Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Βαριά βιομηχανία και Λαϊκή Δημοκρατία: το ζήτημα της κρατικής εξουσίας στο έργο του Δημήτρη Μπάτση


στον τόμο Θ. Μαριόλης (επιμ.), Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα – μελέτες στο έργο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΑΤΣΗ, Θεσσαλονίκη, εκδ. Τζιόλα, 2018, σελ. 294-304
(πρώτη δημοσίευση, περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 17, Απρ-Σεπτ 2015, σελ. 277-287)




Η επιστημονική ανάλυση του Δημήτρη Μπάτση για τη δυνατότητα αυτοδύναμης βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας εντασσόταν στο πλαίσιο διεκδίκησης της συγκρότησης μιας νέας κρατικής εξουσίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή είχε καταγραφεί πολιτικά στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 και στο «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας» του πολιτικού συνασπισμού του ΕΑΜ. Σε αυτά ακριβώς τα πολιτικά κείμενα, καθώς και στη σχετική εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ, παρέπεμπε ευθέως ο Μπάτσης για να διευκρινίσει το πολιτικό πλαίσιο ανάλυσης της μελέτης του.
Ο Δημήτρης Μπάτσης θεωρούσε ότι για το έργο της βιομηχανικής ανόρθωσης της χώρας και για την ανάταξη του επιπέδου ζωής του ελληνικού λαού έπρεπε να ληφθούν υπόψη: «1. πως είναι οικονομία χώρας με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης… 2. πως είναι οικονομία με μονόπλευρη και ασθενική ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων, που συνδέεται αναπόσπαστα από το γεγονός: 3. πως εξαρτάται ολόπλευρα από το ξένο κεφάλαιο». Υποστήριζε επίσης πως πρέπει να εκλείψουν «οι βασικές αιτίες που προκαλούν και στηρίζουν το καθεστώς αυτό. Και ποιες είναι αυτές οι αιτίες;
Είναι πρώτα απ’ όλα η πολιτική κυριαρχία της σημερινής οικονομικής ολιγαρχίας, που από το ένα μέρος κρατάει την οικονομία στο μαρασμό και στην καθυστέρηση που είδαμε, και από το άλλο την έχει υποδουλώσει στο ξένο κεφάλαιο και στα πολιτικά και οικονομικά του συμφέροντα. Η υποδούλωση αυτή εξυπηρετεί φυσικά τους ταξικούς σκοπούς των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων.
Βασικό αίτημα για να αναπλαστεί η χώρα μας είναι να πάψει η πολιτική εκμετάλλευση και κυριαρχία των τάξεων αυτών, και να καταργηθεί η προνομιακή εκμετάλλευση της οικονομίας μας από το ξένο κεφάλαιο»1.
Ο Μπάτσης θεωρούσε ότι είναι σημαντικό να επιλυθεί το «πρόβλημα της εξουσίας… Την εξουσία πρέπει να πάρει ο συνασπισμός της μαχητικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά και με τα μεσαία στρώματα στις πόλεις (επαγγελματίες, βιοτέχνες, διανόηση)»2. Θεωρούσε επομένως αναγκαία την αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας από μια άλλου τύπου εξουσία, τη λαϊκή δημοκρατία. Η τελευταία θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικονομία. «Θα ήταν λοιπόν ανεδαφικό, αν υποστηρίζαμε πως μια οικονομία που δε δημιούργησε ακόμα τις προϋποθέσεις για την τεχνική της ανοικοδόμηση σε ανώτερη βάση μπορεί να οργανωθεί άμεσα, όμως μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία». «Η λαϊκή δημοκρατία θα προετοιμάσει τη χώρα για το γρήγορο πέρασμα στο σοσιαλισμό… Διαφέρει όμως και από τη σοσιαλιστική δημοκρατία αν και τείνει προς αυτή»3.


Τα βασικά χαρακτηριστικά

Τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους αυτού, σύμφωνα με τον Μπάτση και γενικότερα τους υποστηρικτές της αντίληψης ήταν:
Πρώτο, το κράτος αυτό θα ήταν εκφραστής κοινωνικών συμφερόντων διαφορετικών από εκείνων του αστικού κράτους. Το αστικό κράτος κατά τη μαρξιστική αντίληψη εκφράζει, ως γνωστό, τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας θα εξέφραζε την εργατική τάξη, τους αγρότες (χωρίς να γίνεται κάποια διαφοροποίηση στο εσωτερικό της τάξης αυτής), τα μικροαστικά στρώματα της πόλης4.
Δεύτερο, η Λαϊκή Δημοκρατία αποτελεί, όπως διευκρινιζόταν στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ (1945), ένα νέο τύπο δημοκρατίας, «όπου η εξουσία είναι στα χέρια του λαού που δεν είναι τυπικά μόνο, όπως στην αστική δημοκρατία, ο φορέας της εξουσίας μα ασκεί άμεσα όλες τις εξουσίες… Η Λαϊκή Δημοκρατία εξασφαλίζει την ανάπτυξη στον ανώτατο βαθμό της πρωτοβουλίας και αυτενέργειας των λαϊκών στρωμάτων… Η λαοκρατική θεμελίωση της νέας εξουσίας στηρίζεται σε μια πραγματική λαϊκή αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, σ’ έναν καινούργιο απλούστερο κρατικό μηχανισμό χωρίς δοσίλογους και φασίστες, σε λαϊκό στρατό και σε λαϊκό σώμα ασφαλείας, σε μια βαθιά δημοκρατική αναδιοργάνωση του θεσμού της Εθνικής Αντιπροσωπείας και σ’ έναν άμεσο και πλατύτατο λαϊκό, έλεγχο»5.
Οι αναφορές αυτές βασίζονταν στην εμπειρία των λαοκρατικών θεσμών που γεννήθηκαν και λειτούργησαν την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Βρήκαν τη νομική τους έκφραση ιδίως στο Α' Ψήφισμα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης και στην Πράξη 55 του Εθνικού Συμβουλίου περί Λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης6. Η λαϊκή αυτοδιοίκηση έθετε ως θεμέλιο της κρατικής οργάνωσης τις λαϊκές συνελεύσεις. Καθιέρωνε την αιρετότητα και τη δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων του λαού.
Σε ανάλογο πνεύμα είχαν διατυπωθεί μετά την απελευθέρωση οι προτάσεις του ΚΚΕ για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Σε αυτές περιλαμβανόταν η κατάργηση των προνομίων του ξένου κεφαλαίου, η απαγόρευση της παρουσίας ξένων βάσεων και στρατευμάτων, η ενίσχυση των εξουσιών της Βουλής σε βάρος της εκτελεστικής λειτουργίας, η καθιέρωση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η υιοθέτηση της απλής αναλογικής και της δυνατότητας ανάκλησης των βουλευτών7. Στην ίδια λογική βρισκόταν και η Πράξη 1 της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε το Δεκέμβριο του 1947 στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές8.
Τρίτο, το κράτος αυτό θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας της χώρας και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Όπως αναφερόταν στην πολιτική απόφαση του 7ου συνεδρίου του ΚΚΕ, τα μέτρα αυτά ήταν η απαλλαγή «από την οικονομική εξάρτηση του ξένου κεφαλαίου, που δεν έχει συμφέρον να ορθοποδήσει και να μεγαλουργήσει η Ελλάδα στη ριγμένη στις δικές της εσωτερικές δυνάμεις». Παράλληλα, απαιτείται «η εθνικοποίηση της πίστης, των μεγάλων μεταφορών, των βασικών βιομηχανιών που έχουν πρωταρχική εθνική σημασία». Τα τελευταία αυτά μέτρα αποτελούν, κατά την αντίληψη αυτή, «το βάθρο για να θεμελιωθεί η ακλόνητη εθνική μας δύναμη και ανεξαρτησία» αλλά, ταυτόχρονα, «ανοίγουν το δρόμο για το πέρασμα από τη Λαϊκή Δημοκρατία στη σοσιαλιστική»9.
Στο ίδιο πνεύμα, το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ ανέφερε ενδεικτικά ορισμένα, πιο συγκεκριμένα μέτρα όπως η κατάργηση των εξωτερικών χρεών και του Διεθνούς οικονομικού Ελέγχου καθώς και η κατάργηση όλων των προνομίων των ξένων εταιρειών. Πέρα από την εθνικοποίηση των παραπάνω τομέων, αναφερόταν στην καθιέρωση ελέγχου του κράτους της Λαϊκής Δημοκρατίας «με συμμετοχή των εργατών σ’ όλες τις άλλες μεγάλες βιομηχανίες»10. Στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ υπήρχαν δυο μικρές προσθήκες που καταδείκνυαν τη δυναμική της πολιτικής της Λαϊκής Δημοκρατίας: «κατάσχεση και εθνικοποίηση των ξένων επιχειρήσεων» και έλεγχος «σ’ όλες τις υπόλοιπες βιομηχανίες» και όχι μόνο στις μεγάλες11.
Παράλληλα, στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ αναφερόταν ρητά εκείνο που στο πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ υπονοούνταν: το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας δεν επρόκειτο να καταργήσει πλήρως την ατομική ιδιοκτησία αλλά δεν θα την άφηνε και ανεξέλεγκτη. «Η Λαϊκή Δημοκρατία δεν καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και δεν περιορίζει την ατομική πρωτοβουλία στον οικονομικό τομέα παρά μονάχα προς όφελος του γενικού λαϊκού κοινωνικού συμφέροντος. Αντίθετα ενθαρρύνει κι ενισχύει κάθε ατομική και οικονομική παραγωγική δραστηριότητα που τείνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου μέσα στα πλαίσια του γενικού οικονομικού σχεδίου12».
Για τους αγρότες και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης προβλεπόταν ότι «θα οργανωθεί εθελοντικά με τη βοήθεια και ενίσχυση του κράτους σ’ ένα πυκνό δίχτυ από συνεταιρισμούς παραγωγής – κατανάλωσης»13.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν μια μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης, των αγροτών και των μικροαστών της πόλης. Τον κυρίαρχο ρόλο στην οργάνωση της κρατικής εξουσίας θα τον είχε η εργατική τάξη, τόσο από άποψη κοινωνική, όσο ιδίως από άποψη πολιτική μέσω του επαναστατικού της κόμματος. Το κράτος αυτό θα αποτελούσε ουσιαστικά το πρόπλασμα του σοσιαλιστικού κράτους. Αυτό ομολογούνταν καθαρά. Η μετεξέλιξη σε σοσιαλιστικό κράτος προέκυπτε, πέρα από τις προθέσεις, με απόλυτη ακρίβεια ως δυνατότητα από την ίδια τη φυσιογνωμία της Λαϊκής Δημοκρατίας αλλά και από το περιεχόμενο της οικονομικής της πολιτικής.


