Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Η βασική αντίθεση στη σοσιαλιστική κοινωνία

 περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 24, 2017, σελ. 205-219

Η μαρξιστική θεωρία μας έδωσε το βασικό στοιχείο ερμηνείας της κοινωνικής εξέλιξης. Είναι η αντίθεση – διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής που κινεί την εξέλιξη. Η βασική αυτή αντίθεση δεν είναι η μόνη. Είναι όμως η καθοριστική σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας. Αν θέλουμε επομένως να αναλύσουμε και κατανοήσουμε τις κοινωνίες που προέκυψαν από τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα -και πρωτίστως την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 στη Ρωσία- πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό ακριβώς το σημείο.
Το ίδιο ισχύει και αν θέλουμε να κατανοήσουμε την εξέλιξή τους, δηλαδή την καπιταλιστική παλινόρθωση. Έχουν γραφτεί πολλά σε σχέση με το θέμα αυτό. Άλλοι αναζητούν τα αίτια στην οικονομία, άλλοι στην πολιτική, στην ιδεολογία, σε ένα σύνθετο πλέγμα ή σε έναν ή δυο μόνο παράγοντες. Για να είμαστε συνεπείς με την επιστημονική, μαρξιστική μεθοδολογία θα πρέπει να εντοπίσουμε τη βασική αντίθεση και να προσδιορίσουμε στη συνέχεια τη σχέση της με τις υπόλοιπες αντιθέσεις. Επομένως, πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε από τη σχέση παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων.


Παραγωγικές δυνάμεις και καταμερισμός εργασίας

Η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρωτίστως των εργαλείων, της εργασιακής εμπειρίας και της γνώσης του ανθρώπου είναι που ώθησε τις πρωτόγονες κοινωνίες στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και έτσι στην αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων και στη δημιουργία πλεονάσματος. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (μαζί με τη δημιουργία πλεονάσματος και άρα την δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης του άλλου) οδήγησε με τη σειρά του στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και στη συνέχεια στη διάσπαση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις. Με αυτό τον τρόπο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδήγησε σε νέες παραγωγικές σχέσεις, ποιοτικά διαφορετικές από εκείνες που υπήρχαν στις πρωτόγονες κοινότητες1. Η ανάλυση αυτή των θεμελιωτών του μαρξισμού έχει πολλαπλά επιβεβαιωθεί από τα μεταγενέστερα ιστορικά και ανθρωπολογικά ευρήματα.
Το κρίσιμο ζήτημα που αξίζει της προσοχής μας εδώ είναι ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (άλλοι διευθύνουν, άλλοι ασχολούνται με τον ένα τομέα της παραγωγής, άλλοι με τον άλλο κλπ) ήταν το στοιχείο εκείνο που οδήγησε στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και των τάξεων. Οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν την ολοκληρωμένη, ποιοτικά διαφορετική, έκφραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Γι' αυτό, στις αναλύσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού προβλέπεται με θεωρητική συνέπεια ότι στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής που θα αντικαταστήσει τον καπιταλιστικό θα εξαλειφθούν όχι μόνο οι κοινωνικές τάξεις αλλά και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας.
Προϋπόθεση για να μπορέσει να συμβεί αυτό είναι η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν να ικανοποιούνται οι ανάγκες των ανθρώπων και βέβαια η δημιουργία αντίστοιχου επιπέδου συνείδησης. Βλέπουμε λοιπόν ότι η πλήρης εξάλειψη των τάξεων δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην ιστορική συνέχεια στην εξάλειψη της “υποδουλωτικής υποταγής των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας2. Αυτό σημαίνει ότι, στην αντίληψη του Μαρξ ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας θα εξακολουθεί να υπάρχει στην κομμουνιστική κοινωνία αλλά θα εξαλειφθεί ο κοινωνικός καταμερισμός. Με τα λόγια του Λένιν (σε σχέση με τον καταμερισμό σε διοικούντες και διοικούμενους): “στο σοσιαλισμό θα διοικούν όλοι με τη σειρά και θα συνηθίσουν γρήγορα να μη διοικεί κανένας3.
Ο κοινωνικός καταμερισμός (και κυρίως ο διαχωρισμός σε διοικούντες και διοικούμενους) είναι στοιχείο, που μπορεί μαζί με άλλα, να οδηγήσει στην επανεμφάνιση των τάξεων. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά ιδίως στις επισημάνσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού, οι οποίοι μελετώντας την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού διέκριναν ότι υπάρχει ο κίνδυνος η εργατική τάξη να ξαναχάσει την εξουσία μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση αν επικρατήσουν τα “ειδικά συμφέροντα” των οργάνων της κρατικής εξουσίας. Δηλαδή, αν επικρατήσουν τα ειδικά συμφέροντα εκείνων που στον καταμερισμό εργασίας ασχολούνται σε μόνιμη – επαγγελματική βάση με τα κοινά4.


Η επανάσταση και οι παραγωγικές σχέσεις

Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις –και μόνο τις προϋποθέσεις- για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας. Δημιουργεί τους όρους για να αντιστοιχηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής με τον κοινωνικό τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού προϊόντος.
Η συγκρότηση των νέων σχέσεων παραγωγής δεν είναι μιας ημέρας πράξη αλλά αποτελεί μια διαδικασία που ξεκινά με την πρώτη, αποφασιστική πράξη, που είναι η επανάσταση και η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής. Η δημιουργία των νέων σχέσεων παραγωγής ξεκινά με την εγκαθίδρυση της κρατικής ιδιοκτησίας (του νέου κράτους που προκύπτει από την επανάσταση). Ολοκληρώνεται, όταν η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται όχι μόνο τυπική (μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας) αλλά και ουσιαστική, άμεση, όταν δηλαδή η κοινωνία πράγματι συμμετέχει ολόκληρη στον έλεγχο της όλης παραγωγικής δραστηριότητας.
Η ιστορική εμπειρία επιβεβαίωσε ότι η έναρξη οικοδόμησης των νέων σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε το παραγωγικό δυναμικό των χωρών, όπου επικράτησε η επανάσταση. Είναι γνωστό το άλμα που πραγματοποίησε η ΕΣΣΔ, η Κίνα αλλά και οι άλλες χώρες, τα πρώτα χρόνια, από την βαθιά καθυστέρηση και υπανάπτυξη στις σύγχρονες παραγωγικές δομές.
Αυτό το άλμα της πρώτης περιόδου οφειλόταν ακριβώς στις νέες παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες κατέστησαν εφικτή τη σχεδιασμένη ανάπτυξη, την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι το δυνατό σημείο των νέων σχέσεων παραγωγής μπορεί να είναι η τεράστια άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την αντίστοιχη στον καπιταλισμό: “Ο καπιταλισμός μπορεί να νικηθεί τελειωτικά και θα νικηθεί τελειωτικά, γιατί ο σοσιαλισμός δημιουργεί μια νέα, πολύ πιο ανώτερη παραγωγικότητα της εργασίας5. Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να βασιστεί στο ενδιαφέρον των εργαζομένων για την εργασία τους και στην αίσθηση ότι είναι κύριοι των μέσων παραγωγής και της οικονομίας.
Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έπρεπε να αντεπιδράσει στις παραγωγικές σχέσεις. Πώς; Δίνοντας τη δυνατότητα για τη μετάβαση σε μια βαθμίδα όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα γινόταν λιγότερο τυπική και περισσότερο ουσιαστική από ό,τι στην αρχή της μετεπαναστατικής περιόδου. Δηλαδή, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων και άρα η δυνατότητα για υψηλότερο επίπεδο ζωής των εργαζομένων, υψηλότερο μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο, περισσότερο και δημιουργικότερο ελεύθερο χρόνο, θα έδιναν την ευχέρεια για πιο ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση του κράτους και της οικονομίας.
Για την ακρίβεια, αυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να μετατραπεί σε πραγματικότητα με την προϋπόθεση της συνειδητής αναπροσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων σε αυτή την κατεύθυνση. Τι θα σήμαινε αυτό; Ακόμη πιο πλατιά και ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις, ακόμη πιο ουσιαστική δημοκρατία. Αυτό όμως δεν συνέβη τελικά. Έγινε το αντίθετο. Τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες οι νέες σχέσεις παραγωγής σταδιακά αποδομήθηκαν, άρχισε να καθυστερεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τελικά σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση.

