Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982: ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα ή ο δρόμος για τον καπιταλισμό;

δημοσίευση περ. Κρίση, τ. 2/2017, σελ. 31-50

Περίληψη: Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982, όταν ψηφίστηκε, αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό την διαμορφωμένη κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα και παράλληλα τις κατευθύνσεις κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης που χαράσσονταν από την κρατική ηγεσία. Η μελέτη του βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την περίοδο. Ομαλοποίησε την πολιτική κατάσταση στη χώρα μετά την υπέρβαση της “πολιτιστικής επανάστασης” αλλά δεν έδωσε την αναγκαία ώθηση στην επαναστατική δημοκρατία, δεν αποκατέστησε τις λαϊκές ελευθερίες. Παρουσίαζε πολλές αναλογίες με το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977, τόσο από την άποψη της μορφής όσο και από την άποψη της κοινωνικο-ταξικής του ουσίας. Δεν μπορούσε να αναζωογονήσει τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και τη λαϊκή εξουσία. Ήταν ένα Σύνταγμα που αντανακλούσε και αναπαρήγαγε τη γραφειοκρατική στρέβλωση του σοσιαλιστικού κράτους. Δεν αποτελούσε συνειδητό βήμα προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αλλά όσο οι σοσιαλιστικές σχέσεις νοθεύονταν από το βαθμιαίο γραφειοκρατικό εκφυλισμό, τόσο άνοιγε αντικειμενικά ο δρόμος για την καπιταλιστική παλινόρθωση που ακολούθησε. Το Σύνταγμα του 1982 ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα αλλά με πολύ ουσιαστικές αλλαγές οι οποίες επήλθαν με τις αναθεωρητικές διαδικασίες του 1988, του 1993, του 1999 και του 2004. Οι αλλαγές αυτές, ιδίως εκείνες του 1993 και εντεύθεν, μετέβαλαν τις διατάξεις που αφορούν στην οικονομία στη λογική της οικονομίας της αγοράς.

Μετά το θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ το 1976 η Κίνα άρχισε να εξέρχεται από την ταραχώδη περίοδο της “πολιτιστικής επανάστασης”. Η μετάβαση εκφράστηκε συνταγματικά με την ψήφιση του Συντάγματος του 1978, το οποίο αντικατέστησε εκείνο του 1975. Το τελευταίο εξέφραζε τις αντιλήψεις και πρακτικές της πολιτιστικής επανάστασης. Το Σύνταγμα του 1978 ήταν όμως μεταβατικό, στο βαθμό που ξεκαθάριζε η εσωκομματική κατάσταση σε όφελος εκείνων που ήθελαν την αποκοπή των δεσμών με την πολιτιστική επανάσταση1.
Λίγα χρόνια μετά υιοθετήθηκε ένα νέο Σύνταγμα, εκείνο του 1982. Αυτό το Σύνταγμα ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα στην Κίνα, βέβαια με πολύ ουσιαστικές αλλαγές οι οποίες επήλθαν με τις αναθεωρητικές διαδικασίες του 1988, του 1993, του 1999 και του 2004. Οι αλλαγές αυτές, ιδίως εκείνες του 1993 και εντεύθεν, μετέβαλαν τις διατάξεις που αφορούν στην οικονομία.
Το Σύνταγμα του 1982, όπως όλα τα Κινεζικά Συντάγματα, αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό την διαμορφωμένη κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόταν η κρατική ηγεσία και, παράλληλα, τις κατευθύνσεις κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης που χαράσσονταν. Με αυτή την έννοια, η μελέτη του Συντάγματος του 1982 βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την περίοδο.
Πρέπει πρωτίστως να σημειωθεί ότι το Σύνταγμα αποτέλεσε καρπό της πλήρους επικράτησης στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας της ομάδας του Ντενγκ Σιαο Πινγκ. Η επικράτηση αυτή υπήρξε το επιστέγασμα της πορείας που ξεκίνησε από το θάνατο του Μάο και τον παραμερισμό της λεγόμενης “συμμορίας των τεσσάρων”. Ωστόσο δεν ήταν απόλυτη από την αρχή. Για ένα διάστημα συνυπήρξε με την ομάδα υπό τον Χούα Κούο Φενγκ ο οποίος εκπροσωπούσε αντιλήψεις που βρίσκονταν εγγύτερα προς την πολιτιστική επανάσταση.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η ανασυγκρότηση των οργάνων εξουσίας την οποία αντανακλούσε αλλά και διαμόρφωνε το νέο Σύνταγμα του 1982 έδωσαν ώθηση στην οικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους ή αν, αντίθετα, υπονόμευσαν παραπέρα την πορεία αυτή που ξεκίνησε το 1949.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας άρχισε να οικοδομείται ένα επαναστατικό δημοκρατικό κράτος το 1949 το οποίο βασιζόταν στην εργατική τάξη και στους αγρότες. Στη λογική αυτή αναπτύχθηκαν και θεσμοθετήθηκαν με το πρώτο Σύνταγμά της το 1954 τα όργανα εξουσίας2. Σχετικά σύντομα όμως η όποια λαϊκή συμμετοχή άρχισε να αποδυναμώνεται και η χάραξη της πολιτικής να γίνεται αποκλειστικά αντικείμενο της ηγεσίας του ΚΚ Κίνας. Μια σειρά σημαντικές αποφάσεις, όπως αυτή του “μεγάλου άλματος μπροστά” το 1958, ελήφθησαν χωρίς έστω και την τυπική έγκριση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Για την ακρίβεια δεν είχαν την έγκριση ούτε των κομματικών οργάνων και βρίσκονταν σε αντίθεση με τις αποφάσεις του 8ου συνεδρίου του ΚΚ Κίνας που συνήλθε το 1956.
Λίγο αργότερα ξέσπασε η “πολιτιστική επανάσταση” η οποία οδήγησε στην πλήρη κατάργηση των οργάνων εξουσίας και στον πλήρη παραμερισμό του Συντάγματος. Οι οξύτατες πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου ήταν περισσότερο μια διαπάλη ανάμεσα στο προσκείμενο στον Μάο Τσε Τουνγκ τμήμα της ηγεσίας του ΚΚ Κίνας και στο τμήμα εκείνο που αντιτάχθηκε στους πειραματισμούς του “μεγάλου άλματος” και της “πολιτιστικής επανάστασης”. Παρά το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή παρατηρήθηκε συμμετοχή λαϊκών στρωμάτων στις διαδικασίες, ωστόσο αυτή δεν οδήγησε σε κάποιου είδους λαϊκά όργανα εξουσίας. Αντίθετα, οι επιτροπές που παραμέρισαν τα όργανα εξουσίας που είχε θεσμοθετήσει το Σύνταγμα του 1954, ήταν διορισμένες και στηρίζονταν κυρίως στην ισχύ των ενόπλων δυνάμεων της Κίνας, οι οποίες τάχθηκαν με το μέρος του Μάο Τσε Τουνγκ.
Στην ύστερη περίοδο της “πολιτιστικής επανάστασης” σημειώθηκε προσπάθεια ομαλοποίησης της κατάστασης. Αυτή εκφράστηκε με τη σύγκληση και πάλι, ύστερα από καθυστέρηση πολλών ετών, του 9ου συνεδρίου του ΚΚ Κίνας το 19693. Λίγο αργότερα συγκλήθηκε και πάλι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση και ψηφίστηκε το βραχύβιο και σύντομο (μόνο με 30 άρθρα) Σύνταγμα του 1975. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ούτε οι αντιπρόσωποι του 9ου συνεδρίου ούτε οι αντιπρόσωποι του λαού στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση εκλέχτηκαν. Υποδείχθηκαν μέσω διαβουλεύσεων όπου φυσικά τον καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ηγεσία του ΚΚ Κίνας και οι εσωτερικές της ισορροπίες.
Σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί εύκολα να γίνει λόγος για πολιτική κυριαρχία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Τα βασικά μέσα παραγωγής παρέμεναν όλο αυτό το διάστημα κρατική ιδιοκτησία. Συνυπήρχε βέβαια ο συνεταιριστικός τομέας και, κατά περιόδους, μικρή ιδιωτική ιδιοκτησία. Το θεμέλιο της οικονομίας ήταν χωρίς αμφιβολία ο κρατικός τομέας. Η εργατική τάξη δεν ασκούσε όμως την εξουσία παρά μόνο έμμεσα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Από ένα σημείο και έπειτα τις αποφάσεις λάμβανε η κομματική ηγεσία ή το τμήμα εκείνο της κομματικής ηγεσίας που κατόρθωσε να υπερισχύσει κατά την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης.
Υπήρχε πολιτική κινητοποίηση αλλά ο λαός περιοριζόταν στο ρόλο του υποστηρικτή των πολιτικών κινήσεων της όποιας ηγεσίας. Η συμμετοχή των αγροτών ήταν ελάχιστη, των εργατών πολύ μικρή ενώ κυρίως η νεολαία και οι φοιτητές υπήρξαν δραστήριοι την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης αφού αποτέλεσαν τον πολιορκητικό κριό της μαοϊκής ηγεσίας.
Με το θάνατο του Μάο το 1976 η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Οι οικονομικοί δείκτες είχαν επιδεινωθεί, ιδιαίτερα την ταραγμένη διετία 1967-1968, όταν παρουσιάστηκε σημαντική πτώση της βιομηχανικής παραγωγής. Αργότερα βελτιώθηκαν κάπως τα πράγματα αλλά βρίσκονταν πολύ πίσω σε σχέση με την πρώτη περίοδο της ΛΔ Κίνας4. Σημειώθηκε πολιτική αλλαγή με τη σύλληψη της λεγόμενης “συμμορίας των τεσσάρων”. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια πραξικοπηματική κίνηση μελών της ηγεσίας, με τη βοήθεια του στρατού, ενάντια στα τέσσερα μέλη του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας, τα οποία είχαν εξίσου πραξικοπηματικά επιβληθεί και διακριθεί για τις ακρότητες και την αυθαιρεσία τους στη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης5.
Η πορεία έδειχνε να ομαλοποιείται με την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1978 και την επαναλειτουργία της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης και των άλλων οργάνων εξουσίας. Και πάλι όμως σε μεγάλο βαθμό η πολιτική κατεύθυνση και οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονταν με βάση τις εσωτερικές διεργασίες, διαβουλεύσεις και ισορροπίες στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας.
Το Σύνταγμα του 1982, και το κομματικό συνέδριο που προηγήθηκε, έδειχναν να βάζουν τη χώρα σε έναν πιο ομαλό δρόμο. Σήμαινε άρα αυτό ότι θα αποκαθίστατο η λαϊκή εξουσία; Η μελέτη των διατάξεων του Συντάγματος και της πρακτικής τους εφαρμογής μπορεί να δώσει απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα.