Γιατί λαϊκή επανάσταση;

Η αντίληψη του Δ. Μπάτση ήταν επαναστατική. Συνεπής στη μαρξιστική λενινιστική ανάλυση, θεωρούσε ότι η ριζική αλλαγή της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής κατάστασης του λαού και της χώρας δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με επαναστατική μεταβολή. Γιατί όμως η μαρξιστική σκέψη της εποχής, και ο Μπάτσης μαζί με αυτήν, δεν έκαναν λόγο για απευθείας συγκρότηση σοσιαλιστικού κράτους; Γιατί αναφερόταν στη λαϊκή επανάσταση και όχι στην εργατική;
Η αιτία βρίσκεται στην ίδια την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Η χώρα χαρακτηριζόταν ιστορικά από τη σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων («μέσου επιπέδου ανάπτυξης»), την οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική εξάρτησή της από τις ισχυρές, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην αγροτική οικονομία και στο πολιτικό εποικοδόμημα (βασιλεία). Αυτό είχε ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την ύπαρξη μιας σχετικά ολιγάριθμης εργατικής τάξης. Αντίστοιχα, σήμαινε ότι υπερτερούσαν τα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης.
Επομένως, εκ των πραγμάτων η επαναστατική αλλαγή έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη της τις ανάγκες των πλατιών αυτών μικροαστικών στρωμάτων, κυρίως των αγροτών που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Χωρίς αυτούς, καμιά σοβαρή κοινωνική αλλαγή δεν μπορούσε να σημειωθεί. Εξάλλου, οι αγρότες ήταν ο βασικός αιμοδότης του κινήματος εθνικής αντίστασης, του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι την ηγεσία του αγώνα είχε η εργατική τάξη και ο κομματικός της σχηματισμός.
Κατά συνέπεια, έπρεπε να βρεθούν τα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που θα συνένωναν σε μια ενιαία κατεύθυνση τις κοινωνικές αυτές δυνάμεις με τρόπο ώστε να βελτιώνεται η ζωή και η θέση τους στην κοινωνία και παράλληλα να ικανοποιείται το σχέδιο για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων που ήταν τελικά η κοινή πηγή της κακοδαιμονίας και να προωθείται η μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία.
Για τον ίδιο λόγο η επανάσταση στην Ελλάδα δεν οριζόταν ως εργατική, σοσιαλιστική αλλά ως λαϊκοδημοκρατική (ή εργατοαγροτική κατά την προκατοχική ορολογία)14. Τονιζόταν έτσι το μη αμιγές προλεταριακό στοιχείο, το οποίο μπορεί να είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία αυτή, δεν είχε όμως τον αποκλειστικό. Ετίθετο δηλαδή για την εργατική τάξη ζήτημα κοινωνικών συμμαχιών. Κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης ήταν η εργατική τάξη και τα φτωχά και μεσαία στρώματα του χωριού και της πόλης.
Η επανάσταση αυτή έπρεπε πρώτα να επιλύσει ζητήματα που από άποψη κοινωνική δεν αποτελούν σοσιαλιστικά αλλά, θεωρητικά, μπορούν να υλοποιηθούν ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τέτοια ήταν η απαλλαγή από την εξάρτηση και η εξάλειψη των φεουδαρχικών κατάλοιπων στην ύπαιθρο και στο πολιτικό εποικοδόμημα. Για τούτο οι μετασχηματισμοί αυτοί ορίζονταν ως «αστικοδημοκρατικοί»15.
Βέβαια, η μαρξιστική σκέψη της εποχής γνώριζε πως η επίλυση αυτών των αντιθέσεων από την εργατική τάξη και τις άλλες, συμμαχικές κοινωνικές δυνάμεις δεν μπορεί παρά να αποτελεί προοίμιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων. Υπογραμμιζόταν ότι από την αρχή η λαϊκή επανάσταση λαμβάνει μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα όπως οι εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Ο ρυθμός της επέκτασης των σοσιαλιστικών μέτρων εξαρτιόταν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ενίσχυση της κοινωνικής και πολιτικής θέσης της εργατικής τάξης και από το βαθμό συνειδητοποίησης από τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών, ιδίως από τους αγρότες, της ανάγκης των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών.


Το θεωρητικό θεμέλιο

Το θεωρητικό θεμέλιο των αναλύσεων αυτών του Μπάτση και του ΚΚΕ εντοπίζεται στους κλασικούς του μαρξισμού, ιδίως όμως στον Λένιν και στις επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν κατά τον Λένιν το χαρακτήρα μιας επανάστασης είναι πρώτιστα «ο βαθμός της οικονομικής ανάπτυξης (όρος αντικειμενικός)» και, επιπρόσθετα, «ο βαθμός της συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου (όρος υποκειμενικός)»16.
Στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας ο Λένιν υποστήριξε την επαναστατική ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος. Στην επανάσταση αυτή, η εργατική τάξη έπρεπε να κατακτήσει τον πρωτεύοντα, ηγεμονικό ρόλο και να καταφέρει να συμπαρασύρει σε συμμαχία μαζί της την αγροτιά. Η επανάσταση αυτή θα ήταν δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική. Στο βαθμό που αυτό γινόταν εφικτό, καρπός μιας τέτοιας επανάστασης θα ήταν ένα επαναστατικό δημοκρατικό καθεστώς μια «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Το καθεστώς αυτό δεν θα ήταν σοσιαλιστικό. Θα λάμβανε μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα εξάλειψης των φεουδαρχικών καταλοίπων, ενίσχυσης της θέσης της εργατικής τάξης και θα άνοιγε το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Επομένως, η δημοκρατική (με την έννοια της αντιφεουδαρχικής είτε εθνικοαπελευθερωτικής είτε αντιδικτατορικής) επανάστασης διαπλέκεται στενά με τη σοσιαλιστική.
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία ανέτρεψε πράγματι το τσαρικό καθεστώς. Ωστόσο, η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει τον πρωτοπόρο, ηγεμονικό ρόλο στην επανάσταση αυτή. Αντίθετα, κυρίαρχο ρόλο βρέθηκαν να διαδραματίζουν οι μικροαστικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Για το λόγο αυτό ο Λένιν θεώρησε ότι η «αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε». Η εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς («επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς») πραγματοποιήθηκε μόνο «με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό»17. Η οργάνωση των συμβουλίων (σοβιέτ), ενός θεσμού επαναστατικού - δημοκρατικού στη λειτουργία του, που εξασφάλιζε την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων, την αιρετότητα, ανακλητότητα και τον έλεγχο των αντιπροσώπων του λαού, η ένοπλη οργάνωση του λαού ήταν τα θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εξουσίας. Σε αυτήν όμως επικρατούσαν ακόμη τα μικροαστικά στρώματα και οι μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν την εξουσία στην αστική τάξη. Για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσωρινή, ιδιόμορφη συνύπαρξη – σύμπλεξη ανάμεσα στα σοβιέτ (όπου όμως κυριαρχούσαν οι μικροαστικές δυνάμεις) και στην αστική τάξη η οποία ανέλαβε την εξουσία λόγω της κυριαρχίας των μικροαστών στα σοβιέτ (δυαδική εξουσία)18.
Λίγο μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία, προετοιμάζοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση που ακολούθησε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Λένιν υποστήριζε ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που «αποτελούν εγγύηση ότι η επανάσταση δεν θα περιοριστεί στο πρώτο στάδιο»19. Η ουσία της ανάλυσης αυτής επαναλήφθηκε στην εισήγησή του στο σημαντικό 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σημείωνε ότι η ρωσική επανάσταση μετά τον Οκτώβριο του 1917 «πέρασε ένα «γενικό δημοκρατικό», δηλαδή στην ουσία αστικοδημοκρατικό, στάδιο πάλης όλης της αγροτιάς στο σύνολό της ενάντια στους τσιφλικάδες»20.
Η θέση για μετεξέλιξη της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική αποτέλεσε μια σταθερή αναφορά της λενινιστικής σκέψης21. Δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Λένιν22. Στο έργο του Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι που γράφτηκε το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν συνέχισε να υποστηρίζει σταθερά το σχήμα της μετεξέλιξης της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και υπογράμμιζε ότι «η επανάστασή μας είναι αστική, όσο καιρό πάμε μαζί με την αγροτιά σαν σύνολο… Ποτέ δεν αποπειραθήκαμε να υπερπηδήσουμε αυτό το απαραίτητο σκαλοπάτι της ιστορικής πορείας ή να το καταργήσουμε με διατάγματα». Παράλληλα επισήμαινε ότι «η προσπάθεια να ορθωθεί τεχνητό σινικό τείχος ανάμεσα στη μια και στην άλλη, να χωριστεί η μια από την άλλη με οτιδήποτε άλλο εκτός από το βαθμό προετοιμασίας του προλεταριάτου και το βαθμό της ένωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού, είναι η μεγαλύτερη διαστρέβλωση του μαρξισμού»23.
Το 1921, τέσσερα χρόνια μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, ο Λένιν επιβεβαίωσε την προσήλωσή του στην παραπάνω ανάλυση: «δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την τέτια σχέση ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στην προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Η πρώτη μετεξελίσσεται στη δεύτερη. Η δεύτερη λύνει, ανάμεσα στ’ άλλα, τα προβλήματα της πρώτης. Η δεύτερη κατοχυρώνει το έργο της πρώτης. Ο αγώνας και μόνο ο αγώνας κρίνει κατά πόσο η δεύτερη κατορθώνει να ξεπεράσει την πρώτη»24.
Με αφετηρία αυτή την ανάλυση, ο ίδιος ο Λένιν και μετέπειτα η Κομμουνιστική Διεθνής διέκριναν ουσιαστικά τρεις πιθανούς τύπους επαναστάσεων στη σύγχρονη εποχή25. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορούσαν να γίνουν σοσιαλιστικές επαναστάσεις, καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε δώσει στην εργατική τάξη κυρίαρχη θέση και η μικροϊδιοκτησία είχε σχεδόν πλήρως εξαλειφθεί. Στις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, η εργατική τάξη ήταν αδύναμη αριθμητικά και όπου υπήρχαν υπολείμματα μισοφεουδαρχικά στην αγροτική οικονομία και γενικότερα πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών, ήταν πιθανές είτε δημοκρατικές επαναστάσεις που θα μετασχηματίζονταν γρήγορα σε σοσιαλιστικές, είτε σοσιαλιστικές επαναστάσεις που θα είχαν όμως να επιλύσουν πρώτα πολλά ζητήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα. Στις καθυστερημένες χώρες (αποικίες κλπ.) ήταν αναγκαίες οι δημοκρατικές επαναστάσεις και ο περαιτέρω μετασχηματισμός τους σε σοσιαλιστικές.
Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Τρότσκι ο οποίος θεωρούσε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ετίθετο ως ιστορικό καθήκον ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών26. Το ρεύμα αυτό ταύτιζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των αγροτικών στρωμάτων (την «επαναστατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς») με την σοσιαλιστική, εργατική εξουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνει υπόψη του επαρκώς την ανάγκη διαμόρφωσης αιτημάτων και στόχων που μπορούν να συνενώσουν τον αγώνα της εργατικής τάξης με τα αγροτικά και τα άλλα μικρομεσαία στρώματα, να υποτιμά τα δημοκρατικά αιτήματα και να θέτει άμεσα ζήτημα σοσιαλιστικής επανάστασης χωρίς πάντοτε να υφίστανται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις27. Για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα βρέθηκε απομονωμένο από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα τόσο στην Ελλάδα (ιδιαίτερα την κρίσιμη δεκαετία του 1940) όσο και γενικά.


Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους

Ο λόγος που ο Μπάτσης και το ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα στο οποίο εντασσόταν έκανε λόγο για κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι για σοσιαλιστικό θεμελιώνεται και από τη συγκεκριμένη εξέταση του κοινωνικού περιεχομένου της κρατικής εξουσίας.
Ο ίδιος ο βαθμός καπιταλιστικής ανάπτυξης καθορίζει πρώτιστα όχι μόνο το χαρακτήρα της επανάστασης αλλά και τη φυσιογνωμία του κράτους που προκύπτει από αυτήν. Ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στον καθορισμό του πραγματικού και όχι του εξαγγελλόμενου ταξικού χαρακτήρα του κράτους;
Με βάση τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία, για να υπάρξει εργατικό, σοσιαλιστικό κράτος δεν αρκεί η κατάκτηση της κυβέρνησης από το επαναστατικό κόμμα της τάξης αυτής. Υπάρχουν μια σειρά προϋποθέσεις που πρέπει να εξετάζονται: 1. Η επαναστατική ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και η διάλυση της ουσίας του αστικού κρατικού μηχανισμού. 2. Η αντικατάσταση των δομών αυτών από νέους, τύπου Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή από θεσμούς που διακρίνονται για την άμεση δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής της εργατικής τάξης και του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών τους (πλήρης εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας, ανακλητότητας, εναλλαγής, ελέγχου από τα κάτω όλων των αντιπροσώπων και όλων των υπεύθυνων κρατικών λειτουργών). 3. Στους θεσμούς αυτούς, η εργατική τάξη θα πρέπει να διαδραματίζει καίριο ρόλο, η ίδια η τάξη και όχι απλώς οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. 4. Η οικονομική βάση επί της οποίας εδράζεται το κράτος, τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις όσο και οι παραγωγικές σχέσεις. 5. Η κατεύθυνση και ο τρόπος παρέμβασης του κράτους στην οικονομία.
Όπου η εργατική τάξη είναι μειοψηφία στο λαό και βρίσκεται ανάμεσα σε πολυπληθέστερα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να διαδραματίσει πλήρως τον ηγεμονικό της ρόλο. Απαιτείται η ανάπτυξη συμμαχιών με τα στρώματα αυτά τόσο πριν την επανάσταση όσο και μετά. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα αυτό, και μετά την επανάσταση, αναπτύσσοντας μια πολιτική συμμαχίας μαζί τους προωθώντας την εθελοντική συνένωση των μικροπαραγωγών σε συνεταιρισμούς προκειμένου να περάσουν έτσι βαθμιαία στη μεγάλη παραγωγή, αναπτύσσοντας τη λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ)28.
Το κράτος, κάθε κράτος, πρέπει να εξετάζεται όχι ως αφηρημένη έννοια, ούτε με βάση τις διακηρύξεις του ίδιου ή των διαχειριστών του, αλλά «όπως δημιουργήθηκε στην πράξη»29. Ο Λένιν, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία του κράτους που προέκυψε ως αποτέλεσμα της επανάστασης του Οκτωβρίου 1917, δε δίστασε να το αποκαλέσει εργατο-αγροτικό καθώς η εργατική τάξη είχε εκ των πραγμάτων κυρίαρχο βέβαια αλλά αδύναμο ρόλο. Διακρίνοντας επιπλέον τις τάσεις αυτονόμησης του πολιτικών διαχειριστών από την τάξη, προσέθεσε ότι πρόκειται για εργατοαγροτικό κράτος με «γραφειοκρατική στρέβλωση»30. Το κράτος είναι και αυτό ιστορικό φαινόμενο, κινείται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά και ανάλογα με τις υποκειμενικές παρεμβάσεις. Ο εργατικός χαρακτήρας του κράτους δεν είναι μια για πάντα δοσμένος31.
Με αυτή την έννοια, στις όχι ολόπλευρα αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ετίθετο το ζήτημα της αντικατάστασης της αστικής εξουσίας από την εξουσία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων μικροαστικών στρωμάτων. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας, στο οποίο αναφερόταν ο Μπάτσης, ήταν ακριβώς αυτό.