Η βασική αντίθεση

Για να εξηγηθεί αυτή η εμπειρία πρέπει να σκεφτούμε την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στο επίπεδο της κοινωνίας και της ταξικής της διάρθρωσης. Η αντίθεση αυτή, στο πλαίσιο του καπιταλισμού σημαίνει ότι η βασική κοινωνική αντίθεση είναι αυτή της αστικής τάξης με την εργατική.
Τι αντίστοιχα σημαίνει για τη μετεπαναστατική κοινωνία; Οι παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν ριζικά καθώς εξαλείφεται η αστική τάξη. Βέβαια και αυτό δεν γίνεται παρά βαθμιαία. Αν όμως εξαλείφονται οι τάξεις (αρχικά η αστική), δεν εξαλείφεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. Και το κομβικό σημείο στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στη διευθυντική και στην εκτελεστική εργασία, ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους. Η αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης καταργείται και δίνει τη θέση της σε μια άλλη αντίθεση που μένει να ξεπεραστεί.
Όπως αναφέρθηκε, η διευθυντική εργασία ιστορικά είναι καρπός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτέλεσε πρόοδο αλλά και ένα βήμα πριν τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Η διευθυντική εργασία μας απασχολεί εδώ όχι στο κατώτερο επίπεδό της, εκείνο της μονάδας παραγωγής, ή του κλάδου παραγωγής, αλλά στο επίπεδο της πανεθνικής διεύθυνσης της εργασίας και εν γένει της κοινωνίας.
Ο διαχωρισμός αυτός υπάρχει βέβαια σε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Προσδιορίζεται, χρωματίζεται από την βασική ταξική αντίθεση. Η διευθυντική εργασία στο σύνολο της κοινωνίας ή με άλλα λόγια η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας ασκείται από την άρχουσα τάξη ή από εντεταλμένους της ή από πρόσωπα που εντάσσονται σε αυτήν ή την προσεγγίζουν.
Η οικοδόμηση των νέων παραγωγικών σχέσεων μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση απαιτεί ένα νέο χειρισμό του θέματος. Δεν αρκεί η διευθυντική εργασία να ασκείται από μέλη της εργατικής τάξης ή από εντεταλμένα και ελεγχόμενα πρόσωπα από αυτήν. Δεν αρκεί το ανώτατο διευθυντικό στρώμα, η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας να αποτελείται από προερχόμενους από την εργατική τάξη.
Μπορεί αυτό να αρκεί για την πρώτη φάση οικοδόμησης του νέου κοινωνικού συστήματος αλλά σίγουρα δεν αρκεί για τη συνέχεια. Η ίδια η φύση των νέων παραγωγικών σχέσεων απαιτεί την ολόπλευρη συμμετοχή της εργατικής τάξης στη διαχείριση των υποθέσεών της. Το κομβικό ζήτημα για την οικοδόμηση των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων είναι η βαθμιαία ανάπτυξη, ποσοτική και ποιοτική, της συμμετοχής του λαού στην διοίκηση της παραγωγής και γενικά όλων των κοινωνικών υποθέσεων. Τα μεγέθη στο ζήτημα αυτό δεν είναι μια για πάντα δεδομένα.
Γιατί όμως είναι αναπόφευκτη για ένα ιστορικό διάστημα η ύπαρξη ξεχωριστού στρώματος διαχειριστών της πολιτικής και της οικονομίας; Πρωτίστως γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι τόσο αναπτυγμένες ώστε όλοι να μπορούν να ασχολούνται με όλα και να εναλλάσσονται στις διαφορετικές εργασίες, μαζί και στις διευθυντικές. Άρα, μοιραία χρειάζονται ακόμη επαγγελματίες πολιτικοί. Ταυτόχρονα, το επίπεδο γνώσης, μόρφωσης, εμπειριών, πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων διαφέρει. Άρα διαφέρουν και οι δυνατότητες ή και η διάθεση συμμετοχής στα κοινά.
Η οικοδόμηση των νέων κοινωνικών σχέσεων απαιτεί τη βαθμιαία υπέρβαση αυτών των περιορισμών και εμποδίων. Θα πρέπει και η μαγείρισσα να μάθει να διοικεί και να διοικεί πράγματι το κράτος. Στην προσπάθεια υπέρβασης των περιορισμών αλλά και δημιουργίας των προϋποθέσεων για το μέλλον, οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις και οι θεωρητικοί του μαρξισμού ανέδειξαν τη σημασία της νέου τύπου, της επαναστατικής δημοκρατίας που πρέπει να διέπεται από πέντε βασικές αρχές:
1.Αιρετότητα όλων των υπεύθυνων στελεχών του κράτους, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να επιλέγουν αυτοί και μόνον αυτοί σε ποιον θα εμπιστεύονται τα καθήκοντα αυτά.
2.Ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να μπορούν να ανακαλούν όποιον δεν στάθηκε στο ύψος της εμπιστοσύνης τους, ακριβώς όπως ο καπιταλιστής απολύει οποτεδήποτε το διαχειριστή του που αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός, ανίκανος ή κλέφτης.
3.Εναλλαγή προσώπων στις υπεύθυνες θέσεις έτσι ώστε να μην δημιουργούνται “αυθεντίες”, “αναντικατάστατοι” αλλά, αντιθέτως, να γνωρίζουν ολοένα και περισσότεροι στην πράξη τα καθήκοντα της διοίκησης του κράτους.
4.Έλεγχος από τα κάτω, διαρκής και αποτελεσματικός. Αυτό προϋποθέτει ελευθερία συζήτησης και κριτικής, ουσιαστική πληροφόρηση και γνώση, κατάργηση των “στεγανών”, των δήθεν κρατικών μυστικών.
5.Κατάργηση κάθε προνομίου για τους επαγγελματίες πολιτικούς και αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό έτσι ώστε να περιοριστεί η θεσιθηρία και ο καριερισμός. Στο ζήτημα ειδικά αυτό έδιναν μεγάλη σημασία οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν6.
Τα μέτρα αυτά αποτελούν ένα αποτελεσματικό μέσο για τον περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων του καταμερισμού της εργασίας, ειδικότερα του διαχωρισμού σε διοικούντες και διοικούμενους. Η επαναστατική δημοκρατία αποτελεί συστατικό στοιχείο των νέων παραγωγικών σχέσεων και όχι μόνο του εποικοδομήματος. Σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν σημαίνει μόνο κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά και δημοκρατική συμμετοχή του λαού.
Η επαναστατική δημοκρατία μπορεί σε μια ιστορική προοπτική να οδηγήσει στην εξάλειψη του καταμερισμού. Χρειάζεται όμως, όπως προαναφέρθηκε, μαζί η ανύψωση των παραγωγικών δυνάμεων και του επιπέδου ζωής, του επιπέδου γνώσης του λαού και άλλοι παράγοντες. Κατά συνέπεια, η σταθεροποίηση και ανάπτυξη της επαναστατικής δημοκρατίας είναι μοχλός για την προώθηση της κοινωνικής ανάπτυξης και για την επίλυση της εναπομείνασας βασικής αντίθεσης ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους.
Όπως σημείωνε ο Λένιν, “βαδίζοντας πάνω σ' αυτό το δρόμο (δηλ. στην εφαρμογή των μέτρων της επαναστατικής δημοκρατίας τύπου Κομμούνας - σημ. δική μου) θα φτάσουμε στην πλήρη καταστροφή της γραφειοκρατίας”, σε συνθήκες τέτοιες “που θα επιτρέπουν σε όλους δίχως εξαίρεση να εκπληρώνουν τις “κρατικές λειτουργίες”, κι αυτό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική απονέκρωση κάθε κράτους γενικά (σημ.: τα τονισμένα του Λένιν)”7.


Η δυνατότητα μετατροπής της αντίθεσης σε ανταγωνιστική

Ο καταμερισμός της εργασίας αντικειμενικά επιβάλλει μια σχετική αυτοτέλεια της διευθυντικής εργασίας. Αυτό ισχύει και για τις ταξικές κοινωνίες και για τις σοσιαλιστικές. Αυτή η σχετική αυτοτέλεια μπορεί να είναι ανεκτή ή και επιθυμητή στην καπιταλιστική κοινωνία.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τη σοσιαλιστική. Η φύση της δεύτερης είναι εντελώς διαφορετική. Απαιτεί τη διαρκή πορεία μπροστά, προς την εξάλειψη του διαχωρισμού. Επομένως, κάθε διόγκωση της αυτοτέλειας συνιστά κίνδυνο για την πορεία προς την πλήρη εξάλειψη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, υπονομεύει την πορεία προς την ολοένα και πληρέστερη συμμετοχή των εργαζομένων.
Όπως ειπώθηκε, η διευθυντική εργασία δεν είναι περιττή στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το αντίθετο έχει αποδειχθεί τόσο θεωρητικά από τους κλασικούς όσο και με βάση την ιστορική πείρα8. Η σοσιαλιστική κοινωνία έχει ανάγκη από διαχειριστές. Σημαίνει όμως ότι ο ρόλος τους στη σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να είναι υπό μετασχηματισμό και, εν τέλει, ιστορικά, προοπτικά, υπό εξάλειψη.
Έτσι, λοιπόν, στη σοσιαλιστική κοινωνία, μετά την εξάλειψη της αντίθεσης αστικής τάξης και εργατικής, η επόμενη σημαντική αντίθεση που απομένει να επιλυθεί είναι εκείνη ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους διαχειριστές της οικονομίας και του κράτους της.
Η σχετική αυτοτέλεια της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας διευρύνεται όταν: 1.δεν λειτουργεί σωστά η επαναστατική δημοκρατία, δεν τηρούνται κατά βάση οι προαναφερθείσες αρχές και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά από αυτήν χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων, 2.το ηγετικό διευθυντικό στρώμα τείνει να καρπώνεται μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος από εκείνο που αντιστοιχεί στην παρεχόμενη εργασία του. Αναφέρομαι βεβαίως, στα μισθολογικά και άλλα προνόμια (νόμιμα ή παράνομα δεν έχει τόσο σημασία) που σταδιακά συσσώρευσαν τα διευθυντικά στρώματα των σοσιαλιστικών κρατών. Στις περιπτώσεις αυτές η αντίθεση τείνει να γίνει ανταγωνιστική και όπως θα δούμε, υπό προϋποθέσεις, γίνεται ανταγωνιστική.


Η σοβιετική και άλλη εμπειρία

Στην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη παρατηρήθηκαν και βαθμιαία επικράτησαν ακριβώς αυτά τα φαινόμενα. Αποδυναμώθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Οι συνελεύσεις, οι εκλογικές διαδικασίες, οι αρχές της αιρετότητας, του ελέγχου του λαού στους αντιπροσώπους του, της ανακλητότητας κατέληξαν σε σημαντικό βαθμό τυπικές και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, έχασαν τη δυναμική τους. Κατέληξαν να είναι τυπικές διαδικασίες, συνήθως υπαγορευμένες από το κυβερνητικό κομμουνιστικό κόμμα.
Αυτό δεν ίσχυε σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Ούτε σε όλες τις περιόδους της ύπαρξής τους ίσχυε με τον ίδιο τρόπο και βαθμό. Ωστόσο, αποτέλεσε κοινό χαρακτηριστικό, κοινή λίγο -πολύ τάση.
Για παράδειγμα, επικράτησε η πρακτική της μοναδικής υποψηφιότητας στις εκλογικές διαδικασίες9. Αυτό σήμαινε ότι το κομμουνιστικό κόμμα πρότεινε έναν υποψήφιο άμεσα ή μέσω ενός συνδικαλιστικού ή άλλου φορέα. Οι εκλογείς δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάποιον άλλο, παρά μόνο να τον εγκρίνουν ή να τον απορρίψουν. Αυτό ίσχυε ακόμη και στα κράτη εκείνα στα οποία επιτρεπόταν από το νόμο η ύπαρξη πολλαπλών υποψηφιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο, τα επαναστατικά κόμματα έχασαν το δυναμισμό τους και τη σχέση τους με το λαό που είχε σφυρηλατηθεί στις επαναστατικές συνθήκες. Η εκλογική διαδικασία κατέληξε προσχηματική. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησαν ή κατέληξε απολύτως φορμαλιστικός.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι σοβιετικοί ηγέτες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν ή η λογοδοσία δεν ήταν ουσιαστική ενώ θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους10. Αντίστοιχες μαρτυρίες υπάρχουν και από άλλες πλευρές. Για παράδειγμα κουβανός ανταποκριτής στη Μόσχα την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης κάνει λόγο για “διεφθαρμένες εκλογικές διαδικασίες11.
Σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων. Ωστόσο, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανώτατου αντιπροσωπευτικού οργάνου12. Άρα τόσο η εκλογή, όσο και η ανακλητότητα, ο λαϊκός έλεγχος από τα κάτω και η εναλλαγή των προσώπων στις δημόσιες θέσεις ατόνησαν σοβαρά.
Αντίστοιχες ήταν οι εξελίξεις σε έναν άλλο κρίσιμο τομέα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας: στους εργασιακούς χώρους. Εκεί η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε επίσης σε μεγάλο βαθμό τυπική. Όπως σημειώνει ο κουβανός οικονομολόγος Κάρλος Ταμπλάδα, το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών13. Αντίστοιχες παρατηρήσεις είχε κάνει πολλά χρόνια πριν ο Τσε14.
Η ιστορική εμπειρία έδειξε επίσης ότι τα πολιτικά προνόμια που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των κυβερνώντων συμπληρώθηκαν τελικά από υλικά προνόμια. Η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, έτεινε να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου. Η κατάργηση του αστικού κράτους από τις επαναστάσεις και η δημιουργία σοσιαλιστικών κρατών είχε χαρακτηριστεί από την κατάργηση των υλικών προνομίων των κυβερνώντων.
Σταδιακά όμως παρατηρήθηκε η επανεδραίωσή τους. Για παράδειγμα, στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή. Ο Λένιν εντόπισε έγκαιρα το πρόβλημα. Ήδη στο Κράτος και επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού15. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς η διαδικασία αυτή καταγράφεται στη σοβιετική λογοτεχνία και μάλιστα στην επίσημα αποδεκτή της περιόδου διακυβέρνησης από τον Στάλιν16.
Η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:1517.
Στα μισθολογικά προνόμια πρέπει να προστεθούν και τα κάθε είδους υλικά προνόμια όπως για παράδειγμα, πρόσβαση σε ειδικές υπηρεσίες στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία κά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης διέθεταν, την τελευταία τουλάχιστον περίοδο, υπηρετικό προσωπικό, κηπουρούς κλπ. Τα νόμιμα αυτά προνόμια συμπληρώνονταν και με άλλα, παράνομα αποκτημένα, που όμως η κυρίαρχη θέση των ηγετικών διευθυντικών στρωμάτων το επέτρεπε18.
Η αντίθεση σε τέτοιες συνθήκες, παρότι αρχικά δεν είναι ανταγωνιστική, τείνει να μετατραπεί σε τέτοια. Η τάση αυτή ενισχύεται ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζεται διαρκώς από τα υπολείμματα της αντίθεσης εργασίας και κεφαλαίου που επιβιώνουν τόσο στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης χώρας όσο και με το δεδομένο της ανταγωνιστικής ύπαρξης των καπιταλιστικών κρατών δίπλα στα σοσιαλιστικά.