Η οργάνωση της εξουσίας: η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση

Το άρθρο 57 ορίζει ότι η Εθνική Λαϊκή Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο εξουσίας του κράτους. Παρόμοια συνταγματική ρύθμιση υπήρξε στο Σύνταγμα του 1954 αλλά και σε όλα τα μεταγενέστερα. Όπως προαναφέρθηκε, η πραγματικότητα έδειξε ότι η Εθνική Λαϊκή Συνέλευση δεν κατέκτησε ποτέ αυτό το ρόλο. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επαναστατικής εξουσίας ο ρόλος της άρχισε να αποδυναμώνεται. Την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης καταργήθηκε.
Όταν αργότερα, την τελευταία περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης, ανασυστάθηκε, δεν απέκτησε ούτε σε επίπεδο διακηρύξεων τη θέση αυτή. Το Σύνταγμα του 1975 όριζε στο άρθρο 16 ότι η Εθνική Λαϊκή Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο εξουσίας αλλά “κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας6. Το Σύνταγμα του 1978 επανέφερε στο άρθρο 20 με λιτή διατύπωση τη θέση ότι “αποτελεί το ανώτατο όργανο εξουσίας του κράτους7.
Η όλη κατάστρωση των άρθρων του Συντάγματος του 1982 δείχνει να αποδίδει μια πιο σημαντική θέση στην Εθνοσυνέλευση σε σύγκριση με το παρελθόν. Σε πολλά ζητήματα φαίνεται πως οι συνταγματικές διακηρύξεις επιστρέφουν σε αυτές του Συντάγματος του 19548. Καταρχήν διευκρινίζεται ότι αυτή ασκεί τη νομοθετική εξουσία (άρθρο 58), προφανώς για να περιοριστεί ο ρόλος της εκτελεστικής εξουσίας στον τομέα αυτό. Τις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Συντάγματος του 1982 η εκτελεστική εξουσία είχε στην πραγματικότητα τον κύριο ρόλο στην υιοθέτηση των νόμων, συχνά παραμερίζοντας την Εθνοσυνέλευση.
Η θητεία της Εθνοσυνέλευσης είναι τώρα πενταετής σε διαφοροποίηση με το Σύνταγμα του 1954 όπου ήταν τετραετής. Αποτελείται από 3000 περίπου αντιπροσώπους. Συνέρχεται σε σύνοδο μόνο μια φορά το χρόνο, όπως προέβλεπε και το Σύνταγμα του 1954. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει την εξουσία της σε όφελος της Διαρκούς Επιτροπής της. Δίνεται η δυνατότητα για έκτακτη σύγκλησή της αν το ζητήσει το 1/5 των βουλευτών. Παρόμοια διάταξη υπήρχε στο Σύνταγμα του 1954. Αν και δεν αξιοποιήθηκε κάποια φορά, ωστόσο παρέχει μια ευχέρεια που αναβαθμίζει σχετικά τη σημασία της.
Η Εθνοσυνέλευση εκλέγει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της χώρας και, κατόπιν πρότασης του προέδρου, τον πρωθυπουργό. Μετά από πρόταση του πρωθυπουργού εκλέγει τους υπουργούς. Εκλέγει επίσης τον πρόεδρο της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, τον πρόεδρο του Ανωτάτου Λαϊκού Δικαστηρίου και τον Γενικό Εισαγγελέα. Κατόπιν πρότασης του προέδρου της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής εκλέγει τα υπόλοιπα μέλη της. Η Εθνοσυνέλευση ή η Μόνιμη Επιτροπή της, βάσει του άρθρου 63, μπορεί να ανακαλέσει όλους τους προηγούμενους.


Η Μόνιμη Επιτροπή της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης

Στην πραγματικότητα όμως, το γεγονός ότι η Εθνοσυνέλευση συνέρχεται μια φορά το χρόνο σε σύνοδο και ότι αποτελείται από χιλιάδες μέλη αποδυναμώνει τη θέση της. Την τρέχουσα νομοθετική εργασία αναλαμβάνει η Μόνιμη Επιτροπή της.
Η Μόνιμη Επιτροπή της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης εκλέγεται από την τελευταία. Τα μέλη της Μόνιμης Επιτροπής ανακαλούνται οποτεδήποτε από την Εθνοσυνέλευση. Η Μόνιμη Επιτροπή είναι υπεύθυνη έναντι της Εθνοσυνέλευσης και δίνει λόγο για τις πράξεις της (άρθρο 69). Ο αριθμός της δεν είναι καθορισμένος. Συνήθως είναι περίπου 200. Αυτό δίνει τη δυνατότητα μιας συνεκτικής παρουσίας και εργασίας.
Η σημασία της Μόνιμης Επιτροπής φαίνεται και από το ότι τα μέλη της, βάσει του άρθρου 65, δεν μπορούν παράλληλα να αναλαμβάνουν λειτουργίες σε διοικητικά, δικαστικά ή εισαγγελικά όργανα του κράτους. Επίσης, ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Μόνιμης Επιτροπής δεν επιτρέπεται να επανεκλεγούν σε αυτή τη θέση παρά μόνο μια φορά ακόμη (άρθρο 66). Το ανώτατο όριο των δύο θητειών εισήχθη για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1982, ως μια προσπάθεια περιορισμού της συγκέντρωσης των εξουσιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η σημασία της Μόνιμης Επιτροπής προκύπτει και από το γεγονός ότι ασκεί τα καθήκοντά της όχι μέχρι τη λήξη της πενταετίας της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης αλλά μέχρι η νέα Εθνοσυνέλευση που προκύπτει από τις εκλογές να αναδείξει τη νέα Μόνιμη Επιτροπή της (άρθρο 65). Οι αρμοδιότητες της Μόνιμης Επιτροπής είναι ευρείες. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ το άρθρο 62 απονέμει 15 αρμοδιότητες στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, το άρθρο 67 που αφορά στις αρμοδιότητες της Μόνιμης Επιτροπής περιλαμβάνει 21 σημεία.
Η Μόνιμη Επιτροπή ψηφίζει και τροποποιεί τους νόμους με την εξαίρεση εκείνων που είναι αρμοδιότητα της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Αρμοδιότητα της τελευταίας είναι ο Ποινικός Κώδικας, ο Αστικός Κώδικας, οι θεμελιώδεις νόμοι που σχετίζονται με τη δομή του κράτους αλλά και άλλοι θεμελιώδεις νόμοι, κατά την κρίση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Η ψήφιση των νόμων στη μοναδική ετήσια σύνοδο της Εθνοσυνέλευσης δεν επιτρέπει ιδιαίτερη συζήτηση επ' αυτών. Η Μόνιμη Επιτροπή επιβλέπει την εφαρμογή του Συντάγματος και ερμηνεύει τους νόμους.
Η αρμοδιότητα να ψηφίζει και να τροποποιεί τους νόμους είναι με μια έννοια καινούργια. Στο προηγούμενο Σύνταγμα του 1978 αλλά και σε εκείνο του 1954 η Μόνιμη Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα να εκδίδει διατάγματα νομοθετικού ουσιαστικά περιεχομένου. Εκ των πραγμάτων απονέμεται περισσότερη εξουσία στη Μόνιμη Επιτροπή. Αναβαθμίζεται η έννοια και η σημασία του νόμου.


Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Το Σύνταγμα του 1982 επανέφερε το θεσμό του προέδρου της δημοκρατίας. Ο θεσμός υπήρχε στο Σύνταγμα του 1954 για να καταργηθεί μαζί με το Σύνταγμα κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης. Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος πρόεδρος της δημοκρατίας ήταν ο Μάο Τσε Τουνγκ μέχρι το 1959. Τότε εκλέχτηκε στη θέση αυτή ο Λιού Σάο Σι, δεύτερος σε κύρος στην ιεραρχία του ΚΚ Κίνας. Η αλλαγή αυτή αντανακλούσε ουσιαστικά τη δυσαρέσκεια που υπήρξε έναντι του Μάο εξαιτίας της τυχοδιωκτικής οικονομικής πολιτικής του 1958 με το λεγόμενο “μεγάλο άλμα μπροστά”. Ο Λιού διατηρήθηκε στο αξίωμα μέχρι το 1969 οπότε το αξίωμα καταργήθηκε και ο Λιού βρήκε το θάνατο εν μέσω των ταραχών της “πολιτιστικής επανάστασης”.
Το Σύνταγμα του 1975 δεν προέβλεπε πρόεδρο της δημοκρατίας. Αλλά ούτε και το Σύνταγμα του 1978 που ψηφίστηκε μετά την αποκατάσταση της ομαλότητας προέβλεπε το θεσμό. Εκεί προβλεπόταν μόνο το Συμβούλιο Κρατικών Υποθέσεων, δηλαδή το υπουργικό συμβούλιο ως όργανο της εκτελεστικής εξουσίας.
Στο Σύνταγμα του 1982 ο πρόεδρος της δημοκρατίας είναι, τουλάχιστον με βάση την κατάστρωση των άρθρων, ο δεύτερος σημαντικότερος θεσμός εξουσίας. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με την μάλλον ορθότερη μετάφραση από τα κινεζικά είναι ο πρόεδρος του κράτους9. Κατά την εφαρμογή του Συντάγματος στα χρόνια που ακολούθησαν, ο θεσμός δεν είχε από την αρχή τη σημερινή του βαρύτητα. Μέχρι το 1993 τη θέση καταλάμβανε κάποιο στέλεχος του ΚΚ Κίνας όχι όμως το κορυφαίο του στέλεχος (ο γενικός γραμματέας δηλαδή) αλλά κάποια άλλη ηγετική φυσιογνωμία με ιστορικό συμβολισμό, που συνδεόταν με την επαναστατική παράδοση της χώρας. Ωστόσο, οι δύο πρόεδροι (1983-1988 και 1988-1993) αξιοποίησαν τη θέση τους προκειμένου να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα10.
Ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, που ηγήθηκε του ΚΚ Κίνας μετά το 1978, δεν εξελέγη πρόεδρος της δημοκρατίας. Αυτή ήταν ίσως και μια προσπάθεια να μην υπάρξει συγκέντρωση των εξουσιών σε ένα πρόσωπο ή έστω να φαίνεται ότι δεν υπάρχει συγκέντρωση εξουσιών. Η πρόσφατη εμπειρία της χώρας ήταν αρνητική στο σημείο αυτό. Μετά το 1993 όποιος κατέλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος, καταλάμβανε λίγο αργότερα και τη θέση του προέδρου της δημοκρατίας.
Η Εθνοσυνέλευση μπορεί να εκλέξει ως πρόεδρο κάθε πολίτη άνω των 45 ετών που έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου δεν υπήρξε ποτέ ομόφωνη. Μπορεί να υπάρχει μόνο μια υποψηφιότητα κατά κανόνα (χωρίς να απαγορεύεται να υπάρχει και άλλη) και τα ποσοστά που λαμβάνουν οι υποψήφιοι να είναι πολύ υψηλά αλλά υπάρχουν βουλευτές που δεν ψηφίζουν τους υποψήφιους. Ειδικά στις ψηφοφορίες για τη θέση του αντιπροέδρου εκφράζεται συνήθως μεγαλύτερη διαφοροποίηση. Το χαμηλότερο ποσοστό που έχει λάβει υποψήφιος για την αντιπροεδρία είναι 87.5% των ψήφων της Εθνοσυνέλευσης11.
Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της δημοκρατίας εκλέγονται από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση για μια πενταετία. Ρητά η θητεία τους διαρκεί όσο και η θητεία της τελευταίας. Με τον τρόπο αυτό δεν αποκτά κάποιο πλεονέκτημα ο πρόεδρος έναντι της Εθνοσυνέλευσης, η οποία εξάλλου μπορεί να τον ανακαλέσει οποτεδήποτε (άρθρο 63). Δεν μπορεί όμως να τον ανακαλέσει η Μόνιμη Επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης.
Το άρθρο 79 προβλέπει επίσης περιορισμό του αριθμού των θητειών. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να εκλεγεί στη θέση αυτή μόνο δύο φορές. Η πρόβλεψη αυτή στοχεύει εμφανώς στην αποτροπή συγκέντρωσης εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο. Είναι γεγονός ότι η διάταξη έχει λειτουργήσει στην πράξη οδηγώντας σε μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα διάφορα ηγετικά στελέχη του ΚΚ Κίνας.
Ο πρόεδρος της δημοκρατίας διαθέτει μια σειρά τυπικές μάλλον αρμοδιότητες. Όπως ρητά αναφέρει το άρθρο 80, “σύμφωνα με τις αποφάσεις της λαϊκής εθνικής Συνέλευσης και της Μόνιμης επιτροπής της” κυρώνει τους νόμους, χορηγεί αμνηστία, διορίζει και απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς. Κηρύσσει την κατάσταση πολιορκίας και τον πόλεμο. Η σχετική απόφαση όμως ανήκει στην Εθνοσυνέλευση ή στη Μόνιμη Επιτροπή της. Επικυρώνει ή καταγγέλλει τις διεθνείς συμβάσεις, πάντα όμως σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.
Μια σημαντική αρμοδιότητα του προέδρου της δημοκρατίας είναι ότι προτείνει στην Εθνοσυνέλευση το πρόσωπο του πρωθυπουργού, ο οποίος στη συνέχεια προτείνει στην Εθνοσυνέλευση τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Βέβαια, ο πρόεδρος, ο οποίος ανήκει κατά κανόνα στην ηγετική ομάδα του ΚΚ Κίνας προτείνει το πρόσωπο που έχει αποφασιστεί στα όργανα του κόμματος. Ωστόσο, η ιδιότητα του προέδρου του παρέχει κάποια δυνατότητα εσωκομματικής επίδρασης.
Παρά τις μάλλον συμβολικές αρμοδιότητες ο πρόεδρος της δημοκρατίας ως αρχηγός του κράτους και κορυφαίος εκπρόσωπος στο εξωτερικό απολαμβάνει ενός κύρους που μπορεί να του δώσει μια ιδιαίτερη θέση στο σύστημα εξουσίας. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και οι δύο πρώτοι πρόεδροι, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί συμβολικά στη θέση, την αξιοποίησαν για να αυξήσουν το ειδικό τους βάρος στις αποφάσεις. Εξάλλου, ήταν μέλη του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας και άρα συμμετείχαν στο κορυφαίο πολιτικό όργανο του κόμματος εξουσίας.
Ο αντιπρόεδρος της δημοκρατίας επικουρεί τον πρόεδρο στα καθήκοντά του. Αν η θέση του προέδρου μείνει κενή, τον αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος μέχρι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση να εκλέξει το νέο πρόεδρο. Αν μείνουν κενές οι θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου, καθήκοντα προέδρου ασκεί μέχρι την εκλογή νέου ο πρόεδρος της Μόνιμης Επιτροπής της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (άρθρο 84). Τα τελευταία χρόνια συχνά, αλλά όχι πάντοτε, στη θέση του αντιπροέδρου εκλέγεται πρόσωπο που πρόκειται να είναι ο μελλοντικός ηγέτης του κόμματος και του κράτους.


