηλαδή για μια σοσιαλιστική κοινωνία.


Ποιος θα το εφαρμόσει;

Ένα τέτοιο οικονομικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης μπορεί να συσπειρώσει την εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, τους διανοούμενους και καλλιτέχνες, τη νεολαία και τις γυναίκες, τα διάφορα κοινωνικά κινήματα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από επίμονους, σκληρούς λαϊκούς αγώνες.
Πώς πραγματικά μπορεί να επιβληθεί ένα τέτοιο οικονομικό, αναπτυξιακό πρόγραμμα σε όφελος του λαού; Το βέβαιο είναι ότι στο σύνολό του, ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί να εφαρμοστεί από τις κυβερνήσεις των μνημονίων με την πολιτική των οποίων βρίσκεται σε απόλυτη, ριζική αντίθεση. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε από ενδεχόμενες «αριστερές» ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις οι οποίες αποδέχονται την υποταγή της χώρας στην ΕΕ.
Οι παραπάνω κατηγορίες κυβερνήσεων δεν θέλουν και δεν μπορούν να έρθουν σε ρήξη με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Ακόμη και όταν βρέθηκαν (παλιότερα, στο πλαίσιο της κεϋνσιανής πολιτικής) στην ανάγκη να κρατικοποιήσουν κάποια επιχείρηση αυτό το έκαναν μόνο για προβληματικές επιχειρήσεις προκειμένου να φορτώσουν τα χρέη στο δημόσιο ταμείο και να τις αποδώσουν στη συνέχεια ξανά στους ιδιώτες. Το ίδιο συνέβη με τις κρατικοποιήσεις τραπεζών που έγιναν στις ΗΠΑ και άλλες χώρες κατά την παρούσα κρίση. Κριτήριο ήταν η διάσωσή τους. Ο μηχανισμός μεταφοράς πλούτου από τις δημόσιες επιχειρήσεις στις μεγάλες ιδιωτικές παρέμεινε άθικτος ή μάλλον έγινε προσπάθεια να βελτιωθεί.
Κατά συνέπεια, το παραπάνω οικονομικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί μόνο από μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται και θα εκφράζει τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από μια τέτοια πολιτική. Αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι άλλες από την εργατική τάξη, τα μικροαστικά στρώματα της πόλης, τη μικρομεσαία αγροτιά, την εργαζόμενη διανόηση, τα κοινωνικά κινήματα της νεολαίας, των γυναικών, του περιβάλλοντος κλπ. Αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις έχουν συμφέρον να χαράξουν και να υλοποιήσουν μια αναπτυξιακή πορεία που θα στρέφεται ενάντια στην κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Επομένως, μόνο μια κυβέρνηση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων αντιμονοπωλιακού, αντιιμπεριαλιστικού προσανατολισμού μπορεί να υλοποιήσει ένα τέτοιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα.


Ποια κυβέρνηση;

Εκ των πραγμάτων τίθεται το ερώτημα πώς και υπό ποιούς όρους μπορεί να αναδειχθεί μια τέτοια κυβέρνηση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κορυφωθούν οι λαϊκοί αγώνες και να οδηγήσουν σε μια επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από το λαό. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση αυτή, το πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα μιας κυβέρνησης που έχει προκύψει με τέτοιο τρόπο θα μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί και να επιλύσει ευρύτερα ζητήματα.
Στις σημερινές όμως συνθήκες, με το δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης των λαϊκών αγώνων, με τη σχετικά μακρόχρονη παράδοση του κοινοβουλευτισμού είναι λογικό να επιδιωχθεί η ισχυρή εκλογική παρουσία και στη συνέχεια η εκλογική επικράτηση των αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αυτό υπαγορεύεται κυρίως από το γεγονός ότι ο λαός αντιλαμβάνεται το Κοινοβούλιο ως το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, άσχετα με το αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η Κομμουνιστικής Διεθνής, στο 4ο συνέδριό της, όταν ακόμη ζούσε ο Λένιν και συμμετείχε στις εργασίες της, δεν είχε αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Χωρίς να θεωρεί υποχρεωτική, νομοτελειακή μια τέτοια εξέλιξη, έκανε λόγο για τη δυνατότητα ανάδειξης εργατικής κυβέρνησης μέσα από το Κοινοβούλιο. «Η εργατική κυβέρνηση (ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα)»[1]. «Η εργατική κυβέρνηση στηριζόμενη στους ένοπλους εργάτες πρέπει να πραγματοποιήσει μια σειρά οικονομικά, πολιτικά και δημοσιονομικά μέτρα, που, χωρίς να βγαίνουν τυπικά έξω από τα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, στην ουσία περιορίζουν τα δικαιώματα των κεφαλαιοκρατών να διαχειρίζονται την ιδιοχτησία τους και το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό κέρδος. Η αντίσταση της αστικής τάξης θα αναγκάσει, φυσικά, την εργατική κυβέρνηση, να βγει από τα πλαίσια των ημίμετρων και να οδηγήσει τις μάζες στην κατανόηση της ανάγκης ολοκληρωτικής κατάργησης της αστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, στην κατανόηση της ανάγκης συντριβής του παλιού αστικού κρατικού μηχανισμού…
 Η εργατική κυβέρνηση μπορούσε να προκύψει και με βάση το κοινοβούλιο, αλλά σε στενή σχέση με τον επαναστατικό αγώνα κατά της αστικής τάξης, μόνο στην πορεία της μαζικής πάλης, στηριζόμενη στις μάζες και δυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα”.
Έχει σημασία να σημειωθεί ότι “το Συνέδριο υπογράμμισε ότι το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης σαν γενικό σύνθημα ζύμωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν παντού. Σαν επίκαιρο όμως πολιτικό σύνθημα έχει σημασία στις χώρες, όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στους εργάτες και στην αστική τάξη βάζει στην ημερήσια διάταξη τη λύση του προβλήματος της κυβέρνησης σαν πρακτική ανάγκη. Στα καθήκοντα της εργατικής κυβέρνησης, που δεν έχει γίνει ακόμα κυβέρνηση της προλεταριακής διχτατορίας, ανήκαν ο εξοπλισμός της εργατικής τάξης, ο αφοπλισμός των αστικών αντεπαναστατικών οργανώσεων, η εφαρμογή ελέγχου στην παραγωγή, η μεταβίβαση του κυριότερου βάρους των φόρων στις τάξεις των πλουσίων και η κατάπνιξη της αντίστασης της αντεπανάστασης. Η συνεπής εφαρμογή αυτών των μέτρων, θα συνέβαλλε στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων και στη συσπείρωσή τους γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα, και θα μπορούσε να προετοιμάσει το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση»[2].
Είναι σίγουρο λοιπόν ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι ένας κοινοβουλευτικός περίπατος. Η στοιχειώδης ιστορική γνώση πείθει ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις θα κάνουν τα πάντα για να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Για παράδειγμα, είναι γνωστά τα σχέδια αποσταθεροποίησης που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, στη Χιλή πριν την εκλογή του Αλλιέντε. Κάποια από αυτά απέδωσαν περισσότερο, άλλα λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση οι αντιμονοπωλιακές, αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν πρέπει, στο όνομα του ρεαλισμού, εκ των προτέρων να παραιτηθούν από την προσπάθεια κατάκτησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ή να νοθεύσουν το ριζοσπαστικό τους πρόγραμμα και να οδηγηθούν στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης.
Αλλά και μετά την ανάδειξη μιας κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι θα είναι μεγάλοι. Η πλουτοκρατική ολιγαρχία και οι ξένοι προστάτες της δεν θα επιτρέψουν να εφαρμοστεί ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα που θίγει τα συμφέροντα και την εξουσία τους. Θα κάνουν τα πάντα για να την ανατρέψουν. Η εμπειρία της κυβέρνησης Αλλιέντε στη Χιλή το δείχνει αυτό ξεκάθαρα[3]. Προσπάθησαν να εξαγοράσουν κάποιες από τις κυβερνητικές δυνάμεις, να τις ωθήσουν στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση, να τις διασπάσουν. Χρησιμοποίησαν το οικονομικό σαμποτάζ, τις συκοφαντικές εκστρατείες, την τρομοκρατία και, τέλος, το πραξικόπημα.


Οι πολιτικές αλλαγές

Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι οι οικονομικές αλλαγές που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω δεν μπορούν να υλοποιηθούν αν δεν συνοδεύονται από ένα τολμηρό πρόγραμμα πολιτικών μεταβολών. Η κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων θα πρέπει να προωθήσει ένα επαναστατικό δημοκρατικό πρόγραμμα που θα τείνει να διαρρήξει τις δομές της αστικής κρατικής εξουσίας και να εγκαθιδρύσει μια δημοκρατία στο κέντρο της οποίας θα βρίσκεται η εργατική τάξη και ο λαός.
Αυτό πρέπει να γίνει για άμεσους, πρακτικούς λόγους. Ο υπάρχων κρατικός μηχανισμός είναι διεφθαρμένος, γραφειοκρατικός, συνδεδεμένος με χίλια δυο νήματα με την ολιγαρχία. Έτσι, η προσπάθεια να εφαρμοστεί ένα φιλολαϊκό αναπτυξιακό πρόγραμμα όπως το παραπάνω θα προσκρούσει στις αντιδράσεις αυτού του μηχανισμού. Θα απαιτηθεί λοιπόν να εισέλθει ο λαϊκός παράγοντας στο προσκήνιο με οργανωμένο και δυναμικό τρόπο τόσο μέσα από τις υπάρχουσες οργανώσεις του (συνδικάτα, άλλοι μαζικοί φορείς) όσο και μέσα από νέες που θα εμφανιστούν στην πορεία των κοινωνικών αγώνων.
Απαιτούνται επομένως μια σειρά αλλαγές που θα διευκολύνουν την έλευση του λαού στο πολιτικό προσκήνιο. Μερικές από τις αλλαγές που θα βοηθούσαν στην κατεύθυνση αυτή είναι:
Πρώτος άξονας: Η αποκατάσταση και διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών που σαρώθηκαν τα τελευταία χρόνια. (πχ. η πλήρης και απόλυτη κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία, στη συνδικαλιστική και πολιτική δράση στο χώρο δουλειάς, στις συλλογικές συμβάσεις, στη διαδήλωση, η κατάργηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, των Συνθηκών Σένγκεν, Ευρωπόλ κλπ).
Δεύτερος άξονας: Ο ριζοσπαστικός εκδημοκρατισμός γενικότερα των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης. Ανάλογα με το συσχετισμό των δυνάμεων και το επίπεδο ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος μπορεί να περιλαμβάνει: την υιοθέτηση της απλής αναλογικής για κάθε είδους εκλογές, την εισαγωγή του θεσμού των λαϊκών συνελεύσεων ως βάσης του πολιτικού συστήματος, την εισαγωγή του θεσμού της ανάκλησης των αντιπροσώπων, την υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος μέσα από διαδικασίες λαϊκών συνελεύσεων, δημοψηφίσματος και εκλογής Συντακτικής Συνέλευσης[4].
Τρίτος άξονας: Ο ριζοσπαστικός εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών, με την ενεργό συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού. Αυτό σημαίνει την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία και όλα τα όργανα του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων, την ανασυγκρότησή του σε επαναστατική δημοκρατική βάση και, ιδίως, την εισαγωγή θεσμών παλλαϊκής πολιτοφυλακής και άμυνας.
Τέταρτος άξονας: Ο κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης. Στήριξη πρωτοβουλιών των κοινωνικών φορέων και της αυτοδιοίκησης στον τομέα της ενημέρωσης. Ενίσχυση και αναβάθμιση των δημόσιων ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Περιορισμός έως και κατάργηση της δυνατότητας δράσης του μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα αυτόν.
Πέμπτος άξονας: Η υπεράσπιση και κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας, η έξοδος της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, η απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από το έδαφός της και η ακύρωση όλων των παλαιότερων και πρόσφατων συμφωνιών.

            Ένα τέτοιο οικονομικό και πολιτικό πρόγραμμα θα ανακουφίσει το λαό από τη φτώχεια και την ανέχεια, θα του δώσει ώθηση να αναλάβει την τύχη του στα χέρια του. Θα του ανοίξει με λίγα λόγια το δρόμο για επαναστατική αλλαγή, για την οικοδόμηση μιας διαφορετικής κρατικής εξουσίας, όπου η εργατική τάξη θα είναι η ηγεμονική δύναμη, και μιας κοινωνίας που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και την κοινωνική αδικία.


B. ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ:
Ο ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Η διατύπωση, όπως παραπάνω, αιτημάτων και διεκδικήσεων προσέγγισης προς τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι θέμα που έχει απασχολήσει επανειλημμένα τη συζήτηση μεταξύ μαρξιστών και γενικότερα τη ριζοσπαστική σκέψη. Αποτελεί ένα πολύ σοβαρό, θεωρητικό και πρακτικό, θέμα. Η μελέτη των σχετικών θεωρητικών αναζητήσεων και της ιστορικής εμπειρίας βοηθά στη διαλεύκανση του ερωτήματος: έχουν κάθε φορά τεθεί με ορθό και αποτελεσματικό τρόπο τα ερωτήματα και οι απαντήσεις των σύγχρονων προβλημάτων;
Η αξιοποίηση των αναλύσεων και της πρακτικής πολιτικής πείρας του Λένιν έχει ουσιαστική σημασία. Η εγκυρότητα της λενινιστικής ανάλυσης έχει εξάλλου επιβεβαιωθεί από κάθε επαναστατική εμπειρία (επιτυχή ή όχι) που γνώρισε έκτοτε η ανθρωπότητα.
Από αυτή την άποψη, χρήσιμη και επίκαιρη είναι η επανεξέταση της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας συζήτησης και αντιπαράθεσης απόψεων ανάμεσα στον Λένιν και στον Μπουχάριν που διεξήχθη μόλις δεκαπέντε μέρες πριν την Οχτωβριανή επανάσταση. Σε αυτή τη συζήτηση ο Μπουχάριν υποστήριζε ότι, λίγο πριν την εκδήλωση της επανάστασης και την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, δεν υπάρχει ανάγκη διατύπωσης στο πρόγραμμα του κόμματος ενός συνόλου μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό με τη μορφή ενός προγράμματος - μίνιμουμ, όπως χαρακτηριζόταν στην πολιτική γλώσσα της εποχής[5].
Ο Λένιν, αντίθετα, υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, ενός προγράμματος μίνιμουμ που θα είναι βέβαια διαλεκτικά δεμένο με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης. Πρόκειται για μια γέφυρα που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού.
Τι περιλαμβάνει αυτό; Περιλαμβάνει μια σειρά μέτρα, μια δέσμη διεκδικήσεων που 1. Παίρνουν υπόψη τους τις υπάρχουσες, αντικειμενικές κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, τόσο τις εσωτερικές όσο και τις διεθνείς. 2. Λαμβάνουν υπόψη τους το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης και του λαού. Εννοείται πως οι ανωτέρω παράγοντες επιβάλλουν τη διαφοροποίηση του περιεχομένου των μεταβατικών αιτημάτων ανάλογα με τη διαφοροποίηση των παραπάνω παραγόντων.
Πολλά από τα αιτήματα αυτά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επιτευχθούν στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ανάλογα με το συσχετισμό των δυνάμεων. Το σύνολο όμως των αιτημάτων για να υλοποιηθεί, οδηγεί αντικειμενικά, ωθεί προς τη ρήξη με το αστικό σύστημα, θέτει εκ των πραγμάτων το ζήτημα της εξουσίας.


Το περιεχόμενο

Έτσι, το πρόγραμμα των μπολσεβίκων, όπως τροποποιήθηκε μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, περιλάμβανε μια σειρά πολιτικές και οικονομικές διεκδικήσεις. Οι διεκδικήσεις αυτές διατυπώθηκαν με βάση τους δυο παραπάνω άξονες.
Οι πολιτικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν μέτρα που έθεταν στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης «το άμεσο καθήκον της πάλης για μια κρατική συγκρότηση που εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο τόσο την οικονομική ανάπτυξη και τα δικαιώματα του λαού γενικά, όσο και τη δυνατότητα του πιο ανώδυνου περάσματος στο σοσιαλισμό ιδιαίτερα»[6]. Οι προτάσεις έπαιρναν υπόψη τους την αντικειμενική οικονομική πραγματικότητα της Ρωσίας (το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού), τον επαναστατικό αναβρασμό στον οποίο βρισκόταν ο λαός αλλά και την επιρροή της προσωρινής κυβέρνησης, την εξαγγελία της για σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης, τα οξυμμένα οικονομικά προβλήματα που είχε προκαλέσει ο πόλεμος.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Λένιν και το πρόγραμμα των μπολσεβίκων που τελικά υιοθετήθηκε περιλάμβανε 16 σημεία[7]. Πρότεινε να υιοθετηθεί ένα «σύνταγμα της λαοκρατικής δημοκρατίας» που θα είχε τα εξής χαρακτηριστικά: η ανώτατη κρατική εξουσία θα ανήκει σε μια μόνο βουλή της οποίας οι αντιπρόσωποι θα εκλέγονται από το λαό με αναλογική, θα είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή από αυτόν. Το ίδιο θα έπρεπε να γίνεται και με όλα τα τοπικά όργανα εξουσίας, τους δικαστές, η αμοιβή όλων των κρατικών στελεχών να γίνεται με συνηθισμένο εργατικό μισθό. Παράλληλα, πρότεινε την αντικατάσταση της αστυνομίας και του στρατού από τον καθολικά εξοπλισμένο λαό[8].
Μαζί με αυτές, τις κομβικής σημασίας προτάσεις υπήρχαν και άλλες για την κατοχύρωση του απαραβίαστου του ατόμου, την πλήρη ελευθερία των συγκεντρώσεων, του τύπου, το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος κλπ.
Στο οικονομικό επίπεδο οι προτάσεις ξεκινούσαν από την επιβολή προοδευτικής φορολογίας για να εισάγουν την κομβικής σημασίας διεκδίκηση της εθνικοποίησης των τραπεζών και των τραστ, των πολύ μεγάλων δηλαδή επιχειρήσεων.
Συνολικά οι οικονομικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν 13 σημεία, συν επιπλέον 4 που αφορούσαν τους αγρότες. Σε αυτά περιέχονταν το οκτάωρο, η απαγόρευση των υπερωριών, της νυχτερινής εργασίας (με κάποιες εξαιρέσεις), της παιδικής εργασίας, η επιβολή κοινωνικής ασφάλισης, η οργάνωση επιθεώρησης εργασίας από τους ίδιους τους εργάτες κλπ[9].
Ιδιαίτερη σημασία απέδιδαν ο Λένιν και το μπολσεβίκικο κόμμα στην εθνικοποίηση των τραπεζών και των πιο μεγάλων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων καθώς και στον εργατικό έλεγχο τόσο των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων όσο και γενικότερα. Ο εργατικός έλεγχος είχε αναδειχθεί από τον Λένιν ως εκείνο το πεδίο της ταξικής πάλης, εκείνος ο μοχλός, που θα εξασφάλιζε την παρέμβαση της εργατικής τάξης στην οικονομία για την αντιμετώπιση των επειγόντων προβλημάτων. Το αίτημα του εργατικού ελέγχου συνδεόταν με εκείνο του περιορισμού της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου, της δήμευσης των υπερκερδών των ισχυρών καπιταλιστών από τον πόλεμο.
«Τα μέτρα αυτά δεν σημαίνουν ακόμη σοσιαλισμό», τόνιζε ο Λένιν[10]. Όμως, μέσω αυτών διαπαιδαγωγείται η εργατική τάξη στην ανάγκη να αναλάβει η ίδια την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Γι’ αυτό τόνιζε (τον Απρίλιο του 1917) ότι ο εργατικός έλεγχος πρέπει να επιβληθεί και να προετοιμαστεί το έδαφος για την εθνικοποίηση[11]. Στη συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων τον Απρίλιο του 1917 υπογράμμιζε επίσης ότι το κύριο λάθος των επαναστατών ήταν ότι «το ζήτημα τοποθετείται πολύ γενικά: πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ενώ πρέπει να μιλάμε για συγκεκριμένα βήματα και μέτρα»[12]. «Όχι «εφαρμογή» του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων απομέρους του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών»[13].