Γραφειοκρατία και αστική τάξη

Ωστόσο, η αυτονόμηση των διοικούντων δεν τους καθιστά αστική τάξη. Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αστική τάξη ούτε το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της περιόδου αυτής με τον καπιταλισμό19. Κανένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτά αναλύθηκαν στο Κεφάλαιο δεν υπήρχε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα κράτη.
Δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής. Η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, δεν πωλούνταν και αγοράζονταν από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν υπήρχε ανεργία η οποία είναι βασικό στοιχείο της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Οι διάφορες επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά υπόκειντο σε έναν πανεθνικό σχεδιασμό (χωρίς αυτό να αποτρέπει επιμέρους αντιθέσεις). Η αναρχία δεν χαρακτήριζε τη σοβιετική οικονομία, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές οικονομίες. Η άντληση υπεραξίας δεν ήταν ο βασικός στόχος των επιχειρήσεων. Το οικονομικό σύστημα δεν χαρακτηριζόταν από περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής. Δεν παρατηρήθηκε η τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης που χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση20.
Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής, ούτε ως συλλογική του ιδιοκτησία. Μπορεί να καρπωνόταν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος από αυτό που αναλογούσε στην εργασία του αλλά αυτό δεν ταυτίζεται με το μηχανισμό άντλησης της υπεραξίας. Τα υλικά προνόμια της γραφειοκρατίας αποτελούσαν παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του” αλλά δεν αποτελούσαν υπεραξία ούτε μπορούσαν να μετατραπούν σε κεφάλαιο στις συνθήκες της σοβιετικής και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών. Δεν παρατηρήθηκε η τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε ούτε διαρκής εισαγωγή νέων τεχνολογιών και σταθερού κεφαλαίου ούτε εντατικοποίηση της εργασίας. Αντίθετα, οι χώρες αυτές διακρίνονταν το τελευταίο διάστημα για τη δυσκολία ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και για ένα κλίμα εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας.
Το διευθυντικό γραφειοκρατικό στρώμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις να γίνει τάξη εν τη γενέσει της. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα και σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, πλην της Κούβας. Η νέα αστική τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τις ανατροπές, αποτελείται κατά ένα μέρος τουλάχιστον, από το πρώην διευθυντικό στρώμα. Για να γίνει αυτό όμως χρειάστηκαν δύο βασικοί παράγοντες: πρώτο, η πλήρης αποδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους και, δεύτερο, η ιδιωτικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής. Οι όροι αυτοί πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1989-1991 και λίγο μετά. Οι σημερινοί κεφαλαιοκράτες των χωρών αυτών προέρχονται κατά βάση από το στρώμα αυτό και λιγότερο, από τους απογόνους των ιδιοκτητών που απαλλοτριώθηκαν κατά την επανάσταση.


Η φύση της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό

Από την άλλη, η κατανόηση της ακριβούς φύσης της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό είναι πολύ σημαντική. Μας δίνει το κλειδί της εξέλιξης της πρώην ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών. Εξηγεί πολλές αντιφάσεις της εσωτερικής και εξωτερικής τους πολιτικής. Η γραφειοκρατία ήταν σαν ένα καρκίνωμα. Αναπτυσσόταν μαζί και πάνω στον οργανισμό του σοσιαλιστικού κράτους. Τον χρωμάτιζε, τον αδυνάτιζε και τον αλλοίωνε βαθμιαία.
Όσο η απόσταση της ηγετικής γραφειοκρατίας από την εργατική τάξη μεγάλωνε και γινόταν απόσπαση από αυτήν, τόσο τα αρνητικά φαινόμενα και οι αλλοιώσεις εκδηλώνονταν με μεγαλύτερη συχνότητα και συνέχεια, τόσο τα λάθη γινόταν δύσκολο να διορθωθούν. Η απόσπαση αυξανόταν όσο η κοινωνία απομακρυνόταν χρονικά από την επανάσταση του 1917 (και αντίστοιχα για τις άλλες χώρες), οπότε οι μνήμες, η θέση και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης και του λαού εξασθενούσε, ενώ τα πολιτικά και υλικά προνόμια και η διαφθορά της γραφειοκρατίας αυξάνονταν. Έτσι, η γραφειοκρατία στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930 δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα της δεκαετίας του 1980. Η πρώτη δεν οδήγησε στην καπιταλιστική παλινόρθωση ενώ η δεύτερη το έπραξε. Η πρώτη υπερασπίστηκε (παρά τα λάθη και τις προβληματικές καταστάσεις που απέρρεαν από τη φύση της) σθεναρά το σοσιαλισμό ενώ η δεύτερη μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη.
Η απόσπαση διευρυνόταν επίσης ανάλογα με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, τις ιδιομορφίες, τις παραδόσεις κλπ, ανάλογα με την επίδραση των άλλων αντιθέσεων στη βασική. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν ακραία φαινόμενα γραφειοκρατικής στρέβλωσης όπως η διακυβέρνηση Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, του Ν. Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ή του Κιμ Γιονγκ Ουν στη Β. Κορέα. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα καθοδήγησε εν τέλει τη μετάβαση στον καπιταλισμό και μετατράπηκε σε αστική τάξη, άσχετα αν θυσίασε κάποιο εμβληματικό του πρόσωπο (περίπτωση Τσαουσέσκου).
Η γραφειοκρατική απόσπαση αποτελούσε την υλική βάση που ωθούσε στην παγίωση αρνητικών και λαθεμένων (από τη σκοπιά του μαρξισμού και των συμφερόντων της εργατικής τάξης) αντιλήψεων και πρακτικών. Ωθούσε στη λήψη αποφάσεων στο όνομα του λαού και όχι από το λαό. Επρόκειτο για ένα ιδιόμορφο πατερναλισμό. Έτσι, ακόμη και αποφάσεις που ήταν ευνοϊκές για τα λαϊκά συμφέροντα υπονομεύονταν μακροπρόθεσμα από το γεγονός της μη συμμετοχής του λαού. Μεγάλωνε παράλληλα σταδιακά η αδιαφορία για τη ζωή του λαού.
Ωθούσε στην παγίωση καταστάσεων άρνησης της κριτικής και της δημοκρατίας εν τέλει αφού η γραφειοκρατία ήθελε να έχει το αλάθητο και το ακαταδίωκτο. Η κριτική χαρακτηριζόταν συλλήβδην αντεπαναστατική και οδηγούσε συχνά σε σκληρά, καταπιεστικά μέτρα. Έτσι εξηγείται και η σφοδρότητα των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων και εκκαθαρίσεων. Σε χώρες όπου η γραφειοκρατία δεν είχε εδραιωθεί, όπως η Κούβα, οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο της εκκαθάρισης και, ακόμη χειρότερα, της φυσικής εξόντωσης. Ο Φιδέλ Κάστρο, για παράδειγμα, ασκούσε κριτική στην ηγεσία του Στάλιν για την “πολιτική εκκαθαρίσεων με κάθε είδους καταχρήσεις εξουσίας στην ΕΣΣΔ” που οδήγησαν σε “κάθε είδους στρατηγικά λάθη, τόσο στον πολιτικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα21.
Η εδραίωση του γραφειοκρατικού στρώματος σήμαινε επίσης μια παγίωση της ροπής στις διοικητικές μεθόδους επιβολής αντί για την πειθώ. Οδηγούσε στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς το λαό, στην υποτίμηση του αυθόρμητου και στην υπερτίμηση του συνειδητού, στον βολονταρισμό. Η παγίωση της γραφειοκρατίας ωθούσε στην παγίωση αστικών και μικροαστικών πολιτικών προτύπων όπως ο αρχηγισμός, η ενίσχυση του ρόλου του ηγέτη σε βάρος της συλλογικότητας, ακόμη και η προσωπολατρεία.
Η άρνηση της δημοκρατίας σήμαινε ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν χωρίς δημοκρατική συζήτηση στο λαό αλλά, καμιά φορά, ούτε στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος και του κράτους. Για παράδειγμα, η αποστολή σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν δεν συζητήθηκε ούτε στο Ανώτατο Σοβιέτ, ούτε στην κυβέρνηση ούτε στο πολιτικό γραφείο του ΚΚΣΕ. Το “μεγάλο άλμα μπροστά” στην Κίνα αντίστοιχα δεν είχε την έγκριση ούτε της κυβέρνησης ούτε των ηγετικών κλιμακίων του ΚΚ Κίνας. Ενδεικτικό της απέχθειας προς τη δημοκρατική συζήτηση είναι το ότι στο κυβερνητικό Πολωνικό Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα οι ψηφοφορίες για την ανάδειξη των καθοδηγητικών οργάνων γίνονταν φανερά μέχρι το 198122. Το ίδιο συνέβαινε στο ΚΚΣΕ τη δεκαετία του 1930. Είναι προφανές ότι σε τέτοιες συνθήκες η ψηφοφορία ελεγχόταν από τις ηγετικές ομάδες.
Η γραφειοκρατικοποίηση της ηγεσίας οδήγησε συχνά σε εθνικιστικού χαρακτήρα λάθη στην εξωτερική πολιτική αφού υπερεκτιμήθηκε η ανάγκη αυτοπροστασίας του σοσιαλιστικού κράτους και υποτιμήθηκε η ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Χαρακτηριστική είναι, από την άποψη αυτή, η αρχικά διστακτική θέση της ΕΣΣΔ στην υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος στην Αγκόλα23. Ένα πιο ακραίο παράδειγμα είναι η Κίνα και ιδίως η πρόκληση της στρατιωτικής σύγκρουσης το 1969 με τη Σοβιετική Ένωση24 και αργότερα με το Βιετνάμ25.
Στο επίπεδο της ιδεολογίας, η παγίωση της γραφειοκρατίας νόθευε τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία εισάγοντας στοιχεία δογματισμού, βερμπαλισμού, εξωραϊσμού των καταστάσεων για να δικαιολογήσει τη θέση της αντί για την επιστημονική ανάλυση της ολοένα μεταβαλλόμενης πραγματικότητας.
Προωθούνταν μια αντίληψη κοινωνικής αρμονίας για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Σοβιετικό εγχειρίδιο του 1954 θεωρούσε ότι “η βασική ιδιομορφία αυτών των συγκρούσεων στη σοβιετική κοινωνία συνίσταται στο ότι δεν αποτελούν συγκρούσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Τέτιου είδους συγκρούσεις δεν υπάρχουν στην ΕΣΣΔ26. Σε άλλη παραλλαγή, θεωρούνταν ότι η προσαρμογή των παραγωγικών σχέσεων γίνεται σχεδόν αυτόματα, ενώ η έννοια των παραγωγικών σχέσεων αποσυνδεόταν από την έννοια της λαϊκής συμμετοχής και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας27. Οι μόνες αντιθέσεις που γίνονταν δεκτές ήταν εκείνες που προέκυπταν από τα κατάλοιπα του καπιταλισμού στην οικονομία ή στην ιδεολογία και βέβαια η αντίθεση με τη διεθνή αστική τάξη.
Όσο πλησίαζε ιστορικά στη μετατροπή της σε αστική τάξη, το γραφειοκρατικό στρώμα εισήγαγε στην ιδεολογία του στοιχεία σοσιαλδημοκρατικά. Με την παλινόρθωση το σύνολο σχεδόν των κομμάτων αυτών μετατράπηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά.