Η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή

Ένας ξεχωριστός αλλά και σημαντικός θεσμός που συναντιέται στο Σύνταγμα του 1982 είναι η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή. Το Σύνταγμα της αφιερώνει δύο άρθρα τα οποία βρίσκονται αμέσως μετά τα σχετικά με τον πρόεδρο της δημοκρατίας και το υπουργικό συμβούλιο.
Αντίστοιχος θεσμός δεν συναντιέται στα Συντάγματα των άλλων σοσιαλιστικών κρατών της περιόδου. Αποτελεί κινεζική πρωτοτυπία. Παρόμοιος υπήρχε στο πρώτο Σύνταγμα του 1954 που προέβλεπε σχετικά (άρθρο 42) ότι “ο πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας είναι αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και προεδρεύει στο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης”. Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγονταν από την Λαϊκή Εθνοσυνέλευση μετά από πρόταση του προέδρου.
Ο έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων είναι αποφασιστικής σημασίας για κάθε κράτος. Ειδικά στην Κίνα, την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης οι ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν συχνά από τον Μάο ενάντια στους εσωκομματικούς του αντιπάλους. Μπορεί επομένως να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη ευαισθησία γύρω από το θέμα αυτό.
Έτσι, το Σύνταγμα του 1982 δεν αναθέτει τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων στην κυβέρνηση μέσω του αρμόδιου υπουργού, όπως προβλεπόταν για παράδειγμα στα Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977 ή και σε άλλα σοσιαλιστικά Συντάγματα. Διαθέτει ένα ειδικό όργανο, την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή η οποία διοικεί όλες τις ένοπλες δυνάμεις.
Ο πρόεδρός της εκλέγεται από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση και είναι υπεύθυνος έναντι αυτής. Μετά από πρόταση του προέδρου, εκλέγει τα λοιπά μέλη της Επιτροπής. Η θητεία τους συμπίπτει με της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Η τελευταία μπορεί να ανακαλέσει τον πρόεδρο ή τα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.
Την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος (1983-1989) στη θέση του προέδρου της Επιτροπής αυτής εκλέχτηκε ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ. Ήταν η μόνη κρατική θέση που κατείχε ο ηγέτης του ΚΚ Κίνας. Στη συνέχεια εκλέχτηκαν διάφορα στελέχη του ΚΚ Κίνας. Κάποιες φορές, τα τελευταία χρόνια, στη θέση εκλέχτηκε ο πρόεδρος της δημοκρατίας που ήταν παράλληλα και γενικός γραμματέας του κόμματος συγκεντρώνοντας έτσι ένα σύνολο σημαντικών εξουσιών. Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν μονιμοποιήθηκε.
Στο πλαίσιο των ηγετικών οργάνων του ΚΚ Κίνας υφίσταται επίσης μια κεντρική στρατιωτική επιτροπή η οποία καθορίζει την πολιτική του κόμματος έναντι των ενόπλων δυνάμεων. Σε ομαλές συνθήκες, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής που προέρχονται από το ΚΚ Κίνας υλοποιούν την αποφασισμένη από το κόμμα γραμμή.
Το προηγούμενο Σύνταγμα του 1978 προέβλεπε μια άμεση, συνταγματικά επιβαλλόμενη καθοδήγηση των ενόπλων δυνάμεων από το ΚΚ Κίνας. Το άρθρο 19, το οποίο περιλαμβανόταν στο πρώτο κεφάλαιο περί γενικών αρχών, πριν τα κεφάλαια για τη δομή του κράτους και των εξουσιών, όριζε ρητά ότι ο πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Κίνας διοικεί όλες τις ένοπλες δυνάμεις και ότι γενικά οι ένοπλες δυνάμεις διοικούνται από το ΚΚ Κίνας.
Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο Συντάγματα αφού τελικά το ΚΚ Κίνας ασκεί την καθοδήγηση των ενόπλων δυνάμεων και στις δυο περιπτώσεις. Μια τέτοια θέση δεν θα απηχούσε την πραγματικότητα. Η ανάθεση της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων σε ένα συνταγματικό όργανο αναβαθμίζει εκ των πραγμάτων το ρόλο της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Καθιστά κατά κάποιο τρόπο την κοινωνία συμμέτοχη στην υπόθεση αυτή.
Βέβαια, μπορεί να αντιταχθεί η άποψη ότι αυτό δεν έχει καμιά σημασία αφού και πάλι το ΚΚ Κίνας κατευθύνει, πιο έμμεσα τώρα, τις ένοπλες δυνάμεις ή ότι σε κάθε περίπτωση οι ένοπλες δυνάμεις παραμένουν ένας θεσμός πολιτικοποιημένος και κομματικός. Το πρώτο επιχείρημα δεν ευσταθεί γιατί δεν λαμβάνει υπόψη του τη λεπτή διαφορά και τις διεργασίες που μπορεί αυτή να δρομολογήσει. Εξάλλου, σε όλα λίγο – πολύ τα κράτη οι συνταγματικές διαδικασίες κινούνται με πρωτοβουλία κάποιων πολιτικών κομμάτων. Ένα υπουργικό συμβούλιο καθοδηγείται κατά βάση από πολιτικά κόμματα και πρόσωπα.
Το δεύτερο επιχείρημα επίσης δεν είναι δόκιμο καθώς οι ένοπλες δυνάμεις έχουν βαθιά πολιτικό χαρακτήρα σε όλα τα κράτη και σε όλα τα Συντάγματα. Μπορεί ο πολιτικός αυτός χαρακτήρας να μην ομολογείται ανοιχτά, ιδίως στα αστικά Συντάγματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Το ίδιο ισχύει για τις κομματικές παρεμβάσεις. Όπου υπάρχουν πολιτικά κόμματα, παρεμβαίνουν με τον ένα ή άλλο τρόπο, με ανοιχτό και δημόσιο ή με κρυφό και μη ομολογούμενο, στις ένοπλες δυνάμεις.
Το πραγματικό πρόβλημα επομένως δεν είναι η παρέμβαση του ΚΚ Κίνας αλλά η θέση του ΚΚ Κίνας στο συνταγματικό και πολιτικό σύστημα και κυρίως η θέση των πολιτών, ιδίως της εργατικής τάξης, στο συνταγματικό και πολιτικό σύστημα. Από την άποψη αυτή, το εκλογικό σύστημα και το καθεστώς των ελευθεριών μπορούν να μας δώσουν την εικόνα της κατάστασης.

Οι εκλογικές διαδικασίες

Το εκλογικό σύστημα έχει πάντοτε καθοριστική σημασία στην άρθρωση της δημοκρατίας. Στην Κίνα εμφανίστηκαν παθογένειες ήδη από τις εκλογικές διαδικασίες που ανέδειξαν την πρώτη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση μετά την επανάσταση. Η συνταγματική πρόβλεψη τόσο από το Σύνταγμα του 1954 όσο και από αυτό του 1982 για εκλογή αλλά και για δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων όλων των επιπέδων από τους εκλογείς θεσμοθετούσε θεωρητικά ένα τύπο δημοκρατίας ανώτερο από εκείνο των παραδοσιακών αστικών δημοκρατιών.
Η πράξη όμως έδειξε ότι επικράτησε η μοναδική υποψηφιότητα υποδεικνυόμενη από το ΚΚ Κίνας. Ακόμη και εκεί που παρουσιάζονταν υποψήφιοι άλλων κομμάτων, αυτό γινόταν σε συνεννόηση με το ΚΚ Κίνας12. Οι εκλογείς δεν είχαν έτσι την ευκαιρία να υποδείξουν υποψήφιους και να επιλέξουν ανάμεσα σε περισσότερους.
Ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε το 1979, λίγο πριν το Σύνταγμα, πραγματοποιούσε ένα μικρό άνοιγμα. Προέβλεπε ότι υποψήφιους στις τοπικές εκλογές μπορούν να παρουσιάσουν τα κόμματα αλλά και κάθε εκλογέας αν υποστηριχθεί η πρότασή του από τρεις άλλους. Προέβλεπε ακόμη τη δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων για κάθε έδρα. Η τελική λίστα των υποψηφίων διαμορφωνόταν όμως κατόπιν “δημοκρατικών διαβουλεύσεων”13. Αυτό, σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα απουσίας δημοκρατικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, εξανέμισε στην πράξη τα όποια θετικά στοιχεία του νόμου.
Επιπλέον, το Σύνταγμα του 1982 δεν έχει καμιά πρόβλεψη θεσμών άμεσης δημοκρατίας όπως θα περίμενε κανείς από ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα. Ο θεσμός των λαϊκών συνελεύσεων, του δημοψηφίσματος, της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας απουσιάζουν παντελώς. Βέβαια, και σε άλλα Συντάγματα σοσιαλιστικών κρατών της ίδιας περιόδου παρατηρείται η ίδια διστακτικότητα στην κατοχύρωση τέτοιων θεσμών, αν και υπάρχουν κάποιες δειλές αναφορές.
Αντίστοιχες περιοριστικές πρακτικές στο εκλογικό σύστημα είχαν επικρατήσει στη Σοβιετική Ένωση από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920. Οι πρακτικές αυτές είχαν αργότερα θεσμοποιηθεί τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες με εξαίρεση την Κούβα, στην οποία επικράτησε η αρχή των πολλαπλών υποψηφιοτήτων που αναδεικνύονται από τις συνελεύσεις των πολιτών, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο14.
Αντίθετα, το άρθρο 100 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1977 περιόριζε το δικαίωμα ανάδειξης υποψηφίων “στις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, στα συνδικάτα, στην Πανενωσιακή Λενινιστική Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας, στις συνεταιριστικές και άλλες κοινωνικές οργανώσεις, στις εργασιακές ομάδες καθώς και στις συνελεύσεις των στρατιωτικών στις μονάδες τους15. Η δυνατότητα που παρείχε στις εργασιακές ομάδες έμεινε στην πραγματικότητα ανεκμετάλλευτη κάτω από το πολιτικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί.
Στη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα οι εκλογικές διαδικασίες καταργήθηκαν. Τα όργανα εξουσίας που αναδείχθηκαν δεν ήταν προϊόν εκλογικής διαδικασίας. Προς το τέλος αυτής της περιόδου συγκλήθηκε και πάλι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Ωστόσο η ανάδειξη των αντιπροσώπων δεν έγινε με πραγματικές εκλογές αλλά με διαβούλευση.
Το Σύνταγμα του 1975 όριζε βέβαια ότι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση απαρτίζεται από εκλεγμένους αντιπροσώπους. Παράλληλα, όμως, το άρθρο 16 όριζε ότι “όταν είναι αναγκαίο, ένας ορισμένος αριθμός από πατριωτικές προσωπικότητες μπορούν ειδικά να προσκληθούν να πάρουν μέρος στη Συνέλευση σαν αντιπρόσωποι”.
Μετά το θάνατο του Μάο και τη σύλληψη της λεγόμενης “συμμορίας των τεσσάρων” ακολούθησε μια περίοδος σχετικής άνθισης των ελευθεριών και των δυνατοτήτων λαϊκής έκφρασης. Αυτή όμως αξιοποιήθηκε περισσότερο για την έκβαση της εσωκομματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους οπαδούς της πολιτιστικής επανάστασης και σε εκείνους που υποστήριζαν την ολοκληρωτική υπέρβασή της16.
Το μεταβατικό -όπως αποδείχθηκε- Σύνταγμα του 1978, στο άρθρο 21 καθόριζε ότι οι βουλευτές εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία. Αυτό ήταν μια συνταγματική πρόοδος καθώς ούτε το Σύνταγμα του 1954 κατοχύρωνε τη μυστική ψήφο17. Ωστόσο, στο ίδιο εδάφιο πρόσθετε ότι η εκλογή γίνεται “μέσω δημοκρατικών διαβουλεύσεων”. Η διατύπωση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι ενθάρρυνε τη δημοκρατική συζήτηση και τις πολλαπλές υποψηφιότητες. Ωστόσο, λειτούργησε μάλλον αντίθετα, στη λογική της εκμαίευσης της συναίνεσης.