Μεταβολή των μεταβατικών αιτημάτων ανάλογα με τις συνθήκες

Έχει σημασία να σημειωθεί πώς ο Λένιν και το κόμμα των μπολσεβίκων μετέβαλλαν τα μεταβατικά αιτήματά τους ανάλογα με την αλλαγή των αντικειμενικών συνθηκών και των διαθέσεων του λαού. Με διαφορετικό τρόπο έθεταν τα πολιτικά αιτήματα πριν την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917[14] που γκρέμισε τον τσαρισμό και με διαφορετικό τρόπο μετά από αυτήν.
Μετά την επανάσταση αυτή και την άνοδο του λαϊκού κινήματος που έφερε την εμφάνιση των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων (σοβιέτ), επόμενο ήταν η θέση να αλλάξει. Η εμπειρία της ταξικής πάλης είχε εμφανίσει τα συμβούλια (σοβιέτ) στα οποία συσπειρωνόταν η μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Τα συμβούλια (σοβιέτ) είχαν το χαρακτηριστικό ότι στηρίζονταν στις συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, έδιναν τη δυνατότητα στο λαό για πολύ πιο άμεση συμμετοχή στις αποφάσεις, εξασφάλιζαν τη δυνατότητα ελέγχου των αντιπροσώπων σε όλα τα επίπεδα, έδιναν τη δυνατότητα ανάκλησής τους από το λαό.
Ήταν λογικό, από τη στιγμή που εμφανίστηκαν και είχαν τέτοια προωθημένα δημοκρατικά χαρακτηριστικά, το βασικό αίτημα των μπολσεβίκων να διαμορφωθεί στη λογική της ανάπτυξης και εδραίωσης αυτών των χαρακτηριστικών. Έτσι, στο πρόγραμμα του μπολσεβίκικου κόμματος που αναθεωρήθηκε τον Απρίλιο – Μάιο του 1917 και δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, αναφέρονται οι εξής διεκδικήσεις:
1. «Το Κόμμα παλεύει για μια πιο δημοκρατική προλεταριακή – αγροτική δημοκρατία, στην οποία η αστυνομία και ο τακτικός στρατός καταργούνται ολοκληρωτικά και αντικατασταίνονται από τον καθολικά εξοπλισμένο λαό, από την παλλαϊκή πολιτοφυλακή»[15]. Το μέτρο αυτό είχε εν μέρει υλοποιηθεί ήδη με τη δυναμική της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φεβρουαρίου. Η παλλαϊκή πολιτοφυλακή υπήρχε ήδη, ο στρατός και η αστυνομία όμως του αστικού κράτους υφίσταντο εξίσου.
2. Όλοι οι δημόσιοι αξιωματούχοι πρέπει να είναι αιρετοί και ανά πάσα στιγμή ανακλητοί και η αμοιβή τους δεν θα πρέπει να ξεπερνά αυτή ενός καλού εργάτη.
3. «Τα κοινοβουλευτικά – αντιπροσωπευτικά σώματα αντικατασταίνονται βαθμιαία από τα Σοβιέτ των αντιπροσώπων του λαού».
4. «Το Σύνταγμα της λαοκρατικής δημοκρατίας της Ρωσίας» έπρεπε να εξασφαλίζει ότι η κρατική εξουσία θα συγκεντρώνεται «σε μια μόνο Βουλή», «δίχρονη διάρκεια των Κοινοβουλίων», «αναλογική αντιπροσώπευση σε όλες τις εκλογές», «οι αντιπρόσωποι και οι εκλεγμένοι να μπορούν να ανακληθούν σε οποιαδήποτε στιγμή με απόφαση της πλειοψηφίας των εκλογέων τους»[16].
Φαίνεται λοιπόν πως ο Λένιν διατύπωνε μια σειρά πολιτικές διεκδικήσεις που, στο σύνολό τους, έτειναν να υπερβούν τη λογική και το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Τα διατύπωνε βέβαια με βάση την διαμορφωμένη πραγματικότητα και το επίπεδο συνείδησης του λαού. Κριτήριό του ήταν ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να εισάγουν ένα επίπεδο δημοκρατίας που να μην «περιοριστεί στην αστική-κοινοβουλευτική ρεπουμπλικανική δημοκρατία»[17].
Ο Λένιν δεν αρκούνταν στην προβολή της ανάγκης της επιβολής της κρατικής εξουσίας της εργατικής τάξης αλλά διατύπωνε συγκεκριμένα βήματα, προσαρμοσμένα στις κάθε φορά συνθήκες, που οδηγούν αναπόφευκτα προς αυτή την κατεύθυνση. Στο κορυφαίο θεωρητικό του έργο για το κράτος που έγραψε λίγο πριν την επανάσταση, αναφερόταν στον Ένγκελς για να τονίσει: «ο Ένγκελς επαναλαβαίνει εδώ με εξαιρετικά παραστατική μορφή τη βασική εκείνη ιδέα που περνάει σαν κόκκινη κλωστή μέσα απ’ όλα τα έργα του Μαρξ, και συγκεκριμένα ότι η λαοκρατική δημοκρατία είναι η πιο κοντινή πρόσβαση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Γιατί αυτή η δημοκρατία, χωρίς να παραμερίζει καθόλου την κυριαρχία του κεφαλαίου, συνεπώς και την καταπίεση των μαζών και την ταξική πάλη, οδηγεί αναπόφευκτα σε τέτιο πλάταιμα, ξετύλιγμα, φανέρωμα και όξυνση της πάλης, που μια και γεννιέται η δυνατότητα να ικανοποιηθούν τα βασικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων μαζών, η δυνατότητα αυτή πραγματοποιείται αναπότρεπτα και μοναδικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου»[18].
Το σημαντικό για τους επαναστάτες, έγραφε ο Λένιν, είναι «η εξεύρεση της μορφής για το πέρασμα ή για το πλησίασμα στην προλεταριακή επανάσταση»[19]. Το ζήτημα δηλαδή κατά τον Λένιν ήταν να βρει κάθε φορά εκείνα τα δημοκρατικά αιτήματα που ήταν κατάλληλα, ξεκινώντας από την εκάστοτε πραγματικότητα, για να οδηγήσουν σε μια βαθιά, επαναστατική δημοκρατία. Η πραγματική συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού, που διασφαλίζεται μέσα από λαογέννητους θεσμούς που διευκολύνουν τη συμμετοχή αυτή και την κάνουν ουσιαστική, είναι ο δρόμος που οδηγεί στην κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα. Έγραφε το Σεπτέμβριο του 1917, ένα μήνα πριν την οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και επανέλαβε τη θέση αυτή και μετά τη νίκη της επανάστασης: στις συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, «το επαναστατικό-δημοκρατικό κράτος, δηλαδή το κράτος που καταλύει επαναστατικά κάθε λογής προνόμια, που δεν φοβάται να πραγματοποιήσει επαναστατικά τον πιο πλήρη δημοκρατισμό… σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον βήματα προς το σοσιαλισμό!»[20]. Και βέβαια, κανείς δεν διανοήθηκε στα σοβαρά να κατηγορήσει τον Λένιν για “σταδιοποίηση” και για εισαγωγή μιας ενδιάμεσης εξουσίας ανάμεσα στην αστική και την εργατική!
Με αυτές τις σκέψεις ο Λένιν δεν εισήγαγε ένα καινούργιο τύπου κράτους, ανάμεσα στο αστικό και στο εργατικό κράτος. Απλούστατα τόνιζε τη σημασία των μεταβατικών αιτημάτων που οδηγούν στην επαναστατική ρήξη, που καθιστούν κατανοητό στο λαό το δρόμο που πρέπει να βαδίσει, που οδηγούν στην ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και στην εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας.
Στα οικονομικά αιτήματα, η αιτιολόγηση της διεκδίκησης της εθνικοποίησης των τραπεζών βασιζόταν σε τρία επιχειρήματα:
1. την υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού,
2. το χάος και τη δυστυχία που δημιούργησε ο πόλεμος,
3. το γεγονός ότι εξαιτίας των δυο προηγούμενων «προβάλλεται από παντού το αίτημα της επιβολής κρατικού και κοινωνικού ελέγχου στην παραγωγή και τη διανομή των σπουδαιότερων προϊόντων, υποχρεώνει το Κόμμα να ζητάει την εθνικοποίηση των τραπεζών, των καπιταλιστικών συνδικάτων (των τραστ) κτλ.» (υπογρ. ΔΚ)[21]. Είναι φανερό από το παραπάνω κείμενο ότι ο Λένιν χρησιμοποιούσε τις κατάλληλες εκφράσεις και επιχειρήματα προκειμένου να δέσει το αίτημα της εθνικοποίησης με τις ανάγκες και τις διαθέσεις του λαού. Παράλληλα ήξερε πως οι διεκδικήσεις αυτές ανοίγουν το δρόμο για το σοσιαλισμό και την περαιτέρω εθνικοποίηση του μεγάλου κεφαλαίου και όχι μόνο, όπως δείχνει αυτό το «κτλ».


Η κριτική προς τα δεξιά

Ο Λένιν ασκούσε κριτική στις δεξιόστροφες αναγνώσεις της δέσμης των μεταβατικών μέτρων που θεωρούσαν ότι η υλοποίησή τους συνιστά πέρασμα στο νέο κοινωνικό σύστημα. Το Δεκέμβριο του 1916 έγραφε: «ούτε όλο το σύνολο των διεκδικήσεων του μίνιμουμ προγράμματος δεν δημιουργούν «το πέρασμα σε θεμελιακά άλλο κοινωνικό σύστημα» Μπορεί μόνο να πούμε ότι στην πράξη το πιθανότερο απ’ όλα είναι ότι από κάθε σοβαρή πάλη για τις μεγάλες διεκδικήσεις του προγράμματος – μίνιμουμ θα φουντώσει η πάλη για το σοσιαλισμό και ότι εμείς αυτό το επιδιώκουμε οπωσδήποτε»[22].
Τα μεταβατικά αιτήματα περιλαμβάνουν λοιπόν μεταρρυθμίσεις και μετασχηματισμούς. Η διαφορά με τους ρεφορμιστές είναι ότι είναι έτσι διατυπωμένα ώστε να ανοίγουν το δρόμο για την επαναστατική πάλη του λαού, να διευκολύνουν τη σύνδεσή τους με την προοπτική της επαναστατικής αλλαγής. Βοηθούν το λαό να κατανοήσει την ανάγκη συμμετοχής στον αγώνα και επιπλέον, να κατανοήσει την ανάγκη της επανάστασης[23].
Γι’ αυτό ό Λένιν τόνιζε, λίγο πριν την επανάσταση του 1917, ότι οι μαρξιστές «είμαστε οπαδοί ενός τέτιου προγράμματος μεταρρυθμίσεων που πρέπει να στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές. Οι οπορτουνιστές θα ένιωθαν μόνο χαρά, αν αφήναμε μονάχα σ’ αυτούς τον αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις»[24].
«Για έναν πραγματικό επαναστάτη ο πιο μεγάλος κίνδυνος –ίσως μάλιστα και ο μοναδικός κίνδυνος- είναι να υπερβάλλει την επαναστατικότητα, να ξεχνά τα όρια και τους όρους για μια κατάλληλη και επιτυχημένη εφαρμογή των επαναστατικών μεθόδων. Πραγματικοί επαναστάτες τις περισσότερες φορές έσπασαν τα μούτρα τους σ’ αυτό το σημείο, όταν άρχιζαν να γράφουν την «επανάσταση» με κεφαλαίο γράμμα, να εξαίρουν την «επανάσταση» σαν κάτι το σχεδόν θεϊκό, να χάνουν τα μυαλά τους, να χάνουν την ικανότητα να σκέπτονται, να ζυγιάζουν, να ελέγχουν με τον πιο ψύχραιμο και νηφάλιο τρόπο σε ποια στιγμή, μέσα σε ποιες συνθήκες, σε ποιον τομέα δράσης πρέπει να ξέρουν να ενεργούν επαναστατικά και σε ποια στιγμή, μέσα σε ποιες συνθήκες, σε ποιον τομέα δράσης πρέπει να ξέρουν να περνούν στη μεταρρυθμιστική δράση»[25].
Ο Λένιν γνώριζε βέβαια ότι η άρχουσα τάξη θα προσπαθήσει να εκφυλίσει τον εργατικό έλεγχο αλλά και συνολικά το πρόγραμμα αυτών των μεταβατικών αιτημάτων, ακόμη και το αίτημα για τη δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής[26]. Για να μη γίνει αυτό έχει σημασία α. η ίδια η οργάνωση της εργατικής τάξης και του λαού που θα τείνει να αναλάβει την υλοποίηση του εργατικού ελέγχου και γενικά των αιτημάτων αυτών μόνη της και β. η σύνδεση του εργατικού ελέγχου και των αιτημάτων αυτών με την προοπτική της ανάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό.
Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα μέτρα του μεταβατικού προγράμματος. Δεν αρκεί η διατύπωσή τους. Καίρια σημασία έχει η διεκδίκηση εφαρμογής και υλοποίησής τους να γίνεται από τον ίδιο το λαό και τις οργανώσεις του: τα συνδικάτα, τους μαζικούς του φορείς ή και από πιο προωθημένες μορφές οργάνωσης όπως ήταν τα συμβούλια (σοβιέτ), όταν βέβαια αυτά εμφανίζονται μέσα στην ταξική πάλη με όρους μαζικότητας.
Στο πνεύμα αυτό ο Λένιν αναγνώριζε ότι τέτοια μεταβατικά αιτήματα μπορεί υποκριτικά να διατυπώσουν τα αστικά και μικροαστικά κόμματα. «Αναγκάζονται να δεχτούν το πρόγραμμα του «τρομερού» μπολσεβικισμού, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει άλλο πρόγραμμα διεξόδου από την πραγματικά επερχόμενη, την πραγματικά φοβερή καταστροφή, όμως … όμως οι καπιταλιστές «αναγνωρίζουν» αυτό το πρόγραμμα για να μην το εκτελέσουν»[27]. Αυτός προφανώς δεν είναι λόγος για να εγκαταλείψουν οι επαναστάτες τη διατύπωση και διεκδίκηση τέτοιων αιτημάτων.


Η κριτική προς τα «αριστερά»

Ο Λένιν ασκούσε σταθερά κριτική και σε όσους αρνούνταν την ανάγκη των μεταβατικών μέτρων και ήταν «ενάντια στο πρόγραμμα - μίνιμουμ (δηλ. ενάντια στον αγώνα για μεταρρυθμίσεις και δημοκρατία), επειδή αντιφάσκει προς τη σοσιαλιστική επανάσταση»[28].
Στις 21 Οκτωβρίου 1917, δυο εβδομάδες πριν την επανάσταση, ο Λένιν χαρακτήρισε «πολύ «ριζοσπαστική», φαινομενικά, και πολύ αστήρικτη» την πρόταση των Μπουχάριν και Σμιρνόφ να εξαλειφθεί το πρόγραμμα - μίνιμουμ[29]. «Γι’ αυτό είναι ακριβώς γελοίο να πετάμε το πρόγραμμα – μίνιμουμ, που είναι απαραίτητο, όσο ζούμε ακόμη στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, όσο δεν έχουμε ακόμη καταστρέψει αυτά τα πλαίσια, όσο δεν έχουμε πραγματοποιήσει το βασικό για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, όσο δεν έχουμε τσακίσει τον εχθρό (την αστική τάξη) και, τσακίζοντάς τον, δεν τον έχουμε συντρίψει»[30].
Μέχρι λοιπόν την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό είναι αναγκαίο ένα «πρόγραμμα μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό», η διεκδίκηση «μετασχηματισμών»[31]. «Χωρίς αυτούς τους μεταβατικούς «συνδυασμένους τύπους» δεν θα τα βγάλουμε πέρα» ακόμη και μετά την κατάληψη της εξουσίας ξεκαθάριζε ο Λένιν[32].
«Στον καπιταλισμό είναι συνηθισμένες όχι σαν ξεχωριστές περιπτώσεις, αλλά σαν τυπικό φαινόμενο, οι συνθήκες όπου είναι αδύνατο για τις καταπιεζόμενες τάξεις να «ασκήσουν» τα δημοκρατικά τους δικαιώματα… Το δικαίωμα να εκλέγει κανείς τους «δικούς του» λαϊκούς δικαστές, δημόσιους υπάλληλους, δασκάλους, ενόρκους κτλ είναι  επίσης απραγματοποίητο στις συνθήκες του καπιταλισμού, ακριβώς εξαιτίας της οικονομικής καταπίεσης των εργατών και των αγροτών. Το ίδιο ισχύει και για τη λαοκρατούμενη δημοκρατία: το πρόγραμμά μας την «ανακηρύσσει» σαν «λαϊκή κυριαρχία», αν και όλοι οι σοσιαλδημοκράτες ξέρουν θαυμάσια ότι  στον καπιταλισμό και η πιο λαοκρατούμενη δημοκρατία δεν οδηγεί παρά μόνο στην εξαγορά των δημοσίων υπαλλήλων από την αστική τάξη και στη συμμαχία του Χρηματιστηρίου με την κυβέρνηση». Και συνέχιζε ο Λένιν: «Μόνο άνθρωποι εντελώς ανίκανοι να σκέπτονται ή τελείως ανίδεοι από μαρξισμό συμπεραίνουν από δω: άρα το δημοκρατικό πολίτευμα δεν αξίζει τίποτε, η δημοκρατία δεν αξίζει τίποτε»[33].
Ο Λένιν είχε επανειλημμένα ασκήσει κριτική σε όσους υποστήριζαν ότι είναι περιττό ή και επιζήμιο για την επαναστατική υπόθεση να προβάλει κανείς τέτοια αιτήματα επειδή η υλοποίησή τους μπορεί να γίνει μόνο στο σοσιαλισμό[34]. Τόνιζε ότι κάποια από τα μεταβατικά αιτήματα μπορεί πράγματι να μην μπορεί να υλοποιηθούν στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Αυτό όμως, σημείωνε, δεν πρέπει να οδηγεί στην εγκατάλειψή τους[35]. Αντίθετα, τέτοια αιτήματα αποτελούν το δρόμο που βοηθά την εργατική τάξη και το λαό να κατανοήσει έμπρακτα την ανάγκη της πάλης για το σοσιαλισμό, ανοίγουν το δρόμο προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. “Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι δυνατό να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο “ιδανικούς”, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή. Το προλεταριάτο όμως, που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή[36].
Η λενινιστική ανάλυση είναι επομένως διαυγής. Αυτό που σήμερα χρειάζεται είναι η συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης, η διατύπωση των αιτημάτων που θα αποτελέσουν πόλο συσπείρωσης των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων και θα ανοίγουν το δρόμο για επαναστατικές αλλαγές. Απαιτείται κυρίως η συνάντηση των δυνάμεων αυτών και η συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού μετώπου.




[1] Βλ. τον τόμο 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, (Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα), Αθήνα, εκδ. Εργατική πάλη, χ.χρ., σελ. 396. Βλ. και ΔΚ, «Από την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς: το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης», http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-02-04-20-01-31/694-2013-02-18-13-05-08.
[2]               Βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 175-176 και τον τόμο 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, (Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα), Αθήνα, εκδ. Εργατική πάλη, χ.χρ., σελ. 396-398.
[3]               Βλ. Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση Εργατικός Αγώνας, 2012.
[4]               Βλ. αναλυτικότερες προτάσεις Δ. Καλτσώνης, «Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης» στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14, προσβάσιμο στο www.kaltsonis.blogspot.com.
[5] Μια πρώτη παρουσίαση του μέρους αυτού βλ. ΔΚ, Ο Λένιν για την αναγκαιότητα των μεταβατικών αιτημάτων, http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-02-04-20-06-29/663-2013-01-29-17-53-27.
[6]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 141.

[7]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 152-155.

[8]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 141-142 και 152-155.

[9]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 155-161.

[10]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Άπαντα, τ. 31, σελ. 44.

[11]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα πολιτικά κόμματα της Ρωσίας και τα καθήκοντα του προλεταριάτου», Άπαντα, τ. 31, σελ. 203.

[12]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η έβδομη πανρωσική συνδιάσκεψη (του Απρίλη) του ΣΔΕΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 31, σελ. 356.

[13]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση», Άπαντα, τ. 31, σελ. 116.

[14]             Βλ. ενδεικτικά Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 1 επ.

[15]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 141-142, 153-154.

[16]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 153-154.

[17]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 153.

[18]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 70-71.

[19]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο Αριστερισμός», Άπαντα, τ. 41, σελ. 77.

[20]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε», Άπαντα, τ. 34, σελ. 191 επ. και Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα «αριστερά» παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό», Άπαντα, τ. 36, σελ. 302.

[21]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 155-156.

[22]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Παρατηρήσεις απ’ αφορμή το άρθρο για το μαξιμαλισμό», Άπαντα, τ. 30, σελ. 386.

[23]             «Το λάθος του καουτσκισμού είναι ότι θέτει με ρεφορμιστικό τρόπο τέτιες διεκδικήσεις και σε μια τέτια στιγμή, (υπογρ. ΔΚ) που δεν είναι δυνατό να τεθούν παρά επαναστατικά» Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για την εμφανιζόμενη κατεύθυνση του «ιμπεριαλιστικού οικονομισμού»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 64.

[24]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το σύνθημα του «αφοπλισμού»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 158 και Β.Ι.Λένιν, «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης» Άπαντα, τ. 30, σελ. 139.

[25]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού τώρα και ύστερα από την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού», Άπαντα, τ. 44 , σελ. 223.

[26]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ξέχασαν το κυριότερο», Άπαντα, τ. 32, σελ. 23 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Πάνε να μας προλάβουν», Άπαντα, τ. 32, σελ. 38.

[27]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Μας απειλεί οικονομική καταστροφή», Άπαντα, τ. 32, σελ.75-76.