Η ιστορική εμπειρία

Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του 1940 και των μετέπειτα επαναστάσεων των δεκαετιών που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την ανάλυση αυτή. Σημειώθηκαν επαναστάσεις σε χώρες μέσου ή χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με χαμηλό ποσοστό της εργατικής τάξης στον πληθυσμό. Οι επαναστατικές αλλαγές καθοδηγήθηκαν από την εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που αναφέρονταν σε αυτήν.
Στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης σημειώθηκαν λαϊκές (κατά κανόνα εργατοαγροτικές) επαναστάσεις, ως συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα, οι οποίες κατάργησαν την αστική κρατική εξουσία και οικοδόμησαν κράτη Λαϊκής Δημοκρατίας που είχαν ανάλογα χαρακτηριστικά. Την πρωτοκαθεδρία στην οικοδόμηση των νέων κρατών είχε η εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που διεκδικούσαν την πολιτική της έκφραση32.
Σε ακόμη λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, η Κούβα33, άλλες αφρικανικές και ασιατικές χώρες επικράτησαν εθνικοαπελευθερωτικές και άλλες, ποικιλόμορφες δημοκρατικές αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Εκεί η θέση της εργατικής τάξης στα επαναστατικά κράτη που προέκυψαν ήταν, εκ των πραγμάτων, ακόμη πιο ασταθής.
Οι κοινωνικο-οικονομικοί σχηματισμοί που πραγματοποιήθηκαν είχαν ως στόχο την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και την προσπάθεια ανάπτυξης βιομηχανικής βάσης (και βαριάς βιομηχανίας), την ανάπτυξη των συνεταιρισμών για τη συνένωση και την υπέρβαση του κατακερματισμού της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας.
Οι ρυθμοί πραγματοποίησης των αλλαγών διέφεραν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το βαθμό συνειδητοποίησης της ανάγκης των αλλαγών από τους λαούς. Η σχετική συζήτηση για τους ρυθμούς και τον τρόπο ολοκλήρωσης των μετασχηματισμών συνεχίζονται ακόμη και σήμερα.
Το βέβαιο είναι ότι, αρχικά τουλάχιστον, τα κράτη αυτά δεν μπορούσαν να έχουν πλήρως τα χαρακτηριστικά του εργατικού, σοσιαλιστικού κράτους. Ήταν περισσότερο μορφές επαναστατικής δημοκρατικής εργατοαγροτικής εξουσίας που, υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της κόμματος, έτεινε να μετεξελιχθεί σε εργατική, σοσιαλιστική εξουσία. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, τα κράτη αυτά σημαδεύτηκαν από τη «γραφειοκρατική στρέβλωση» για την οποία είχε κάνει λόγο ο Λένιν. Η γραφειοκρατική αυτή στρέβλωση αναπτύχθηκε παράλληλα με τη μετεξέλιξη της εργατοαγροτικής σε εξουσίας σε σοσιαλιστική με τη γνωστή κατάληξη στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η αποδυνάμωση της λαϊκής, εργατικής δημοκρατίας, η αυτονόμηση των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους εντείνονταν χρόνο με το χρόνο. Η κατάσταση έγινε από ένα σημείο και μετά μη αναστρέψιμη και οδήγησε, μαζί με ένα σύνολο παραγόντων, στην καπιταλιστική παλινόρθωση.
Αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί την αξία και επικαιρότητα του αναπτυξιακού, απελευθερωτικού προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας και του Δημήτρη Μπάτση που αποτελεί και σήμερα πηγή γόνιμου προβληματισμού.
1 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1977, σελ. 194.
2 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 195.
3 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 214, 215.
4 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 80 και Ν. Ζαχαριάδης, «Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας (εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, 2-10-1945)» στον τόμο Ν. Ζαχαριάδης, Ιστορικά διλήμματα – ιστορικές απαντήσεις, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ. 222 επ., 230 επ., 249 επ. Βλ. επίσης το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 388 επ. όπου, προφανώς για λόγους συμβιβασμού με τις άλλες δυνάμεις του ΕΑΜ, προστίθενται και οι μεσαίοι αστοί: «είναι εξουσία που ενσαρκώνει τη συμμαχία εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανοήσεως, μικρών και μεσαίων αστών».
5Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 422-423.
6 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 16 επ., 171 επ.
7 Βλ. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 73-75.
8 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 77.
9 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 82.
10 Βλ. Το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 390.
11 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 424.
12 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 423.
13 Βλ. «Το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας, σχέδιο», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 26-27.
14 Βλ. Δ. Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 130 επ., 145.
15 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 418-419. Το σχέδιο προγράμματος παρέπεμπε, όπως είναι φυσικό, στην ιστορική 6η ολομέλεια της ΚΕ του κόμματος που καθόρισε κατά βάση το χαρακτήρα της επανάστασης.
16 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15.
17 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Άπαντα, τ. 31, σελ. 131 επ., 133-134.
18 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Άπαντα, τ. 31, σελ. 155.
19 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους Ελβετούς εργάτες», Άπαντα, τ. 31, σελ. 93.
20 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38, σελ. 143.
21 Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 64-65.
22 Βλ. αντίθετη αλλά αυθαίρετη ερμηνεία στο Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2006, σελ. 164.
23 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 322, 323.
24 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η τέταρτη επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 147.
25 Βλ. Πρόγραμμα και καταστατικό της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Ειρήνη, 1975, σελ. 60-62.
26Βλ. Λ. Τρότσκι, Η ρωσική επανάσταση του 1905, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2005, ιδίως σελ. 87 και Λ. Τρότσκι, Η διαρκής επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1982, σελ. 152-157.
27 Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, οπ.π., σελ. 197 επ.
28 Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 44, σελ. 8.
29 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ.208.
30 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ. 207-208 και του ίδιου, «Η κρίση του κόμματος», Άπαντα, τ. 42, σελ. 239.
31 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού», Άπαντα, τ. 44, σελ. 224, όπου μιλώντας για το κράτος τόνιζε ότι «πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή».
32 Βλ. Ου. Φόστερ, Ιστορία των τριών Διεθνών, Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, χ.χρ., σελ. 593-594 και Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ. σελ. 571 και Φ. Λάδης, Τι είναι και που πηγαίνει ο ευρωκομμουνισμός, Αθήνα, εκδ. Πύλη, 1982, σελ. 204 επ.
33 Βλ. ενδεικτικά Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας (1958), Ιστορία της κινέζικης επανάστασης, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2010, σελ. 595 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 59 επ.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Το μέλλον της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα

περ. Ουτοπία, τ. 123, 2018, σελ. 43-57

Εκατό χρόνια μετά την οχτωβριανή επανάσταση και 27 από την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Α. Ευρώπη, η επανάσταση στην Κούβα εξακολουθεί την πορεία της, παρά τις όποιες αναπόφευκτες δυσκολίες και λάθη. Το γεγονός αυτό από μόνο του είναι σχετικά παράδοξο καθώς πρόκειται για μια μικρή σε έκταση και σε πληθυσμό χώρα, με όχι ιδιαίτερα αναπτυγμένες τις παραγωγικές δυνάμεις, αφού εμφανή είναι ακόμη τα σημάδια της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που την καταδίκασαν να ανήκει στις τριτοκοσμικές χώρες.
Ωστόσο, η επανάσταση στην Κούβα αντέχει. Άντεξε τις ποικίλες (στρατιωτικές, οικονομικές, διπλωματικές) πιέσεις των ΗΠΑ. Αναμφισβήτητα, το καθοριστικό στοιχείο για την αντοχή αυτή ήταν το γεγονός ότι, παρά τις υπαρκτές αδυναμίες, υπήρχε ενότητα λαού και πολιτικής ηγεσίας. Οι εργαζόμενοι αισθάνονταν ότι η κρατική εξουσία ήταν δική τους, ότι οι ηγέτες τους ήταν επιλεγμένοι από αυτούς και δεν ξεχώριζαν από αυτούς. Γι' αυτό, ακόμη και στις πιο δύσκολες οικονομικές καταστάσεις στις αρχές – μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν οι ελλείψεις ήταν πολύ μεγάλες, ο λαός παρέμεινε ενωμένος και διατήρησε την επαναστατική εξουσία του σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι φωνές επιστροφής στον καπιταλισμό ήταν μειοψηφικές έως περιθωριακές.
Το επαναστατικό καθεστώς αντέχει ακόμη και σήμερα στις δύσκολες συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τη στιγμή που η καπιταλιστική οικονομία κλονίζεται από την κρίση και που οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις εντείνονται τρέφοντας όλο και περισσότερο πολέμους αναδιανομής των σφαιρών επιρροής, η Κούβα μόνη, χωρίς άλλα σοσιαλιστικά κράτη στο πλάι της αγωνίζεται να διατηρήσει την επανάσταση και να βελτιώνει με τις δικές της δυνάμεις τη ζωή του λαού. Η καπιταλιστική κρίση επηρεάζει και την Κούβα εφόσον η χώρα βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς καπιταλιστικού εμπορίου. Ειδικά επηρεάζεται η οικονομία της από τον τουρισμό.
Διαθέτει βέβαια κάποιους συμμάχους, όπως οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Βενεζουέλας ή άλλων κρατών της Λ. Αμερικής. Αναζητά επίσης και βρίσκει οικονομικούς εταίρους, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, εκμεταλλευόμενη τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη στρατηγική κατάσταση απομόνωσης στην οποία βρίσκεται.
Στις συνθήκες αυτές η Κούβα είναι αναγκασμένη να προβεί σε μια σειρά παραχωρήσεις στις καπιταλιστικές σχέσεις1. Εφαρμόζει μια οικονομική πολιτική τύπου ΝΕΠ. Η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων και ο Λένιν είχαν εφαρμόσει ένα παρόμοιο οικονομικό πρόγραμμα περιορισμένων παραχωρήσεων στον καπιταλισμό εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας (μαζί με φεουδαρχικά κατάλοιπα, διεσπαρμένη μικροϊδιοκτησία) και των καταστροφών από τους πολέμους που αποδυνάμωσαν παραπέρα την οικονομική βάση της χώρας2.
Στην Κούβα τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που αναγκάζουν σε αυτή την περιορισμένη αναδίπλωση: α.η καπιταλιστική απομόνωση μιας μικρής σοσιαλιστικής, νησιωτικής νησίδας και μάλιστα χώρας με τη βαριά κληρονομιά της τριτοκοσμικής υπανάπτυξης εξαιτίας της αποικιοκρατίας, β.ο αποκλεισμός των ΗΠΑ που εξακολουθεί να υφίσταται και γ.η επίδραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.
Η υποχώρηση ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 όταν η χώρα έχασε όχι μόνο τα πολιτικά της στηρίγματα στον κόσμο αλλά και τους οικονομικούς της εταίρους. Τότε έγιναν κάποια πρώτα βήματα στην κατεύθυνση αυτή που καταγράφηκαν και Συνταγματικά. Τα βήματα απέδωσαν καρπούς. Μετά την κατακρήμνιση που σημειώθηκε το 1990, η οικονομική κατάσταση της χώρας και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων αρχικά σταθεροποιήθηκε και στη συνέχεια βελτιώθηκε. Στο προηγούμενο 6ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας αποφασίστηκε να γίνουν περαιτέρω αλλαγές στην κατεύθυνση αυτή καθώς εκτιμήθηκε ότι τα δομικά προβλήματα παραμένουν.
Η υποχώρηση αυτή δεν αμφισβητεί καταρχήν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας3. Αποτελεί αναμφίβολα μια ελεγχόμενη, περιορισμένη αλλά πάντως μια στρατηγική υποχώρηση. Παραχωρεί έδαφος στις καπιταλιστικές σχέσεις προκειμένου να βοηθηθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτό στην παρούσα συγκυρία είναι αδύνατο να επιτευχθεί μόνο με τις προσπάθειες του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας. Η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του λαού, να δώσει την απαραίτητη οικονομική βάση για την μελλοντική ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας εν αναμονή επαναστατικών εξελίξεων σε άλλα μέρη του κόσμου ώστε να σπάσει ο καπιταλιστικός κλοιός.
Βέβαια, μια τέτοια πολιτική εγκυμονεί κινδύνους για το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα αλλά και για τον χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας στην Κούβα. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα σε μάλλον ευνοϊκότερες συνθήκες καθώς η Σοβιετική Ένωση του 1922 ήταν σε καπιταλιστικό κλοιό και καθυστερημένη παραγωγικά αλλά είχε το πλεονέκτημα της μεγάλης έκτασης, του μεγάλου πληθυσμού και ιδίως των μεγάλων πλουτοπαραγωγικών πηγών και δυνατοτήτων. Τις συνθήκες όμως δεν τις διαλέγει κανείς. Είναι δεδομένες και μέσα σε αυτές πρέπει να χαράξει πολιτική.
Σημείωνε πάντως ο Λένιν ότι οι παραχωρήσεις στον καπιταλισμό παραμένουν μια ιστορικά προσωρινή παρένθεση αρκεί α. να κρατήσει το εργατικό κράτος τα περισσότερα μέσα παραγωγής και β. να παραμείνει η εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης. Όσο η εργατική τάξη διατηρεί την εξουσία μπορεί να έχει τον έλεγχο της οικονομίας της χώρας, να διαφυλάσσει τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, να διορθώνει τις αρνητικές επιδράσεις των καπιταλιστικών σχέσεων, να βάζει όρια. Έγραφε χαρακτηριστικά πως “ο καπιταλισμός που αναπτύσσεται μ' αυτό τον τρόπο, βρίσκεται κάτω από έλεγχο, κάτω από επιτήρηση, ενώ η κρατική εξουσία παραμένει στα χέρια της εργατικής τάξης και του εργατικού κράτους4.
Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον της επανάστασης στην Κούβα είναι να παραμείνουν τα βασικά μέσα παραγωγής στα χέρια του κράτους, να διατηρηθεί και βελτιωθεί ο εργατικός – λαϊκός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας μαζί και του επαναστατικού κόμματος. Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους δεν πρέπει να κρίνεται τυπικά. Η εργατική τάξη δεν κατέχει την εξουσία επειδή η κυβέρνηση διακηρύσσει κάτι τέτοιο. Το ζήτημα κρίνεται στην πράξη.
Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξετάσει κανείς τα χαρακτηριστικά της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα, τις επιδράσεις που μπορεί να έχει το άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους προβλήματα. Σε διαλεκτική σύνδεση με αυτό σημασία έχει επίσης η μελέτη των επιδράσεων στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Από τη σταθερότητα και την εμβάθυνση του εργατικού λαϊκού χαρακτήρα του κράτους και του κόμματος εξαρτάται η αντοχή στις πιέσεις των καπιταλιστικών σχέσεων και η μακροημέρευση και βελτίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.