Ο θεσμικός ρόλος του ΚΚ Κίνας

Γενικότερα το Σύνταγμα του 1978 θεσμοθετούσε την κηδεμονία του κομμουνιστικού κόμματος πάνω στην εργατική τάξη. Οι αναφορές του Συντάγματος, όπως και εκείνες του Συντάγματος του 1975, υποδήλωναν μια ακραία υποταγή της Εθνοσυνέλευσης και των οργάνων εξουσίας στο ΚΚ Κίνας. Η υποταγή αυτή γινόταν θεσμική και όχι de facto, γεγονός που έχει σημασία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Συντάγματος του 1978 η Εθνοσυνέλευση αποφάσιζε για το πρόσωπο του πρωθυπουργού ύστερα από “πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας”. Με παρόμοιο τρόπο στο άρθρο 19 όριζε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας διοικούνται όχι από κάποιο συνταγματικά αρμόδιο όργανο (κυβέρνηση, πρόεδρο της δημοκρατίας, αρμόδιο υπουργό ή έστω αρμόδια επιτροπή) αλλά από τον πρόεδρο της κεντρικής επιτροπής του ΚΚ Κίνας. Ακόμη περισσότερο το άρθρο 56 του ίδιου Συντάγματος όριζε ότι “οι πολίτες οφείλουν να στηρίζουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το σοσιαλιστικό πολίτευμα”.
Οι υποστηρικτές της αντίληψης αυτής υποστήριζαν ότι το κομμουνιστικό κόμμα αποτελεί τη συνειδητή, οργανωμένη επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Επομένως, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η συνταγματική κατοχύρωση του ρόλου του διασφαλίζει στην πραγματικότητα την εξουσία της εργατικής τάξης και του λαού18.
Ουσιαστικά επρόκειτο για μια αντίληψη και πρακτική που παρουσιάστηκε λίγο-πολύ σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Η πρακτική αυτή ταύτιζε το κομμουνιστικό κόμμα με το κράτος. Το κόμμα αναλάμβανε απευθείας κρατικές λειτουργίες, τόσο σε επίπεδο αποφάσεων όσο και σε επίπεδο τρέχουσας διοίκησης. Η πρακτική αυτή βρισκόταν σε αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα του πρώτου Σοβιετικού Συντάγματος και τις αναλύσεις των Μαρξ και Λένιν για το ρόλο του επαναστατικού κόμματος19.
Το Κινέζικο Σύνταγμα του 1982 πραγματοποίησε κάποια θετικά βήματα αυτονομώντας τα συνταγματικά όργανα εξουσίας από το ΚΚ Κίνας. Επιχείρησε να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από το κόμμα - κράτος στο κόμμα - καθοδηγητής του κράτους. Η μετάβαση αυτή είχε παρατηρηθεί νωρίτερα και σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Το μοντέλο της ταύτισης του κόμματος με το κράτος είχε αποδειχθεί αναποτελεσματικό, τουλάχιστον σε περίοδο ειρηνικής και σχετικά ομαλής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Απαιτούνταν επομένως ένας εξορθολογισμός. Στην ίδια κατεύθυνση είχε τροποποιηθεί λίγο νωρίτερα, το καταστατικό του ΚΚ Κίνας20.
Για παράδειγμα, το νέο αυτό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει θεσμικά την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ Κίνας. Αντίθετα, το προηγούμενο Σύνταγμα του 1978 στο άρθρο 2 προέβλεπε ότι “το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας είναι ο καθοδηγητικός πυρήνας όλου του κινεζικού λαού. Η εργατική τάξη ασκεί την καθοδήγησή της πάνω στο κράτος μέσω του πρωτοπόρου τμήματός της, του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας”. Η διάταξη αυτή προερχόταν αυτούσια από το αντίστοιχο άρθρο 2 του Συντάγματος του 1975.
Η μη ρητή αναφορά στο σημερινό Σύνταγμα στο ΚΚ Κίνας ή, το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιείται πως η Εθνοσυνέλευση γενικά βρίσκεται υπό την καθοδήγηση του ΚΚ, ή τέλος ότι δεν κατοχυρώνεται σε ειδικό άρθρο ο καθοδηγητικός ρόλος του ΚΚ Κίνας, δεν είναι χωρίς σημασία. Βέβαια, είναι προφανές, ο ρόλος του ΚΚ Κίνας και της κεντρικής του επιτροπής είναι πάντοτε καθοριστικός. Ωστόσο, η απάλειψη μιας τέτοιας αναφοράς από το Σύνταγμα του 1982 δεν είναι άνευ σημασίας, παρότι στο προοίμιο του Συντάγματος υπάρχουν αναφορές στο κόμμα και στον ιστορικό του ρόλο στην επανάσταση. Εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται ένα σχετικά καλύτερο κλίμα στην Εθνοσυνέλευση για διαβουλεύσεις και συζήτηση. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στα χρόνια της εφαρμογής του Συντάγματος οι αποφάσεις έπαψαν να είναι ομόφωνες, σε αντίθεση με το παρελθόν.