[28]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για την εμφανιζόμενη κατεύθυνση του «ιμπεριαλιστικού οικονομισμού»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 59.

[29]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ.372.

[30]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ.375.

[31]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 34, σελ. 374, 376.

[32]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 34, σελ.374, 375.
[33]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 126-127.
[34]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Απάντηση στον Π. Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», Άπαντα, τ. 30, σελ. 70-73.
[35]             “πάρα πολλές διεκδικήσεις του δικού μας προγράμματος – minimum “δεν είναι πραγματοποιήσιμες” κι ωστόσο είναι υποχρεωτικές”, βλ. Β.Ι.Λένιν, «Προς τον Κ. Μπ. Ράντεκ», Άπαντα, τ. 47, σελ. 267.
[36]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Απάντηση στον Π. Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», Άπαντα, τ. 30, σελ. 71.



* * *


Η επικαιρότητα του έργου του Δ. Μπάτση

εφημ. Ελλάδα, 25-26/5/2013

             Η οικονομική κρίση μας οδηγεί όλους στην ανάγκη αναστοχασμού. Τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ; Πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο; Ποιός πρέπει να πληρώσει, οικονομικά και πολιτικά;
            Ξαναδιάβασα πρόσφατα το βιβλίο του Δημήτρη Μπάτση Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα δύσκολα χρόνια μετά την απελευθέρωση, το 1947, και επανεκδόθηκε σε λιγότερο χαλεπούς καιρούς, το 1977 (εκδόσεις Κέδρος). Έκτοτε, έχει γνωρίσει πολλές επανεκδόσεις.
            Στο βιβλίο αυτό, ο νομικός και οικονομολόγος Δ. Μπάτσης, γόνος εύπορης οικογένειας, απέδειξε συγκεκριμένα, με επιστημονική μέθοδο, στοιχεία και όχι γενικολογίες, ότι η Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη να είναι “ψωροκώσταινα”. Απέδειξε πως διαθέτει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί ανεξάρτητα και να βγει από το χρόνιο φαύλο κύκλο της καθυστέρησης, της εξάρτησης, της φτώχειας, του δανεισμού.
            H Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική σήμερα από ό,τι ήταν μετά την απελευθέρωση. Έχει όμως πολλά πάγια χαρακτηριστικά και αδυναμίες. Επομένως, χωρίς να επιτρέπονται οι μηχανιστικές μεταφορές, οι προβληματισμοί του Δ. Μπάτση μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμοι και παραγωγικοί στη σύγχρονη οικονομική κρίση η οποία, εκτός των άλλων, ξαναφέρνει στην επιφάνεια τις χρόνιες παθογένειες, τον κατά βάση εμπορομεσιτικό χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου.
Ποιοί ήταν, κατά το συγγραφέα, οι βασικοί όροι για μια ανεξάρτητη ανάπτυξη της Ελλάδας σε όφελος του λαού;
  1. Η κατάργηση των εξωτερικών χρεών και του Διεθνούς οικονομικού Ελέγχου, η κατάργηση των προνομίων των ξένων εταιρειών, όλων των λεόντειων συμφωνιών με το ξένο κεφάλαιο.
  2. Η χάραξη ενός σχεδίου βιομηχανικής ανάπτυξης, ιδίως της βαριάς βιομηχανίας, που θα αποτελούσε το βάθρο της οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας και την ατμομηχανή της ανάπτυξης. Το καθήκον αυτό, κατά τον Μπάτση, δεν μπορεί να αφεθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία ούτε καθολικό σχέδιο μπορεί να χαράξει και, κυρίως, ενδιαφέρεται να επενδύσει μόνο όπου έχει εξασφαλισμένα υπερκέρδη. Μόνο ο δημόσιος τομέας, υπό τον άγρυπνο λαϊκό έλεγχο, μπορεί να αποτελέσει το μοχλό χάραξης και υλοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου.
  3. Το ξένο κεφάλαιο δεν μπορεί να καταλαμβάνει τις καίριες θέσεις της εθνικής οικονομίας ούτε να υπαγορεύει το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας μας. Είναι ευπρόσδεκτο μόνο ως ισότιμος εταίρος και όχι ως νεοαποικιοκράτης.
  4. Το ιδιωτικό κεφάλαιο πρέπει να εντάσσεται σε ένα πανεθνικό σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης, πάντα κάτω από το λαϊκό έλεγχο, ώστε να περιορίζονται οι κερδοσκοπικές του δραστηριότητες και η εκμεταλλευτική ασυδοσία.
  5. Η μικρομεσαία ιδιοκτησία (του χωριού και της πόλης) θα έπρεπε να στηριχθεί από το κράτος και να ενθαρρυνθεί η εθελοντική της συνένωση σε κάθε λογής, δημοκρατικά οργανωμένους, συνεταιρισμούς.
Το έργο του Μπάτση μας δείχνει ότι χωρίς σύγχρονη βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει έξοδος από την κρίση σε όφελος του λαού. Και σίγουρα η αυτοτελής ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί και πολύ περισσότερο να περιοριστεί στον τουρισμό και στην οδοποιία, όπως φαίνεται να εννοούν την ανάπτυξη εγχώριοι και ξένοι επικυρίαρχοι.
Υποστήριζε επίσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή ανάπτυξη αν δεν καταργηθεί «η πολιτική κυριαρχία της σημερινής οικονομικής ολιγαρχίας, που από το ένα μέρος κρατάει την οικονομία στο μαρασμό και στην καθυστέρηση που είδαμε, και από το άλλο την έχει υποδουλώσει στο ξένο κεφάλαιο και στα πολιτικά και οικονομικά του συμφέροντα. Η υποδούλωση αυτή εξυπηρετεί φυσικά τους ταξικούς σκοπούς των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων. Βασικό αίτημα για να αναπλαστεί η χώρα μας είναι να πάψει η πολιτική εκμετάλλευση και κυριαρχία των τάξεων αυτών, και να καταργηθεί η προνομιακή εκμετάλλευση της οικονομίας μας από το ξένο κεφάλαιο».
Ο Μπάτσης πλήρωσε, ως γνωστό, με τη ζωή του τις επιστημονικές του αναλύσεις. Προφανώς γιατί ενοχλούσαν τους ισχυρούς. Καιρός να ξανασκεφτούμε. Όλοι μας.



***

Η αναγκαιότητα του Λαϊκού Μετώπου
θα το βρείτε εδώ

***

Οι παλινωδίες της κυβέρνησης για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο
θα το βρείτε εδώ

***

Από τη δίωξη του "ρατσιστικού μίσους" στη δίωξη του "ταξικού μίσους"

εφημ. Η Ελλάδα, 14/5/2013

Υπάρχουν δυο τουλάχιστον θεμελιώδη προβλήματα σχετικά με το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης. Το πρώτο σχετίζεται με την αναγκαιότητα της νομοθετικής ρύθμισης και την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Μέχρι σήμερα υπάρχει ποινική νομοθεσία η οποία καλύπτει πλήρως τα κάθε είδους ρατσιστικά εγκλήματα. Με βάση τον Ποινικό Κώδικα, το ν. 927/1979 και ειδικότερα το άρθρο 79 παρ. 3 ΠΚ (όπως τροποποιήθηκε το 2008) όλες οι αποτρόπαιες πράξεις βίας των ναζιστών μπορούν να τιμωρηθούν.
            Στην πραγματικότητα όμως η σχετική νομοθεσία παραμένει ανενεργός. Για παράδειγμα υπάρχει μόνο μια δικαστική απόφαση βασισμένη στο ν. 927/1979. Τι καινούργιο έρχεται να προσθέσει το νομοσχέδιο; Ποια εγγύηση υπάρχει ότι η σχετική νομοθεσία θα εφαρμοστεί; Αν πράγματι από πλευράς πολιτείας υπήρχε η βούληση να τιμωρηθούν τα ρατσιστικά εγκλήματα γιατί δεν ενεργοποιήθηκε το υπάρχον νομικό οπλοστάσιο;
Το πρόβλημα επομένως είναι εγγενές. Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει μια ιδιότυπη σχέση ανοχής (έως και ενθάρρυνσης κάποιες φορές) των νεοναζιστικών μορφωμάτων από την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό, από κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης και από κάποιους ισχυρούς επιχειρηματίες. Αυτός είναι ο λόγος που δεν ενεργοποιείται η υπάρχουσα νομοθεσία. Άρα η ψήφιση ενός ακόμη νόμου δεν έχει τίποτα απολύτως να προσθέσει στην επίλυση του προβλήματος. Στοχεύει εν πολλοίς στην καλλιέργεια εντυπώσεων.
Το δεύτερο θεμελιώδες πρόβλημα του νομοσχεδίου είναι ο κίνδυνος αλλοιωτικής εφαρμογής του. Ο κίνδυνος αυτός προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι το νομοσχέδιο αποτελεί ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της σχετικής απόφασης πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ της ΕΕ. Η ΕΕ όμως εντάσσει την όλη δραστηριότητά της σε μια γενικότερη προσπάθεια καταπολέμησης και δίωξης των «ακραίων ιδεολογιών». Στη λογική αυτή προβαίνει σε μια ανιστόρητη ταύτιση φασισμού και κομμουνισμού. Συνέπεια αυτών είναι ότι σε αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ υπάρχει νομοθεσία που απαγορεύει την ύπαρξη και δράση των κομμουνιστικών κομμάτων. Ακόμη περισσότερο, η ΕΕ έχει περάσει σε επίπεδο πολιτικών διακηρύξεων αλλά και νομοθετικών επιλογών από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην καταπολέμηση εν γένει του «ριζοσπαστισμού».
Είναι για τούτο ορατός ο κίνδυνος της αλλοιωτικής εφαρμογής κάποιων ασαφών ή τουλάχιστον προβληματικών νομικών όρων που υπάρχουν στο νομοσχέδιο και που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για δίωξη όχι των πράξεων αλλά του φρονήματος, με ό,τι κινδύνους εμπεριέχει αυτό. Τέτοια είναι η έννοια της «εχθροπάθειας» (άρθρου 2, 3, 7), της «κακόβουλης συμπεριφοράς» αλλά και της γενοκτονίας του άρθρου 4.
Σε όσους φαίνεται υπερβολικός ένας τέτοιος κίνδυνος, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε δυο ιστορικά παραδείγματα από αντίστοιχη εποχή οικονομικής κρίσης. Το λεγόμενο «κατοχυρωτικό» του 1924 θέσπιζε ποινικές διατάξεις ενάντια σε όσους με οποιοδήποτε τρόπο καταφέρονταν ενάντια στην αβασίλευτη Δημοκρατία. Υποτίθεται ότι στο στόχαστρο του νόμου έμπαιναν οι βασιλόφρονες. Η πράξη έδειξε όμως ότι ο νόμος στράφηκε και σε βάρος των δημοκρατών που αγωνίζονταν ενάντια στην κολοβή μεσοπολεμική δημοκρατία.
Με παρόμοιο τρόπο το λεγόμενο «ιδιώνυμο» (ν. 4229/1929) δεν στρεφόταν συγκεκριμένα ενάντια στους κομμουνιστές, στους αριστερούς και προοδευτικούς πολίτες αλλά είχε μια γενική διατύπωση προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος. Η διατύπωση ερμηνεύθηκε έτσι ώστε να στραφεί αποκλειστικά εναντίον τους και εναντίον των λαϊκών αγώνων.
Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, όπως και το σημερινό της κρίσης, τίποτα δεν αποκλείει τη μελλοντική τροποποίηση του νέου αντιρατσιστικού νόμου και την ενίσχυσή του με διατάξεις που θα στρέφονται τελικά άμεσα, όχι ενάντια στις νεοναζιστικές πράξεις βίας αλλά ενάντια σε άλλες κατηγορίες πολιτών θίγοντας έτσι καίρια τις δημοκρατικές ελευθερίες. Είναι εύκολο να γίνει το βήμα από τη δίωξη των πράξεων ρατσιστικού μίσους στη δίωξη των πράξεων «ταξικού μίσους».
Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί η ρατσιστική βία; Και βέβαια. Αυτό πρέπει να γίνει υπόθεση του λαού, των συλλογικών του φορέων, κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενου πολίτη. Μπορούμε και οφείλουμε όλοι μας να απαιτήσουμε:
1. την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και την τιμωρία όλων των φυσικών και ηθικών αυτουργών τέτοιων πράξεων, που μπορεί να γίνει επαρκώς και με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο,
2. την απόκρουση συνολικά της παρακρατικής – νεοναζιστικής βίας,
3. την αποφασιστική εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από φασιστικά στοιχεία και το γενικότερο ριζικό εκδημοκρατισμό του,
4. την προστασία και διεύρυνση των λαϊκών ελευθεριών, ιδίως του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και της απεργίας που υπονομεύονται από την παράνομη αστυνομική βία και την εργοδοτική αυθαιρεσία.

***


Δρόμοι προσέγγισης στo Λαϊκό Μέτωπο, εφημ. Πριν, 28/4/2013

Είναι, νομίζω, περισσότερο από προφανές ότι η έξοδος από την κρίση σε όφελος του λαού θα πρέπει να εδράζεται σε μερικούς βασικούς άξονες: 1. άρνηση πληρωμής του χρέους, ακύρωση των δανειακών συμβάσεων, κατάργηση των μνημονίων, 2. αντίθεση και ρήξη τελικά με την ΕΕ, 3. εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας με παράλληλη επιβολή εργατικού ελέγχου, 4. ριζικές δημοκρατικές τομές στον κρατικό μηχανισμό.
Το πλέγμα των μέτρων αυτών ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αντικειμενικής πραγματικότητας. Είναι καρπός συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. Αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική λύση. Ανταποκρίνεται στο επίπεδο συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων. Λαμβάνει υπόψη τις εμπειρίες τους και επιχειρεί να το ανεβάσει. Παράλληλα, ανοίγει τη δυνατότητα για περαιτέρω κοινωνικές αλλαγές.
Οι κοινωνικές δυνάμεις που θα ωφεληθούν από μια τέτοια διέξοδο είναι πρωτίστως η εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, η εργαζόμενη και άνεργη διανόηση, οι επιστήμονες και καλλιτέχνες, η νεολαία, οι γυναίκες, τα κοινωνικά κινήματα για την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη, για τις δημοκρατικές ελευθερίες, για το περιβάλλον, τα κινήματα αλληλεγγύης. Όλα αυτά μπορούν και πρέπει να συσπειρωθούν σε ένα πανίσχυρο λαϊκό (κοινωνικό και πολιτικό) μέτωπο.
Ο αντίπαλος αυτού του μετώπου είναι η εγχώρια και ξένη ολιγαρχία, το ντόπιο μονοπωλιακό κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός. Στην προσπάθεια αυτή αντιμετώπισης του βασικού δυνάστη του λαού πρέπει κανείς να εκμεταλλευτεί κάθε «δυνατότητα να αποκτήσει μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό». Πρέπει ακόμη να είναι έτοιμος να «καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυρέων» [1].
Ένα τέτοιο λαϊκό μέτωπο δεν μπορεί παρά να συγκεντρώνει κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Οι διάφορες δυνάμεις που σχετίζονται με τον ένα ή άλλο τρόπο με την εργατική τάξη και τα ριζοσπαστικοποιημένα μικροαστικά στρώματα θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να εργαστούν και να συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι η ιδεολογικο-πολιτική συμφωνία εφ’ όλης της ύλης αλλά η συμφωνία σε ένα τέτοιο ελάχιστο πλαίσιο, σε μια τέτοια αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Πίσω από αυτή υπάρχει μόνο ο συμβιβασμός και η αφομοίωση από την κυρίαρχη πολιτική. Από εκεί και πέρα, κάθε δύναμη μπορεί και πρέπει να διατηρεί την αυτοτέλειά της, τις ιδιαίτερες αντιλήψεις και επιδιώξεις της.

Τα αγωνιστικά ρυάκια

Κατά την προσωπική μου θεώρηση, η οικοδόμηση του λαϊκού μετώπου καθιστά αναγκαία μια διπλή, διαλεκτική παρέμβαση. Απαιτεί πρώτα απ’ όλα παρεμβάσεις ενωτικού χαρακτήρα στο μαζικό κίνημα και, σε διαλεκτική αλληλεπίδραση, διεργασίες ανάμεσα στα κόμματα και στις οργανώσεις.
Έχω την αίσθηση πως επείγει σήμερα  η προώθηση και η ανάπτυξη ενωτικών αγώνων, επιμέρους μετώπων, συσπειρώσεων και συνεργασιών που θα αντιστρατεύονται τις επιλογές της φιλομονοπωλιακής, φιλοϊμπεριαλιστικής πολιτικής. Οι συνεργασίες και συσπειρώσεις γύρω από συγκεκριμένα αντιμονοπωλιακά αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα και στόχους δεν αποτελούν κιόλας το λαϊκό μέτωπο. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν πεδία συσπείρωσης και δοκιμασίας, να γίνουν τα ρυάκια και οι χείμαρροι που θα οδηγήσουν σε αυτό.
Στην εργατική τάξη, βάση της ενιαίας δράσης των συνδικάτων πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι ο αγώνας εναντίον των  μνημονίων και συνολικά των μέτρων που έχουν ληφθεί για την υποτιθέμενη σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία, η μαζική αμφισβήτηση και η ανατροπή τους, η διεκδίκηση βελτιώσεων στη ζωή των εργατοϋπαλλήλων και του λαού, με δυο λόγια, διεκδικήσεις σε όλο το εύρος των αναγκών που συνθλίβουν την εργατική τάξη. Βάση της πρέπει ακόμη να είναι η πλατιά προσέλκυση των εργαζόμενων στη δράση, η οργάνωσή τους στα συνδικάτα και σε μετωπικά σχήματα μέσω της αξιοποίησης όσο το δυνατόν περισσότερο αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών.
Στην ενιαία δράση δε χωρούν a priori αποκλεισμοί. Μπορούν να συμμετέχουν όλα τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια συνδικάτα, αρκεί φυσικά να αποδέχονται το πλαίσιο των αιτημάτων, την τακτική και τους στόχους του αγώνα. Δεν μπορεί να συμμετέχει η πλειοψηφία των ηγεσιών των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που έχει αποδείξει ότι δεν είναι διατεθειμένη να λάβει μέρος σε πραγματικό ταξικό αγώνα και ταξικό κίνημα.
Απαιτείται παραπέρα ο συντονισμός σωματείων, επιτροπών ανέργων, άλλων λαϊκών συσπειρώσεων, του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος, επιστημονικών ενώσεων, του κινήματος των επαγγελματοβιοτεχνών και των αγροτών, του κινήματος ειρήνης, του κινήματος για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών.
Η βάση συσπείρωσης συνδικάτων και κινημάτων δεν μπορεί να είναι η σοσιαλιστική επανάσταση ούτε το συνολικό πλαίσιο ενός αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού μετώπου, εκτός κι αν το κίνημα φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο ωρίμανσης. Ελάχιστο προαπαιτούμενο είναι η επαναφορά, σε πρώτη φάση, των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων στην προ μνημονίων και δανειακής σύμβασης εποχή, η άρνηση εφαρμογής των κατευθύνσεων της τρόικας και της ΕΕ, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των ΔΕΚΟ και η διεύρυνση των κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Εκκινώντας από αυτό το σημείο οι πρωτοπόρες δυνάμεις μπορούν να επιδιώκουν την εμβάθυνση της όποιας αγωνιστικής συσπείρωσης.
Σε κάθε περίπτωση η αγωνιστική ενότητα και συσπείρωση όχι μόνο δεν αναιρούν αλλά υπογραμμίζουν τη δυνατότητα και την ανάγκη ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης ανάμεσα στις διάφορες δυνάμεις που διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Καθιστούν γόνιμη αυτή τη διαπάλη καθώς, από τη μια πλευρά, διεξάγεται ενώπιον μαζικού κινήματος, και, από την άλλη, διεξάγεται στη βάση της εμπειρίας του αγωνιζόμενου λαού, όχι με ατέλειωτες θεωρητικολογίες και βερμπαλισμούς.
Εννοείται πως κάθε πραγματικά μαζικό κίνημα περιλαμβάνει πολλές διαβαθμίσεις στη συνείδηση όσων συμμετέχουν. Επιπλέον, παρεμβαίνουν σε αυτό, εκτός από τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και όσοι επιθυμούν πιθανά να το χειραγωγήσουν, να το αποπροσανατολίσουν, να το ενσωματώσουν σε κάποια παραλλαγή σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης. Η παρέμβαση των συνεπών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων και η εμπειρία του λαού, που θα συσσωρεύεται μέσω των αγώνων, μπορεί να εξουδετερώνει τέτοιες παρεμβάσεις.