Βασική και άλλες αντιθέσεις

Η αντίθεση λοιπόν αυτή, που υπό προϋποθέσεις τείνει να γίνει ανταγωνιστική, χρωματίζει και κατευθύνει όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, η αυτονόμηση της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας μπορεί να οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, όταν με αποφάσεις της, που δεν έχουν την έγκριση του λαού, επιχειρεί να λύσει προβλήματα. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι λύσεις που δίνει είναι αντικειμενικά ορθές αλλά δεν έχει πειστεί ο λαϊκός παράγοντας για την ορθότητά τους.
Η βασική αντίθεση, στο βαθμό που δεν βρίσκεται σε πορεία επίλυσης, αντεπιδρά στις παραγωγικές δυνάμεις, καθυστερώντας τελικά την ανάπτυξή τους. Έτσι, παρατηρήθηκε ιστορικά ότι η αρχική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων η οποία σημειώθηκε μετά τις επαναστάσεις, στη συνέχεια περιορίστηκε. Οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση.
Αυτό εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο στην κύρια παραγωγική δύναμη, στην εργασία. Η παραγωγικότητα της εργασίας, το ενδιαφέρον για την εργασία είναι ο κινητήριος μοχλός της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ενώ την πρώτη περίοδο σημειώθηκε αλματώδης άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στη συνέχεια η αδιαφορία για την εργασία επικράτησε. Αυτό άρχισε να γίνεται στο βαθμό που οι εργαζόμενοι αισθάνονταν αποξενωμένοι ολοένα και περισσότερο από τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.
Τα προβλήματα αυτά (πτώση του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία, υπερβολικά συγκεντρωτισμός σχεδιασμός καταρτισμένος χωρίς πραγματική δημοκρατική συζήτηση – άρα σε ένα βαθμό ανεδαφικός και αναποτελεσματικός) έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων τη δεκαετία του 1960 (μεταρρύθμιση Κοσίγκιν). Δηλαδή αξιοποιήθηκε ένα μέσο που δημιουργούσε άλλου είδους προβλήματα, αντί να καταφύγουν στο βασικό που θα μπορούσε να ξανατονώσει το ενδιαφέρον των εργαζομένων αλλά που θα έθιγε τα πολιτικά προνόμια της γραφειοκρατίας: αποκατάσταση της επαναστατικής δημοκρατίας, ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή τους στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.
Αντίστροφα, η βασική αντίθεση μπορεί να οξύνεται από την ύπαρξη άλλων αντιθέσεων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η επανάσταση επικράτησε σε χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με μεγάλο ποσοστό μικροϊδιοκτησίας, με φεουδαρχικά κατάλοιπα, με χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του πληθυσμού, όλα αυτά ενέτειναν αντικειμενικά την τάση αυτονόμησης των διοικούντων, δυσχεραίνουν τη διαδικασία προσέλκυσης του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών του. Άρα δυσχεραίνουν τη διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης.
Η επίλυση της βασικής αντίθεσης που διέπει τη σοσιαλιστική κοινωνία επηρεάζεται επίσης καθοριστικά από τη βασική αντίθεση που διαπερνά την ανθρωπότητα. Επηρεάζεται δηλαδή από την αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης με τρεις τουλάχιστον μορφές. Πρώτο, με τη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στα κράτη όπου η αστική τάξη διατηρεί την εξουσία και στα κράτη όπου έχουν επικρατήσει επαναστάσεις. Δεύτερο, με τη μορφή της αντίθεσης αστικής – εργατικής τάξης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Οι διακυμάνσεις του συσχετισμού των δυνάμεων επιδρούν στις χώρες που επιχειρούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού (και αντίστροφα). Τρίτο, με τη μορφή των κατάλοιπων του καπιταλισμού (στην οικονομία στην πολιτική, στην ιδεολογία, στον πολιτισμό κλπ) που παραμένουν στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών χωρών. Έτσι, στην πραγματικότητα πρέπει να γίνεται λόγος για τη βασική εσωτερική αντίθεση των σοσιαλιστικών κοινωνιών (διοικούντες – διοικούμενοι) και τη βασική εξωτερική αντίθεση (αστική τάξη – εργατική) που αλληλοεπιδρούν η μια στην άλλη.
Η βασική εσωτερική αντίθεση (όπως και η βασική εξωτερική) αντανακλώνται και επιδρούν στο πολιτικό, ιδεολογικό, νομικό, πολιτιστικό εποικοδόμημα. Και αντίστροφα, οι πολιτικές, ιδεολογικές, νομικές, πολιτιστικές σχέσεις -διαθέτοντας σχετική αυτοτέλεια- αντεπιδρούν στη βασική αντίθεση. Μπορεί να επιδρούν στην επίλυσής της στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση.
Θα ήταν όμως ημιτελής η προσέγγιση που θα απέδιδε την επίλυση της βασικής αντίθεσης προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αν υπερτιμούσε τη σημασία των πολιτικών κλπ αποφάσεων. Για την ακρίβεια, μια τέτοια ανάλυση θα έρρεπε προς τον ιδεαλισμό και στην άρνηση των βασικών αρχών του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Για παράδειγμα, έχει σημασία να αξιολογηθεί η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΣΕ την περίοδο Στάλιν, Χρουτσιόφ, Κοσίγκιν, Μπρέζνιεφ, Γκορμπατσόφ κλπ. Δηλαδή να εκτιμηθεί πώς συνέβαλαν στην επίλυση της βασικής αντίθεσης και σε ποια κατεύθυνση. Πιο σημαντικό όμως είναι να ερμηνευθούν οι όποιες πολιτικές στο έδαφος και στο φως της βασικής αντίθεσης (και των άλλων δευτερευόντων αντιθέσεων βέβαια).
Προσεγγίσεις του τύπου “εκείνη την περίοδο όλα ήταν κατά βάση σωστά” ή το αντίστροφο, δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί την αμέσως επόμενη ή προηγούμενη όλα έγιναν λάθος ή το αντίστροφο. Πρόκειται για αναλύσεις που στέκονται στην επιφάνεια, στο εποικοδόμημα, πολιτικό και ιδεολογικό. Αδυνατούν να δουν την κοινωνία στην εξέλιξή της ερμηνευόμενη από τη βασική και τις άλλες αντιθέσεις. Πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά γιατί ελήφθησαν αυτές ή οι άλλες αποφάσεις, γιατί επικράτησαν αυτές και όχι κάποιες άλλες πολιτικές τάσεις.
Υπάρχουν απόψεις που κάνουν λόγο για οπορτουνιστική, σοσιαλδημοκρατική απόκλιση της ηγεσίας του ΚΚΣΕ που οφειλόταν στην επίδραση των υπολειμμάτων της αστικής τάξης και στην ιδεολογική επίδραση του ιμπεριαλισμού, της διεθνούς αστικής τάξης. Οι απόψεις αυτές είναι ορθές εν μέρει μόνο. Βλέπουν μια πλευρά, κάποιες από τις υπάρχουσες αντιθέσεις αλλά όχι τη βασική εσωτερική αντίθεση την οποία αποσιωπούν. Δεν εξηγούν έτσι πειστικά και ολοκληρωμένα γιατί επικράτησαν αυτές οι αποκλίσεις.
Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί η σοσιαλιστική Κούβα άντεξε σχεδόν μισό αιώνα τώρα απολύτως απομονωμένη και χωρίς τη ύπαρξη άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Γιατί εκεί δεν υπήρξε τόσο καταλυτική (μέχρι σήμερα τουλάχιστον) η επίδραση των αστικών καταλοίπων και του διεθνούς ιμπεριαλισμού; Η απάντηση βρίσκεται προφανώς στο ότι η επίδραση αυτή δεν μπόρεσε να επικρατήσει εξαιτίας της μη γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας από το λαό, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, επειδή η βασική εσωτερική αντίθεση έτεινε μέχρι τώρα να λυθεί προς τη σωστή κατεύθυνση. Όσο το τελευταίο χαρακτηριστικό θα εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει η δυνατότητα η σοσιαλιστική Κούβα να συνεχίσει την πορεία της.
Η αστική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών και τα υπολείμματα της αστικής τάξης στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών δεν θα είχαν καταφέρει να ανατρέψουν τις επαναστατικές διαδικασίες, αν δεν στηρίζονταν στα φαινόμενα γραφειοκρατικής απόσπασης και εκφυλισμού των διευθυνόντων τα οποία σημειώθηκαν.


Η διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης

Ο δρόμος για την επίλυση της βασικής αντίθεσης περνά οπωσδήποτε μέσα από τη συνεχή, επίμονη και επίπονη προσπάθεια διαφύλαξης και εμβάθυνσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Περνά μέσα από το συνεχή εργατικό και λαϊκό έλεγχο του διευθυντικού στρώματος και από τη διαρκή προσπάθεια ανύψωσης του μορφωτικού, πολιτιστικού και πολιτικού επιπέδου των εργαζομένων, της επιστημονικής τους γνώσης, ώστε να καθίσταται κάθε μέρα και πιο ουσιαστική η λαϊκή συμμετοχή και ο έλεγχος. Αυτό σημαίνει επαγρύπνηση, συνειδητή δηλαδή παρέμβαση για την ολοένα και πιο ουσιαστική εφαρμογή των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Παρισινής Κομμούνας και των σοβιέτ: αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχος, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή των κρατικών στελεχών με συνηθισμένο εργατικό μισθό. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να είναι ευθύγραμμη. Επηρεάζεται από τις άλλες αντιθέσεις, εσωτερικές και διεθνείς.
Στο βαθμό που η διαδικασία αυτή προχωρά, μπορεί να πει κανείς ότι προχωρούν οι παραγωγές σχέσεις, βήμα προς βήμα, στάδιο προς στάδιο, από την τυπική κοινωνικοποίηση στην ουσιαστική. Αυτή η θετική πορεία θα έχει αντεπίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις και πρωτίστως στην παραγωγικότητα της εργασίας αναπτύσσοντάς τες παραπέρα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού πλούτου θα δημιουργεί την υλική βάση (ως δυνατότητα και πάλι, όχι ως αυτόματη μετατροπή σε πραγματικότητα) για να προχωρήσει στη συνέχεια πιο βαθιά η ουσιαστική κοινωνικοποίηση και η συμμετοχή των εργαζομένων, και ούτω καθεξής σε μια διαρκή σπειροειδή ανάπτυξη. Η θετική πορεία στην επίλυση της αντίθεσης διευθυνόντων και διευθυνομένων επιδρά επίσης ευεργετικά και στην επίλυση ή και υπέρβαση των άλλων αντιθέσεων
Κρίσιμο ζήτημα στη διαδικασία αυτή διαφύλαξης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας αποτελεί ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Το τελευταίο μπορεί και πρέπει να αποτελεί την προωθητική δύναμη. Η εμβάθυνση της επαναστατικής δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει μόνο αυθόρμητα.
Ωστόσο, αντικειμενικά, ως κυβερνητικό κόμμα εμπλέκεται στη βασική αντίθεση, κυρίως η ηγετική του ομάδα, και είναι πιθανό (το έδειξε η ιστορική εμπειρία, σοβιετική και άλλη) να γίνει μέρος του προβλήματος. Άρα, καθοριστικής σημασίας ζήτημα είναι η διαφύλαξη του επαναστατικού και συνάμα του δημοκρατικού χαρακτήρα του κόμματος, η υποβολή του στον πιο άμεσο λαϊκό έλεγχο και η συνεχής αυτοκάθαρσή του μέσω της εφαρμογής στο εσωτερικό του των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Κομμούνας του Παρισιού: αιρετότητα των στελεχών, ανακλητότητά τους, εναλλαγή, έλεγχος από τα μέλη, αμοιβή των στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό, κατάργηση κάθε υλικού και πολιτικού προνομίου. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να διαφυλάξει την ιδεολογία του, τη σχέση του με την εργατική τάξη και τον επαναστατικό του ρόλο.
Τελικά, η αναγνώριση των κινδύνων απόσπασης του διευθυντικού στρώματος και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της επαναστατικής προσπάθειας του 21ού αιώνα. Αυτό σε τίποτα δεν μειώνει τις σημαντικότατες κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της Σοβιετικής Ένωσης (και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών χωρών) καθώς και τη συμβολή τους στην αντιφασιστική νίκη και στην παγκόσμια ειρήνη κατά το τελευταίο μισό του 20ού αιώνα.
1 Βλ. Για παράδειγμα Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 1981, σελ. 167 επ.
2 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 214.
3 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 116.
4 Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 20.
5 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Η μεγάλη πρωτοβουλία”, Άπαντα, τ. 39, σελ. 21.
6 Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 44.
7 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 117.
8 Βλ. ενδεικτικά Φ. Ένγκελς, “Για το κύρος”, Διαλεχτά Έργα, τ. 1, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ., σελ. 767 επ.
9 Βλ. Chtchiglik, Lautogestion socialiste, Moscou, ed. Progres, 1989, σελ. 88 επ.
10 Βλ. Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008, σελ. 145 επ.
11Βλ. P. Para, “Por que cayo el sosialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, www.cubadebate.cu
12Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 106-107 και 109-111.
13Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 204 επ.
14Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 152 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
15 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78 και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105.
16 Βλ. Β. Κοτσέτωφ, Αδελφοί Γιερσώφ, Αθήνα, εκδ. Κυψέλη, 1959.
17 Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, οπ.π., τ. 1 (1917-1923), σελ. 107 και τ. 2 (1923-1930), σελ. 247 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
18 Βλ. περισσότερα, Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ.
19Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Ένα φάντασμα πλανιέται, Αθήνα, εκδ. Στάχυ, 1992, σελ. 196-197 και Τ. Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2005, σελ. 151 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 112 επ.
20 Βλ. Ε. Μαντέλ, Οι αντιφάσεις στη θεωρία του “κρατικού καπιταλισμού”, Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη,1984, σελ. 27 επ. και Ν.Β.Γιάκουσεβ, “Η “θεωρία” περί ύπαρξης κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ”, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2002, http://www.komep.gr/2002-teyxos-6/h-theoria-peri-yparkshs-kratikoy-kapitalismoy-sthn-essd.
21Βλ. Ι. Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, σελ. 68.
22 Βλ. Ν. Κοτζιάς, Η Πολωνία κι εμείς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 38.
23 Βλ. Φ. Κάστρο, Κούβα και Αφρική: η συμβολή της Κούβας στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Αφρικής, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2006.
24 Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 262.
25 Βλ. Μ. Young, Οι πόλεμοι του Βιετνάμ (1945-1990), Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 2008, σελ. 407.
26 Βλ. Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, Διαλεχτικός υλισμός (1954), Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, σελ. 224 επ., 230.