Η κατάσταση των ελευθεριών
Αυτό σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η λαϊκή εξουσία και μάλιστα με τα χαρακτηριστικά που είχε σε ένα βαθμό λάβει κατά την έναρξη οικοδόμησής της; Οι αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα του 1982 χωρίς τους περιορισμούς που συναντιούνται στα προηγούμενα συνταγματικά κείμενα του 1975 και 1978. Αλλά η εξειδίκευση των αρχών από τη νομοθεσία και η πρακτική εφαρμογή δεν διαφοροποίησαν σε βάθος την κατάσταση. Για να λειτουργήσουν στην πράξη οι αρχές αυτές απαιτείται ως ελάχιστο ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Οι εκλογικές διαδικασίες παρέμειναν υπό την κηδεμονία του ΚΚ Κίνας.
Σε αυτό συμβάλλει και η κατάσταση των ελευθεριών όπως αυτή καταγράφεται στο συνταγματικό κείμενο του 1982. Στο Σύνταγμα αυτό τα δικαιώματα και οι ελευθερίες κατέχουν μια καλύτερη θέση σε σύγκριση με παλαιότερα Συντάγματα. Το κεφάλαιο περί δικαιωμάτων είναι δεύτερο αμέσως μετά τις γενικές αρχές και πριν την οργάνωση των εξουσιών του κράτους. Καταλαμβάνει συνολικά 24 άρθρα. Αντίθετα, στο Σύνταγμα του 1975 το σχετικό κεφάλαιο βρισκόταν στο τέλος του Συντάγματος περιλαμβάνοντας μόνο τέσσερα άρθρα. Στο Σύνταγμα του 1978 επίσης το κεφάλαιο περί δικαιωμάτων βρισκόταν στο τέλος του κειμένου.
Στο Σύνταγμα του 1982 δεν υπάρχουν ακρότητες όπως αυτή του άρθρου 26 του Συντάγματος του 1975 το οποίο όριζε ότι “Το θεμελιακό δικαίωμα και καθήκον κάθε πολίτη είναι η υποστήριξη του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας” ή όπως του άρθρου 56 του Συντάγματος του 1978 που θέσπιζε υποχρέωση των πολιτών να στηρίζουν το ΚΚ Κίνας και το σοσιαλιστικό πολίτευμα.
Ωστόσο, υφίστανται παράγοντες που περιορίζουν τη σημασία των όποιων θετικών αλλαγών. Υπάρχουν διατάξεις το περιεχόμενο των οποίων δίνει απεριόριστη ευχέρεια στις κρατικές αρχές να εφαρμόζουν κατασταλτικές πολιτικές σε βάρος εκείνων που θεωρούνται ή που απλώς χαρακτηρίζονται ως εχθροί του συστήματος και του πολιτεύματος. Ήδη -όχι τυχαία στο κεφάλαιο των γενικών αρχών- το άρθρο 28 καθορίζει πως “Το Κράτος εγγυάται τη δημόσια τάξη, καταστέλλει τις πράξεις εθνικής προδοσίας και κάθε άλλη αντεπαναστατική δραστηριότητα, τιμωρεί όσους θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της δημόσιας ζωής, σαμποτάρουν την εθνική οικονομία”.
Η αναφορά και μόνο στο συνταγματικό κείμενο της θεματικής αυτής και μάλιστα στο κεφάλαιο των γενικών αρχών διαμορφώνει ένα συγκεκριμένο κλίμα. Ο ποινικός κώδικας θα αρκούσε για να καθορίσει τα αδικήματα κατά του πολιτεύματος ή όποια άλλα. Θα περίμενε κανείς ότι το συνταγματικό κείμενο θα έθετε τα όρια της κρατικής καταστολής προκειμένου να προστατεύσει τον πολίτη από τυχόν αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο αν αντιληφθεί κανείς την ευρύτητα των διατυπώσεων του άρθρου.
Συναφή είναι τα άρθρα 53 και 54. Το άρθρο 53 ορίζει ότι οι πολίτες οφείλουν να τηρούν τα “κρατικά μυστικά” και τους “κανόνες κοινωνικής ηθικής”. Στο άρθρο 54 προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται καμιά πράξη “που προσβάλλει την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας”. Η τέτοια διατύπωση και μάλιστα στο Σύνταγμα της χώρας, ενταγμένη στο κεφάλαιο περί δικαιωμάτων, κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη. Το πιο προβληματικό σημείο είναι ότι η ερμηνεία αυτών των διατάξεων ανήκει στην πολιτική εξουσία, στις εκάστοτε αρχές που μπορούν να τις ερμηνεύουν όπως εκείνες θέλουν, ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και επιδιώξεις τους. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ότι ο ποινικός κώδικας που ψηφίστηκε το 1980 ήταν σύντομος και επέτρεπε την αρχή της αναλογίας, αν υπήρχε η σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστηρίου21.
Το Σύνταγμα του 1982 συνεχίζει την πρακτική των προηγούμενων Συνταγμάτων όπου τα δικαιώματα της έκφρασης, του τύπου, της συνάθροισης, της διαδήλωσης και του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνονται σε ένα μόνο άρθρο με μια λιτή διατύπωση. Η κατάστρωση αυτή θα μπορούσε να μην είναι προβληματική. Το γεγονός όμως της μη εξειδίκευσης των ορίων αυτών των ελευθεριών παρέχει στην πραγματικότητα στις κρατικές αρχές την ευχέρεια του περιορισμού τους κατά το δοκούν της εξουσίας.
Εξάλλου από το άρθρο απαλείφθηκαν δυο δικαιώματα που υπήρχαν στο αντίστοιχο άρθρο 45 του προηγούμενου Συντάγματος του 1978. Πρόκειται για το δικαίωμα στην απεργία και το δικαίωμα στην έκφραση απόψεων μέσω εφημερίδων τοίχου. Τα δικαιώματα αυτά όντως λειτούργησαν στην πράξη την περίοδο αμέσως μετά την πολιτιστική επανάσταση22. Ουσιαστικά όμως αξιοποιήθηκαν από την πτέρυγα εκείνη του ΚΚ Κίνας, η οποία επιθυμούσε την απομάκρυνση από τις πολιτικές της προηγούμενης περιόδου. Μόλις η εσωκομματική διαπάλη καταστάλαξε υπέρ της, τα δικαιώματα αυτά εξαλείφθηκαν από το Σύνταγμα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 37, το οποίο απαγορεύει τις παράνομη κράτηση και τις παράνομες έρευνες κατ' οίκον. Το άρθρο απηχεί προφανώς την αντίθεση στο κλίμα της περιόδου της πολιτιστικής επανάστασης κατά την οποία οι πρακτικές αυτές βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Υπενθυμίζεται ότι ακόμη και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Λιού Σάο Σι συνελήφθη, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από μη κρατικά όργανα23.


Πορεία προς τα πίσω;

Κατά συνέπεια, οι δυνατότητες των λαϊκών στρωμάτων να εκφραστούν πολιτικά υπό το Σύνταγμα του 1982 παρέμειναν περιορισμένες, παρά τα όποια θετικά βήματα πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με το παρελθόν. Το νέο Σύνταγμα προχώρησε σε μια θεσμοποίηση της εξουσίας. Στη λογική αυτή εντάσσεται και το ότι για πρώτη φορά μετά τα Συντάγματα του 1975 και 1978 προβλέπεται συγκεκριμένος μηχανισμός αναθεώρησης24. Συγκεκριμένα αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.
Συνακόλουθο της θεσμοποίησης είναι και η μειωμένη συμμετοχή των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων στα ηγετικά όργανα του ΚΚ Κίνας αλλά και στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση25. Την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης είχε σημειωθεί ενίσχυση του ρόλου του στρατού στην πολιτική ζωή σε βάρος των θεσμικών οργάνων εξουσίας26, χαρακτηριστικό στοιχείο που συνεχίστηκε κάπως αποδυναμωμένο μέχρι το Σύνταγμα του 1982.
Η κηδεμονία του ΚΚ Κίνας παρέμεινε, αν και με έμμεση μορφή πλέον. Η καμπάνια περί επιβολής της σοσιαλιστικής νομιμότητας (στο πλαίσιο της οποίας υιοθετήθηκε και το Σύνταγμα του 1982) σήμαινε τον περιορισμό της αυθαιρεσίας των κρατικών αρχών και του ΚΚ Κίνας εντός κάποιων πλαισίων. Αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά από το άρθρο 5 που κατοχυρώνει ρητά τη σοσιαλιστική νομιμότητα, την ιεραρχική υπεροχή του Συντάγματος και ορίζει ότι “οι κρατικοί οργανισμοί, οι ένοπλες δυνάμεις, τα πολιτικά κόμματα και οι κοινωνικές συσσωματώσεις, οι επιχειρήσεις και οι θεσμοί οφείλουν να τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους27. Η λογική αυτή δεν ολοκληρώθηκε όμως με το βασικότερο στοιχείο που θα έπρεπε λογικά να την συγκροτεί: τη δημοκρατική συμμετοχή του λαού στη λήψη όλων των αποφάσεων, την αποκατάσταση των αρχών της αιρετότητας και της ανακλητότητας.
Είναι προφανές ότι το μοντέλο πολιτικού συστήματος που επέβαλε το Σύνταγμα βρίσκεται σε απόσταση από τις επαναστατικές, σοσιαλιστικές δημοκρατικές αρχές που εφαρμόστηκαν στην Παρισινή Κομμούνα ή στα συμβούλια (σοβιέτ) την πρώτη περίοδο28. Εκεί η ανταλλαγή και αντιπαράθεση απόψεων, οι αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας λειτούργησαν στην πράξη. Βέβαια και στην περίπτωση των σοβιέτ παρατηρήθηκαν στην πορεία του χρόνου στοιχεία εκφυλισμού.
Έτσι, οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις για την κινέζικη κοινωνία και, κυρίως, η οικονομική πολιτική συζητιούνταν και αποφασίζονταν αποκλειστικά στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος. Η συμμετοχή των εργαζομένων ήταν τυπική έως ανύπαρκτη. Σε κάποιες περιόδους υπήρχε μια συμμετοχή του πληθυσμού στη συζήτηση και η έκφραση πολιτικών απόψεων. Αυτό όμως γινόταν πάντοτε εντός των ορίων που επέτρεπε η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος και του κράτους ή έστω ένα τμήμα της.
Η συναίνεση του λαού εξασφαλίστηκε χάρη στο γεγονός ότι σημειώθηκε βελτίωση των παραγωγικών δεικτών. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ κυμάνθηκαν από 7,6% το 1979 έως 15,2% το 198429. Αντίστοιχα σημειώθηκε άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Το εισόδημα των αγροτών τριπλασιάστηκε μεταξύ 1979 και 1985, ενώ οι πραγματικοί μισθοί εργατών και υπαλλήλων στο ίδιο περίπου διάστημα (1978-1984) ανέβηκαν κατά 60%30.
Μόλις η άνοδος του βιοτικού επιπέδου διαταράχθηκε, άρχισαν οι πολιτικές εντάσεις και εκδηλώθηκαν τα προβλήματα. Μετά το 1987 ελήφθησαν οικονομικά μέτρα που στόχευαν στην ενίσχυση του ρόλου της αγοράς με την απελευθέρωση των τιμών. Αυτό έπληξε το επίπεδο ζωής και προκάλεσε δυσαρέσκεια που κατέληξε στα γνωστά τραγικά γεγονότα της Τιεν Αν Μεν τον Ιούνιο του 198931.
Επομένως, παρά την όποια βελτίωση έφερε το νέο Σύνταγμα σε σχέση με τα δύο προηγούμενα τουλάχιστον, δεν αποκατέστησε το βασικό ζήτημα: την δημοκρατική κυριαρχία των εργαζομένων. Από αυτή την άποψη, οι σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις νοθεύονταν αφού το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η παλλαϊκή ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και η πραγματική συμμετοχή του λαού στις οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις32. Τις σημαντικές οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις δεν τις λάμβαναν οι “ιδιοκτήτες”, δηλαδή ο λαός, αλλά στο όνομά του η ηγεσία του ΚΚ Κίνας.
Το Σύνταγμα του 1982 δεν αντέστρεψε την κατάσταση στο κομβικό αυτό ζήτημα. Ούτε θα το μπορούσε εξάλλου αφού ήταν καρπός των συγκεκριμένων συνθηκών και του συγκεκριμένου πλέγματος εξουσίας. Δεν πρόκειται άρα για σοσιαλιστικό Σύνταγμα αλλά για μια νοθευμένη του έκφραση. Αντανακλούσε αλλά και ρύθμιζε τις στρεβλωμένες σοσιαλιστικές σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί. Το γεγονός ότι δεν λύθηκε το κομβικό θέμα, ή έστω δεν τέθηκαν οι βάσεις για την επίλυσή του, άνοιξε αντικειμενικά το δρόμο για την καπιταλιστική παλινόρθωση.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, λίγα χρόνια μετά την ψήφιση του Συντάγματος διεξήχθη στα ηγετικά κλιμάκια του ΚΚ Κίνας μια συζήτηση, της οποίας η κατάληξη οδήγησε στη σταδιακή λήψη οικονομικών μέτρων ανοίγματος και τελικά κυριαρχίας της οικονομίας της αγοράς33. Ένα μέρος της ηγεσίας του ΚΚ Κίνας αντιτάχθηκε σε αυτή την προοπτική34. Επικεφαλής ήταν ο Τσεν Γιουν, ιστορικός ηγέτης του κόμματος και επικεφαλής του επιτυχημένου πρώτου πεντάχρονου πλάνου ανάπτυξης μετά την επανάσταση35.
Η πτέρυγα αυτή του κυβερνώντος κόμματος δεν κατάφερε να σταματήσει την πορεία προς την οικονομία της αγοράς. Αυτό έγινε πρωτίστως γιατί η συζήτηση διεξήχθη στο εσωτερικό των κλιμακίων του κόμματος και όχι ευρύτερα στην κοινωνία. Επιπλέον, η πτέρυγα αυτή αντιμετώπιζε μάλλον με δυσπιστία τη λαϊκή συμμετοχή. Γι' αυτό και δεν έθετε στον προγραμματικό της λόγο ζήτημα αλλαγών στο πολιτικό σύστημα και στο Σύνταγμα, οι οποίες θα βρίσκονταν στην κατεύθυνση της αναστύλωσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Ήταν και αυτή δέσμια της γραφειοκρατικής της απομόνωσης. Μοιραία επομένως η εσωκομματική συζήτηση δεν μπορούσε να δώσει καρπούς. Αντίστοιχο φαινόμενο παρουσιάστηκε και στη Σοβιετική Ένωση. Όσοι από την ηγεσία της έβλεπαν τη διολίσθηση προς τον καπιταλισμό, δεν κατόρθωσαν να την αναχαιτίσουν καθώς ήταν εγκλωβισμένοι στην ίδια γραφειοκρατική θέση και τη συνακόλουθη αντίληψη36.