Ευεργετικές επιδράσεις

Θεωρώ ότι η κοπιαστική, επίμονη προώθηση της αγωνιστικής ενότητας μπορεί να έχει ευεργετικές επιδράσεις καθώς η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης του λαού μπορεί να επέλθει «από την πολιτική πείρα των μαζών και ποτέ με την προπαγάνδα και μόνο»[2]. Το αίσθημα της συλλογικότητας, της αντιμετώπισης των προβλημάτων όχι σε ατομική βάση, όχι με το συνηθισμένο μέχρι σήμερα τρόπο, μπορεί και πρέπει να τονωθεί. Η αίσθηση ότι δημιουργείται κάτι ευρύτερο που αγκαλιάζει όλους τους εργαζόμενους, τους άνεργους, μπορεί να πολλαπλασιάσει τη λαϊκή δυναμική. Μπορεί να δώσει μια τεράστια ώθηση, μια ελπίδα ότι τα πράγματα είναι εφικτό να αντιμετωπιστούν, να αλλάξουν. Μπορεί να αφυπνίσει τη λαϊκή εφευρετικότητα. Να ξυπνήσει την πίστη του λαού στη δύναμή του.
Επιδράσεις θα υπάρξουν και στους πολιτικούς φορείς που με τον ένα ή άλλο τρόπο σχετίζονται με την εργατική τάξη και τα ριζοσπαστικοποιημένα μικροαστικά στρώματα. Οι λαϊκές, αγωνιστικές, ενωτικές δράσεις θα τους ωθήσουν σε πολύμορφες και πολύπλευρες διεργασίες, σε επανατοποθετήσεις και ανακατατάξεις. Σε κάποιους μπορεί να προσδώσει σταθερότητα και πνοή, σε άλλους να εντείνει τις ταλαντεύσεις προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, κάποιους τρίτους να τους οδηγήσει στο περιθώριο ή στον κατακερματισμό. Εξαρτάται και από τη θέση που θα λάβει καθένας.
Σε κάθε περίπτωση οι συζητήσεις και οι αναζητήσεις θα συνεχιστούν. Αρκεί να θυμόμαστε ότι «χωρίς συζητήσεις, διαμάχες και πάλη γνωμών κανένα κίνημα, μαζί και το εργατικό κίνημα, δεν μπορεί να υπάρξει. Χωρίς την αμείλικτη πάλη ενάντια στον εκφυλισμό της διαμάχης σε διαπληκτισμούς και καυγάδες καμιά οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει»[3].



[1]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο αριστερισμός, παιδική αρώστια του κομμουνισμού», Άπαντα, τ. 41, σελ. 55, 59.
[2]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, στο ίδιο, σελ. 69.
[3]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τρόποι διαμάχης και πάλης», Άπαντα, τ. 241, σελ. 164.


***


Η Αριστερά και η αναγκαιότητα του Λαϊκού Μετώπου, εφημ. Η Εποχή, 21/4/2013

Θα το βρείτε εδώ

***

Η επικαιρότητα του έργου του Δ. Μπάτση, εφημ. Ελευθεροτυπία, 16/4/2013
Θα το βρείτε εδώ

***

Συνέντευξη στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων για την απόφαση του Eurogroup
Θα την βρείτε εδώ

***

Συνέντευξη στην εφημ. Το Παρόν, 17/3/1013


1.Σε λίγο καιρό ξεκινά και επίσημα η περίοδος  που ορίζει το Σύνταγμα για αναθεώρηση. Θεωρείτε ότι η αναθεώρηση αυτή είναι επιβεβλημένη; Για ποιους λόγους;

Η αναθεώρηση του Συντάγματος θα ήταν χρήσιμη μόνο αν μπορούσε να συμβάλλει στη διάνοιξη οδών για ενεργητικότερη παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Η υπέρβαση της κρίσης, η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, της ίδιας της ζωής και της αξιοπρέπειάς τους, η χάραξη μιας ανεξάρτητης αναπτυξιακής πολιτικής σε όφελος των ασθενέστερων και ευάλωτων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων θα μπορούσαν να διευκολυνθούν από συνταγματικές επιλογές που θα διεύρυναν τις δυνατότητες δημοκρατικής συμμετοχής του λαού.
Το αν η αναθεώρηση του Συντάγματος το καταφέρει αυτό, θα εξαρτηθεί από το συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Υπάρχει μάλιστα ο κίνδυνος, υπό τις παρούσες λίγο πολύ συνθήκες, η αναθεώρηση του καταστατικού Χάρτη της χώρας να κινηθεί σε αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή να ενισχύσει και να παγιώσει την απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας, τη δραματική συρρίκνωση της δημοκρατίας, την κατάργηση των όποιων κατακτήσεων και δικαιωμάτων του λαού. Δεν αποκλείεται επίσης η επικείμενη αναθεώρηση να κινηθεί σε απολύτως ανώδυνες αλλαγές που θα επιχειρούν μόνο να εκτονώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και να εξωραϊσουν το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα.

2.Στο δημόσιο διάλογο έχουν ήδη διατυπωθεί σειρά προτάσεων για την αναθεώρηση. Μεταξύ αυτών, η δημιουργία δεύτερου νομοθετικού σώματος (Γερουσίας), και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι των υπολοίπων προκειμένου να υπάρχει πολιτική σταθερότητα. Συμφωνείτε με τις θέσεις αυτές; Έχει υποστηριχθεί η ανάγκη της απευθείας εκλογής του ΠτΔ από το λαό. Έχουν γίνει προτάσεις που αφορούν στην αλλαγή του πολιτεύματος σε ημιπροεδρικό, μέσω μιας αναθεώρησης Συντακτικού χαρακτήρα. Συμφωνείτε με την άποψη αυτή;

Όλες οι παραπάνω προτάσεις βρίσκονται στη λογική της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, της αποδυνάμωσης της Βουλής και της λαϊκής δημοκρατικής συμμετοχής. Οι οδυνηρές εμπειρίες τόσο των χρόνων που προηγήθηκαν της κρίσης όσο και οι τρέχουσες δείχνουν ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια ακόμη περισσότερο ενισχυμένη και ανεξέλεγκτη από το λαό εξουσία. Τέτοιες προτάσεις αντικειμενικά οδηγούν στην επιβολή ακόμη πιο σκληρών αντιλαϊκών πολιτικών. Αφαιρούν από το λαό τα μέσα που έχει για να αντιδράσει. Στοχεύουν στην οικοδόμηση μια σιδερόφραχτης δημοκρατίας. Η ιστορία διδάσκει ότι ο περιορισμός της δημοκρατίας, με όποιο τρόπο και αν γίνεται, με όποια μορφή, σωρεύει περισσότερα δεινά για το λαό. Αντίθετα, χρειαζόμαστε πιο ισχυρή λαϊκή δημοκρατική παρουσία, ενίσχυση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, των δημοκρατικών ελευθεριών, εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας.

3.Σημαντικό τμήμα της δημόσιας και θεσμικής ζωής του τόπου είναι και οι Ανεξάρτητες Αρχές. Υπάρχει ζήτημα από τη στιγμή που εμφανίζουν μειωμένη νομιμοποίηση;

Ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας των Αρχών, το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιούνται και η υλικοτεχνική δομή που διαθέτουν δείχνουν ότι δεν μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητες, ακόμη και αν οι υπηρετούντες σε αυτές το επιθυμούν. Όταν, κατ’ εξαίρεση το κατορθώνουν, η εκάστοτε κυβέρνηση βρίσκει τον τρόπο να τις αποδυναμώσει στην πράξη.

 4.Είστε σύμφωνος με το να μην διορίζεται η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά από το εσωτερικό της;
  
Η διαδικασία πρέπει οπωσδήποτε να εκδημοκρατιστεί. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται από ένα ευρύτερο αντιπροσωπευτικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των κομμάτων, εκπρόσωποι των ενώσεων των δικαστών και λοιπών νομικών επαγγελμάτων αλλά και των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων. Αν από κάτι κινδυνεύει η Δικαιοσύνη, είναι οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων και εν γένει των ισχυρών.

5.Πολύς λόγος γίνεται και για την ατιμωρησία των πολιτικών προσώπων που διευκολύνεται και από το ίδιο το Σύνταγμα. Θα ήταν λύση η συνταγματική δυνατότητα ανάκλησης των εκπροσώπων του λαού; Μπορείτε να μου αναφέρετε επιγραμματικά ορισμένες προτάσεις που θεωρείτε σημαντικές στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος;

Η δυνατότητα του λαού να ανακαλεί τους αιρετούς του εκπροσώπους, όποτε θεωρεί ότι δεν εκπληρώνουν το ρόλο τους, είναι μια βαθιά δημοκρατική διαδικασία. Δεν αποτελεί πανάκεια. Μπορεί όμως να συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση της δημοκρατίας. Υπάρχει και το σύγχρονο παράδειγμα των Συνταγμάτων της Βενεζουέλας και της Βολιβίας όπου ο θεσμός αυτός υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε με επιτυχία.
Επείγει κατά την άποψή μου η διεκδίκηση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας. Η εκχώρηση κυριαρχίας θα  πρέπει να αποκλείεται ρητά από το Σύνταγμα.
Επιβάλλεται ακόμη η υιοθέτηση της απλής αναλογικής ως συνταγματικά κατοχυρωμένου εκλογικού συστήματος για κάθε είδους εκλογική διαδικασία, η εισαγωγή θεσμών όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία των πολιτών, το δικαίωμα των μαζικών φορέων των εργαζομένων να υποβάλλουν προτάσεις νόμων.
Είναι αναγκαία επίσης η κατάργηση όλων εκείνων των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, στις συλλογικές συμβάσεις.
Όλες οι ανωτέρω δημοκρατικές αλλαγές κινούνται στον αντίποδα της κυρίαρχης έως σήμερα τάσης που είναι η αποδυνάμωση της δημοκρατίας και των ελευθεριών. Οι δημοκρατικές αυτές αλλαγές δεν μπορούν να μεταβάλλουν το ιστορικά διαμορφωμένο πλέγμα οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας. Μπορούν, ωστόσο, να δώσουν τη δυνατότητα στο λαό να αποφασίσει ο ίδιος για το είδος της διεξόδου από την κρίση που επιθυμεί καθώς και για την οδό της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης που ανταποκρίνεται καλύτερα στα συμφέροντα και στα οράματά του. 


***

Συνέντευξη στο NEWS 247 για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα
Θα την βρείτε εδώ

***

Αναθεώρηση του Συντάγματος: προς ποια κατεύθυνση;
δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ελλάδα, 9/2/2013

Όσο πλησιάζουμε στη συμπλήρωση 5 χρόνων από την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, η σχετική συζήτηση δυναμώνει. Το Σύνταγμα βέβαια δεν είναι πανάκεια. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αποτυπώσει τα κοινωνικά αιτήματα και να συμβάλλει στη διέξοδο από την κρίση.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι είδους αναθεώρηση του Συντάγματος χρειαζόμαστε; Η κρισιμότητα των περιστάσεων και οι βαριές θυσίες στις οποίες έχει υποβληθεί ο λαός, συχνά κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων αλλά και κατ’ αθέτηση των προεκλογικών δεσμεύσεων, δείχνουν τη διέξοδο: η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να βοηθήσει μόνο αν δώσει μια ισχυρή, δημοκρατική ώθηση.
Ο λαός πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο των αποφάσεων έτσι ώστε ο ίδιος να αποφασίζει για τα μέτρα εκείνα που χρειάζεται να ληφθούν, για την κατεύθυνση της ανάπτυξης που θα επιλέξει. Αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας και όχι το αντίθετο. Με την έννοια αυτή, αναφύεται η ανάγκη βαθιών πολιτικών και συνταγματικών αλλαγών. Προβάλλει η αναγκαιότητα μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής αναθεώρησης του Συντάγματος ή ακόμη και σύγκλησης Συντακτικής Συνέλευσης.
Οι περισσότερες προτάσεις που έχουν μέχρι σήμερα κατατεθεί, περιορίζουν το εύρος των αλλαγών σε μη θεμελιώδη ζητήματα είτε προτείνουν μεταβολές που θα επιδεινώσουν τα σημερινά προβλήματα. Για παράδειγμα: η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και η ενίσχυση των εξουσιών του ή η ενσωμάτωση στο Σύνταγμα διάταξης που θα ορίζει ένα νεοφιλελεύθερο δημοσιονομικό κανόνα κατά το γερμανικό πρότυπο. Για να βγούμε όμως από το τέλμα απαιτούνται ριζικές αλλαγές σε αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υπάρξει αφύπνιση και ενεργητική παρέμβαση του λαού στις πολιτικές εξελίξεις.
Χρειάζεται μια δέσμη αλλαγών που θα κινείται σε τέσσερεις κατευθύνσεις:
Α. κατοχύρωση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας που υπονομεύεται όχι μόνο από την τρόικα αλλά και από το ίδιο το Σύνταγμα. Η δυνατότητα παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 πρέπει να καταργηθεί ή να απαιτείται πλειοψηφία 2/3.
Β. ουσιαστική αναβάθμιση της Βουλής ώστε να αποδυναμωθεί η παντοδύναμη εκτελεστική εξουσία, ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της αντιπολίτευσης, αυστηρός περιορισμός των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, κατάργηση των ΠΝΠ του άρθρου 44 παρ. 1, επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης όχι από την κυβέρνηση αλλά από ευρύτερο αντιπροσωπευτικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των κομμάτων, εκπρόσωποι των ενώσεων των δικαστών και λοιπών νομικών επαγγελμάτων αλλά και των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων.
Γ. μεγιστοποίηση του ελέγχου που ασκεί ο λαός στους αντιπροσώπους του και ειδικά στη Βουλή, υιοθέτηση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για κάθε είδους εκλογική διαδικασία, εισαγωγή θεσμών όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία των πολιτών, το δικαίωμα των μαζικών φορέων των εργαζομένων να υποβάλλουν προτάσεις νόμων.
Δ. επέκταση των λαϊκών ελευθεριών ώστε να διευρυνθεί το πεδίο της αυτόνομης λαϊκής δράσης και παρέμβασης με την κατάργηση όλων εκείνων των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, πρώτιστα στους εργασιακούς χώρους.

Εκτός των παραπάνω, απαιτείται ένα σύνολο δημοκρατικών αλλαγών με πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, οι οποίες ωστόσο προϋποθέτουν ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο λαϊκής αυτοσυνείδησης και ενεργοποίησης. Για το σκοπό αυτό μπορούν να αξιοποιηθούν εμπειρίες και προτάσεις που έχουν αναπτυχθεί στην Ελλάδα και αλλού. Το σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου περιλάμβανε πληθώρα πρωτοποριακών διατάξεων. Προέβλεπε, για παράδειγμα, τη λειτουργία τοπικών συνελεύσεων με αρμοδιότητα έκφρασης γνώμης τόσο επί των νομοσχεδίων όσο και επί των ψηφισμένων νόμων αλλά και τη δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων.
Αντίστοιχοι θεσμοί λειτούργησαν στην ελεύθερη Ελλάδα με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Παρόμοιοι θεσμοί συναντώνται στα σημερινά Συντάγματα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης κάποιες προτάσεις της αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν στη συζήτηση για την αναθεώρηση το 1975.
Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και προβληματισμού. Ίσως μάλιστα διανοίξουν ένα δρόμο ώστε η δημοκρατία να πάψει να είναι πλασματική, όπως έγραφε ο Σβώλος, και ο ελληνικός λαός να βρει τον τρόπο να καρπώνεται το προϊόν του μόχθου του.


* * *


Οι κοινωνικοί αγώνες ως υπόβαθρο της λατινοαμερικάνικης ποίησης

Ομιλία στην εκδήλωση του συλλόγου «Γιάννης Κορδάτος», 27/1/2013

δημοσιεύθηκε http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-07-09-20-26-42/675-2013-02-05-13-28-03


Τι είναι αυτό που μας γοητεύει στη Λατ. Αμερική, στη λατινοαμερικάνικη ποίηση; Όσο και αν αναζητήσει κανείς την απάντηση, θα καταλήξει πάντοτε στις ίδιες περίπου απαντήσεις.
Πρώτο, γοητεύει η εξωτική Λ. Αμερική και η ποίησή της. Η Λ. Αμερική αποτέλεσε ένα χωνευτήρι πολιτισμών, ένα αμάλγαμα του ιθαγενούς πολιτισμού, του πολιτισμού των ευρωπαίων αποίκων, του πολιτισμού των μαύρων σκλάβων που ήρθαν από την Αφρική, των Ασιατών μεταναστών. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι αυτό το τόσο οικείο αλλά και παράλληλα τόσο εξωτικό μίγμα που συγκινεί.
Δεύτερο, γοητεύει η βασανισμένη Λ. Αμερική και η ποίησή της. Οι λαοί της Λ. Αμερικής είναι ζυμωμένοι με τη μακρόχρονη ισπανική αποικιοκρατία, με την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία. Η αγριότητα της εκμετάλλευσης, της κοινωνικής αδικίας είναι θεμελιώδη συστατικά της ζωής των λαών αυτών. Στη Λ. Αμερική υπάρχει η πλέον ανισότιμη κατανομή εισοδήματος και κοινωνικού πλούτου, η κοινωνική αδικία είναι κραυγαλέα. Όλα αυτά βρίσκουν την αντανάκλασή τους και στην ποίηση.
Τρίτο, αυτό που κυρίως γοητεύει στη Λ. Αμερική και στην ποίησή της είναι ότι είναι ανυπότακτη. Η ζωή και η ποίηση των λαών της περιοχής σηματοδοτούνται από τους κοινωνικούς αγώνες: από τους αγώνες των ιθαγενών ενάντια στην αποικιοκρατία και τον θρυλικό Τουπάκ Αμάρου μέχρι τους σύγχρονους αγώνες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού στη Βολιβία που κόστισαν τόσους και τόσους νεκρούς και από τους αγώνες για την εθνική ανεξαρτησία του 19ου αιώνα μέχρι τη μεξικάνικη επανάσταση, τον Αιμιλιάνο Ζαπάτα και τους σύγχρονους Ζαπατίστας.
Οι αρχές του 20ού αιώνα εισήγαγαν τη Λ. Αμερική στις σύγχρονες κοινωνικές αντιθέσεις. Το 1906 ο Λουίς Εμίλιο Ρεκαμπάρεν, πρωτοπόρος του εργατικού κινήματος στη Χιλή και γενικότερα στη Λ. Αμερική, ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής, εκλέχτηκε βουλευτής στο Κοινοβούλιο. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι οι εφημερίδες της εποχής είχαν κυριολεκτικά δαιμονοποιήσει τον πρωτοπόρο αγωνιστή τον οποίο παρουσίαζαν σας τέρας που θα απειλούσε με τη φυσική του παρουσία τους άλλους βουλευτές.
Να πώς επέδρασε η προσωπικότητα του Ρεκαμπάρεν στο μεγάλο ποιητή Πάβλο Νερούδα: «Εγώ τότε ήμουνα 16 ή 17 χρονών, ένα πολύ αδύνατο αγόρι, κι έβλεπα τον Ρεκαβάρρεν με πουκάμισο και τους αντίχειρες χωμένους στου γιλέκου τα μανίκια να ξεκουράζεται λίγο απ’ τη δουλειά του. Ήταν τυπογράφος εκεί. Από τον καιρό εκείνο ο Ρεκαββάρεν μου είχε κινήσει την προσοχή»[1].
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1932, μετά από ένα λαϊκό ξεσηκωμό που ανέτρεψε τη δικτατορία του Ιμπάνιες, ανακηρύχθηκε η Χιλή σοσιαλιστική δημοκρατία. Αυτή η σοσιαλιστική δημοκρατία που διάρκεσε μόλις 100 ημέρες έλαβε μια σειρά μέτρα κοινωνικής πολιτικής και ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού τα οποία ήταν πρωτόγνωρα για τη Λ. Αμερική. Στην κυβέρνηση αυτή υπουργός Υγείας ήταν ο νεαρός γιατρός Σαλβαδόρ Αλλιέντε, μετέπειτα πρόεδρος της χώρας, συναγωνιστής και φίλος του ποιητή Νερούδα.
Το γεγονός εκείνο που σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή, τους αγώνες και την ποίηση των λαών της Λ. Αμερικής στον 20ό αιώνα ήταν η νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στην Κούβα. Προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν σημαντικοί λαϊκοί αγώνες, άλλοτε επιτυχείς, άλλοτε όχι. Όλοι τους, όπως ήταν φυσικό, άσκησαν τεράστια επίδραση στην ποίηση, στη λογοτεχνία.
Μνημονεύουμε μερικούς: το 1954 ανατράπηκε από τους μισθοφόρους της CIA η προοδευτική κυβέρνηση Άρμπενς στη Γουατεμάλα η οποία είχε επιχειρήσει να πραγματοποιήσει αγροτική μεταρρύθμιση και για το λόγο αυτό βρέθηκε σε τροχιά σύγκρουσης με τα συμφέροντα της United Fruit Co. Το 1966 στην Κολομβία δολοφονήθηκε ο αντάρτης ιερέας Καμίλο Τόρες. Το 1967 βρήκε το θάνατο στη Βολιβία ο Τσε.
Το 1979, μετά από δεκαετίες σκληρών αγώνων, οι αντάρτες Σαντινίστας ανέτρεψαν το μακρόχρονο, αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς. Το 1989, όταν στην Ευρώπη προσπαθούσαν να μας πείσουν για το «τέλος της ιστορίας», στο Σαλβαδόρ οι αντάρτες συνέχιζαν τον τιτάνιο αγώνα τους ενάντια στη δικτατορία η οποία δεν δίσταζε να βομβαρδίζει τις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας. Την ίδια χρονιά το Φεβρουάριο ο λαός της Βενεζουέλας ξεσηκωνόταν ενάντια στα απάνθρωπα μέτρα λιτότητας που είχε επιβάλλει το ΔΝΤ και η κυβέρνηση της χώρας. Η εξέγερση αντιμετωπίστηκε από το στρατό με πάνω από 3000 νεκρούς.
Μια ξεχωριστή στιγμή των λαϊκών αγώνων που επέδρασε ιδιαίτερα στο έργο του ποιητή Πάβλο Νερούδα και όχι μόνο, υπήρξε βέβαια η τρίχρονη κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή, 1970-1973. Η κυβέρνηση αυτή, υπό τον πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλλιέντε τόλμησε να έρθει αντιμέτωπη με τα πολυεθνικά μονοπώλια. Τόλμησε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα εθνικοποιήσεων των στρατηγικών τομέων της οικονομίας της χώρας και, στη βάση αυτών, να αρχίσει την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των φτωχών και των αδικημένων. Εθνικοποίησε τη βασική πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, το χαλκό, που τον λυμαίνονταν οι πολυεθνικές των ΗΠΑ. Η λαϊκή κυβέρνηση Αλλιέντε δίστασε δυστυχώς να εξοπλίσει την εργατική και λαϊκή πολιτοφυλακή και έτσι βρέθηκε άοπλη και αδύναμη μπροστά στην τρομοκρατία της αντίδρασης, μπροστά στο στρατιωτικό πραξικόπημα που πραγματοποίησε η ολιγαρχία του πλούτου με τη βοήθεια και καθοδήγηση των ΗΠΑ.
Στον αγώνα αυτό ο ποιητής Νερούδα ήταν παρών. «Μια φορά ακόμα σκέφτηκα πως έπρεπε να τους υπερασπιστώ. Υπερασπιστώ… Υπερασπιστώ… Τι παράξενη λέξη! Να υπερασπιστώ τον άνθρωπο, το λαό, τον αριθμό της φυλής, το κύτταρο της πατρίδας, να το υπερασπιστώ από άλλους ανθρώπους. Σ’ άλλα χώματα πρέπει να τον υπερασπιστείς από τον πόλεμο, από τα άγρια θηρία. Εδώ πρέπει να τον υπερασπιστούμε απ’ τη θανάσιμη μιζέρια, την πείνα, την αρρώστεια, την εγκατάλειψη. Πρέπει να τον υπερασπιστούμε από κείνους που τον εκμεταλλεύονται και του επιτίθενται, από κείνους που όταν δεν μπόρεσαν να τον μεταβάλουνε σε δούλο, γεμάτοι λύσσα και μίσος, ψάχνουνε για συνενόχους που προδίνουνε και διαιρούν»[2].
Το 1969 μιλώντας σε συνέντευξη τύπου ο ποιητής και συνάμα γερουσιαστής του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής Νερούδα υπογράμμιζε: «Θα υποστηρίζουμε πάντα το πρόγραμμα κάθε κόμματος που θα έχει ένα επαναστατικό και ρεαλιστικό περιεχόμενο. Όσο για τη βιομηχανία, εμείς είμαστε ενάντια στα μονοπώλια, είμαστε ενάντια στις τοποθετήσεις στον τόπο μας των ξένων κεφαλαίων που έκαναν να βαρύνει μια κεφαλαιοκρατική πολιτική στη χώρα μας… Εμείς υποστηρίζουμε την εκβιομηχανοποίηση της χώρας μας, χωρίς να αποδεχτούμε, φυσικά, όπως είπα χτες, την εκμετάλλευση του προλεταριάτου μας»[3].