27 Βλ. επίσης Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Πολιτική οικονομία, Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1961, σελ. 510-511.

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Το μέλλον της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα

υπό δημοσίευση, περ. Ουτοπία

Εκατό χρόνια μετά την οχτωβριανή επανάσταση και 27 από την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Α. Ευρώπη, η επανάσταση στην Κούβα εξακολουθεί την πορεία της, παρά τις όποιες αναπόφευκτες δυσκολίες και λάθη. Το γεγονός αυτό από μόνο του είναι σχετικά παράδοξο καθώς πρόκειται για μια μικρή σε έκταση και σε πληθυσμό χώρα, με όχι ιδιαίτερα αναπτυγμένες τις παραγωγικές δυνάμεις, αφού εμφανή είναι ακόμη τα σημάδια της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που την καταδίκασαν να ανήκει στις τριτοκοσμικές χώρες.
Ωστόσο, η επανάσταση στην Κούβα αντέχει. Άντεξε τις ποικίλες (στρατιωτικές, οικονομικές, διπλωματικές) πιέσεις των ΗΠΑ. Αναμφισβήτητα, το καθοριστικό στοιχείο για την αντοχή αυτή ήταν το γεγονός ότι, παρά τις υπαρκτές αδυναμίες, υπήρχε ενότητα λαού και πολιτικής ηγεσίας. Οι εργαζόμενοι αισθάνονταν ότι η κρατική εξουσία ήταν δική τους, ότι οι ηγέτες τους ήταν επιλεγμένοι από αυτούς και δεν ξεχώριζαν από αυτούς. Γι' αυτό, ακόμη και στις πιο δύσκολες οικονομικές καταστάσεις στις αρχές – μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν οι ελλείψεις ήταν πολύ μεγάλες, ο λαός παρέμεινε ενωμένος και διατήρησε την επαναστατική εξουσία του σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι φωνές επιστροφής στον καπιταλισμό ήταν μειοψηφικές έως περιθωριακές.
Το επαναστατικό καθεστώς αντέχει ακόμη και σήμερα στις δύσκολες συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τη στιγμή που η καπιταλιστική οικονομία κλονίζεται από την κρίση και που οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις εντείνονται τρέφοντας όλο και περισσότερο πολέμους αναδιανομής των σφαιρών επιρροής, η Κούβα μόνη, χωρίς άλλα σοσιαλιστικά κράτη στο πλάι της αγωνίζεται να διατηρήσει την επανάσταση και να βελτιώνει με τις δικές της δυνάμεις τη ζωή του λαού. Η καπιταλιστική κρίση επηρεάζει και την Κούβα εφόσον η χώρα βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς καπιταλιστικού εμπορίου. Ειδικά επηρεάζεται η οικονομία της από τον τουρισμό.
Διαθέτει βέβαια κάποιους συμμάχους, όπως οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Βενεζουέλας ή άλλων κρατών της Λ. Αμερικής. Αναζητά επίσης και βρίσκει οικονομικούς εταίρους, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, εκμεταλλευόμενη τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη στρατηγική κατάσταση απομόνωσης στην οποία βρίσκεται.
Στις συνθήκες αυτές η Κούβα είναι αναγκασμένη να προβεί σε μια σειρά παραχωρήσεις στις καπιταλιστικές σχέσεις1. Εφαρμόζει μια οικονομική πολιτική τύπου ΝΕΠ. Η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων και ο Λένιν είχαν εφαρμόσει ένα παρόμοιο οικονομικό πρόγραμμα περιορισμένων παραχωρήσεων στον καπιταλισμό εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας (μαζί με φεουδαρχικά κατάλοιπα, διεσπαρμένη μικροϊδιοκτησία) και των καταστροφών από τους πολέμους που αποδυνάμωσαν παραπέρα την οικονομική βάση της χώρας2.
Στην Κούβα τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που αναγκάζουν σε αυτή την περιορισμένη αναδίπλωση: α.η καπιταλιστική απομόνωση μιας μικρής σοσιαλιστικής, νησιωτικής νησίδας και μάλιστα χώρας με τη βαριά κληρονομιά της τριτοκοσμικής υπανάπτυξης εξαιτίας της αποικιοκρατίας, β.ο αποκλεισμός των ΗΠΑ που εξακολουθεί να υφίσταται και γ.η επίδραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.
Η υποχώρηση ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 όταν η χώρα έχασε όχι μόνο τα πολιτικά της στηρίγματα στον κόσμο αλλά και τους οικονομικούς της εταίρους. Τότε έγιναν κάποια πρώτα βήματα στην κατεύθυνση αυτή που καταγράφηκαν και Συνταγματικά. Τα βήματα απέδωσαν καρπούς. Μετά την κατακρήμνιση που σημειώθηκε το 1990, η οικονομική κατάσταση της χώρας και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων αρχικά σταθεροποιήθηκε και στη συνέχεια βελτιώθηκε. Στο προηγούμενο 6ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας αποφασίστηκε να γίνουν περαιτέρω αλλαγές στην κατεύθυνση αυτή καθώς εκτιμήθηκε ότι τα δομικά προβλήματα παραμένουν.
Η υποχώρηση αυτή δεν αμφισβητεί καταρχήν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας3. Αποτελεί αναμφίβολα μια ελεγχόμενη, περιορισμένη αλλά πάντως μια στρατηγική υποχώρηση. Παραχωρεί έδαφος στις καπιταλιστικές σχέσεις προκειμένου να βοηθηθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτό στην παρούσα συγκυρία είναι αδύνατο να επιτευχθεί μόνο με τις προσπάθειες του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας. Η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του λαού, να δώσει την απαραίτητη οικονομική βάση για την μελλοντική ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας εν αναμονή επαναστατικών εξελίξεων σε άλλα μέρη του κόσμου ώστε να σπάσει ο καπιταλιστικός κλοιός.
Βέβαια, μια τέτοια πολιτική εγκυμονεί κινδύνους για το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα αλλά και για τον χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας στην Κούβα. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα σε μάλλον ευνοϊκότερες συνθήκες καθώς η Σοβιετική Ένωση του 1922 ήταν σε καπιταλιστικό κλοιό και καθυστερημένη παραγωγικά αλλά είχε το πλεονέκτημα της μεγάλης έκτασης, του μεγάλου πληθυσμού και ιδίως των μεγάλων πλουτοπαραγωγικών πηγών και δυνατοτήτων. Τις συνθήκες όμως δεν τις διαλέγει κανείς. Είναι δεδομένες και μέσα σε αυτές πρέπει να χαράξει πολιτική.
Σημείωνε πάντως ο Λένιν ότι οι παραχωρήσεις στον καπιταλισμό παραμένουν μια ιστορικά προσωρινή παρένθεση αρκεί α. να κρατήσει το εργατικό κράτος τα περισσότερα μέσα παραγωγής και β. να παραμείνει η εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης. Όσο η εργατική τάξη διατηρεί την εξουσία μπορεί να έχει τον έλεγχο της οικονομίας της χώρας, να διαφυλάσσει τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, να διορθώνει τις αρνητικές επιδράσεις των καπιταλιστικών σχέσεων, να βάζει όρια. Έγραφε χαρακτηριστικά πως “ο καπιταλισμός που αναπτύσσεται μ' αυτό τον τρόπο, βρίσκεται κάτω από έλεγχο, κάτω από επιτήρηση, ενώ η κρατική εξουσία παραμένει στα χέρια της εργατικής τάξης και του εργατικού κράτους4.
Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον της επανάστασης στην Κούβα είναι να παραμείνουν τα βασικά μέσα παραγωγής στα χέρια του κράτους, να διατηρηθεί και βελτιωθεί ο εργατικός – λαϊκός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας μαζί και του επαναστατικού κόμματος. Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους δεν πρέπει να κρίνεται τυπικά. Η εργατική τάξη δεν κατέχει την εξουσία επειδή η κυβέρνηση διακηρύσσει κάτι τέτοιο. Το ζήτημα κρίνεται στην πράξη.
Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξετάσει κανείς τα χαρακτηριστικά της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα, τις επιδράσεις που μπορεί να έχει το άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους προβλήματα. Σε διαλεκτική σύνδεση με αυτό σημασία έχει επίσης η μελέτη των επιδράσεων στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Από τη σταθερότητα και την εμβάθυνση του εργατικού λαϊκού χαρακτήρα του κράτους και του κόμματος εξαρτάται η αντοχή στις πιέσεις των καπιταλιστικών σχέσεων και η μακροημέρευση και βελτίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.


Η σοσιαλιστική δημοκρατία σήμερα: δυναμισμός και αδυναμίες

Από άποψη θεωρητική οι ιδρυτές του μαρξισμού, βασιζόμενοι στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας και των άλλων επαναστάσεων, υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κράτος είναι δυνατό και πρέπει να διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: αιρετότητα όλων των κρατικών αξιωματούχων, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχός τους από το λαό, κατάργηση κάθε προνομίου των αξιωματούχων, εξοπλισμός του λαού, μετατροπή των λαϊκών συνελεύσεων και των αντιπροσωπευτικών σωμάτων σε αποφασιστικά όργανα εξουσίας5.
Ωστόσο, η ύπαρξη και η εξέλιξη των χαρακτηριστικών ενός κράτους είναι ζήτημα δυναμικό. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση της Κούβας. Η δυνατότητα δεν μετασχηματίζεται αυτόματα σε πραγματικότητα. Η δεύτερη αποτελεί καρπό των συνθηκών και των υποκειμενικών παρεμβάσεων. Το επίπεδο της δημοκρατίας δεν μένει ποτέ στατικό. Δεν υπάρχει σε ολοκληρωμένη και καθαρή μορφή, κινείται και αλλάζει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Η σοσιαλιστική δημοκρατία μπορεί άλλοτε να βαθαίνει και να γίνεται πιο διευρυμένη και πιο ουσιαστική η συμμετοχή του λαού και μπορεί άλλοτε να οπισθοχωρεί. Μια σειρά αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες, εσωτερικοί και διεθνείς, επιδρούν σε αυτό.
Το ζήτημα είναι λοιπόν να μελετηθεί το πραγματικό σημείο που βρίσκεται σήμερα η δημοκρατία της Κούβας, αν και πώς διασφαλίζονται οι παραπάνω αρχές σε συνταγματικό και νομικό επίπεδο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη, τις πιέσεις που ασκεί ή που θα ασκήσει το περιορισμένο άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις.