Η σοσιαλιστική δημοκρατία σήμερα: δυναμισμός και αδυναμίες

Από άποψη θεωρητική οι ιδρυτές του μαρξισμού, βασιζόμενοι στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας και των άλλων επαναστάσεων, υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κράτος είναι δυνατό και πρέπει να διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: αιρετότητα όλων των κρατικών αξιωματούχων, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχός τους από το λαό, κατάργηση κάθε προνομίου των αξιωματούχων, εξοπλισμός του λαού, μετατροπή των λαϊκών συνελεύσεων και των αντιπροσωπευτικών σωμάτων σε αποφασιστικά όργανα εξουσίας5.
Ωστόσο, η ύπαρξη και η εξέλιξη των χαρακτηριστικών ενός κράτους είναι ζήτημα δυναμικό. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση της Κούβας. Η δυνατότητα δεν μετασχηματίζεται αυτόματα σε πραγματικότητα. Η δεύτερη αποτελεί καρπό των συνθηκών και των υποκειμενικών παρεμβάσεων. Το επίπεδο της δημοκρατίας δεν μένει ποτέ στατικό. Δεν υπάρχει σε ολοκληρωμένη και καθαρή μορφή, κινείται και αλλάζει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Η σοσιαλιστική δημοκρατία μπορεί άλλοτε να βαθαίνει και να γίνεται πιο διευρυμένη και πιο ουσιαστική η συμμετοχή του λαού και μπορεί άλλοτε να οπισθοχωρεί. Μια σειρά αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες, εσωτερικοί και διεθνείς, επιδρούν σε αυτό.
Το ζήτημα είναι λοιπόν να μελετηθεί το πραγματικό σημείο που βρίσκεται σήμερα η δημοκρατία της Κούβας, αν και πώς διασφαλίζονται οι παραπάνω αρχές σε συνταγματικό και νομικό επίπεδο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη, τις πιέσεις που ασκεί ή που θα ασκήσει το περιορισμένο άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις.

1.Αιρετότητα

Το Σύνταγμα και η νομοθεσία της Κούβας διασφαλίζουν την αιρετότητα όλων των βασικών κρατικών οργάνων και λειτουργών. Προβλέπουν ακόμη την υποχρέωση των εκλεγμένων να λογοδοτούν περιοδικά στο λαό καθώς και τη δυνατότητα του τελευταίου να τους ανακαλεί.
Η επιστημονική και πολιτική συζήτηση στην Κούβα επισημαίνει ωστόσο αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Είναι γεγονός ότι το σύστημα των υποψηφιοτήτων στην Κούβα διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή συμμετοχή. Στις εκλογές για τις δημοτικές συνελεύσεις υποχρεωτικά πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 έως 8 υποψηφιότητες για κάθε εκλόγιμη θέση. Υποψηφίους προτείνουν οι ίδιοι οι πολίτες, χωρίς κανένα ιδεολογικο-πολιτικό ή άλλο περιορισμό. Επίσης δεν προτείνει υποψηφίους το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Οι δημοτικές συνελεύσεις έχουν αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη υποψηφίων για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις. Εγκρίνουν ή απορρίπτουν τις υποψηφιότητες για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις έπειτα από πρόταση της Εθνικής επιτροπής υποψηφιοτήτων. Η τελευταία απαρτίζεται από εκπροσώπους της κεντρικής ένωσης των εργατικών συνδικάτων, των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης, της ομοσπονδίας των μικροκαλλιεργητών, της ομοσπονδίας γυναικών της Κούβας, της ομοσπονδίας των φοιτητικών συλλόγων και των συλλόγων μαθητών μέσης εκπαίδευσης. Μια αξιόλογη πρόταση είναι να προβλεφθεί από το νόμο η υποχρέωση των επιτροπών υποψηφιοτήτων να δημοσιοποιούν τις σχετικές συζητήσεις6. Ακόμη, έχει προταθεί η δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων από τις εκλόγιμες θέσεις να ισχύσει σε όλα τα επίπεδα και όχι μόνο στο πρωτοβάθμιο επίπεδο των δημοτικών συνελεύσεων7.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υπάρχει κάμψη της αρχής της αιρετότητας στα διευθυντικά στελέχη τομέων της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης. Αυτά διορίζονται με αποφάσεις των εκτελεστικών οργάνων των αντιπροσωπευτικών σωμάτων. Έχουν κατατεθεί προτάσεις για να προβλέπεται κάποιου είδους συμμετοχή μέσω εκλογικής διαδικασίας8.

2.Ανακλητότητα

Ο έλεγχος και η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων είναι επίσης κατοχυρωμένα νομικά. Στην πράξη όμως παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της σχετικής χαλάρωσης της σχέσης των αντιπροσώπων με τους εκλογείς. Οι αντιπρόσωποι, κυρίως της κεντρικής πολιτικής σκηνής διαθέτουν εκ των πραγμάτων ένα επίπεδο πληροφόρησης και γνώσης πολύ διαφορετικό εκείνου των εκλογέων. Το γεγονός αυτό συχνά εμποδίζει τους εκλογείς να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν παρατηρείται θεμελιακή αποστασιοποίηση των αντιπροσώπων από τους εκλογείς, έχει ως αποτέλεσμα η ανάκληση αντιπροσώπου να είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο.
Επιπλέον, με βάση το νόμο, η ανάκληση των βουλευτών της Εθνικής Συνέλευσης και των επαρχιακών Συνελεύσεων δεν μπορεί να γίνει με πρωτοβουλία των εκλογέων από τα κάτω. Έχει προταθεί η αλλαγή του νόμου και η υιοθέτηση του μοντέλου της Βενεζουέλας, της Βολιβίας ή του Εκουαδόρ που προβλέπουν ότι αν ένα ποσοστό των εκλογέων της περιφέρειας (20, 30, ή 10%) το ζητήσει, κινείται η διαδικασία του ερωτήματος της ανάκλησης.
3.Ενότητα νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας

Τα αντιπροσωπευτικά σώματα είναι με βάση το Σύνταγμα και τη νομοθεσία τα αποφασιστικά όργανα εξουσίας. Ωστόσο, στην πράξη παρατηρείται μια σχετική διολίσθηση της εξουσίας στα όργανα της εκτελεστικής. Για το λόγο αυτό έχουν κατατεθεί προτάσεις που ενισχύουν το ρόλο των αντιπροσωπευτικών σωμάτων ώστε αυτά να γίνουν έμπρακτα φορείς της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Ειδικά οι λαϊκές συνελεύσεις θα πρέπει να έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα για κάθε τοπικό ζήτημα αλλά και να είναι συμμέτοχοι σε όλες τις αποφάσεις πανεθνικού χαρακτήρα. Το Σύνταγμα της Κούβας (άρθρα 103 επ.), ενώ αναφέρεται στη γενική τοπική αρμοδιότητα των τοπικών συνελεύσεων και συμβουλίων, δεν αναφέρει συγκεκριμένα τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των πανεθνικών αποφάσεων. Ωστόσο, είναι εδραιωμένη η πρακτική της διεξαγωγής παλλαϊκών συζητήσεων ιδίως στα εργατικά συνδικάτα και στις άλλες μαζικές οργανώσεις όλων των κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων. Οι συζητήσεις αυτές περιλαμβάνουν τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Αυτό από μόνο του είναι σημαντικό, αρκεί βέβαια να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όροι για την ουσιαστική συμμετοχή στους προβληματισμούς.