Στις σημερινές, δύσκολες στιγμές που περνά η χώρα μας και ο λαός, ας κρατήσουμε τη συμβολή του ποιητή. Ας μην ξεχνάμε τη διδαχή της ιστορίας και της ποίησης. Το καλύτερο αύριο δεν θα έρθει με την υποβολή διαπιστευτηρίων στην Ουάσιγκτον και στο Βερολίνο. Το καλύτερο αύριο μπορεί να έρθει μόνο με τον ενωμένο, ανυποχώρητο λαϊκό αγώνα. Οι καλύτερες μέρες μπορούν να έρθουν αν προσπαθήσουμε κοπιαστικά για να συγκροτηθεί ένα λαϊκό μέτωπο, ένα δημοκρατικό, πατριωτικό μέτωπο το οποίο θα τα βάλει με τους κάθε λογής δυνάστες, όποιοι κι αν είναι αυτοί: είτε είναι η εγχώρια ολιγαρχία, είτε το ΔΝΤ, η τρόικα, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ.
Επειδή θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το έργο αυτό φαντάζει σήμερα πολύ δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, ας θυμηθούμε το Νερούδα που απευθυνόμενος στους αμερικανοστήρικτους δικτάτορες της Λ. Αμερικής έγραφε: «τι μπορείς εσύ καταραμένε, ενάντια στον αγέρα;». Για να συμπληρώσει σε άλλη ευκαιρία με ειρωνικό τρόπο: «η ποίηση είναι πολύ επικίνδυνη για τις καλές κυβερνήσεις».
Ας αντλήσουμε λοιπόν επαναστατική αισιοδοξία από τη λατινοαμερικάνικη ποίηση. Ας αντλήσουμε αισιοδοξία από την αγάπη για τη ζωή, για τη βροχή, τον ήλιο, για τη μυρωδιά του χώματος, το χρώμα του χαλκού, το «κρασί της πατρίδας», από την αγάπη για τον άνθρωπο.



[1] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 211.
[2] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 171.
[3] Βλ. Π. Νερούδα, Άπαντα, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Άλμπατρος, χ.χρ., σελ. 185.


* * *


H Βενεζουέλα μετά τον Ούγκο Τσάβες
δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ελλάδα, 14/1/2013

Οι πρόσφατες συζητήσεις και εντάσεις για την ορκωμοσία του Ούγκο Τσάβες και την ανάληψη των καθηκόντων του αλλά ιδίως η βαριά ασθένειά του δίνουν το ερέθισμα για ένα σύντομο απολογισμό. Πέρασαν 14 χρόνια από τη νίκη του «πατριωτικού πόλου», του συνασπισμού κομμάτων που έφερε τον Τσάβες στην προεδρία με 56,4%. Το χαρακτηριστικό των εκλογών του Οκτωβρίου 1998 ήταν ότι τα δυο, πανίσχυρα μέχρι τότε, κόμματα του δικομματισμού υποστήριξαν κοινό υποψήφιο και δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το 40% έναντι του 90% που ελάμβαναν άλλοτε.
Η νίκη του Τσάβες ήταν καρπός της λαϊκής αντίδρασης στην παρέμβαση του ΔΝΤ ήδη από τη δεκαετία του 1980, στις ιδιωτικοποιήσεις του πετρελαϊκού τομέα που πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στην παραδοσιακή εξάρτηση της οικονομίας από τις πολυεθνικές των ΗΠΑ και, πολύ λιγότερο, της δυτικής Ευρώπης.
Αυτά όξυναν τις κοινωνικές ανισότητες, εξάπλωσαν ραγδαία τη φτώχεια και την ανέχεια. Το 1998 σε συνθήκες φτώχειας ζούσε το 85% του πληθυσμού της χώρας, η ανεργία έφτανε το 25% σε μια χώρα που είναι από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς στον κόσμο.
Οι πολιτικές των κυβερνήσεων Τσάβες, με αιχμή το νέο, δημοκρατικό Σύνταγμα του 1999 που υιοθετήθηκε μετά από σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και λαϊκό δημοψήφισμα, άλλαξαν σημαντικά το τοπίο.
Το άρθρο 12 διακήρυξε ότι τα πετρελαϊκά κοιτάσματα και ο ορυκτός πλούτος που βρίσκεται στον εθνικό χώρο και στην ΑΟΖ αποτελούν δημόσια περιουσία. Με τα άρθρα 302-303 δόθηκε η δυνατότητα εθνικοποίησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν ή να συνεργαστούν με την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας, με άλλους όρους πλέον. Με βάση το άρθρο 302 εθνικοποιήθηκαν μερικές ακόμη πολυεθνικές.
Το άρθρο 13 του Συντάγματος απαγόρευσε την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στη χώρα. Βάσει αυτού, κόπηκαν τα δεσμά της στρατιωτικο-πολιτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Η χώρα απέκτησε ανεξάρτητη, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Αξιοποιώντας την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και τον ορυκτό πλούτο της, η κυβέρνηση μείωσε τη φτώχεια στο 33%. Δημιουργήθηκε δημόσιο σύστημα υγείας. Ελήφθησαν δραστικά μέτρα εξάλειψης του αναλφαβητισμού.
Τα επιτεύγματα αυτά έγιναν δυνατά επειδή ο Τσάβες, στηριζόμενος στο λαό, τόλμησε να σπάσει τα δεσμά της εξάρτησης. Δεν περιορίστηκε όπως κάποιοι εγχώριοι, δήθεν μιμητές του σε μισόλογα.
Τα όρια των παρεμβάσεων αυτών τείνουν να εξαντληθούν. Για να μειωθούν παραπέρα η φτώχεια και οι ανισότητες απαιτούνται πιο ριζοσπαστικές πολιτικές από αυτές του Συντάγματος του 1999. Αν αυτό δεν γίνει, μοιραία το «πείραμα Τσάβες» θα εκφυλιστεί και οι λαϊκές κατακτήσεις θα εξανεμιστούν. Το βήμα σημειωτόν δεν μπορεί να κρατήσει επ’ άπειρο.


* * *


Το Σύνταγμα και η τήρησή του
δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ελλάδα, 2/1/2013

Το τελευταίο διάστημα έχουν πληθύνει οι αναφορές στον τύπο στην ανάγκη τήρησης του Συντάγματος και της νομιμότητας, στους κινδύνους της ανομίας. Κάποιες παραδοχές που μαθαίνουμε από τους γονείς, στο σχολείο και, αργότερα, στο πανεπιστήμιο είναι ότι το Σύνταγμα μιας χώρας είναι ο θεμελιώδης νόμος της, ότι όλα πρέπει να υποτάσσονται σε αυτό, ότι όλοι οι νόμοι και οι διοικητικές πράξεις πρέπει να είναι συμβατοί με αυτό, ότι κρατικοί λειτουργοί και οι πολίτες οφείλουν σεβασμό στο Σύνταγμα.
Συνήθως όμως, το μέσο άνθρωπο, σπάνια τον απασχολούν τέτοιοι προβληματισμοί αφού η καθημερινότητά του δε φαίνεται να εμπλέκεται με συνταγματικές διατάξεις και τα παρόμοια. Οι πρόσφατες εξελίξεις και η δίνη στην οποία έχει βρεθεί ο ελληνικός λαός τα τελευταία χρόνια έρχονται να φωτίσουν με ένα διαφορετικό τρόπο αυτά τα θέματα.

Η ανομία των κυβερνώντων

Είναι αυτονόητο ότι την υποχρέωση τήρησης του Συντάγματος έχουν πρώτιστα οι κυβερνώντες, καταρχήν γιατί έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης αλλά και γιατί πρέπει να δίνουν το παράδειγμα. Εδώ όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Τι διδάσκει η εμπειρία;
Τα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια είναι χαρακτηριστικά. Πρόσφατα, σε ένα μόνο άρθρο, η κυβέρνηση έφερε για ψήφιση εκατοντάδες νομοσχέδια υπαγορευμένα από την τρόικα παραβιάζοντας κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας και τήρησης του Συντάγματος. Γενικότερα οι κυβερνήσεις της κρίσης νομοθετούν ερήμην της Βουλής με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου που κάθε άλλο παρά πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 44 παρ. 1 και άλλοτε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Τα Μνημόνια ψηφίστηκαν από τη Βουλή αλλά όχι με την απαιτούμενη κατά το άρθρο 28 παρ. 3 πλειοψηφία των 3/5. Κάποιες από τις δανειακές συμβάσεις δεν ήρθαν ούτε για κύρωση στη Βουλή όπως επιτάσσει το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος.
Η τελευταία δανειακή σύμβαση επίσης δεν κυρώθηκε κατ’ ουσία. Η κυβέρνηση επέλεξε να την φέρει προς κύρωση με μια Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που είχε ήδη εκδώσει και η οποία δεν περιλαμβάνει το πλήρες και ακριβές περιεχόμενο της σύμβασης. Πολλά από αυτά τα υποτιθέμενα νομοσχέδια δεν έχουν τη μορφή σχεδίου νόμου αλλά είναι πολιτικές διακηρύξεις (που περιλαμβάνουν βέβαια οδυνηρές δεσμεύσεις για τον ελληνικό λαό) παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 26 του Συντάγματος.
Η παραίτηση της χώρας, μέσω των δανειακών συμβάσεων, από την εθνική κυριαρχία (με την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου κλπ) συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 παρ.2 που ορίζει ότι «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία». Τα δυσβάσταχτα αντιλαϊκά μέτρα που προβλέπονται στα Μνημόνια και στις λοιπές σχετικές συμφωνίες παραβιάζουν ακόμη τα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1, 22 και 23 του Συντάγματος. Όλα τα παραπάνω είναι ένα δείγμα συστηματικών παραβιάσεων. Ο ίδιος το τρόπος σχηματισμού της κυβέρνησης Παπαδήμου ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, οριακά σύμφωνος με το Σύνταγμα.
 Εύκολα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι το τελευταίο διάστημα δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με κάποιες σποραδικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος αλλά με μια συστηματική τέτοια πρακτική των κυβερνήσεων που λαμβάνει τα χαρακτηριστικά εκτροπής.
Το φαινόμενο της παραβίασης του Συντάγματος από την κυβερνητική εξουσία και τους μηχανισμούς της κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρο είναι. Αντίθετα, αποτελεί μάλλον ένα διαχρονικό και παγκόσμιο φαινόμενο[1].
Γιατί όμως το φαινόμενο της παραβίασης των συνταγματικών διατάξεων από την κυβέρνηση γνωρίζει τέτοια άνθηση στις μέρες μας; Το Σύνταγμα, κάθε Σύνταγμα, αποτυπώνει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Είναι με μια έννοια ο συμπυκνωμένος καθρέφτης του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Διασφαλίζει έτσι τα κυρίαρχα συμφέροντα, αντανακλά όμως και το συσχετισμό των δυνάμεων στην κοινωνία. Κατοχυρώνει ένα (χαμηλότερο ή υψηλότερο) επίπεδο δημοκρατίας, ένα συγκεκριμένο σημείο ισορροπίας.
Το επίπεδο αυτό ισορροπίας τείνει να παραβιαστεί προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση με τον τρόπο που γνωρίζουμε: σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και του ελληνικού λαού. Το επόμενο βήμα, εφόσον βέβαια ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν αλλάξει σε όφελος του τελευταίου, θα είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία προφανώς θα κινηθεί σε μια λογική αντιδημοκρατικής στροφής του πολιτικού συστήματος. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι με ανάλογο τρόπο επιχειρήθηκε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1932 που περιλάμβανε μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.
Εν κατακλείδι, είναι φανερό ότι το Σύνταγμα θα μας απασχολήσει στο επόμενο διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται στις διατάξεις του. Οι κυρίαρχες δυνάμεις θα συνεχίσουν να παραβιάζουν συστηματικά τις διατάξεις του προκειμένου να φέρουν σε πέρας το έργο της κατεδάφισης των κατακτήσεων των εργαζομένων. Παράλληλα, θα επικαλούνται το Σύνταγμα, τη νομιμότητα και την ανάγκη τήρησής τους μόνο όταν θέλουν να καταφέρουν πλήγμα στις αντιδράσεις και στους αγώνες του λαού. Αλλά αυτή η επίκληση της συνταγματικής νομιμότητας είναι επιλεκτική και προσχηματική.




[1] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Κράτος και ανενέργεια του νόμου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1998.

* * *



Ένα βασικό δίλημμα που τίθεται σε κάθε μεγάλη κρίση

εφημ. Έθνος/Ιστορία (τευχ.3), 8/12/2012, σελ. 69-71

Κάθε κρίση οδηγεί στη διατύπωση του διλήμματος: απαιτείται περισσότερη ή λιγότερη δημοκρατία, απαιτείται ουσιαστικότερη συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων που θα επιλύσουν τα προβλήματα ή το αντίθετο αποδυνάμωσή της;
            Η επιλογή γέρνει συνήθως στη δεύτερη εκδοχή. Η λήψη οδυνηρών οικονομικών μέτρων που πλήττουν βίαια τα δικαιώματα και το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας της κοινωνίας προκαλεί, όπως είναι ευνόητο, οξύτατες αντιδράσεις. Έτσι, προκειμένου να μπορέσουν να εφαρμοστούν τα εν λόγω μέτρα, προκειμένου να γίνει βίαιη αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των λίγων “εχόντων” και σε βάρος των πολλών “μη κατεχόντων”, περιορίζεται η όποια συμμετοχή του λαού στις διαδικασίες συζήτησης και λήψης απόφασης. Περιορίζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και αντίστασης.


            Η εμπειρία του μεσοπολέμου

            Η επιλογή αυτή φάνηκε με ιδιαίτερη ευκρίνεια στην κρίση που ξέσπασε το 1929 και εκδηλώθηκε στη χώρα μας λίγο αργότερα. Έτσι, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε το 1932 την αναθεώρηση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1927 στη λογική της ενίσχυσης των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας και εν γένει της εκτελεστικής εξουσίας. Το δρακόντειο άρθρο 48 το οποίο εισηγήθηκε, και το οποίο συνάντησε τη σύμφωνη γνώμη των δυο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων της εποχής, ήταν πανομοιότυπο του αντίστοιχου άρθρου του γερμανικού Συντάγματος της Βαϊμάρης του 1919. Έδινε τη δυνατότητα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όταν «η δημόσια τάξη και ασφάλεια» της χώρας βρίσκονται σε κίνδυνο να «μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και, σε περίπτωση ανάγκης, να παρέμβει χρησιμοποιώντας την ένοπλη δύναμη». Για το σκοπό αυτό μπορούσε «προσωρινά να άρει, εν όλω ή εν μέρει, τα θεμελιώδη δικαιώματα».
            Η κατάληξη είναι γνωστή. Το άρθρο αυτό του Συντάγματος της Βαϊμάρης αξιοποιήθηκε 250 φορές μέχρι που κατέληξε στην κατάλυση της δημοκρατίας από το ναζισμό. Στην Ελλάδα, για συγκυριακούς λόγους δεν προχώρησε η πρόταση αναθεώρησης. Όμως, το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1927 καταργήθηκε πραξικοπηματικά το 1935. Επανήλθε ο βασιλιάς και το Σύνταγμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας του 1911 ενώ λίγο αργότερα, το 1936, καταλύθηκε και αυτό με την επιβολή της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας του Μεταξά. Είχαν προηγηθεί μια σειρά αντιδημοκρατικά νομοθετήματα που προετοίμασαν ουσιαστικά αυτή την πορεία. Ενδεικτικά αναφέρω το ιδιώνυμο (ν. 4229/1929) και το νόμο 4879 του 1931 που απαγόρευε την απεργία στους δημοσίους υπαλλήλους.


Οι σημερινοί κίνδυνοι

            Η τάση περιορισμού των ελευθεριών και της δημοκρατίας είναι και σήμερα ορατή. Το αν η τάση αυτή θα ολοκληρωθεί μέχρι την κατάλυση του Συντάγματος εξαρτάται από μια σειρά παράγοντες. Κατά κανόνα η δικτατορική εκτροπή επιβάλλεται όταν:
1. είτε υπάρχει ενδεχόμενο επαναστατικών κοινωνικών αλλαγών,
2. είτε, ακόμη και αν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, προβλέπεται γενικευμένη λαϊκή αντίδραση στα σκληρά μέτρα, ζήτημα που θέτει εν αμφιβόλω την αποτελεσματική εφαρμογή τους,
3. είτε όταν ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων για την αναδιανομή των αγορών που εντείνεται σε περιόδους κρίσης οδηγήσει στην προσπάθεια μιας από αυτές να αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της χώρας μέσα από την επιβολή ενός φιλικά προσκείμενου (μόνο σε αυτήν) αυταρχικού καθεστώτος.
            Όλα βέβαια εξαρτώνται τελικά από το συσχετισμό των δυνάμεων και τη δυναμική των λαϊκών αγώνων.
            Άλλοτε, για την υλοποίηση των μέτρων σκληρής λιτότητας και κατάργησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν απαιτείται η κατάλυση της δημοκρατίας αλλά αρκεί ο δραστικός περιορισμός της που εκφράζεται με αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών και της Βουλής, με ένταση της καταστολής των λαϊκών αγώνων, με ένταση της χρήσης παράνομης βίας και παράνομων πρακτικών από τα κρατικά όργανα. Σε αυτό συμβάλλει η δράση των παρακρατικών φασιστικών οργανώσεων που διαμορφώνουν συνθήκες κατάργησης στην πράξη, με την τρομοκρατία, των όποιων συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η ελευθερία διάδοσης των ιδεών, το δικαίωμα της συνάθροισης, της απεργίας καταργούνται βαθμιαία de facto.
            Κάποιες άλλες φορές, το θεωρητικό ενδεχόμενο δικτατορικής εκτροπής αξιοποιείται ως μηχανισμός εκφοβισμού του λαού και πειθαναγκασμού του.