1.Αιρετότητα

Το Σύνταγμα και η νομοθεσία της Κούβας διασφαλίζουν την αιρετότητα όλων των βασικών κρατικών οργάνων και λειτουργών. Προβλέπουν ακόμη την υποχρέωση των εκλεγμένων να λογοδοτούν περιοδικά στο λαό καθώς και τη δυνατότητα του τελευταίου να τους ανακαλεί.
Η επιστημονική και πολιτική συζήτηση στην Κούβα επισημαίνει ωστόσο αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Είναι γεγονός ότι το σύστημα των υποψηφιοτήτων στην Κούβα διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή συμμετοχή. Στις εκλογές για τις δημοτικές συνελεύσεις υποχρεωτικά πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 έως 8 υποψηφιότητες για κάθε εκλόγιμη θέση. Υποψηφίους προτείνουν οι ίδιοι οι πολίτες, χωρίς κανένα ιδεολογικο-πολιτικό ή άλλο περιορισμό. Επίσης δεν προτείνει υποψηφίους το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Οι δημοτικές συνελεύσεις έχουν αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη υποψηφίων για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις. Εγκρίνουν ή απορρίπτουν τις υποψηφιότητες για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις έπειτα από πρόταση της Εθνικής επιτροπής υποψηφιοτήτων. Η τελευταία απαρτίζεται από εκπροσώπους της κεντρικής ένωσης των εργατικών συνδικάτων, των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης, της ομοσπονδίας των μικροκαλλιεργητών, της ομοσπονδίας γυναικών της Κούβας, της ομοσπονδίας των φοιτητικών συλλόγων και των συλλόγων μαθητών μέσης εκπαίδευσης. Μια αξιόλογη πρόταση είναι να προβλεφθεί από το νόμο η υποχρέωση των επιτροπών υποψηφιοτήτων να δημοσιοποιούν τις σχετικές συζητήσεις6. Ακόμη, έχει προταθεί η δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων από τις εκλόγιμες θέσεις να ισχύσει σε όλα τα επίπεδα και όχι μόνο στο πρωτοβάθμιο επίπεδο των δημοτικών συνελεύσεων7.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υπάρχει κάμψη της αρχής της αιρετότητας στα διευθυντικά στελέχη τομέων της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης. Αυτά διορίζονται με αποφάσεις των εκτελεστικών οργάνων των αντιπροσωπευτικών σωμάτων. Έχουν κατατεθεί προτάσεις για να προβλέπεται κάποιου είδους συμμετοχή μέσω εκλογικής διαδικασίας8.

2.Ανακλητότητα

Ο έλεγχος και η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων είναι επίσης κατοχυρωμένα νομικά. Στην πράξη όμως παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της σχετικής χαλάρωσης της σχέσης των αντιπροσώπων με τους εκλογείς. Οι αντιπρόσωποι, κυρίως της κεντρικής πολιτικής σκηνής διαθέτουν εκ των πραγμάτων ένα επίπεδο πληροφόρησης και γνώσης πολύ διαφορετικό εκείνου των εκλογέων. Το γεγονός αυτό συχνά εμποδίζει τους εκλογείς να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν παρατηρείται θεμελιακή αποστασιοποίηση των αντιπροσώπων από τους εκλογείς, έχει ως αποτέλεσμα η ανάκληση αντιπροσώπου να είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο.
Επιπλέον, με βάση το νόμο, η ανάκληση των βουλευτών της Εθνικής Συνέλευσης και των επαρχιακών Συνελεύσεων δεν μπορεί να γίνει με πρωτοβουλία των εκλογέων από τα κάτω. Έχει προταθεί η αλλαγή του νόμου και η υιοθέτηση του μοντέλου της Βενεζουέλας, της Βολιβίας ή του Εκουαδόρ που προβλέπουν ότι αν ένα ποσοστό των εκλογέων της περιφέρειας (20, 30, ή 10%) το ζητήσει, κινείται η διαδικασία του ερωτήματος της ανάκλησης.
3.Ενότητα νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας

Τα αντιπροσωπευτικά σώματα είναι με βάση το Σύνταγμα και τη νομοθεσία τα αποφασιστικά όργανα εξουσίας. Ωστόσο, στην πράξη παρατηρείται μια σχετική διολίσθηση της εξουσίας στα όργανα της εκτελεστικής. Για το λόγο αυτό έχουν κατατεθεί προτάσεις που ενισχύουν το ρόλο των αντιπροσωπευτικών σωμάτων ώστε αυτά να γίνουν έμπρακτα φορείς της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Ειδικά οι λαϊκές συνελεύσεις θα πρέπει να έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα για κάθε τοπικό ζήτημα αλλά και να είναι συμμέτοχοι σε όλες τις αποφάσεις πανεθνικού χαρακτήρα. Το Σύνταγμα της Κούβας (άρθρα 103 επ.), ενώ αναφέρεται στη γενική τοπική αρμοδιότητα των τοπικών συνελεύσεων και συμβουλίων, δεν αναφέρει συγκεκριμένα τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των πανεθνικών αποφάσεων. Ωστόσο, είναι εδραιωμένη η πρακτική της διεξαγωγής παλλαϊκών συζητήσεων ιδίως στα εργατικά συνδικάτα και στις άλλες μαζικές οργανώσεις όλων των κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων. Οι συζητήσεις αυτές περιλαμβάνουν τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Αυτό από μόνο του είναι σημαντικό, αρκεί βέβαια να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όροι για την ουσιαστική συμμετοχή στους προβληματισμούς.

4.Ελευθερίες και δικαιώματα

Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει, ανάμεσα σε άλλα, την ύπαρξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατοχυρώνονται δικαιώματα όπως αυτά του συνέρχεσθαι ή της πληροφόρησης σε ένα επίπεδο και με τρόπο ανώτερο εκείνου της αστικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η ελευθερία του τύπου μπορεί και πρέπει να σημαίνει, όπως επισήμαινε ο Λένιν, ότι οι μαζικοί φορείς των εργαζομένων είτε μεγάλες ομάδες τους έχουν τα υλικά μέσα για να εκδώσουν εφημερίδες κλπ9. Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει επίσης την ελευθερία κριτικής της κυβέρνησης, των κρατικών αξιωματούχων. Στην Κούβα φαίνεται να υπάρχει ένα αξιοσημείωτο κατακτημένο επίπεδο στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, χωρίς να αποκλείονται μεμονωμένα φαινόμενα σε αντίθετη κατεύθυνση.
Υπάρχουν αναλύσεις που προτείνουν την πιο ολοκληρωμένη πρόβλεψη θεσμών πολιτικής συμμετοχής στο Σύνταγμα της χώρας κατά το συνταγματικό πρότυπο της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ. Προτείνεται δηλαδή να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα τα δημοψηφίσματα (τοπικά και πανεθνικά) με πρωτοβουλία των πολιτών10. Το Κουβανικό Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 88 τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με την προϋπόθεση της συλλογής 10 χιλιάδων υπογραφών ή κατόπιν πρότασης των κεντρικών συνδικαλιστικών φορέων. Προτείνεται ακόμη η αναθεώρηση του Συντάγματος να μπορεί να ξεκινά με πρωτοβουλία ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών και να υπόκειται η επικύρωσή του σε όλες τις περιπτώσεις σε δημοψήφισμα.

5.Κατάργηση των προνομίων

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι ένα από τα κομβικά σημεία διαφοροποίησης του εργατικού κράτους από το αστικό είναι η κατάργηση κάθε είδους προνομίων των κρατικών αξιωματούχων. Η επανάσταση στην Κούβα έλυσε αυτό το πρόβλημα ήδη αμέσως μετά την επικράτησή της.
Σε γενικές γραμμές φαίνεται πως ακόμη και σήμερα στην καθημερινή ζωή οι κρατικοί ιθύνοντες δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερων μισθολογικών ή άλλων προνομίων. Για παράδειγμα η αναλογία βασικού και υπουργικού μισθού δεν ξεπέρασε το 1:4 ενώ τελευταία φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί χαμηλότερα, κοντά στο 1:211. Το στοιχείο αυτό διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η κρίση έπληξε πολύ βαριά την Κούβα. Η ενότητα του λαού με την ηγεσία διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτό τον παράγοντα. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα προνόμια μπορούν να επανεμφανισθούν με μορφές μη μισθολογικές, άτυπες, ενίοτε και παράνομες, καρπός της διαφθοράς, όπως συνέβη σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.
Πολλοί στην Κούβα επιμένουν στην αυστηρή εφαρμογή της λενινιστικής αρχής ότι οι αξιωματούχοι του σοσιαλιστικού κράτους πρέπει να αμείβονται με ένα συνηθισμένο μισθό εργάτη. Επικαλούνται μάλιστα την πρακτική και τις σχετικές αντιλήψεις του Ε. Τσε Γκεβάρα12. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την ανάγκη καταπολέμησης, σε πολιτικό, ιδεολογικό και νομικό επίπεδο, της διαφθοράς που συνήθως παίρνει τη μορφή της παράνομης ιδιοποίησης δημόσιων αγαθών13.

6.Εξοπλισμός του λαού

Κορυφαία σημασία για τη σοσιαλιστική δημοκρατία έχει επίσης η δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να κατέχουν τα υλικά μέσα επιβολής της βούλησής τους, να κατέχουν δηλαδή το μονοπώλιο της βίας. Αυτό διασφαλίζεται αν ο λαός είναι εξοπλισμένος και δημοκρατικά οργανωμένος σε όλα τα επίπεδα, μαζί και στο στρατιωτικό. Η δημιουργία και ύπαρξη των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης στην Κούβα, που αγκαλιάζουν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, αποτελεί αναμφισβήτητα μια σημαντική εγγύηση.
Η διαφύλαξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας στην Κούβα μπορεί να γίνει μόνο μέσω της εμβάθυνσής της, μέσω της απαλλαγής της από αρνητικά φαινόμενα που απομακρύνουν τη λαϊκή συμμετοχή. Η εργατική δημοκρατία μπορεί και πρέπει να είναι μια διαρκής πορεία αυτοδιόρθωσης, συνεχούς εξάλειψης των γραφειοκρατικών στρεβλώσεων που αναγεννιούνται, εμβάθυνσης, προσέλκυσης ολοένα και με πιο ουσιαστικό τρόπο του λαού στη διαχείριση όλων των υποθέσεών του14. Στην παρούσα συγκυρία, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.


Το 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας

Τις προκλήσεις της σημερινής περιόδου συζήτησε το πρόσφατο, 7ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας το οποίο πραγματοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου 2016. Εκ των πραγμάτων το συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος αποτέλεσε σημαντική στιγμή στην πολιτική συζήτηση στη χώρα. Η ημερομηνία επιλέχθηκε ώστε να συμπίπτει με την επέτειο της απόκρουσης της επίθεσης των μισθοφόρων των ΗΠΑ στον κόλπο των Χοίρων το 1962 και με την διακήρυξη του περάσματος της επανάστασης στο σοσιαλιστικό της στάδιο την ίδια χρονιά. Στο συνέδριο πήραν μέρος 1000 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που προτάθηκαν από τη βάση και εκπροσωπούσαν 670.000 μέλη. Τα μέλη ήταν ελαφρώς λιγότερα σε σχέση με παλαιότερα κατόπιν συνειδητής πολιτικής μείωσης των εισροών.
Το συνέδριο ασχολήθηκε με την πορεία της σοσιαλιστικής οικονομίας και του ΚΚ Κούβας. Η εισήγηση του Ραούλ Κάστρο και η τελική του ομιλία μετά την επανεκλογή της νέας Κεντρικής Επιτροπής και του ίδιου ως πρώτου γραμματέα της φωτίζουν αρκετά καθαρά τις κατευθύνσεις του κόμματος.
Στην οικονομική πολιτική αποφασίστηκε ότι το ΚΚ θα συνεχίσει τη γραμμή που χαράχτηκε στο προηγούμενο συνέδριο, δηλαδή τη γραμμή του περιορισμένου, ελεγχόμενου ανοίγματος στη μη κρατική (συνεταιριστική και ιδιωτική) οικονομία. Τα πρώτα αποτελέσματά της κρίθηκαν ικανοποιητικά αλλά σχετικά ανεπαρκή. Στην πενταετία που πέρασε τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων ανέβηκαν, οι πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για δημόσια υγεία και παιδεία ήταν στο πολύ υψηλό 30% και 23% του προϋπολογισμού. Οι ρυθμοί της οικονομίας ήταν αυξητικοί αν και συγκρατημένοι. Κυμάνθηκαν στο 2,8%, ετήσια αύξηση, κάτω όμως από τους στόχους που είχαν τεθεί15.