4.Ελευθερίες και δικαιώματα

Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει, ανάμεσα σε άλλα, την ύπαρξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατοχυρώνονται δικαιώματα όπως αυτά του συνέρχεσθαι ή της πληροφόρησης σε ένα επίπεδο και με τρόπο ανώτερο εκείνου της αστικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η ελευθερία του τύπου μπορεί και πρέπει να σημαίνει, όπως επισήμαινε ο Λένιν, ότι οι μαζικοί φορείς των εργαζομένων είτε μεγάλες ομάδες τους έχουν τα υλικά μέσα για να εκδώσουν εφημερίδες κλπ9. Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει επίσης την ελευθερία κριτικής της κυβέρνησης, των κρατικών αξιωματούχων. Στην Κούβα φαίνεται να υπάρχει ένα αξιοσημείωτο κατακτημένο επίπεδο στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, χωρίς να αποκλείονται μεμονωμένα φαινόμενα σε αντίθετη κατεύθυνση.
Υπάρχουν αναλύσεις που προτείνουν την πιο ολοκληρωμένη πρόβλεψη θεσμών πολιτικής συμμετοχής στο Σύνταγμα της χώρας κατά το συνταγματικό πρότυπο της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ. Προτείνεται δηλαδή να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα τα δημοψηφίσματα (τοπικά και πανεθνικά) με πρωτοβουλία των πολιτών10. Το Κουβανικό Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 88 τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με την προϋπόθεση της συλλογής 10 χιλιάδων υπογραφών ή κατόπιν πρότασης των κεντρικών συνδικαλιστικών φορέων. Προτείνεται ακόμη η αναθεώρηση του Συντάγματος να μπορεί να ξεκινά με πρωτοβουλία ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών και να υπόκειται η επικύρωσή του σε όλες τις περιπτώσεις σε δημοψήφισμα.

5.Κατάργηση των προνομίων

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι ένα από τα κομβικά σημεία διαφοροποίησης του εργατικού κράτους από το αστικό είναι η κατάργηση κάθε είδους προνομίων των κρατικών αξιωματούχων. Η επανάσταση στην Κούβα έλυσε αυτό το πρόβλημα ήδη αμέσως μετά την επικράτησή της.
Σε γενικές γραμμές φαίνεται πως ακόμη και σήμερα στην καθημερινή ζωή οι κρατικοί ιθύνοντες δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερων μισθολογικών ή άλλων προνομίων. Για παράδειγμα η αναλογία βασικού και υπουργικού μισθού δεν ξεπέρασε το 1:4 ενώ τελευταία φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί χαμηλότερα, κοντά στο 1:211. Το στοιχείο αυτό διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η κρίση έπληξε πολύ βαριά την Κούβα. Η ενότητα του λαού με την ηγεσία διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτό τον παράγοντα. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα προνόμια μπορούν να επανεμφανισθούν με μορφές μη μισθολογικές, άτυπες, ενίοτε και παράνομες, καρπός της διαφθοράς, όπως συνέβη σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.
Πολλοί στην Κούβα επιμένουν στην αυστηρή εφαρμογή της λενινιστικής αρχής ότι οι αξιωματούχοι του σοσιαλιστικού κράτους πρέπει να αμείβονται με ένα συνηθισμένο μισθό εργάτη. Επικαλούνται μάλιστα την πρακτική και τις σχετικές αντιλήψεις του Ε. Τσε Γκεβάρα12. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την ανάγκη καταπολέμησης, σε πολιτικό, ιδεολογικό και νομικό επίπεδο, της διαφθοράς που συνήθως παίρνει τη μορφή της παράνομης ιδιοποίησης δημόσιων αγαθών13.

6.Εξοπλισμός του λαού

Κορυφαία σημασία για τη σοσιαλιστική δημοκρατία έχει επίσης η δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να κατέχουν τα υλικά μέσα επιβολής της βούλησής τους, να κατέχουν δηλαδή το μονοπώλιο της βίας. Αυτό διασφαλίζεται αν ο λαός είναι εξοπλισμένος και δημοκρατικά οργανωμένος σε όλα τα επίπεδα, μαζί και στο στρατιωτικό. Η δημιουργία και ύπαρξη των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης στην Κούβα, που αγκαλιάζουν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, αποτελεί αναμφισβήτητα μια σημαντική εγγύηση.
Η διαφύλαξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας στην Κούβα μπορεί να γίνει μόνο μέσω της εμβάθυνσής της, μέσω της απαλλαγής της από αρνητικά φαινόμενα που απομακρύνουν τη λαϊκή συμμετοχή. Η εργατική δημοκρατία μπορεί και πρέπει να είναι μια διαρκής πορεία αυτοδιόρθωσης, συνεχούς εξάλειψης των γραφειοκρατικών στρεβλώσεων που αναγεννιούνται, εμβάθυνσης, προσέλκυσης ολοένα και με πιο ουσιαστικό τρόπο του λαού στη διαχείριση όλων των υποθέσεών του14. Στην παρούσα συγκυρία, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.


Το 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας

Τις προκλήσεις της σημερινής περιόδου συζήτησε το πρόσφατο, 7ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας το οποίο πραγματοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου 2016. Εκ των πραγμάτων το συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος αποτέλεσε σημαντική στιγμή στην πολιτική συζήτηση στη χώρα. Η ημερομηνία επιλέχθηκε ώστε να συμπίπτει με την επέτειο της απόκρουσης της επίθεσης των μισθοφόρων των ΗΠΑ στον κόλπο των Χοίρων το 1962 και με την διακήρυξη του περάσματος της επανάστασης στο σοσιαλιστικό της στάδιο την ίδια χρονιά. Στο συνέδριο πήραν μέρος 1000 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που προτάθηκαν από τη βάση και εκπροσωπούσαν 670.000 μέλη. Τα μέλη ήταν ελαφρώς λιγότερα σε σχέση με παλαιότερα κατόπιν συνειδητής πολιτικής μείωσης των εισροών.
Το συνέδριο ασχολήθηκε με την πορεία της σοσιαλιστικής οικονομίας και του ΚΚ Κούβας. Η εισήγηση του Ραούλ Κάστρο και η τελική του ομιλία μετά την επανεκλογή της νέας Κεντρικής Επιτροπής και του ίδιου ως πρώτου γραμματέα της φωτίζουν αρκετά καθαρά τις κατευθύνσεις του κόμματος.
Στην οικονομική πολιτική αποφασίστηκε ότι το ΚΚ θα συνεχίσει τη γραμμή που χαράχτηκε στο προηγούμενο συνέδριο, δηλαδή τη γραμμή του περιορισμένου, ελεγχόμενου ανοίγματος στη μη κρατική (συνεταιριστική και ιδιωτική) οικονομία. Τα πρώτα αποτελέσματά της κρίθηκαν ικανοποιητικά αλλά σχετικά ανεπαρκή. Στην πενταετία που πέρασε τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων ανέβηκαν, οι πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για δημόσια υγεία και παιδεία ήταν στο πολύ υψηλό 30% και 23% του προϋπολογισμού. Οι ρυθμοί της οικονομίας ήταν αυξητικοί αν και συγκρατημένοι. Κυμάνθηκαν στο 2,8%, ετήσια αύξηση, κάτω όμως από τους στόχους που είχαν τεθεί15.