Η γραφειοκρατία και η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς

Τα κομματικά και κρατικά στελέχη απολάμβαναν καταρχήν το πολιτικό προνόμιο να αποφασίζουν για τις τύχες της χώρας σε πανεθνικό ή τοπικό επίπεδο. Παράλληλα όμως βρίσκονταν στην κορυφή της μισθολογικής ιεραρχίας. Ο μισθός ενός μέλους της κυβέρνησης ήταν το 1979 δεκαπλάσιος του βασικού εργατικού μισθού37. Μαζί με αυτά, απολάμβαναν άλλα μη θεσμοθετημένα προνόμια, όπως πρόσβαση σε ιδιαίτερες κατοικίες, ξεχωριστές υπηρεσίες υγείας και παιδείας κά. Άρχισαν να εντείνονται φαινόμενα παράνομου πλουτισμού και διαφθοράς, ένα φαινόμενο που είχε παρατηρηθεί ήδη τη δεκαετία του 195038.
Η γραφειοκρατική απόσπαση της κομματικής και κρατικής ηγεσίας είχε διαφανεί ήδη από τότε. Στην πολιτική συζήτηση της περιόδου βρίσκονται συχνές αναφορές στην αλαζονεία των στελεχών, στην απομάκρυνσή τους από το λαό, στη διαφθορά. Στην εσωκομματική συζήτηση του ΚΚ Κίνας υπάρχουν επίσης τέτοιες αναφορές.
Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούσαν ωστόσο μια συνολική ανάλυση του προβλήματος ούτε συνοδεύονταν από μέτρα αντιμετώπισής του. Η εδραίωση και εμβάθυνση της δημοκρατικής συμμετοχής του λαού, η γνήσια εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας και της ανακλητότητας, η εναλλαγή των υπεύθυνων στις διάφορες θέσεις, ο λαϊκός έλεγχος αλλά κυρίως η κατάργηση των προνομίων (μισθολογικών, υλικών, πολιτικών) των στελεχών θα μπορούσαν να περιορίσουν δραστικά το φαινόμενο39.
Η πορεία που ακολουθήθηκε ήταν αντίστροφη. Ακόμη και η πολιτιστική επανάσταση, η οποία έγινε εν πολλοίς με συνθήματα ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος και των στελεχών, στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν αποκατέστησε τις αρχές αυτές και δεν εφάρμοσε μέτρα ενάντια στη γραφειοκρατία αλλά ενέτεινε την ασυδοσία της40. Μετά το θάνατο του Μάο, παρά τις όποιες αλλαγές, η κατάσταση αυτή είχε εδραιωθεί. Έτσι, οι λύσεις που αναζητήθηκαν βρίσκονταν στην κατεύθυνση της παγίωσης και του εξορθολογισμού του συστήματος με τα συγκεκριμένα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά.
Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αστική τάξη ούτε το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της περιόδου αυτής με τον καπιταλισμό41. Κανένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτά αναλύθηκαν στο Κεφάλαιο δεν υπήρχε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα κράτη.
Δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής. Η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, δεν πωλούνταν και αγοράζονταν από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν υπήρχε ανεργία η οποία είναι βασικό στοιχείο της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Οι διάφορες επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά υπόκειντο σε έναν πανεθνικό σχεδιασμό (χωρίς αυτό να αποτρέπει επιμέρους αντιθέσεις). Η αναρχία δεν χαρακτήριζε την κινέζικη οικονομία, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές οικονομίες. Η άντληση υπεραξίας δεν ήταν ο βασικός στόχος των επιχειρήσεων. Το οικονομικό σύστημα δεν χαρακτηριζόταν από περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής. Δεν παρατηρήθηκε η τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης που χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση42.
Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής, ούτε ως συλλογική του ιδιοκτησία. Μπορεί να καρπωνόταν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος από αυτό που αναλογούσε στην εργασία του αλλά αυτό δεν ταυτίζεται με το μηχανισμό άντλησης της υπεραξίας. Τα υλικά προνόμια της γραφειοκρατίας αποτελούσαν παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του” αλλά δεν αποτελούσαν υπεραξία ούτε μπορούσαν να μετατραπούν σε κεφάλαιο στις συνθήκες της κινεζικής οικονομίας. Δεν παρατηρήθηκε η τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Ήταν ένα καρκίνωμα που αλλοίωνε ολοένα και περισσότερο τη σοσιαλιστική οικονομία και το σοσιαλιστικό κράτος. Ήταν σαν ένας κακομαθημένος διαχειριστής που κλέβει τον ιδιοκτήτη και σφετερίζεται τις αποφάσεις. Για να μετατραπεί η ηγετική γραφειοκρατία σε καπιταλιστή – ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής χρειαζόταν ένα ποιοτικό άλμα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση43.
Όταν ο παγκόσμιος συσχετισμός μεταβλήθηκε και σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη της ανατολικής Ευρώπης, η κινεζική ηγεσία βρέθηκε ενώπιον του διλήμματος: να κρατήσει μόνη το βάρος της αντιπαράθεσης με το ιμπεριαλιστικό σύστημα ή να μετεξελιχθεί ελεγχόμενα σε καπιταλιστική οικονομία.
Επέλεξε το δεύτερο. Η πρώτη επιλογή θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ενεργοποιήσει το λαϊκό παράγοντα για να αντιμετωπίσει τόσο τις πολιτικές πιέσεις (ενδεχόμενα και στρατιωτικές) όσο και τις οικονομικές. Η ενεργοποίηση όμως του λαϊκού παράγοντα δεν μπορούσε να συμβεί χωρίς τον περιορισμό έως και κατάργηση της προνομιούχας θέσης της ηγετικής γραφειοκρατίας.
Αντίθετα, το κοινωνικό αυτό στρώμα είχε συσσωρεύσει χρήμα και πλούτο που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας. Έτεινε να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Η ηγεσία της Κίνας αξιοποίησε τη λαϊκή δυσαρέσκεια που κορυφώθηκε στα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν προκειμένου να βαδίσει σε αυτό το δρόμο. Κατέστειλε πρώτα απ' όλα το κίνημα διαμαρτυρίας ώστε να ελέγχει αυτή μόνη τις εξελίξεις. Στη συνέχεια, παρουσίασε το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς ως δήθεν λύση των προβλημάτων και ως μέθοδο υπέρβασης της δυσαρέσκειας. Το κλίμα εκφοβισμού που δημιούργησε η καταστολή, χρησίμευσε για να ξεκινήσουν χωρίς αντιστάσεις οι ιδιωτικοποιήσεις44.
Ο χειρισμός αυτός αποδείχθηκε αποτελεσματικός. Εξασφάλισε τον έλεγχο της μετάβασης, απέφυγε τις διαλυτικές τάσεις και την ανεξέλεγκτη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου. Διασφάλισε τον έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων από το περιβάλλον της ηγετικής γραφειοκρατίας. Δημιούργησε κοινωνικές συμμαχίες με στρώματα του πληθυσμού που αναδείχθηκαν σε μικροϊδιοκτήτες. Πέτυχε έτσι κάποια πολιτική σταθερότητα.
Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1982 δεν έδωσε ώθηση στην επαναστατική δημοκρατία. Παρουσίαζε πολλές αναλογίες με το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977, τόσο από την άποψη της μορφής όσο και από την άποψη της κοινωνικο-ταξικής του ουσίας. Δεν μπορούσε να αναζωογονήσει τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και τη λαϊκή εξουσία. Ήταν ένα Σύνταγμα που αντανακλούσε και αναπαρήγαγε τη γραφειοκρατική στρέβλωση του σοσιαλιστικού κράτους. Δεν αποτελούσε συνειδητό βήμα προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αλλά όσο οι σοσιαλιστικές σχέσεις νοθεύονταν από το βαθμιαίο γραφειοκρατικό εκφυλισμό, τόσο άνοιγε αντικειμενικά ο δρόμος για την καπιταλιστική παλινόρθωση που ακολούθησε.
Η αναθεώρηση του 1988 διευκόλυνε την πορεία αυτή η οποία άνοιξε ουσιαστικά με την αναθεώρηση του 1993. Συνέβη μάλιστα το εξής, από πρώτη ματιά, παράδοξο: η μορφή οργάνωσης της κρατικής εξουσίας που θέσπισε το Σύνταγμα του 1982 παρέμεινε αναλλοίωτη και μετά το άνοιγμα στον καπιταλισμό που ξεκίνησε με μια μακρά, σχεδιασμένη πορεία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η γραφειοκρατία, μετατρεπόμενη σταδιακά σε αστική τάξη, διατηρεί την πολιτική μορφή εξουσίας καθώς έτσι απορροφά καλύτερα -ακόμη τουλάχιστον- τις κοινωνικές αντιδράσεις που προκύπτουν από την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων που φέρνει μαζί του ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Διατηρεί τον πολιτικό έλεγχο έναντι εξωγενών αστικών δυνάμεων, κρατά την εργατική τάξη σε καταστολή ενώ παράλληλα διατηρεί τη συμμαχία με τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών45.