            Υπάρχει δημοκρατική διέξοδος

            Η υπέρβαση της κρίσης μπορεί όμως να αναζητηθεί και στην αντίθετη κατεύθυνση. Οι όποιες οικονομικές αποφάσεις πρέπει να ληφθούν, πρέπει να έχουν την ουσιαστική έγκριση του λαού, των εκατομμυρίων εκείνων που με τον καθημερινό τους μόχθο παράγουν τον κοινωνικό πλούτο. Αν είναι να αναληφθούν σημαντικά οικονομικά βάρη από το λαό ή αν πρέπει, αντίστροφα, η διέξοδος από την κρίση να αναζητηθεί στη ριζική αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των λαϊκών τάξεων και σε βάρος της εγχώριας ολιγαρχίας και των ξένων δανειστών - παραστατών της, αυτό πρέπει να το αποφασίσει ο λαός.
            Η αναζήτηση δημοκρατικής διεξόδου σε όφελος του λαού ακυρώνει τα όποια αντιδημοκρατικά εγχειρήματα. Άρα αυτό που απαιτείται είναι περισσότερη και ποιοτικά ανώτερη δημοκρατία. Βήματα προσέγγισης σε αυτό το δρόμο θα πρέπει να είναι η αυστηρή δίωξη (και όχι η ανοχή που παρατηρείται σήμερα) των δραστών εγκλημάτων ναζιστικής βίας, η εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας από τέτοια στοιχεία και ο ριζικός εκδημοκρατισμός τους. Απαιτείται ακόμη ο απόλυτος σεβασμός των λαϊκών ελευθεριών όπως η διαδήλωση, ο συνδικαλισμός, το δικαίωμα υπογραφής συλλογικών συμβάσεων, η απεργία. Ακόμη περαιτέρω απαιτείται διακοπή της πρακτικής της νομοθέτησης ερήμην του λαού αλλά ακόμη και ερήμην του Κοινοβουλίου με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου.
Ιδίως από το 2008, τα νομοθετήματα που υιοθετούνται δεν είναι καρπός της λαϊκής βούλησης αλλά προϊόν υπαγόρευσης των δανειστών, της ΕΕ και του ΔΝΤ σε συνεργασία με τις εγχώριες κυβερνήσεις. Απαιτείται, επομένως, η ανάκτηση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας του λαού, ένας τολμηρός, ριζικός εκδημοκρατισμός συνολικά του πολιτικού και νομικού συστήματος[1] έτσι ώστε η λαϊκή κυριαρχία να αποκτήσει κυριολεκτικό περιεχόμενο, να πάψει να αποτελεί “ένα των μύθων του νεωτέρου δημοσίου βίου”, όπως επισήμαινε ο Αλέξανδρος Σβώλος[2]. Τέτοιες   αλλαγές θα δώσουν στο λαό τη δυνατότητα να αποφασίσει ο ίδιος για τον τρόπο διεξόδου από την κρίση και για το είδος της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης που επιθυμεί.



                Βλ. αναλυτικότερα Δ. Καλτσώνης, «Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης» στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική ανΒλ. αναλυτικότερα Δ. Καλτσώνης, «Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης» στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14, προσβάσιμο στο http://www.kaltsonis.blogspot.gr/2011/03/blog-post.htmlαθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14, προσβάσιμο στο http://www.kaltsonis.blogspot.gr/2011/03/blog-post.html
[2]    Βλ. Α. Σβώλος, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, σελ. 83-84.


***

"Για μια φιλολαϊκή αναπτυξιακή πορεία",
εισήγηση στην εκδήλωση του Συλλόγου "Γ. Κορδάτος", 1/12/2012
θα την βρείτε εδώ

***
Συνέντευξη στο NEWS 247 με θέμα "Η πολιτική των Ομπάμα και Ρόμνεϊ για τη Λ. Αμερική",
θα την βρείτε εδώ


Συνέντευξη στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (http://www.cna.org.cy/ )
δημοσιεύθηκε http://www.kathimerini.com.cy/index.php?pageaction=kat&modid=1&artid=93670


Δημήτρης Καλτσώνης: Τι διακυβεύεται στις εκλογές της 17ης Ιουνίου στην Ελλάδα

ΚΥΠΕ  ΛΕΥΚΩΣΙΑ/ΚΥΠΡΟΣ 13/6/2012 14:11
Το διακύβευμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου στην Ελλάδα είναι αν οι δανειστές της χώρας  και οι εγχώριοι εταίροι τους θα συνεχίσουν απρόσκοπτα την αφαίμαξη του μόχθου και του πλούτου του ελληνικού λαού ή αν θα δημιουργηθούν κάποιοες προϋποθέσεις για να συγκροτηθεί μια αληθινή πρόταση διεξόδου από την κρίση προς όφελος του λαού. 
Αυτό δήλωσε σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ o Επίκουρος Καθηγητής Θεωρίας Κράτους και Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου Δημήτρης Καλτσώνης, ο οποίος εκτιμά πως βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένας νέος διπολισμός στη χώρα. "Από τη μια πλευρά θα βρίσκονται οι παραδοσιακές δυνάμεις του μνημονίου και της συντήρησης. Από την άλλη, θα βρίσκεται πιθανότατα ο ΣΥΡΙΖΑ".
Ακολουθεί η πλήρης συνέντευξη:


-- Ποιο είναι το τελικό διακύβευμα των εκλογών της 17ης Ιούνη, ευρώ ή χάος, μνημόνιο και παραμονή στην ΕΕ ή χάος, και πόσο ρεαλιστικά είναι αυτά τα διλήμματα; Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης τι κρίνεται πραγματικά σε αυτές τις εκλογές;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νομίζω ότι αυτό που πραγματικά κρίνεται στις επικείμενες εκλογές είναι αν οι δανειστές μας και οι εγχώριοι εταίροι τους θα συνεχίσουν απρόσκοπτα την αφαίμαξη του μόχθου και του πλούτου του ελληνικού λαού ή, αν θα δημιουργηθούν κάποιες προϋποθέσεις για να συγκροτηθεί μια αληθινή πρόταση διεξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού.
Η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ προβάλλεται τρομοκρατικά ως αρμαγεδών. Βρίσκεται σε εξέλιξη μια συντονισμένη προπαγανδιστική εκστρατεία για να φοβηθεί ο λαός και να αποδεχθεί μοιρολατρικά τις απαιτήσεις των τοκογλύφων του. Στην πραγματικότητα όμως η πιθανότητα εξόδου από την ΕΕ με πρωτοβουλία της όποιας ελληνικής κυβέρνησης είναι απίθανη. Αν σχηματιστεί κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ, είναι προφανές ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Αν, πάλι, σχηματιστεί κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, και πάλι είναι απίθανο να υπάρξει τέτοια πρωτοβουλία. Η κεντρική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η παραμονή στο ευρώ και στην ΕΕ. Αυτό έχει διακηρυχθεί με χίλιους τρόπους. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μέγιστη αντίφαση και το πρόβλημα: ότι αυτή η θέση υπονομεύει και καθιστά αλυσιτελείς όλες τις άλλες πολιτικές προτάσεις για ακύρωση των μνημονίων, των πρόσθετων φορολογικών βαρών κλπ.
Η προπαγανδιστική υστερία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μας βγάλει από την ΕΕ έχει τρεις στόχους: πρώτο, να καλλιεργήσει στο λαό την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική πρόταση παρά μόνο αυτή που εφαρμόζει η τρόικα και οι εγχώριοι συνεργάτες της. Δεύτερο, να μετατοπίσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ακόμη πιο ανώδυνες για την ΕΕ και την ολιγαρχία θέσεις. Τρίτο, να φέρει εκλογικά οφέλη στη ΝΔ στην αντιπαράθεσή της με τον ΣΥΡΙΖΑ για την πρωτοκαθεδρία.


-- Μπορεί η Ευρωζώνη να «αποβάλλει» την Ελλάδα εάν δεν τηρήσει τα συμφωνημένα και ποιες είναι οι επιπτώσεις ενδεχόμενης εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ; Μπορεί να παρασύρει όλο το «οικοδόμημα» της ευρωζώνης; Ποια είναι τα εναλλακτικά σενάρια και με τι κόστος για τους Έλληνες πολίτες;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τα συμφέροντα που κυριαρχούν στην ευρωζώνη μπορούν να αποβάλλουν την Ελλάδα αν κρίνουν ότι αυτό τα εξυπηρετεί καλύτερα ή προκειμένου να αποσοβήσουν κινδύνους για τις δικές τους οικονομίες.
            Η έξοδος από το ευρώ είναι ένα εργαλείο. Σημασία δεν έχει αυτό καθεαυτό αλλά ο τρόπος χρήσης του και το πλαίσιο στο οποίο θα χρησιμοποιηθεί. Υπάρχουν δυο βασικές εκδοχές. Πρώτη, η έξοδος από το ευρώ γίνεται στο πλαίσιο της κυρίαρχης πολιτικής όπου τα βάρη της κρίσης πληρώνουν τα χαμηλά εισοδήματα, οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες. Πράγματι, σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα θα εξελιχθούν περίπου όπως τα περιγράφουν τα τρομοκρατικά σενάρια που κυκλοφορούν ευρύτατα τελευταία στον τύπο.
Δεύτερη εκδοχή: η έξοδος από το ευρώ γίνεται στο πλαίσιο μιας πολιτικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Κρίσιμο ζήτημα είναι τα βάρη της κρίσης να τα πληρώσει το μεγάλο κεφάλαιο. Αυτό μπορεί να γίνει με εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και επιβολή εργατικού ελέγχου, με διοικητική απαγόρευση φυγής κεφαλαίων, με εθνικοποιήσεις, με δήμευση των περιουσιών των off shore, με φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου. Αν για παράδειγμα η έξοδος από το ευρώ φέρει αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων εισαγωγής, γιατί μια λαϊκή κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το βάρος μειώνοντας τη φορολογία για το λαό, αυξάνοντας τα κρατικά έσοδα με φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου, αυξάνοντας τους μισθούς και περιορίζοντας δραστικά τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών; Και μη μου πείτε ότι δεν υπάρχουν κέρδη. Δεν είναι όλοι χαμένοι από την κρίση. Υπάρχουν και κερδισμένοι.


-- Θα υπάρξει ανασύνταξη των πολιτικών δυνάμεων και ανασύσταση των παραδοσιακών χώρων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, θα εκφραστούν μέσα από άλλα σχήματα ή είναι πράγματι το τέλος της μεταπολίτευσης και ο κλονισμός του δικομματισμού;  Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πολύ φοβάμαι ότι βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένας νέος διπολισμός. Από τη μια πλευρά θα βρίσκονται οι παραδοσιακές δυνάμεις του μνημονίου και της συντήρησης. Από την άλλη, θα βρίσκεται πιθανότατα ο ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς, κάθε μέρα που περνά διακρίνεται η μετατόπισή του σε θέσεις που δεν εξέρχονται από το υπάρχον ασφυκτικό για το λαό πλαίσιο.
Για παράδειγμα: πώς θα υπάρξει οικονομική ανάπτυξη σε όφελος του λαού αν δεν έρθει σε αντίθεση με τις κατευθύνσεις, τις πολιτικές, την ίδια τη δομική φιλοσοφία της ΕΕ; Πώς θα αναπτυχθεί η γεωργία και η κτηνοτροφία με προϊόντα ποιότητας, ασφαλή, φτηνά για τον καταναλωτή αν δεν έρθει σε αντίθεση με την ΚΑΠ της ΕΕ; Πώς θα αναπτύξει η χώρα μας τις νέες μορφές ενέργειας σε όφελος του λαού όταν η ΕΕ επιβάλλει την ιδιωτικοποίηση; Πώς θα ανατραπούν οι ιδιωτικοποιήσεις όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ; Επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι καταδικασμένος να βαδίσει στο δρόμο της αθέτησης των υποσχέσεών του προς το λαό.
Δεν είναι τυχαίες οι φραστικές διολισθήσεις των τελευταίων ημερών. Από τη θέση για κρατικοποίηση των τραπεζών μετατοπίστηκε στη θέση για δημόσιο έλεγχο, από την ακύρωση των δανειακών συμβάσεων στην επαναδιαπραγμάτευσή τους, από τη θέση για κρατικοποίηση των ΔΕΚΟ διολίσθησε στη θέση για πάγωμα των ιδιωτικοποιήσεων και επανακρατικοποίηση ανάλογα με τις δυνατότητες της οικονομίας. Το «βγαίνουμε από την κρίση, μένουμε στο ευρώ» του ΣΥΡΙΖΑ είναι το όχημα της που με σιγουριά θα τον απομακρύνει σταθερά από τις λαϊκές ανάγκες και θα τον εγκλωβίζει στα κυρίαρχα συμφέροντα, ακόμη και πέρα από τη θέληση του ίδιου.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα δείχνει πιο καθαρά από ποτέ ότι η αντίθεση στην ΕΕ, η έξοδος τελικά από αυτήν είναι ο μόνος δρόμος για την κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι ο δρόμος που δίνει τη δυνατότητα για ισότιμες, πολύπλευρες, αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τα πιο διαφορετικά κράτη. Μόνο έτσι μπορούν και οι σχέσεις με τη Γερμανία και την ΕΕ να γίνουν ισότιμες και να αντικαταστήσουν την υπακοή στις εντολές της.


-- Στο στρατόπεδο της «Δεξιάς» αναδείχθηκαν νέες δυνάμεις. Ποιος ο χαρακτήρας των νέων σχημάτων αλλά και κομμάτων;
Μετά και την «αποκάλυψη» της Χρυσής Αυγής, η οποία κέρδισε ιδιαίτερα ψηλά ποσοστά, τόσο η ΝΔ όσο και άλλες δυνάμεις της «Δεξιάς» έχουν κάνει στροφή σε πιο «συντηρητικές θέσεις», προβάλλοντας το μεταναστευτικό, με τάση ακόμα και προς την ξενοφοβία, αλλά και εθνικά θέματα. Πιστεύετε ότι η κρίση έχει επιβάλλει συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, ενισχύοντας δυνάμεις και πολιτικές που κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης είχαν μπει στο «χρονοντούλαπο» της Ιστορίας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι προφανές διανύουμε περίοδο ζυμώσεων και ανακατατάξεων στο πολιτικό σκηνικό. Εκεί οδήγησε η κρίση εμπιστοσύνης του λαού προς τους κυρίαρχους πολιτικούς σχηματισμούς. Οι θέσεις τους μετατοπίζονται σε πιο συντηρητική βάση. Είναι βαθιά αντιλαϊκές. Εξυπηρετούν τις επιδιώξεις της εγχώριας πλουτοκρατίας και των πολυεθνικών για φτηνό, πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, χωρίς δικαιώματα και κατακτήσεις.
Αξιοποιούν το μεταναστευτικό, που η πολιτική τους δημιούργησε, για να κατασκευάσουν μια βολική φόρμουλα αποπροσανατολισμού του λαού. Η λύση του μεταναστευτικού προβλήματος δεν βρίσκεται στα πογκρόμ. Όχι μόνο γιατί κάτι τέτοιο είναι απάνθρωπο και διχαστικό και μας γυρίζει σε άλλες εποχές. Μετά τους μετανάστες σειρά έχουν οι κομμουνιστές, μεθαύριο οι κεντροαριστεροί, στο τέλος οι αστοί δημοκράτες. Η ιστορία διδάσκει.
            Όσο για τα εθνικά θέματα, πέρα από ανέξοδους λεονταρισμούς, όλες ανεξαιρέτως οι συστημικές δυνάμεις ήταν και παραμένουν φορείς της εθελοδουλείας της άρχουσας τάξης της χώρας μας στα ιμπεριαλιστικά κέντρα: ΗΠΑ, Γερμανία, ΕΕ, ΝΑΤΟ.
Ο κ. Σημίτης δεν είναι εκείνος που εξέφρασε στη Βουλή τις ευχαριστίες του στις ΗΠΑ μετά τα Ίμια; Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ δεν είναι υπεύθυνα για την υπαγωγή της Ελλάδας στην εποπτεία της τρόικα, για το γεγονός ότι μπαινοβγαίνουν στα υπουργεία και στους δημόσιους οργανισμούς οι ανθύπατοι της ΕΕ και του ΔΝΤ;
Και γιατί κανείς από όλους αυτούς δε μιλά για τις αμερικανοΝΑΤΟϊκές βάσεις και το ρόλο που παίζουν ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα και σε όλη την ευρύτερη περιοχή; Οι πατριωτικές κορόνες της ακροδεξιάς είναι απολύτως υποκριτικές και παραπλανητικές. Δεν θίγουν ποτέ τους ξένους επικυρίαρχους: τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Οι υμνητές της αμερικανοκίνητης χούντας, που τριπλασίασε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου (άρα και το χρέος), που τριπλασίασε τα κέρδη των βιομηχάνων και των εφοπλιστών, που ρήμαξε τον τόπο και πρόδωσε την Κύπρο θα οδηγηθούν σύντομα από τον ελληνικό λαό στην πολιτική απομόνωση. Κανένας δημοκράτης, κανένας πατριώτης δεν είναι διατεθειμένος να επιστρέψουμε στη βαρβαρότητα του ναζισμού των εκατομμυρίων θυμάτων στην Ευρώπη και των 600 χιλιάδων Ελλήνων θυμάτων της ναζιστικής κατοχής.


-- Ποια η πραγματικότητα της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες; Ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι ολοφάνερο ότι ο λαός αναζητά μια διέξοδο προς τα αριστερά, άσχετα αν αυτό που του προσφέρεται αυτή τη στιγμή είναι ικανοποιητικό. Θα σας πω ότι αναμένω μια πρωτοβουλία από το ΚΚΕ, το κόμμα που αποτελεί, και δικαίως, το βασικό κορμό, την πιο πρωτοπόρα και συνεπή δύναμη της Αριστεράς και που έχει πολύτιμη συμβολή στους αγώνες του λαού για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική πρόοδο. Νομίζω ότι έχουν υπερωριμάσει οι συνθήκες για τη συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου, αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού. Θεωρώ πως οι συνθήκες επιβάλλουν μια πρόσκληση προς κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις με βάση μερικούς άξονες εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού.
            Τέτοιοι θα μπορούσαν είναι η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, η καθιέρωση εργατικού ελέγχου στην οικονομία, η αντίθεση στις εντολές της τρόικα, η έξοδος τελικά από την ΕΕ, ο ριζικός, μέχρι το κόκκαλο, εκδημοκρατισμός του δημόσιου τομέα, γενικότερα των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών. Με ένα τέτοιο πλαίσιο συμφωνίας μπορεί να υπάρξει πραγματική ακύρωση των μνημονίων και αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.  
            Ο λαός θα καλωσόριζε και θα επιδοκίμαζε μια τέτοια πολιτική πρωτοβουλία.

-- Η δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο έρχονται σε ρήξη με το Σύνταγμα της χώρας και ποια είναι η εναλλακτική; Υπάρχει παραλληλισμός με άλλες χώρες και πώς μπορεί να διαμορφωθεί η επόμενη μέρα για την ουσιαστική ανάκαμψη του ελληνικού λαού;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για την αντισυνταγματικότητα των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων έχουν ειπωθεί αρκετά. Αυτό που μόνο θέλω να σημειώσω είναι η επιλεκτική επίκληση του Συντάγματος από την κυρίαρχη τάξη και τους πολιτικούς εκφραστές της. Είναι αυτό που ο λαός λέει «τα καλά και συμφέροντα». Όπου το Σύνταγμα γίνεται εμπόδιο στην άρχουσα τάξη, δε διστάζει να το καταπατήσει.
Όμως, υπάρχει άλλος δρόμος. Παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι βεβαίως διαφορετικές, έχει σημασία να σημειώσουμε ότι χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία κατόρθωσαν να απαλλαγούν από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Η Αργεντινή και το Εκουαδόρ διέγραψαν ένα πολύ σημαντικό μέρος του χρέους τους. Στο βιβλίο μου Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με το θέμα. Το Σύνταγμα της Βενεζουέλας απαγορεύει την ύπαρξη ξένων βάσεων και πράγματι, οι αμερικανικές βάσεις ξηλώθηκαν. Το Σύνταγμα της χώρας αυτής προβλέπει επίσης ότι το πετρέλαιο και ο ορυκτός πλούτος είναι δημόσια ιδιοκτησία. Και πράγματι, το πετρέλαιο εθνικοποιήθηκε και σημαντικό μέρος των κερδών συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας. Παρότι υποστηρίζω ότι τα βήματα που έχει πραγματοποιήσει η κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι ημιτελή, (ίσως και μετέωρα) με αποτέλεσμα να μην έχει αλλάξει δραστικά η κατάσταση του λαού, ωστόσο, η περίπτωση δεν παύει να υπενθυμίζει ότι υπάρχει δυνατότητα για ριζικές αλλαγές. «Έτσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε».