Τα όρια του οικονομικού ανοίγματος
Στην εισήγησή του στο συνέδριο ο Ραούλ Κάστρο τόνισε ότι η χώρα θα συνεχίσει την πολιτική που είχε αποφασίσει το προηγούμενο συνέδριο αλλά και ότι θα πρέπει να αποφευχθούν δυο λαθεμένες προσεγγίσεις. Η μια είναι εκείνη που νοσταλγεί άλλες στιγμές της επαναστατικής διαδικασίας όταν υπήρχαν λιγότερο σύνθετα προβλήματα και παράλληλα υπήρχε η Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η άλλη είναι εκείνες οι απόψεις που επιθυμούν συγκεκαλυμμένα την επιστροφή στον καπιταλισμό.
Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τη δεύτερη αυτή πλευρά. Αυτό προφανώς δείχνει την πίεση που ασκείται ή που αναμένεται να ασκηθεί αλλά και την ανησυχία που υπάρχει στα μέλη του κόμματος και στο λαό. Ήδη στην αρχή της εισήγησης τονίστηκε ότι στην Κούβα “ποτέ δεν θα επιτραπεί να εφαρμοστούν οι λεγόμενες “θεραπειών σοκ””και ότι “οι νεοφιλελεύθερες φόρμουλες που προωθούν την ταχύτατη ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας και των κοινωνικών υπηρεσιών, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική ασφάλιση ποτέ δεν θα εφαρμοστούν στον κουβανικό σοσιαλισμό16.
Στο ίδιο, και ίσως πιο έντονο πνεύμα, μίλησε ο Ρ. Κάστρο στο κλείσιμο του συνεδρίου, μετά την επανεκλογή του. Εκεί επανέλαβε ότι δεν θα ακολουθηθεί ο δρόμος “της επιστροφής στον καπιταλισμό που θα συνοδευόταν από τις θεραπείες – σοκ”. Υπογράμμισε ακόμη ότι η “βασική του αποστολή είναι η υπεράσπιση, διατήρηση και τελειοποίηση του κουβανικού σοσιαλισμού και το να μην επιτρέψει ποτέ την επιστροφή στον καπιταλισμό17.
Ο σχεδιασμός της οικονομίας και η κρατική ιδιοκτησία των βασικών μέσων παραγωγής θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τα θεμέλια του οικονομικού συστήματος της Κούβας18. “Επαναβεβαιώνουμε τη σοσιαλιστική αρχή της κυριαρχίας της παλλαϊκής ιδιοκτησίας πάνω στα βασικά μέσα παραγωγής”, τόνισε στην εισήγησή του ο Ραούλ Κάστρο. “Στη σοσιαλιστική και κυρίαρχη Κούβα η ιδιοκτησία όλου του λαού πάνω στα βασικά μέσα παραγωγής είναι και θα συνεχίσει να είναι η βασική μορφή της εθνικής οικονομίας και του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και ως εκ τούτου αποτελεί τη βάση της πραγματικής εξουσίας των εργαζομένων”.
Αναφερόμενος στις ανησυχίες που εκφράστηκαν στην προσυνεδριακή συζήτηση για καπιταλιστική παλινόρθωση, ξεκαθάρισε ότι “η αναγνώριση της ύπαρξης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας” δεν εντάσσεται στο στόχο δημιουργίας μιας καπιταλιστικής οικονομίας και ότι “δεν θα επιτραπεί η συγκέντρωση ούτε ιδιοκτησίας ούτε πλούτου”.
Διαφοροποίηση υπήρξε, εν μέρει τουλάχιστον, με τα αντίστοιχα εγχειρήματα της Κίνας και του Βιετνάμ. Αναφέρθηκε εισηγητικά ότι “η εισαγωγή των κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης δεν είναι αντίθετη με την αρχή του σχεδιασμού. Και οι δυο έννοιες μπορούν να συνυπάρχουν και να συμπληρώνονται προς όφελος της χώρας, όπως έχουν δείξει επιτυχώς οι μεταρρυθμιστικές διαδικασίες στην Κίνα και η ανανέωση στο Βιετνάμ, όπως το χαρακτηρίζουν οι ίδιοι. Εμείς,” σημείωσε ο Ραούλ Κάστρο, “έχουμε χρησιμοποιήσει τον όρο επικαιροποίηση (ενν. του σοσιαλισμού) διότι δεν πρόκειται να αλλάξουμε το θεμελιακό στόχο της Επανάστασης”.
Το άνοιγμα στην ιδιωτική οικονομία έχει τις εξής κατευθύνσεις. Αυτές δεν είναι καινούργιες καθώς είχαν ήδη εφαρμοστεί σε ένα βαθμό την τελευταία πενταετία. Η πρώτη αφορά στην ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων. Από την εισήγηση διακρίνεται η μέριμνα αυτές να γίνουν με όρους που δεν θα θίγουν την εθνική κυριαρχία. Μέσα από τη διαδικασία αυτή θα καταβληθεί προσπάθεια ώστε να υπάρξει υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ισχυροποίηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας και μεταφορά τεχνολογίας. Η δραστηριότητα του κόμματος και της κυβέρνησης κατευθύνεται στο να “διαφοροποιούμε τις πηγές των εσόδων μας ώστε να μην επιστρέψουμε ποτέ ξανά σε μια κατάσταση όπου να εξαρτόμαστε από μια αγορά ούτε και από ένα προϊόν”. Απολύτως ξεκάθαρη είναι η αντίληψη που εκφράστηκε στην εισήγηση για την επιμέρους στροφή της πολιτικής Ομπάμα έναντι της Κούβας: αποτελεί μια άλλη μορφή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, είπε ο Ραούλ Κάστρο19.
Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά στην ενίσχυση του ρόλου των κρατικών επιχειρήσεων ώστε, εντός της αγοράς, να μην μειονεκτούν έναντι των συνεταιριστικών και ιδιωτικών. Η ενίσχυση αυτή συνδυάζεται με μια μεγαλύτερη αυτοτέλεια των κρατικών επιχειρήσεων, που σημαίνει ότι τίθενται σε σχετικά εμπορευματική λογική, υπακούοντας όμως πάντοτε στο κρατικό σχέδιο.
Η τρίτη κατεύθυνση αφορά στην ισχυροποίηση του ρόλου των συνεταιρισμών και των μικροεπιχειρήσεων. Ο Ραούλ Κάστρο ανέφερε ότι δεν πρέπει “να στιγματίζεται η αυτοαπασχόληση”. “Οι συνεταιρισμοί, η αυτοαπασχολούμενη εργασία, η μεσαία, μικρή και πολύ μικρή ιδιωτική επιχείρηση δεν είναι στην ουσία τους αντισοσιαλιστικές ούτε αντεπαναστατικές και η μεγάλη πλειονότητα αυτών που εργάζονται εκεί είναι επαναστάτες και πατριώτες που υπερασπίζονται τις αρχές και ωφελούνται από τις κατακτήσεις αυτής της Επανάστασης”, πρόσθεσε ο Ρ. Κάστρο20. Η αναφορά αυτή προφανώς σχετίζεται με τις ενστάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι μικροί και μεσαίοι αυτοί επιχειρηματίες, που απασχολούνται κυρίως στον τουρισμό, έχουν πολλαπλάσια εισοδήματα των άλλων εργαζομένων. Στους τομείς αυτούς απασχολείται σήμερα το 30% του εργατικού δυναμικού της χώρας και το υπόλοιπο 70% στον κρατικό τομέα. Πριν 5 χρόνια, η αναλογία ήταν 20% και 80% αντίστοιχα.

Ενίσχυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας

Στο συνέδριο τονίστηκε επίσης ότι η στενή σχέση του κόμματος με το λαό πρέπει να διαφυλαχθεί. Η σχέση αυτή πρέπει να ανανεώνεται καθώς οποιαδήποτε αντίθετη εξέλιξη θα σήμαινε την υπονόμευση της επαναστατικής διαδικασίας. “Γνωρίζουμε ότι το Κόμμα και η Επανάσταση βασίζονται στην πλειοψηφική στήριξη του λαού” είπε ο Ραούλ Κάστρο, “είναι ένα γεγονός που κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί”. Ωστόσο, συνέχισε, “δεν αγνοούμε ότι σε συγκεκριμένους τομείς του πληθυσμού υπάρχουν εκδηλώσεις έλλειψης δέσμευσης και αδιαφορίας”. Καμιά πολιτική δεν πρόκειται να υλοποιηθεί αν δεν έχει τη σύμφωνη γνώμη του λαού, ειπώθηκε στην εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής.
Αυτό σημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας. “Το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να ενδυναμώνει και να τελειοποιεί σε μόνιμη βάση τη δημοκρατία μας” είπε ο Ραούλ Κάστρο και ακόμη ότι “πρέπει να ξεπεραστεί εντελώς η ψευδο-ομοφωνία, ο φορμαλισμός και η προσποίηση. Το Κόμμα έχει το καθήκον να προάγει και να εγγυάται την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις θεμελιώδεις αποφάσεις της κοινωνίας. Δεν έχουμε κανένα φόβο απέναντι στις διαφορετικές απόψεις, ούτε στις διαφωνίες, καθώς μόνο η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση των διαφορών ανάμεσα στους επαναστάτες θα μας οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις”.
Σε σχέση με το ζήτημα του μονοκομματισμού, όπως θύμισε ο Ρ. Κάστρο στην εισήγηση, στην Κούβα έχει ιστορικά διαμορφωθεί η ύπαρξη ενός μόνο κόμματος το οποίο προέρχεται από τη συνένωση τριών επαναστατικών κομμάτων. Τα αστικά κόμματα είχαν ήδη διαλυθεί την εποχή της δικτατορίας του Μπατίστα. Υπογράμμισε επίσης ότι όσοι στο εξωτερικό αντιμάχονται το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα της Κούβας, απαιτούν τον πολυκομματισμό με σκοπό την επαναφορά στην αστική δημοκρατία και στον καπιταλισμό.

Οι αλλαγές στο ΚΚ Κούβας

Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των αντιστάσεων στην καπιταλιστική παλινόρθωση, στο συνέδριο συζητήθηκε η ανάγκη της ενίσχυσης της συλλογικότητας και της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Αποφασίστηκαν ακόμη μέτρα ανανέωσης της ηγεσίας. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε ότι στα ηγετικά όργανα του κόμματος (Κεντρική Επιτροπή, Πολιτικό Γραφείο) δεν θα μπορεί να εκλέγεται κανείς περισσότερο από δύο συνεχόμενες θητείες. Ο Ραούλ Κάστρο εκτίει τη δεύτερη και τελευταία θητεία του. Το 2018 λήγει η δεύτερη θητεία του στην κυβέρνηση και θα αποχωρήσει.
Ακόμη, για την ηλικιακή ανανέωση προτάθηκε το όριο των 60 ετών ως μέγιστο για την εισδοχή στα ηγετικά όργανα. Το 70ό έτος θα είναι επίσης όριο υποχρεωτικής αποχώρησης από τα ηγετικά όργανα. Το μέτρο αυτό θα ισχύσει από εδώ και στο εξής, που σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνει τα στελέχη εκείνα της γενιάς της επανάστασης που επανεκλέχτηκαν σε αυτό το συνέδριο. Αυτό έγινε, όπως εξηγήθηκε, για να υπάρξει ομαλή μετάβαση.
Το ΚΚ Κούβας θα προτείνει να εφαρμοστούν τα ίδια μέτρα για τις ηγεσίες των συνδικάτων και όλων των μαζικών φορέων αλλά και για τη Βουλή και την κυβέρνηση. Θα προταθούν και θα συζητηθούν στο λαό και στην Εθνοσυνέλευση οι αναγκαίες νομοθετικές και συνταγματικές αλλαγές.