Τα όρια του οικονομικού ανοίγματος
Στην εισήγησή του στο συνέδριο ο Ραούλ Κάστρο τόνισε ότι η χώρα θα συνεχίσει την πολιτική που είχε αποφασίσει το προηγούμενο συνέδριο αλλά και ότι θα πρέπει να αποφευχθούν δυο λαθεμένες προσεγγίσεις. Η μια είναι εκείνη που νοσταλγεί άλλες στιγμές της επαναστατικής διαδικασίας όταν υπήρχαν λιγότερο σύνθετα προβλήματα και παράλληλα υπήρχε η Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η άλλη είναι εκείνες οι απόψεις που επιθυμούν συγκεκαλυμμένα την επιστροφή στον καπιταλισμό.
Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τη δεύτερη αυτή πλευρά. Αυτό προφανώς δείχνει την πίεση που ασκείται ή που αναμένεται να ασκηθεί αλλά και την ανησυχία που υπάρχει στα μέλη του κόμματος και στο λαό. Ήδη στην αρχή της εισήγησης τονίστηκε ότι στην Κούβα “ποτέ δεν θα επιτραπεί να εφαρμοστούν οι λεγόμενες “θεραπειών σοκ””και ότι “οι νεοφιλελεύθερες φόρμουλες που προωθούν την ταχύτατη ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας και των κοινωνικών υπηρεσιών, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική ασφάλιση ποτέ δεν θα εφαρμοστούν στον κουβανικό σοσιαλισμό16.
Στο ίδιο, και ίσως πιο έντονο πνεύμα, μίλησε ο Ρ. Κάστρο στο κλείσιμο του συνεδρίου, μετά την επανεκλογή του. Εκεί επανέλαβε ότι δεν θα ακολουθηθεί ο δρόμος “της επιστροφής στον καπιταλισμό που θα συνοδευόταν από τις θεραπείες – σοκ”. Υπογράμμισε ακόμη ότι η “βασική του αποστολή είναι η υπεράσπιση, διατήρηση και τελειοποίηση του κουβανικού σοσιαλισμού και το να μην επιτρέψει ποτέ την επιστροφή στον καπιταλισμό17.
Ο σχεδιασμός της οικονομίας και η κρατική ιδιοκτησία των βασικών μέσων παραγωγής θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τα θεμέλια του οικονομικού συστήματος της Κούβας18. “Επαναβεβαιώνουμε τη σοσιαλιστική αρχή της κυριαρχίας της παλλαϊκής ιδιοκτησίας πάνω στα βασικά μέσα παραγωγής”, τόνισε στην εισήγησή του ο Ραούλ Κάστρο. “Στη σοσιαλιστική και κυρίαρχη Κούβα η ιδιοκτησία όλου του λαού πάνω στα βασικά μέσα παραγωγής είναι και θα συνεχίσει να είναι η βασική μορφή της εθνικής οικονομίας και του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και ως εκ τούτου αποτελεί τη βάση της πραγματικής εξουσίας των εργαζομένων”.
Αναφερόμενος στις ανησυχίες που εκφράστηκαν στην προσυνεδριακή συζήτηση για καπιταλιστική παλινόρθωση, ξεκαθάρισε ότι “η αναγνώριση της ύπαρξης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας” δεν εντάσσεται στο στόχο δημιουργίας μιας καπιταλιστικής οικονομίας και ότι “δεν θα επιτραπεί η συγκέντρωση ούτε ιδιοκτησίας ούτε πλούτου”.
Διαφοροποίηση υπήρξε, εν μέρει τουλάχιστον, με τα αντίστοιχα εγχειρήματα της Κίνας και του Βιετνάμ. Αναφέρθηκε εισηγητικά ότι “η εισαγωγή των κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης δεν είναι αντίθετη με την αρχή του σχεδιασμού. Και οι δυο έννοιες μπορούν να συνυπάρχουν και να συμπληρώνονται προς όφελος της χώρας, όπως έχουν δείξει επιτυχώς οι μεταρρυθμιστικές διαδικασίες στην Κίνα και η ανανέωση στο Βιετνάμ, όπως το χαρακτηρίζουν οι ίδιοι. Εμείς,” σημείωσε ο Ραούλ Κάστρο, “έχουμε χρησιμοποιήσει τον όρο επικαιροποίηση (ενν. του σοσιαλισμού) διότι δεν πρόκειται να αλλάξουμε το θεμελιακό στόχο της Επανάστασης”.
Το άνοιγμα στην ιδιωτική οικονομία έχει τις εξής κατευθύνσεις. Αυτές δεν είναι καινούργιες καθώς είχαν ήδη εφαρμοστεί σε ένα βαθμό την τελευταία πενταετία. Η πρώτη αφορά στην ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων. Από την εισήγηση διακρίνεται η μέριμνα αυτές να γίνουν με όρους που δεν θα θίγουν την εθνική κυριαρχία. Μέσα από τη διαδικασία αυτή θα καταβληθεί προσπάθεια ώστε να υπάρξει υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ισχυροποίηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας και μεταφορά τεχνολογίας. Η δραστηριότητα του κόμματος και της κυβέρνησης κατευθύνεται στο να “διαφοροποιούμε τις πηγές των εσόδων μας ώστε να μην επιστρέψουμε ποτέ ξανά σε μια κατάσταση όπου να εξαρτόμαστε από μια αγορά ούτε και από ένα προϊόν”. Απολύτως ξεκάθαρη είναι η αντίληψη που εκφράστηκε στην εισήγηση για την επιμέρους στροφή της πολιτικής Ομπάμα έναντι της Κούβας: αποτελεί μια άλλη μορφή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, είπε ο Ραούλ Κάστρο19.
Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά στην ενίσχυση του ρόλου των κρατικών επιχειρήσεων ώστε, εντός της αγοράς, να μην μειονεκτούν έναντι των συνεταιριστικών και ιδιωτικών. Η ενίσχυση αυτή συνδυάζεται με μια μεγαλύτερη αυτοτέλεια των κρατικών επιχειρήσεων, που σημαίνει ότι τίθενται σε σχετικά εμπορευματική λογική, υπακούοντας όμως πάντοτε στο κρατικό σχέδιο.
Η τρίτη κατεύθυνση αφορά στην ισχυροποίηση του ρόλου των συνεταιρισμών και των μικροεπιχειρήσεων. Ο Ραούλ Κάστρο ανέφερε ότι δεν πρέπει “να στιγματίζεται η αυτοαπασχόληση”. “Οι συνεταιρισμοί, η αυτοαπασχολούμενη εργασία, η μεσαία, μικρή και πολύ μικρή ιδιωτική επιχείρηση δεν είναι στην ουσία τους αντισοσιαλιστικές ούτε αντεπαναστατικές και η μεγάλη πλειονότητα αυτών που εργάζονται εκεί είναι επαναστάτες και πατριώτες που υπερασπίζονται τις αρχές και ωφελούνται από τις κατακτήσεις αυτής της Επανάστασης”, πρόσθεσε ο Ρ. Κάστρο20. Η αναφορά αυτή προφανώς σχετίζεται με τις ενστάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι μικροί και μεσαίοι αυτοί επιχειρηματίες, που απασχολούνται κυρίως στον τουρισμό, έχουν πολλαπλάσια εισοδήματα των άλλων εργαζομένων. Στους τομείς αυτούς απασχολείται σήμερα το 30% του εργατικού δυναμικού της χώρας και το υπόλοιπο 70% στον κρατικό τομέα. Πριν 5 χρόνια, η αναλογία ήταν 20% και 80% αντίστοιχα.

Ενίσχυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας

Στο συνέδριο τονίστηκε επίσης ότι η στενή σχέση του κόμματος με το λαό πρέπει να διαφυλαχθεί. Η σχέση αυτή πρέπει να ανανεώνεται καθώς οποιαδήποτε αντίθετη εξέλιξη θα σήμαινε την υπονόμευση της επαναστατικής διαδικασίας. “Γνωρίζουμε ότι το Κόμμα και η Επανάσταση βασίζονται στην πλειοψηφική στήριξη του λαού” είπε ο Ραούλ Κάστρο, “είναι ένα γεγονός που κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί”. Ωστόσο, συνέχισε, “δεν αγνοούμε ότι σε συγκεκριμένους τομείς του πληθυσμού υπάρχουν εκδηλώσεις έλλειψης δέσμευσης και αδιαφορίας”. Καμιά πολιτική δεν πρόκειται να υλοποιηθεί αν δεν έχει τη σύμφωνη γνώμη του λαού, ειπώθηκε στην εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής.
Αυτό σημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας. “Το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να ενδυναμώνει και να τελειοποιεί σε μόνιμη βάση τη δημοκρατία μας” είπε ο Ραούλ Κάστρο και ακόμη ότι “πρέπει να ξεπεραστεί εντελώς η ψευδο-ομοφωνία, ο φορμαλισμός και η προσποίηση. Το Κόμμα έχει το καθήκον να προάγει και να εγγυάται την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις θεμελιώδεις αποφάσεις της κοινωνίας. Δεν έχουμε κανένα φόβο απέναντι στις διαφορετικές απόψεις, ούτε στις διαφωνίες, καθώς μόνο η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση των διαφορών ανάμεσα στους επαναστάτες θα μας οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις”.
Σε σχέση με το ζήτημα του μονοκομματισμού, όπως θύμισε ο Ρ. Κάστρο στην εισήγηση, στην Κούβα έχει ιστορικά διαμορφωθεί η ύπαρξη ενός μόνο κόμματος το οποίο προέρχεται από τη συνένωση τριών επαναστατικών κομμάτων. Τα αστικά κόμματα είχαν ήδη διαλυθεί την εποχή της δικτατορίας του Μπατίστα. Υπογράμμισε επίσης ότι όσοι στο εξωτερικό αντιμάχονται το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα της Κούβας, απαιτούν τον πολυκομματισμό με σκοπό την επαναφορά στην αστική δημοκρατία και στον καπιταλισμό.

Οι αλλαγές στο ΚΚ Κούβας

Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των αντιστάσεων στην καπιταλιστική παλινόρθωση, στο συνέδριο συζητήθηκε η ανάγκη της ενίσχυσης της συλλογικότητας και της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Αποφασίστηκαν ακόμη μέτρα ανανέωσης της ηγεσίας. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε ότι στα ηγετικά όργανα του κόμματος (Κεντρική Επιτροπή, Πολιτικό Γραφείο) δεν θα μπορεί να εκλέγεται κανείς περισσότερο από δύο συνεχόμενες θητείες. Ο Ραούλ Κάστρο εκτίει τη δεύτερη και τελευταία θητεία του. Το 2018 λήγει η δεύτερη θητεία του στην κυβέρνηση και θα αποχωρήσει.
Ακόμη, για την ηλικιακή ανανέωση προτάθηκε το όριο των 60 ετών ως μέγιστο για την εισδοχή στα ηγετικά όργανα. Το 70ό έτος θα είναι επίσης όριο υποχρεωτικής αποχώρησης από τα ηγετικά όργανα. Το μέτρο αυτό θα ισχύσει από εδώ και στο εξής, που σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνει τα στελέχη εκείνα της γενιάς της επανάστασης που επανεκλέχτηκαν σε αυτό το συνέδριο. Αυτό έγινε, όπως εξηγήθηκε, για να υπάρξει ομαλή μετάβαση.
Το ΚΚ Κούβας θα προτείνει να εφαρμοστούν τα ίδια μέτρα για τις ηγεσίες των συνδικάτων και όλων των μαζικών φορέων αλλά και για τη Βουλή και την κυβέρνηση. Θα προταθούν και θα συζητηθούν στο λαό και στην Εθνοσυνέλευση οι αναγκαίες νομοθετικές και συνταγματικές αλλαγές.