* * *

Πρόλογος


στο Β. Λιόσης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 17-18

Το βιβλίο του Βασίλη Λιόση έρχεται να ξαναφέρει στην επικαιρότητα και να θέσει υπό συζήτηση ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, την εξάρτηση της Ελλάδας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις.

Αν συνυπολογίσει κανείς τη συγκυρία, είναι φανερό ότι η εργασία του συγγραφέα είναι παραπάνω από επίκαιρη. Αποτελεί μια αναγκαία συμβολή στον προβληματισμό και στο διάλογο που πρέπει να διεξαχθεί. Τούτο πρέπει να γίνει με θάρρος και ψυχραιμία, σεβασμό στις διαφορετικές προσεγγίσεις, χωρίς φανατισμό και χαρακτηρισμούς, με νηφαλιότητα αλλά όχι άνευρα. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αποτελεί, δίχως αμφιβολία, μια εμπεριστατωμένη μελέτη με στέρεα δομημένα επιχειρήματα τα οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.

Από τη μελέτη του βιβλίου του Βασίλη Λιόση προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο ελληνικός λαός ζει τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση: η διπλή εκμετάλλευση και καταπίεση από δυο εταίρους δυνάστες. Αυτοί είναι το ξένο και το εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο που απομυζούν τον πλούτο και το μόχθο των εργαζομένων και της νεολαίας.

Θεωρώ ότι η ανάλυση του συγγραφέα αλλά επίσης η κρισιμότητα των περιστάσεων, το πλιάτσικο που διεξάγεται σε βάρος του λαού και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της πατρίδας μας, οδηγούν τη σκέψη όλων στην αναζήτηση διεξόδου. Επιβάλλουν τελικά, με επιτακτικό τρόπο, τη συγκρότηση ενός ισχυρού αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού μετώπου.

Μόνο ένα τέτοιο λαϊκό, πατριωτικό μέτωπο θα μπορεί να κατακτήσει την εθνική ανεξαρτησία και, ταυτόχρονα, να ανοίξει δρόμους για γενικότερες, επαναστατικές αλλαγές. Θα μπορεί να διεκδικήσει και να επιβάλλει την άμεση λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των δικαιωμάτων του λαού, τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας με παράλληλη εγκαθίδρυση μορφών αποφασιστικού λαϊκού ελέγχου.

Απαιτείται τελικά η απαλλαγή του λαού από το σημερινό σύστημα κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή του από μια νέα, γνήσια λαϊκή, βαθιά δημοκρατική, επαναστατική πολιτική κυριαρχία: εκείνη της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση την οποία βιώνει ο ελληνικός λαός με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο φέρνει στην επιφάνεια τη ζωτική ανάγκη μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης. Οι κραυγαλέες κοινωνικές αντιθέσεις και ανισότητες γίνονται ακόμη περισσότερο έντονες και ορατές την περίοδο της κρίσης. Η ανθρωπότητα γενικά, και ο ελληνικός λαός ειδικά, έχει τη δυνατότητα να ανυψώσει την παραγωγικότητα, να βελτιώσει αισθητά το βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο, να λάβει δραστικά μέτρα προστασίας του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος. Αντί για αυτά, εξαιτίας του βάρβαρου και αδηφάγου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και λιγότεροι και η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας βυθίζεται σε μια απερίγραπτη φτώχεια και δυστυχία.

Η εξάρτηση οξύνει αυτά τα φαινόμενα. Όπως έλεγε σε διάφορες ευκαιρίες ο Χαρίλαος Φλωράκης, «ένα από τα αποτελέσματα της εξάρτησης είναι η οικονομική καταλήστευση της χώρας… Πρόκειται για ένα τεράστιο οικονομικό έγκλημα που διαπράττει η ξένη πλουτοκρατία σε συνεργασία με την ντόπια σε βάρος της χώρας» (ομιλία στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, εκδ. ΚΚΕ, 1985, σελ. 11).

Η απαλλαγή από τα δεσμά της εξάρτησης, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, θα είναι το προοίμιο της συνολικότερης χειραφέτησης του λαού από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η πάλη για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και του λαού είναι διαλεκτικά δεμένη με την πάλη ενάντια στην εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Ο αγώνας για την έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν μπορεί παρά να συνεγείρει πλατύτερα λαϊκά στρώματα, ακόμη και εκείνα που δεν συνειδητοποιούν ακόμη την ανάγκη μιας βαθιάς, επαναστατικής δηλαδή αλλαγής. Ο αγώνας αυτός θα τους παρέχει την ευκαιρία να το συνειδητοποιήσουν μέσα από την ίδια τους την πείρα. Στην προσπάθεια αυτή θα συμβάλλει αναμφίβολα το βιβλίο του Βασίλη Λιόση.


* * *




Συνέντευξη στην Ι. Δρόσου, εφημ. Η Εποχή, 13 Μαϊου 2012

http://www.epohi.gr/portal/politiki/11880-2012-05-13-16-13-07

Πώς κρίνετε το αποτέλεσμα των εκλογών της περασμένης Κυριακής;

Το πρώτο που πρέπει να σημειώσει κανείς είναι ότι υπήρξε μια ηχηρή καταδίκη του δικομματισμού και γενικότερα των πολιτικών του μνημονίου. Είναι νομίζω πρωτοφανές το γεγονός ότι 3.700.000 ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία και αυτό δείχνει τη διάθεση του κόσμου να αναζητήσει κάποια διέξοδο σε άλλη κατεύθυνση. Κατά τη γνώμη μου ο κόσμος δεν έχει πολύ ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς θέλει και ίσως οι πολιτικές δυνάμεις να μην του τη προσφέρουν. Πάντως ψάχνει και έχω την αίσθηση ότι ψάχνει, εν δυνάμει, προς τα αριστερά. Ψάχνει, δηλαδή, μια εναλλακτική λύση που θα είναι αντίθετη στη βίαιη καταστροφή των κατακτήσεών του, που γνώρισε με την πολιτική του μνημονίου.

Ο κόσμος ψάχνει προς τα αριστερά συνειδητά ή γιατί βλέπει την αριστερά ως μόνη διέξοδο από την πολιτική λιτότητας του δικομματισμού;

Νομίζω ότι ο μέσος εργαζόμενος έχει επίγνωση του τι δεν θέλει. Δεν θέλει τα μνημόνια. Δεν θέλει αυτούς που τον ξεγέλασαν τόσα χρόνια, που τον καταπίεσαν, τον εξευτέλισαν, του πήραν τις βασικές του κατακτήσεις... Αυτά τα απορρίπτει. Θέλει το αντίθετο από αυτά. Το τι ακριβώς είναι αυτό το αντίθετο, το αναζητά.

Άρα η επιλογή του ψηφοφόρου έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά...

Φυσικά. Δεν είναι απλή μετατόπιση σε κάποια άλλα κόμματα. Τα ποσοτικά δεδομένα κρύβουν ποιοτικά στοιχεία. Για να μιλήσουμε με μαρξιστικούς όρους, είναι η ποσότητα που τείνει να μετατραπεί σε ποιότητα, η δυνατότητα που υπό προϋποθέσεις μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα της αριστεράς βοηθάει σε αυτή τη κατεύθυνση;

Νομίζω ότι σε σχέση με τις βασικές πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς (ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ) ο κόσμος έχει την εξής βασική δυσκολία: εκτιμά το ΚΚΕ, το κόμμα της εργατικής τάξης, για την μακρόχρονη ιστορία του, τη συμβολή του στους αγώνες, τη σταθερότητα και την επιμονή του κλπ. Όμως, δυστυχώς, σήμερα το ΚΚΕ δεν του προσφέρει μια απτή συγκεκριμένη διέξοδο, όπως θα έπρεπε με βάση το πρόγραμμά του. Το πρόγραμμα του ΚΚΕ λέει ανάμεσα σε άλλα: σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του πολιτικού συστήματος μπορεί να αναδειχθεί μια κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αυτή η κυβέρνηση, που δεν θα είναι επαναστατική κυβέρνηση αλλά τύπου Αλιέντε, θα μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πραγματικά ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας προς όφελος του λαού. Αυτή ακριβώς την πρόταση που περίμενε να ακούσει ο ελληνικός λαός από το ΚΚΕ, δεν διατυπώθηκε. Και αυτό έπαιξε το ρόλο του στο εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος.

Το δεύτερο πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ οι προτάσεις που έχει διατυπώσει -τα 10 σημεία προεκλογικά και τα 5 σημεία για μια κυβέρνηση συνεργασίας- δεν επαρκούν για μια διέξοδο σε όφελος του λαού από την κρίση. Σωστά έβαλε το θέμα καταγγελίας των μνημονίων και άρσης των μέτρων που έχουν παρθεί. Θεωρώ, όμως, ότι αυτό ακριβώς το βήμα που προσδοκά διακαώς ο λαός, δεν μπορεί να γίνει χωρίς σύγκρουση με τα κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Ένα από αυτά είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται σε σύγκρουση με τη δομή και την πολιτική της υπαρκτής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν συμφωνώ. Προβληματισμό εξάλλου προκαλούν οι τελευταίες διατυπώσεις Τσίπρα στο CNBC και στην επιστολή προς την ΕΕ. Μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη βασισμένη σε ένα δημόσιο τομέα που έχει εξυγιανθεί και εκδημοκρατιστεί, αν η χώρα μας δεν έχει στοιχειωδώς ένα νομισματικό εργαλείο δικό της; Νομίζω ότι η εμπειρία από άλλες χώρες, και μάλιστα με όχι ιδιαίτερα ριζοσπαστικό πρόγραμμα, όπως για παράδειγμα η Αργεντινή, έδειξε ακριβώς αυτό: ακόμα και για μια διαφορετική διαχείριση-ακόμα και στο πλαίσιο του καπιταλισμού- αναγκάστηκε να αξιοποιήσει το δικό της νομισματικό εργαλείο (να αποσυνδέσει το πέσο από το δολάριο). Η έξοδος από το ευρώ εξαρτάται με ποιους όρους θα γίνει και με ποιο πλαίσιο πολιτικής. Μπορεί πράγματι αν υπάρξει έξοδος από το ευρώ, να τη διαχειριστούν οι καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας ή του εξωτερικού και τα βάρη της κρίσης να πέσουν σκληρά στις πλάτες του λαού. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει εργαλείο ανακατανομής του πλούτου, μαζί με μια σειρά άλλων μέτρων, στα οποία δίνω βασική σημασία: εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας με εργατικό έλεγχο, χωρίς τα οποία δεν μπορείς να έχεις αναπτυξιακό μοχλό.

Τώρα είναι μια καλή ευκαιρία να δείξουμε στον ελληνικό λαό ότι μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη με μοχλό έναν άλλο δημόσιο τομέα, όπου θα υπάρχει εργατικός έλεγχος, λαϊκός έλεγχος, θα είναι εκδημοκρατισμένος, δεν θα είναι πελατειακός, που δεν θα εξυπηρετεί το μεγάλο κεφάλαιο κ.λπ. Είναι μια ευκαιρία να υπάρξει και μια ιδεολογική αντεπίθεση σε αυτό.

Κομβικό σημείο είναι το θέμα των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν το λέω από κάποια ιδεοληψία και εμμονή, αλλά πιστεύω ότι η ίδια η εμπειρία των τελευταίων χρόνων καταδεικνύει το ληστρικό ρόλο της σε βάρος των ασθενέστερων λαών. Και ο γερμανός εργαζόμενος έχει ήδη πληγεί από αυτή την πολιτική. Οι χώρες που έχουν εξαρτημένη θέση στον καταμερισμό εργασίας, όπως η χώρα μας, πλήττονται διπλά. Είναι βασικό ζήτημα να τεθεί το θέμα των σχέσεων της χώρας με την ΕΕ. Μια φιλολαϊκή κυβέρνηση, μια αντιμονοπωλιακή κυβέρνηση, μπορεί να θελήσει να αναπτύξει την αγροτική οικονομία, αλλά θα βρει μπροστά της την Κοινή Αγροτική Πολιτικής της ΕΕ. Θέλουμε να αναπτύξουμε τα ναυπηγεία, θα βρούμε μπροστά μας την ΕΕ. Θέλουμε να ανατρέψουμε τις ιδιωτικοποιήσεις, θα βρούμε μπροστά μας την ΕΕ. Άρα, είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε το θέμα της μονομερούς διαγραφής του χρέους και της αντίθεσης και εξόδου από την ΕΕ.

Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα επηρεάζουν την Ευρώπη των λαών;

Οτιδήποτε γίνεται σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης έχει αντίκτυπο. Ξεσηκώνονται οι φοιτητές στο Παρίσι και έχει αντίκτυπο και στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Αντίστοιχα, τέτοια μεγάλα γεγονότα, όπως είναι η καταδίκη των δυνάμεων του μνημονίου, δεν μπορεί παρά να έχουν αντίκτυπο. Και αυτό είναι πάρα πολύ θετικό. Αν μπορέσουμε να βγάλουμε τη χώρα μας από την κρίση προς όφελος του λαού, σε μια κατεύθυνση αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή, νομίζω πως θα έχει οπωσδήποτε αντίκτυπο στην Ευρώπη. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρξει καλύτερος συντονισμός των κινημάτων της Ελλάδας, της Ευρώπης, του κόσμου. Για να υπάρξει Ευρώπη των λαών πρέπει να γκρεμιστεί η ΕΕ των μονοπωλίων.

Ποια θεωρείς ότι πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα;

Πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, λαϊκού, πατριωτικού μετώπου, που, μιλώντας με όρους επιστημονικούς, θα πρέπει να είναι αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό και δημοκρατικό. Θα θέσει στο στόχαστρο το μεγάλο κεφάλαιο, θα κόψει τους δεσμούς εξάρτησης από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Σε σχέση με τη δημοκρατία: υπάρχει βαθιά ανάγκη ριζικού, μέχρι το κόκκαλο, εκδημοκρατισμού του κρατικού μηχανισμού, όπως των σωμάτων ασφαλείας. Γιατί επίσης να μη σκεφτούμε τις λαϊκές και εργατικές συνελεύσεις ως θεμελιώδη θεσμό της δημοκρατίας; Ή την ανακλητότητα των αντιπροσώπων; Θέλω να πω, στην ατζέντα δημοκρατία πρέπει να δούμε και τέτοιου είδους ζητήματα, πέρα από το αυτονόητο, το άμεσο θέμα της απλής αναλογικής.

Το κίνημα των πλατειών συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση;

Οι πλατείες, με έναν τρόπο όχι ώριμο όπως είναι φυσικό, έθεσαν ίσως ψήγματα τέτοιων ιδεών, οι οποίες για τη μαρξιστική σκέψη δεν είναι ούτε καινούργιες, ούτε πρωτοφανείς. Να θυμίσω ότι πολλά από αυτά τα έχει ζήσει ο ελληνικός λαός ως εμπειρία στους λαογέννητους θεσμούς της ΕΑΜικής αντίστασης. Και πιο πριν ακόμα, το σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου προέβλεπε μια σειρά τέτοιων θεσμών, όπως η ανακλητότητα, τους οποίους η αστική τάξη ξεφορτώθηκε γρήγορα γρήγορα για να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της.

Νομίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει ανάγκη συγκρότησης ενός τέτοιου μετώπου, που θα έχει ορισμένους άξονες που θα απαντούν στο σήμερα: μονομερής διαγραφή του χρέους, ανάπτυξη σε όφελος του λαού με μοχλό τον εθνικοποιημένο τραπεζικό τομέα και το δημόσιο τομέα μετά την εξυγίανσή του και τον εκδημοκρατισμό του με εργατικό έλεγχο, σε αντίθεση με τις πολιτικές που έρχονται από την ΕΕ και τελικά με έξοδο από αυτήν.

Τα κινήματα που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια όπως το Δεν Πληρώνω, οι πλατείες, το κίνημα της πατάτας κ.λπ. πώς έχουν επηρεάσει το πολιτικό σύστημα και την αριστερά;

Είμαι υπέρ της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης του αυθόρμητου με το συνειδητό. Και έτσι βλέπω τα κινήματα. Κάθε κίνημα έχει τη δική του συμβολή, τις δικές του ιδιαιτερότητες και αδυναμίες και έχει σημασία οι δυνάμεις που έχουν ένα σχέδιο επιστημονικό, βασισμένο στην ανάλυση αυτής της κατάστασης, να μπολιάζουν το αυθόρμητο και να το καθιστούν πιο ώριμο. Τα ρυάκια είναι ευπρόσδεκτα και πρέπει να γίνεται προσπάθεια να χύνονται στο μεγάλο ποτάμι του λαϊκού μετώπου.

Η ακροδεξιά χρησιμοποιεί τα εργαλεία των κινημάτων την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα, τη συντροφικότητα προς όφελος της. Είδαμε τη Χρυσή Αυγή να οργανώνει συσσίτια μόνο για έλληνες πολίτες...

Και μην ξεχνάτε ότι όποιος δέχτηκε την αλληλεγγύη τέτοιου είδους κινήσεων, όταν θα τολμήσει να αμφισβητήσει, το δικό του κεφάλι θα τσακίσουν. Αυτό είναι μια δημαγωγία των νεοναζιστικών δυνάμεων, που την είδαμε στη Γερμανία του Χίτλερ, αλλά και με άλλες μορφές, στους ισλαμιστές. Θέλω να πω ότι συχνά δυνάμεις αντιδραστικές χρησιμοποιούν εργαλεία του κινήματος, προκειμένου να δημαγωγήσουν.

Με τέτοιες δημαγωγικές πρακτικές έφτασε από το 0,5% στο 7% σε τρία μόλις χρόνια.

Μια σειρά άνθρωποι απελπισμένοι, που δεν μπορούν ακόμα να δουν πού βρίσκεται η διέξοδος, παρασύρθηκαν από αυτή τη δημαγωγία. Η ευθύνη εντοπίζεται κυρίως στο ίδιο το πολιτικό σύστημα και τα μμε, που ανέχτηκε και πολλές φορές πατρονάρισε τη Χρυσή Αυγή και τέτοιου είδους πρακτικές.

Γίνεται μια προσπάθεια εκφοβισμού του λαού από τις δυνάμεις του μνημονίου, ώστε να μην ανατραπούν στις ενδεχόμενες εκλογές. Τα εκβιαστικά διλήμματα του δικομματισμού μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελός του;

Είναι βέβαιο ότι θα ασκηθεί ένας τεράστιος εκβιασμός σε βάρος του λαού, για να τον κάνουν να υποκύψει. Αυτό, όμως, έχει μια διττή ανάγνωση. Μπορεί να συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Ο ελληνικός λαός, έχοντας την ιστορική εμπειρία, το αίσθημα της αξιοπρέπειας, το αίσθημα ότι πρέπει να υπάρξει μια διέξοδος, μπορεί, παρά την πολιτική δυσκολία που υπάρχει, να φέρει την ανατροπή. Δεν θα είναι εύκολη, ούτε απλώς κοινοβουλευτικός περίπατος.

Το αποτέλεσμα της Χρυσής Αυγής μπορεί να ανατραπεί αν επαναληφθούν οι εκλογές;

Το λαϊκό κίνημα να πιέσει τις πολιτικές δυνάμεις να απομονώσουν στην πράξη τον ναζισμό. Χρειάζεται πλατιά ενημέρωση όχι μονάχα για το τι υπήρξε ο ναζισμός ιστορικά, αλλά και για το τι είναι σήμερα. Παρότι πλασάρονται ως αντισυστημικοί είναι το βαθύ κράτος, είναι οι ραβδούχοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου.



Επιτρέψτε μου μια τελική παρατήρηση: ο λαός μας συσσωρεύει πείρα και σοφία. «Οι νύχτες είναι γκαστρωμένες» όπως έλεγε ο Χαρίλαος Φλωράκης.