1Βλ. Tsien Tche-hao, “La Constitution de 1982 et les réformes institutionnelles en République populaire de Chine”, Revue internationale de droit comparé, V. 35, ν. 2, 1983, σελ. 385 επ.
2 Βλ. Δ. Καλτσώνης, «Δημοκρατία και κρατική εξουσία στη ΛΔ Κίνας: το Σύνταγμα του 1954”, περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 17, 2015, σελ. 259 επ.
3Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 253 επ.
4Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 2, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 607 επ., 614.
5Βλ. Χ. Παπασωτηρίου, Η Κίνα από την ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Ποιότητα, 2013, σελ. 321.
6Βλ. Το Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας Κίνας, Αθήνα, Ιστορικές εκδόσεις, 1975.
7Βλ. Constitution de la République Populaire de Chine, Pékin, éditions en langues étrangères, 1978.
8Βλ. Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας (εισαγωγή Γ. Σκουριώτη), Αθήναι, εκδ. Φέξης, 1962.
9 Βλ. J.P. Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 332.
10 Βλ. J.P. Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 333.
11Βλ. J.P. Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 336.
12Στην μετεπαναστατική Κίνα συνέχισαν να υπάρχουν και να εκπροσωπούνται ως και στην κυβέρνηση άλλα οκτώ, πλην του κομμουνιστικού κόμματος, κόμματα τα οποία είχαν συνταχθεί μαζί του στη διάρκεια του εμφυλίου βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, οπ.π., σελ. 27, 158.
13 Βλ. P. Gélard, “Le développement du droit en République populaire de Chine au cours du 1er semestre 1979”, Revue d' études comparatives Est-Ouest, vol. 11, 1980, no 3, σελ. 127.
14 Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67 και J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.
15Βλ. Τo Σύvταγμα (Θεμελιώδης vόμoς) της Έvωσης Σoβιετικώv Σoσιαλιστικώv Δημoκρατιώv, Αθήvα, εκδ. Σύγχρovη Επoχή, 1985.
16 Βλ. J.-L. Domenach – Ph. Richer, La Chine 1949-1985, Paris, Imprimerie nationale, 1987, σελ. 333 επ.
17Βλ. Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la République Populaire de Chine, Pekin, Éditions en langues etrangeres, 1964, σελ. 44-45.
18Βλ. ενδεικτικά Λ. Μπρέζνιεφ, Εισήγηση για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΣΣΔ και για τα αποτελέσματα της παλλαϊκής συζήτησής του – Το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ , Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 31.
19Βλ. Α. Τάχoς, Τo πρώτo Σoβιετικό Σύvταγμα τoυ 1918 (εισαγωγή-κείμεvα), Θεσσαλovίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1989, σελ. 91 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; (τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;), Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ. και Δ. Καλτσώνης, “Δίκαιο και αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ”, περ. Τετράδια μαρξισμού, τ.4, 2017, σελ. 167 επ.
20Βλ. Y. Viltard, “La nouvelle constitution chinoise du 4 décembre 1982”, Pouvoirs, v. 28, σελ. 188 επ.
21Βλ. I. Andrejew, Le droit pénal comparé des pays socialistes, Paris, éd. Pedone, 1981, σελ. 22.
22Βλ. D. Zweig, “Essai photographique sur une réforme avortée”, Perspectives Chinoises, 1/2016, σελ. 5 επ.
23 Βλ. Γιουνγκ Τσανγκ – Τζ. Χαλλιντέυ, Μάο (η άγνωστη ιστορία), Αθήνα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007, σελ. 615 επ. και J. Marabini, Mao et ses heritiers, Paris, Robert Laffont, 1972, σελ. 63 επ.
24Βλ. A. Perez Ayala, “La larga marcha constitucional de la Republica Popular China (el periodo MaoTse-tung)”, Revista de Estudios Politicos (nueva epoca), num. 129, 2005, σελ. 83-84.
25Βλ. M. J. Merinero, “Evolucion del sistema politico en la China posmaoista”, Norba.Revista de Historia, n. 14, 1994, σελ. 154-155.
26Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 2, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 423-424, 479.
27Βλ. O. Miranda Bravo, “La Constitucion de la Republica Popular China”, Revista Cubana de Derecho, n. 3, Sept 1991, σελ. 35 επ.
28Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000.
29Βλ. St. Bessière, Η Κίνα στην αυγή του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 17.
30 Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 182, 188.
31Βλ. M. Bonnin, “Le Parti communiste chinois et le 4 Juin, ou comment s' en sortir et comment s' en débarasser”, Perspectives Chinoises, 2/2009, σελ. 58 επ. και J.-P. Beja, “The new working class renews the repertoire of social conflict”, Perspectives Chinoises, 2/2011, σελ. 3 επ. και B. Naughton, “L'impact des événements de Tiananmen sur la transition économique chinoise”, Perspectives Chinoises, 2/2009, σελ. 70 επ.
32Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 75 επ.
33Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 170.
34Βλ. M. J. Merinero, “Evolucion del sistema politico en la China posmaoista”, Norba.Revista de Historia, n. 14, 1994, σελ. 152.
35Βλ. Th. Pairault, “Chen Yun 1949-1956. Retouches à un portrait”, Etudes Chinoises, Association francaise d' études chinoises, 1987, 6(1), σελ. 59 επ.
36 Βλ. για παράδειγμα Γ. Λιγκατσόφ, Το αίνιγμα Γκορμπατσόφ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη, 1994.
37 Βλ. P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170.
38 Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 185, 191 και Μάο Τσε Τουνγκ, Άγνωστα κείμενα, Αθήνα, εκδ. Νέα Σύνορα, χ.χρ., σελ. 321.
39Βλ. Γ. Ρούσης, Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.
40Βλ. Σ. Μπετελέμ, Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω (σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Κίνα), Αθήνα, ειδ. έκδ. Μηνιαία Επιθεώρηση Monthly Review, 1978.
41Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Ένα φάντασμα πλανιέται, Αθήνα, εκδ. Στάχυ, 1992, σελ. 196-197 και Τ. Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2005, σελ. 151 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 112 επ.
42 Βλ. Ε. Μαντέλ, Οι αντιφάσεις στη θεωρία του “κρατικού καπιταλισμού”, Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη,1984, σελ. 27 επ. και Ν.Β.Γιάκουσεβ, “Η “θεωρία” περί ύπαρξης κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ”, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2002, http://www.komep.gr/2002-teyxos-6/h-theoria-peri-yparkshs-kratikoy-kapitalismoy-sthn-essd.
43Βλ. E. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ., 282 επ.
44Βλ. Han Dongfang, Mon combat pour les ouvriers chinois, Paris, éd. Michel Lafon, 2014, σελ. 204.

45Βλ. Q. Delaunay, Naissance de la Chine moderne (l’empire du milieu dans la mondialisation), Paris, Les éditions de l’ Atelier, 2014, σελ. 207 επ.