Τα ιδεολογικο-πολιτικά μέτρα

Αναφέρθηκαν επίσης εκτενώς σε ιδεολογικά και πολιτικά μέτρα που πρέπει να λάβει το ΚΚ Κούβας προκειμένου, σε αυτές τις συνθήκες, να αντιμετωπίσει τις προσπάθειες εκείνων που θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν τη σοσιαλιστική εξουσία και να επαναφέρουν τον καπιταλισμό. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος εκτιμά ότι η νεολαία, οι διανοούμενοι, οι εργαζόμενοι στις μη κρατικές μορφές οικονομίας και τα στρώματα του πληθυσμού που έχουν τις μεγαλύτερες υλικές και οικονομικές δυσκολίες θα βρεθούν στο στόχαστρο των εχθρών της επανάστασης.
Για την αντιμετώπιση του κινδύνου προτάχθηκαν δυο κατευθύνσεις αγώνα. Η πρώτη βρίσκεται στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο. “Πρέπει παράλληλα να ενισχύσουμε ανάμεσά μας την αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική κουλτούρα, δίνοντας τη μάχη με επιχειρήματα, πειστικότητα και σταθερότητα ενάντια στις απόπειρες εδραίωσης προτύπων της μικροαστικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζονται από τον ατομικισμό, τον εγωισμό, την αισχροκέρδεια”, τόνισε ο Ραούλ Κάστρο. Η δεύτερη κατεύθυνση, “το καλύτερο αντίδοτο ενάντια στις πολιτικές της υπονόμευσης” είναι η βελτίωση της καθημερινής ζωής των εργαζόμενων, ανέφερε επίσης ο Κουβανός ηγέτης21.


Ο κίνδυνος της διαφθοράς

Από τα κείμενα του συνεδρίου προκύπτει ότι η ηγεσία του ΚΚ Κούβας έχει επίγνωση της ανάγκης αλλά και των κινδύνων του ανοίγματος. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην εισήγηση ότι “ούτε είμαστε αφελείς, ούτε αγνοούμε τις φιλοδοξίες ισχυρών ξένων δυνάμεων που στοιχηματίζουν σε αυτό που ονομάζουν “ενδυνάμωση” των μη κρατικών μορφών διαχείρισης, με στόχο να δημιουργήσουν τους μοχλούς της αλλαγής, έχοντας την ελπίδα να τελειώσουν με την Επανάσταση και τον σοσιαλισμό στην Κούβα με άλλα μέσα22.
Τα ανοίγματα αυτά δημιουργούν αντικειμενικά αντιθέσεις καθώς έχουν αναδυθεί, και αναδύονται ακόμη περισσότερο, κοινωνικά στρώματα τα οποία συσσωρεύουν δυσανάλογα χρηματικά εισοδήματα23. Ως γνωστό, το συσσωρευμένο χρήμα τείνει να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Οι εξελίξεις αυτές θα πιέζουν αντικειμενικά προς την κατεύθυνση της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος, τόσο στο επίπεδο του οικονομικού όσο και στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος24.
Ένας σημαντικός κίνδυνος για τη λαϊκή, σοσιαλιστική εξουσία βρίσκεται στην πιθανότητα να προσχωρήσει οικονομικά (και στη συνέχεια ιδεολογικο-πολιτικά) τμήμα των κρατικών αξιωματούχων και των κομματικών στελεχών στους υποστηρικτές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Υπάρχουν ήδη τέτοια προβληματικά φαινόμενα. Στην εισήγησή του ο Ρ. Κάστρο επισήμανε ότι υπάρχουν στην κοινή γνώμη “αρνητικές γνώμες σχετικά με το παράδειγμα που δίνουν ορισμένα μέλη και στελέχη καθώς και με την αποσύνδεσή τους από από το λαό μας”. Είναι εύγλωττη επίσης η εμπειρία της Κίνας όπου κομματικοί αξιωματούχοι πλούτισαν -παράνομα ή νόμιμα δεν έχει μεγάλη σημασία- ιδιοποιούμενοι τις κρατικές επιχειρήσεις και τον κρατικό πλούτο και μετατράπηκαν σε καπιταλιστές25.
Ισχυρό αντίδοτο στους κινδύνους αυτούς είναι η εμβάθυνση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, η δυνατότητα του λαού να συμμετέχει, να αποφασίζει, να ελέγχει. Είναι, παράλληλα, η εσωκομματική δημοκρατία στο ΚΚ Κούβας έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο διαρκής έλεγχος της ηγεσίας από τα μέλη και να αποτρέπονται φαινόμενα διαφθοράς, οικονομικής και πολιτικής προσχώρησης σε καπιταλιστικές λογικές26. Ξεχωριστός είναι ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν τα συνδικάτα, κατ’ αναλογία των προτάσεων του Λένιν για το ρόλο των συνδικάτων στην ΝΕΠ. Τέτοιοι προβληματισμοί υπάρχουν διάχυτοι στην κουβανική κοινωνία και συζήτηση27.
Πολύ σημαντική είναι επίσης η εφαρμογή της νομιμότητας. Η τήρηση των νόμων του επαναστατικού κράτους θα αμφισβητείται στην πράξη από τα μικροαστικά στρώματα. Μέχρι σήμερα η νομοθεσία που θα καθορίζει τα όρια και τις προϋποθέσεις λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι ελλιπής, όπως τονίστηκε στο συνέδριο. Τέθηκε ο στόχος της συμπλήρωσης και συγκεκριμενοποίησής της28.
Ακόμη πιο σύνθετο θα είναι το καθήκον της εξασφάλισης της εφαρμογής της καθώς η δύναμη του χρήματος θα τείνει να διαφύγει των νομικών ρυθμίσεων και απαγορεύσεων. Υπάρχει βέβαια ιστορική εμπειρία, τόσο στην ΕΣΣΔ της εποχής της ΝΕΠ όσο και στην Κίνα της δεκαετίας του 1950 που δείχνει ότι η επιβολή στους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες να τηρούν τους νόμους του σοσιαλιστικού κράτους είναι δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη29. Στο συνέδριο επισημάνθηκε ήδη ότι “εμφανίστηκαν εκδηλώσεις διαφθοράς και παρανομίες”. Παρουσιάστηκαν φαινόμενα κερδοσκοπίας και αισχροκέρδειας εκ μέρους κάποιων συνεταιρισμών, τα οποία αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση.
Η ηγεσία του ΚΚ Κούβας έδειξε να τα αντιλαμβάνεται αυτά, παρά τις όποιες επιμέρους πιθανές αμφισημίες για το ρόλο της μικροϊδιοκτησίας. Το αν θα πετύχει τους στόχους μέσα στις, προς το παρόν τουλάχιστον, εξαιρετικά αρνητικές και αντεπαναστατικές διεθνείς συνθήκες, θα το δείξει η ιστορία. Τελικά, η εμβάθυνση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, η απαλλαγή της από τις όποιες αδυναμίες και στρεβλώσεις και η διατήρηση της δημόσιας ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής αποτελούν θεμελιώδη όρο για την επιβίωση της επανάστασης στην Κούβα, για τον έλεγχο των κινδύνων παλινόρθωσης του καπιταλισμού εν αναμονή ριζοσπαστικών εξελίξεων στη Λατινική Αμερική και αλλού, οι οποίες θα διαρρήξουν τον κλοιό απομόνωσης της χώρας.
1 Βλ. J. L. Rodríguez, “Tendencias del marcado internacional y su impacto en la economia cubana (I)”, Cubadebate, 19.2.2015
2 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 150 και του ίδιου, “Η ΝΕΠ και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 155 επ.
3 Βλ. J. L. Rodríguez, “Cuba no está proponiendo un socialismo de mercado”, Cubadebate, 22.11.2014 και Ε. Morris, “Cuba ha demostrado que la economia socialista es posible”, Cubadebate, 24.12.2014.
4 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 160-161.
5 Βλ. ιδίως Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, Κράτος και επανάσταση, Άπαντα, τ. 33.
6 Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67.
7 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.
8 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 55.
9 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχέδιο απόφασης για την ελευθεροτυπία», Άπαντα, τ. 35, σελ. 51 επ.
10 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 41 επ.
11 Ο μηνιαίος μισθός ενός υπουργού είναι 450 πέσος, όταν ο βασικός μισθός ανήλθε το 2004 από 120 στα 225. Βλ. R. Alarcón, “La democracia cubana no se agota en la representación formal, sino que incorpora mecanismos y formas de la democracia directa, Rebelión, 6/12/2003, www.rebelion.org και O. Everleny Perez Villanueva, “La economía en Cuba: un balance necesario y algunas propuestas de cambio”, Nueva Sociedad, n. 216, 2008, σελ. 49 επ., 59.
12 Βλ. F. Luis Rojas, “El difícil camino a un “gobierno barato””, Rebelión, 19/7/2012, www.rebelion.org.
13 Βλ. F. Barral, “Aproximación sociológica al problema de la corrupción en Cuba”, Temas, 5/5/2010 και R. Castro, “Discurso ante el VII Pleno den Partido¨, Juventud Rebelde, 31-7-2009.
14 Βλ. J.L. Guasch Estévez, “Εl burocratismo a la luz del socialismo en el siglo XXI», Temas, n. 60, 2009, σελ. 48 επ.
15Βλ. περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. Ιούλης-Σεπτέμβρης 2015, σελ. 7.
16Βλ. R. Castro, Informe Central al VII Congreso del Partido Comunista Cuba, http://www.cubadebate.cu/noticias/2016/04/17/informe-central-al-vii-congreso-del-partido-comunista-cuba/#.VyoAmISLSM9 και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, Αθήνα, εκδ. Πολιτιστικός σύλλογος Χοσέ Μαρτί, 2016, σελ. 17-18.
17Βλ. R. Castro, La Revolucion jamas encontrara solucion a sus problemas de espaldas al pueblo, http://www.cubadebate.cu/opinion/2016/04/19/la-revolucion-jamas-encontrara-solucion-a-sus-problemas-de-espaldas-al-pueblo/#.VyoAyISLSM9
18Βλ. και την πολύ αποκαλυπτική συνέντευξη του Κουβανού πρέσβη στην Ισπανία, http://www.cubadebate.cu/noticias/2015/02/22/embajador-cubano-en-espana-no-vamos-a-entregar-el-pais-al-capital-extranjero-ni-a-la-banca-internacional/#.Vyw5pISLSM8
19Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 23-24, 29, 35, 38-39, 60-61.
20Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39-40.
21Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 42, 44-45, 46-47, 49, 52 επ.
22Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.
23 Βλ. Φ. Κάστρο, «Άξιζε τον κόπο που ζήσαμε», περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. 82, 2006, προσβάσιμο στο http://www.kordatos.org/
24 Βλ. J. Habel, “Cuba. Les défis du nouveau modèle”, Revue Tiers Monde, n. 173, 2003, σελ. 127 επ. και J. Habel, “Cuba. Le castrisme après Fidel Castro, une répétition générale ”, Mouvements, n. 47/48, 2006, σελ. 98 επ.
25Βλ. J.-P Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 453 επ. και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 47.
26 Βλ. O.J. Villar Barroso, “El papel de la política en el hundimiento soviético”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 25 επ.
27 Βλ. τη συζήτηση “Qué hacen los sindicatos”, Temas, n. 80, 2014, σελ. 96 επ. και Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχέδιο θέσεων σχετικά με το ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων στις συνθήκες της ΝΕΠ”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 341 επ.
28Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.

29 Βλ. M.-C. Bergère, Capitalismes et capitalistes en Chine, Paris, Perrin, 2007, σελ. 203 επ.