***


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο CyprusNews.eu
Μάρτιος 2012


-- Σε άρθρο σας με θέμα «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ: η επικαιρότητα της λενινιστικής προσέγγισης», σημειώνετε χαρακτηριστικά: «ο Μαρξ στο Κεφάλαιο είχε ήδη επισημάνει τη μεταφορά υπερκερδών και υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες στις περισσότερο ισχυρές. Στην περίοδο της κρατικομονοπωλιακής βαθμίδας του καπιταλισμού παρατηρείται πιο έντονα το φαινόμενο αυτό. Έτσι ο Λένιν υποστήριξε ότι η ιμπεριαλιστική περίοδος του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται ακριβώς από την «εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη», και συγκεκριμένα από λίγες «εθνικοκρατικές ομάδες των χρηματιστών», από «μια χούφτα κράτη - τοκογλύφους». Σημείωνε επίσης ότι «ιμπεριαλισμός σημαίνει ότι το κεφάλαιο ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών, σημαίνει επέκταση και επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης πάνω σε νέα ιστορική βάση»». Αυτό έχει βάση στη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα;  Θεωρείτε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας έχουμε απώλεια ή εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας και ένα είδος «οικονομικής κατοχής»;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νομίζω πως οι οδυνηρές για τον ελληνικό λαό εξελίξεις επιβεβαιώνουν στο ακέραιο τη λενινιστική ανάλυση. Είναι παραπάνω από προφανές ότι η ΕΕ και το ευρώ ενέτειναν την ανισομετρία στην ανάπτυξη, μεγάλωσαν το χάσμα ανάμεσα στις περισσότερο και στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Ο οικονομικός δρόμος που ακολούθησε και ακολουθεί η χώρα μας, πέρα από το βαθιά κοινωνικά άδικο χαρακτήρα του, συρρικνώνει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και ιδίως τη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση, δημιουργεί νέα δεσμά εξάρτησης και καθυπόταξης της Ελλάδας, αυξάνει την απόσταση που τη χωρίζει από τις αναπτυγμένες χώρες.
Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις της και να σταθεροποιήσει το καθεστώς της, ήταν πάντοτε πρόθυμη να εκχωρήσει εθνική κυριαρχία. Η παραχώρηση κυριαρχίας έλαβε και συνταγματική μορφή. Την εθνική κυριαρχία δεν την απεμπολεί ο ελληνικός λαός ούτε χάνεται από μόνη της. Είναι επιλογή της κυρίαρχης τάξης.
Για να μην ανατρέξω στο απώτερο ιστορικό παρελθόν και στο Ψήφισμα της υποτέλειας του 1825, θα θυμίσω μόνο τα εξής: α. Το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 και το σχετικό ν.δ. 2687/1953 που στήριξαν από κοινού οι παρατάξεις του Κέντρου και της Δεξιάς. Το άρθρο αυτό παραχωρούσε συνταγματική προστασία στην ασυδοσία του ξένου κεφαλαίου, και, όχι τυχαία, στο ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Το άρθρο αυτό παρέμεινε αυτούσιο στα «Συντάγματα» της χούντας. Στη Α’ Συνταγματική Πράξη του 1974 με την οποία αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, σε ένα από τα δεκαπέντε άρθρα της περιλαμβανόταν αυτούσιο το άρθρο αυτό! Στη συνέχεια το άρθρο περιελήφθη στο Σύνταγμα του 1975.
Β. Το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης του 1963 προέβλεπε διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΟΚ ενώ το άρθρο 28 του Συντάγματος του 1975 αποτέλεσε τη βάση της παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Αποτελεί τη συνταγματική έκφραση της υποδεέστερης θέσης της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η υιοθέτηση του άρθρου 28 του Συντάγματος είχε προκαλέσει σφοδρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό. Ήταν τέτοια η εμμονή των κυρίαρχων οικονομικά και πολιτικά δυνάμεων στην επιλογή αυτή που δεν αποδέχτηκαν καμιά από τις προτάσεις της τότε αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος. Δεν έγινε δεκτή ούτε τροπολογία που πρότεινε αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών προκειμένου να αποφασίζει η Βουλή περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία.
Στη συνέχεια, όπως είναι γνωστό, τα παραπάνω χαρακτηριστικά του άρθρου 28 ενισχύθηκαν. Σε συνθήκες δικομματικής συναίνεσης, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο αυτό η ερμηνευτική δήλωση που διευκρινίζει ότι «το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και, παράλληλα, με το άρθρο 80 κατοχυρώθηκε η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Σαν συνέπεια, η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή και των προεδρικών διαταγμάτων αποτελούν μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα ειλημμένων αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χαρακτηριστική υπήρξε η τύχη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος του 1975/1986/2001. Η διάταξη αυτή επιχειρούσε να θέσει κάποιους ελάχιστους και όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των ισχυρών ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης να αναλαμβάνουν έργα του δημοσίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάργησε ουσιαστικά με την παρέμβασή της το σχετικό άρθρο του Συντάγματος.
Γ. Με την οικονομική κρίση η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας έγινε περισσότερο εμφανής και, από την άλλη, πιο έντονη. Η επιβολή δημοσιονομικής εποπτείας βάσει των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσα ακολούθησαν και διαδραματίζονται στις μέρες μας σημαίνουν την επιβολή ολοένα και στενότερου οικονομικού ελέγχου και επιτήρησης στη χώρα μας. Όλες οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις γύρω από την οικονομική πολιτική, και όχι μόνο, υπαγορεύθηκαν και υπαγορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπαγορεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να ικανοποιούνται προνομιακά οι δανειστές.
Τα Μνημόνια, οι εφαρμοστικοί των Μνημονίων νόμοι, οι δανειακές συμβάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση και που παραχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα, πέρα και από τις όποιες προβλέψεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, το σύνολο των νομοθετικών αντιλαϊκών επιλογών που εκπορεύονται από αυτά, το λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας, οι τροποποιήσεις του κρατικού προϋπολογισμού με βάση τις απαιτήσεις των δανειστών, οι νόμοι με τους οποίους περικόπηκαν δραστικά οι αποδοχές των εργαζομένων δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η κατ’ ουσία κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η λοιπή σχετική νομοθεσία καθώς επίσης οι μηχανισμοί καθημερινής επιτήρησης και παρακολούθησης της νομοθετικής πολιτικής όσο και της εφαρμογής των νόμων από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όλα αυτά αποτελούν τις καθημερινές απτές πλευρές της παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη και το υπάρχον Σύνταγμα έχει τσαλαπατηθεί με τους χειρισμούς της κυβέρνησης και των δανειστών.
Είναι εύγλωττη η πρόσφατη δήλωση του κ. Σόιμπλε: οι Έλληνες μπορούν να διεξάγουν όποτε θέλουν τις εκλογές αλλά οφείλουν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. Αλλοίμονο! Μας κάνουν τη χάρη να διεξάγουμε εκλογές! Αρκεί βέβαια να μην ψηφίσουμε διαφορετικά από ό,τι αυτοί επιθυμούν και να μην αμφισβητήσουμε τα Μνημόνια! Στο ίδιο μήκος κύματος και η κ. Μέρκελ φυσικά. Θέλουν, λέει, να προκύψει «ασφαλής πλειοψηφία» στις εκλογές. Ασφαλής για ποιόν; Για τον ελληνικό λαό; Όχι βέβαια! Ασφαλής για τις πολυεθνικές, πρώτιστα της Γερμανίας, και εν γένει για το μεγάλο κεφάλαιο. Και δηλαδή, αν ο ελληνικός λαός ψηφίσει διαφορετικά τι θα γίνει; Μήπως θα ενεργοποιήσουν το άρθρο 222 της Συνθήκης της Λισαβόνας με την ψευδεπίγραφη “ρήτρα αλληλεγγύης”;
Αυτό που επιθυμώ να υπογραμμίσω για μια ακόμη φορά είναι ότι η εκχώρηση αυτή της κυριαρχίας είναι προϊόν της βούλησης της κυρίαρχης τάξης και των πολιτικών της εκφραστών. Ο ελληνικός λαός έχει να αντιμετωπίσει από κοινού το ξένο και εγχώριο μεγάλο κεφάλαιο.


--Την οικονομία ακολουθεί κρίση δικαιωμάτων, ελευθεριών και απώλεια κεκτημένων σε όλους τους τομείς και η ενίσχυση της καταστολής αυτό πώς εξηγείται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος; Θεωρείτε ότι τα εκτεταμένα επεισόδια σε μεγάλα συλλαλητήρια εντάσσονται σε μία προσπάθεια να φοβηθεί ο κόσμος; Είναι αυτό που κάποιοι ισχυρίζονται έκφραση οργής; Ή τελικά δίνουν έναυσμα για μεγαλύτερη καταστολή, που τελικά στοχοποιεί τους ειρηνικούς διαδηλωτές και όχι τους «κουκουλοφόρους»;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σε όλες τις περιόδους οικονομικής κρίσης, γινόμαστε μάρτυρες των ίδιων περίπου τάσεων εξέλιξης στο πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα. Η άρχουσα τάξη επιχειρεί να υπερβεί την κρίση σε βάρος του λαού, συρρικνώνοντας αφόρητα το βιοτικό του επίπεδο, προβαίνοντας σε μια βίαιη αναδιανομή πλούτου σε όφελος των λίγων. Αυτό δεν μπορεί παρά να γεννά αντιδράσεις και αντιστάσεις. Ανεξάρτητα από το βάθος, την έκταση και την προοπτική αυτών των αντιστάσεων, δεν παύουν να δυσκολεύουν την κυρίαρχη τάξη, να θέτουν εμπόδια, να αποτελούν μικρότερο ή μεγαλύτερο κίνδυνο για την πολιτική της, ενίοτε και για το ίδιο το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Για το λόγο αυτό, σε περιόδους κρίσης οι δημοκρατικές κατακτήσεις συρρικνώνονται, πολλές φορές ραγδαία, η αστική δημοκρατία αφυδατώνεται περαιτέρω, κυριαρχεί η «σιδερένια γροθιά» της, σε διάφορες παραλλαγές. Κάποιες φορές, όταν τα άλλα μέσα δεν επαρκούν, παρατηρείται ακόμη και η κατάλυση της δημοκρατίας και της όποιας συνταγματικής νομιμότητας.
Η πορεία συρρίκνωσης των δημοκρατικών ελευθεριών είχε μεθοδικά προετοιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια: από την αντιτρομοκρατική νομοθεσία και τη Συνθήκη Σένγκεν, μέχρι την Europol, τη γενίκευση της ηλεκτρονικής παρακολούθησης, τις ιπτάμενες φυλακές της CIA στις οποίες έδωσε τη συνδρομή της η ΕΕ, τις πολιτικές αποφάσεις της ενάντια στον λεγόμενο “εξτρεμισμό” και τα αντικομμουνιστικά μνημόνια της Ευρωβουλής και του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Τα εκτεταμένα επεισόδια και οι καταστροφές στο περιθώριο των διαδηλώσεων αξιοποιούνται μεθοδικά από τις κυβερνήσεις και τις δυνάμεις καταστολής προκειμένου να χτυπηθούν οι διαδηλώσεις, να τρομοκρατηθεί γενικότερα ο λαός, να συκοφαντηθούν οι αγώνες του. Δεν αποκλείεται η οργή ανώριμων πολιτικά ανθρώπων να βρίσκει διέξοδο σε τέτοιες ενέργειες. Μια τέτοια στάση είναι βαθιά λαθεμένη, επιζήμια για το λαϊκό κίνημα και καταδικαστέα. Ωστόσο, η μεθοδικότητα τέτοιων καταστροφών και βανδαλισμών κάποιες φορές φέρνει στο νου οργανωμένη παρέμβαση παρακρατικών μηχανισμών. Υπάρχει εξάλλου πληθώρα φωτογραφικών ντοκουμέντων. Μην ξεχνάμε το αμερικανικό “εγχειρίδιο εκστρατείας για τις μυστικές υπηρεσίες που διεξάγουν επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης”. Προέβλεπε τη δράση προβοκατόρων για την εξαπόλυση βίαιων εκδηλώσεων ώστε να δοθεί το πρόσχημα της καταστολής. Ανάλογου περιεχομένου ήταν οι σχετικές αποκαλυπτικές δηλώσεις του πρώην προέδρου της Ιταλικής δημοκρατίας κ. Κοσίγκα ο οποίος μίλησε το 2008 ανοιχτά για τη δράση μηχανισμών που καταστρέφουν και λεηλατούν στο περιθώριο των διαδηλώσεων για να δώσουν την ευκαιρία στις αστυνομικές δυνάμεις να παρέμβουν.

--
Η κρίση μπορεί να στρέψει στο φασισμό; Με δεδομένες τις επιθέσεις που είδαμε εναντίον μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα και αλλού, μία ξενοφοβία σε τροχιά ανόδου, καθώς και την ενίσχυση ακραίων τάσεων όπως η Χρυσή Αυγή, μπορούμε να δούμε μία ισχυρή αναβίωση της άκρας δεξιάς και με τι συνέπειες; Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί και αν η Αριστερά στην Ελλάδα μπορεί να το αποτρέψει.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι γνωστό, από την ιστορική εμπειρία, ότι στις περιόδους κρίσης η άρχουσα τάξη ενισχύει πολύπλευρα τους παρακρατικούς μηχανισμούς, τις κάθε λογής φασιστικές οργανώσεις. Παράλληλα, τμήματα του λαού μπορούν να γίνονται πιο ευάλωτα στη φασιστική προπαγάνδα. Αντί να καταλογίζουν ευθύνες στο μεγάλο κεφάλαιο για τη φτώχεια, καταλογίζουν στους πιο αδύναμους και κατατρεγμένους. Αυτό είναι το ψυχολογικό προφίλ της φαιάς προπαγάνδας. Οι οργανώσεις αυτές χρησιμοποιούνται, παράλληλα και μαζί με τους μηχανισμούς καταστολής, για το δραστικό περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών. Η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων μπορεί να γίνει μόνο αν με συνέπεια καταδεικνύεται ο ταξικός χαρακτήρας των φασιστικών οργανώσεων: είναι υπηρέτες και ραβδούχοι του μεγάλου κεφαλαίου.
Άλλωστε και ο Χίτλερ, για να ξεγελάσει το γερμανικό λαό, χρησιμοποιούσε αρχικά και αντικεφαλαιοκρατική ρητορεία ανακατεμένη με τα ρατσιστικά του κηρύγματα. Τη ίδια στιγμή οι ναζί χρηματοδοτούνταν αδρά από τους ισχυρούς κεφαλαιοκράτες. Μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ εξόντωσε, πριν από όλους, τους δικούς του συνεργάτες στο κόμμα που πίστεψαν με τον τρόπο τους τα όποια αντικεφαλαιοκρατικά του συνθήματα. Στην Ελλάδα εξάλλου, ο εθνικισμός αυτός των οργανώσεων δεν μπορεί να κρύψει την υποτέλειά τους έναντι του ξένου ιμπεριαλιστικού παράγοντα: γερμανικού, βρετανικού αμερικανικού. Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό δεδομένο.

--
Στην Ελλάδα με το δεύτερο μνημόνιο εγκρίθηκαν μία σειρά εφαρμοστικών νόμων, που καταργούν εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με συνοπτικές διαδικασίες. Ενέργειες οι οποίες έγιναν από μία κυβέρνηση η οποία δεν είναι εκλεγμένη άμεσα από το λαό. Υπάρχει συνταγματική εκτροπή, τόσο στα νομοθετήματα όσο και στον τρόπο ανάδειξης της συγκεκριμένης κυβέρνησης;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και βέβαια υπάρχει εκτροπή. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Παπαδήμου εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αν είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές διατάξεις. Το ίδιο και το πλήθος των νομοθετημάτων που ψηφίστηκαν, η διαδικασία και με την οποία ψηφίστηκαν. Στην πραγματικότητα ζούμε σε συνθήκες συνταγματικής εκτροπής. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτή η βίαιη επίθεση στο βιοτικό επίπεδο του λαού, παραβιάζεται συστηματικά ακόμη και το ισχύον, συντηρητικό Σύνταγμα.


-- Αναπτύσσεται πλέον μία συζήτηση για το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου και για την ανάγκη ενός νέου Συντάγματος που θα «απαντά στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής». Πιστεύετε ότι θα γίνει και προς ποια κατεύθυνση και στόχο θα είναι αυτή η αναθεώρηση;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Έχει πράγματι ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση. Ανεξάρτητα από τις αποχρώσεις, η μελλοντική αναθεώρηση του Συντάγματος, εφόσον δεν έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί δύναμης σε όφελος του λαού, θα οδηγήσει σε ένα ακόμη πιο αντιδραστικό Σύνταγμα. Το πρόσχημα θα είναι βέβαια η εξυγίανση του πολιτικού συστήματος. Κάτω από αυτή την ομπρέλα προβάλλονται ήδη οι πιο αντιδραστικές απόψεις. Όλες συγκλίνουν στην ακόμη μεγαλύτερη παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, στον περιορισμό των ελευθεριών, στην αποδυνάμωση των όποιων, περιορισμένων μέχρι σήμερα δυνατοτήτων είχε ο λαός να ελέγχει τους βουλευτές και το πολιτικό σύστημα.
Απαιτούνται αλλαγές στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Έχω αναπτύξει διεξοδικά μια σειρά προτάσεις στον πρόλογο του βιβλίου μου Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975, (εκδ. Ξιφαράς 2011, προσβάσιμος και στο www.kaltsonis.blogspot.com). Υποστηρίζω ότι ο λαός έχει ανάγκη μιας δέσμης ριζοσπαστικών, επαναστατικών μέτρων που θα βαθύνουν τη δημοκρατία ως εκεί που θα τον βοηθούν να κατακτήσει την πολιτική κυριαρχία.
Επειδή θα με ρωτήσετε, σας προλαβαίνω: τέτοιοι θεσμοί δεν είναι άγνωστοι. Ας αξιοποιήσουμε την εμπειρία, στις σύγχρονες συνθήκες, των λαογέννητων θεσμών που αναπτύχθηκαν κατά την εθνική αντίσταση ενάντια στη γερμανική κατοχή. Οι λαϊκές συνελεύσεις, η λαϊκή αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, η αιρετότητα και ανακλητότητα κάθε δημόσιου λειτουργού, ο απόλυτος λαϊκός έλεγχος από τα κάτω είναι μερικοί από αυτούς.

--Θεωρείτε πιθανή μία ελληνική χρεοκοπία και τελικά ποια θα ήταν η διαφορά από τη σημερινή κατάσταση; Παρά την τρομοκρατία και τα εκβιαστικά διλήμματα του χαρακτήρα «μέτρα ή χάος», πιστεύετε ότι διαμορφώνονται συνθήκες για κοινωνική έκρηξη και πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όσο δεν ενισχύεται η λαϊκή αντίδραση, οι ξένοι και ντόπιοι πλουτοκράτες θα γίνονται πιο επιθετικοί, πιο αδίστακτοι. Όσο δυναμώνει το απεργιακό κίνημα, οι λαϊκές διαδηλώσεις, οι εργαζόμενοι όλο και κάτι θα κερδίσουν. Μπορούν να ανακόψουν κάποιες από τις πιο αιχμηρές πτυχές της επίθεσης.
Αν αγωνιστούμε, σίγουρα κάτι θα πετύχουμε, αν όχι τώρα, αργότερα. Αν δεν αγωνιστούμε, δεν θα πετύχουμε ποτέ τίποτα. Θα μας περιμένει η εξαθλίωση και, το χειρότερο, η ηθική κατάπτωση. Με αυτό τον αγώνα θα κερδίσουμε πρώτα απ' όλα την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά μας. Και στην κατοχή κάποιοι πίστευαν ότι είναι αδύνατη και μάταιη η αντίσταση. Αποδείχθηκε ότι δεν είχαν δίκιο.
Οι λαϊκοί αγώνες μπορεί να διαμορφώσουν τις συνθήκες για τη δημιουργία της πολιτικής εναλλακτικής λύσης. Αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί αλλού παρά στη δημιουργία ενός λαϊκού πατριωτικού μετώπου. Μόνο ένα τέτοιο λαϊκό, πατριωτικό μέτωπο, που στο κοινωνικό του περιεχόμενο θα είναι αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό και δημοκρατικό, μπορεί να κατακτήσει την εθνική ανεξαρτησία και, ταυτόχρονα, να ανοίξει δρόμους για γενικότερες, επαναστατικές αλλαγές, να διεκδικήσει και να επιβάλλει την άμεση λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των δικαιωμάτων του λαού, τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας με παράλληλη εγκαθίδρυση μορφών αποφασιστικού εργατικού και λαϊκού ελέγχου. Απαιτείται τελικά η απαλλαγή του λαού από το σημερινό σύστημα κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή του από μια νέα, γνήσια λαϊκή, βαθιά δημοκρατική, επαναστατική πολιτική κυριαρχία: εκείνη της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.


--
Πιστεύετε ότι η κρίση είναι ελληνική υπόθεση ή θα υπάρξει διάχυση και ένα είδος ντόμινο, τόσο όσον αφορά τις οικονομίες όσο και την άλωση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, ελευθεριών και κεκτημένων και για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η καπιταλιστική κρίση είναι παγκόσμια. Στις ασθενέστερες χώρες εκδηλώνεται με μεγαλύτερη οξύτητα. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει διάχυση όπως και ότι η επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων θα επεκταθεί παντού. Στις μεγάλες, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις η επίθεση αυτή αναπτύσσεται με χαμηλότερους ρυθμούς. Οι άρχουσες τάξεις έχουν τη δυνατότητα αυτή καθώς απομυζούν τους λαούς δεκάδων άλλων χωρών μέσου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης. Μέρος των υπερκερδών διοχετεύεται για να διαφυλάσσουν ακόμη την κοινωνική συναίνεση. Η τάση όμως για αφαίρεση των κατακτήσεων είναι κοινή. Ένας τρόπος υπάρχει για να αλλάξουν τα πράγματα: να μιλήσουν οι λαοί.



***