Τα ιδεολογικο-πολιτικά μέτρα

Αναφέρθηκαν επίσης εκτενώς σε ιδεολογικά και πολιτικά μέτρα που πρέπει να λάβει το ΚΚ Κούβας προκειμένου, σε αυτές τις συνθήκες, να αντιμετωπίσει τις προσπάθειες εκείνων που θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν τη σοσιαλιστική εξουσία και να επαναφέρουν τον καπιταλισμό. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος εκτιμά ότι η νεολαία, οι διανοούμενοι, οι εργαζόμενοι στις μη κρατικές μορφές οικονομίας και τα στρώματα του πληθυσμού που έχουν τις μεγαλύτερες υλικές και οικονομικές δυσκολίες θα βρεθούν στο στόχαστρο των εχθρών της επανάστασης.
Για την αντιμετώπιση του κινδύνου προτάχθηκαν δυο κατευθύνσεις αγώνα. Η πρώτη βρίσκεται στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο. “Πρέπει παράλληλα να ενισχύσουμε ανάμεσά μας την αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική κουλτούρα, δίνοντας τη μάχη με επιχειρήματα, πειστικότητα και σταθερότητα ενάντια στις απόπειρες εδραίωσης προτύπων της μικροαστικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζονται από τον ατομικισμό, τον εγωισμό, την αισχροκέρδεια”, τόνισε ο Ραούλ Κάστρο. Η δεύτερη κατεύθυνση, “το καλύτερο αντίδοτο ενάντια στις πολιτικές της υπονόμευσης” είναι η βελτίωση της καθημερινής ζωής των εργαζόμενων, ανέφερε επίσης ο Κουβανός ηγέτης21.


Ο κίνδυνος της διαφθοράς

Από τα κείμενα του συνεδρίου προκύπτει ότι η ηγεσία του ΚΚ Κούβας έχει επίγνωση της ανάγκης αλλά και των κινδύνων του ανοίγματος. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην εισήγηση ότι “ούτε είμαστε αφελείς, ούτε αγνοούμε τις φιλοδοξίες ισχυρών ξένων δυνάμεων που στοιχηματίζουν σε αυτό που ονομάζουν “ενδυνάμωση” των μη κρατικών μορφών διαχείρισης, με στόχο να δημιουργήσουν τους μοχλούς της αλλαγής, έχοντας την ελπίδα να τελειώσουν με την Επανάσταση και τον σοσιαλισμό στην Κούβα με άλλα μέσα22.
Τα ανοίγματα αυτά δημιουργούν αντικειμενικά αντιθέσεις καθώς έχουν αναδυθεί, και αναδύονται ακόμη περισσότερο, κοινωνικά στρώματα τα οποία συσσωρεύουν δυσανάλογα χρηματικά εισοδήματα23. Ως γνωστό, το συσσωρευμένο χρήμα τείνει να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Οι εξελίξεις αυτές θα πιέζουν αντικειμενικά προς την κατεύθυνση της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος, τόσο στο επίπεδο του οικονομικού όσο και στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος24.
Ένας σημαντικός κίνδυνος για τη λαϊκή, σοσιαλιστική εξουσία βρίσκεται στην πιθανότητα να προσχωρήσει οικονομικά (και στη συνέχεια ιδεολογικο-πολιτικά) τμήμα των κρατικών αξιωματούχων και των κομματικών στελεχών στους υποστηρικτές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Υπάρχουν ήδη τέτοια προβληματικά φαινόμενα. Στην εισήγησή του ο Ρ. Κάστρο επισήμανε ότι υπάρχουν στην κοινή γνώμη “αρνητικές γνώμες σχετικά με το παράδειγμα που δίνουν ορισμένα μέλη και στελέχη καθώς και με την αποσύνδεσή τους από από το λαό μας”. Είναι εύγλωττη επίσης η εμπειρία της Κίνας όπου κομματικοί αξιωματούχοι πλούτισαν -παράνομα ή νόμιμα δεν έχει μεγάλη σημασία- ιδιοποιούμενοι τις κρατικές επιχειρήσεις και τον κρατικό πλούτο και μετατράπηκαν σε καπιταλιστές25.
Ισχυρό αντίδοτο στους κινδύνους αυτούς είναι η εμβάθυνση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, η δυνατότητα του λαού να συμμετέχει, να αποφασίζει, να ελέγχει. Είναι, παράλληλα, η εσωκομματική δημοκρατία στο ΚΚ Κούβας έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο διαρκής έλεγχος της ηγεσίας από τα μέλη και να αποτρέπονται φαινόμενα διαφθοράς, οικονομικής και πολιτικής προσχώρησης σε καπιταλιστικές λογικές26. Ξεχωριστός είναι ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν τα συνδικάτα, κατ’ αναλογία των προτάσεων του Λένιν για το ρόλο των συνδικάτων στην ΝΕΠ. Τέτοιοι προβληματισμοί υπάρχουν διάχυτοι στην κουβανική κοινωνία και συζήτηση27.
Πολύ σημαντική είναι επίσης η εφαρμογή της νομιμότητας. Η τήρηση των νόμων του επαναστατικού κράτους θα αμφισβητείται στην πράξη από τα μικροαστικά στρώματα. Μέχρι σήμερα η νομοθεσία που θα καθορίζει τα όρια και τις προϋποθέσεις λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι ελλιπής, όπως τονίστηκε στο συνέδριο. Τέθηκε ο στόχος της συμπλήρωσης και συγκεκριμενοποίησής της28.
Ακόμη πιο σύνθετο θα είναι το καθήκον της εξασφάλισης της εφαρμογής της καθώς η δύναμη του χρήματος θα τείνει να διαφύγει των νομικών ρυθμίσεων και απαγορεύσεων. Υπάρχει βέβαια ιστορική εμπειρία, τόσο στην ΕΣΣΔ της εποχής της ΝΕΠ όσο και στην Κίνα της δεκαετίας του 1950 που δείχνει ότι η επιβολή στους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες να τηρούν τους νόμους του σοσιαλιστικού κράτους είναι δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη29. Στο συνέδριο επισημάνθηκε ήδη ότι “εμφανίστηκαν εκδηλώσεις διαφθοράς και παρανομίες”. Παρουσιάστηκαν φαινόμενα κερδοσκοπίας και αισχροκέρδειας εκ μέρους κάποιων συνεταιρισμών, τα οποία αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση.
Η ηγεσία του ΚΚ Κούβας έδειξε να τα αντιλαμβάνεται αυτά, παρά τις όποιες επιμέρους πιθανές αμφισημίες για το ρόλο της μικροϊδιοκτησίας. Το αν θα πετύχει τους στόχους μέσα στις, προς το παρόν τουλάχιστον, εξαιρετικά αρνητικές και αντεπαναστατικές διεθνείς συνθήκες, θα το δείξει η ιστορία. Τελικά, η εμβάθυνση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, η απαλλαγή της από τις όποιες αδυναμίες και στρεβλώσεις και η διατήρηση της δημόσιας ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής αποτελούν θεμελιώδη όρο για την επιβίωση της επανάστασης στην Κούβα, για τον έλεγχο των κινδύνων παλινόρθωσης του καπιταλισμού εν αναμονή ριζοσπαστικών εξελίξεων στη Λατινική Αμερική και αλλού, οι οποίες θα διαρρήξουν τον κλοιό απομόνωσης της χώρας.
1 Βλ. J. L. Rodríguez, “Tendencias del marcado internacional y su impacto en la economia cubana (I)”, Cubadebate, 19.2.2015
2 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 150 και του ίδιου, “Η ΝΕΠ και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 155 επ.
3 Βλ. J. L. Rodríguez, “Cuba no está proponiendo un socialismo de mercado”, Cubadebate, 22.11.2014 και Ε. Morris, “Cuba ha demostrado que la economia socialista es posible”, Cubadebate, 24.12.2014.
4 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 160-161.
5 Βλ. ιδίως Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, Κράτος και επανάσταση, Άπαντα, τ. 33.
6 Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67.
7 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.
8 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 55.
9 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχέδιο απόφασης για την ελευθεροτυπία», Άπαντα, τ. 35, σελ. 51 επ.
10 Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 41 επ.
11 Ο μηνιαίος μισθός ενός υπουργού είναι 450 πέσος, όταν ο βασικός μισθός ανήλθε το 2004 από 120 στα 225. Βλ. R. Alarcón, “La democracia cubana no se agota en la representación formal, sino que incorpora mecanismos y formas de la democracia directa, Rebelión, 6/12/2003, www.rebelion.org και O. Everleny Perez Villanueva, “La economía en Cuba: un balance necesario y algunas propuestas de cambio”, Nueva Sociedad, n. 216, 2008, σελ. 49 επ., 59.
12 Βλ. F. Luis Rojas, “El difícil camino a un “gobierno barato””, Rebelión, 19/7/2012, www.rebelion.org.
13 Βλ. F. Barral, “Aproximación sociológica al problema de la corrupción en Cuba”, Temas, 5/5/2010 και R. Castro, “Discurso ante el VII Pleno den Partido¨, Juventud Rebelde, 31-7-2009.
14 Βλ. J.L. Guasch Estévez, “Εl burocratismo a la luz del socialismo en el siglo XXI», Temas, n. 60, 2009, σελ. 48 επ.
15Βλ. περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. Ιούλης-Σεπτέμβρης 2015, σελ. 7.
16Βλ. R. Castro, Informe Central al VII Congreso del Partido Comunista Cuba, http://www.cubadebate.cu/noticias/2016/04/17/informe-central-al-vii-congreso-del-partido-comunista-cuba/#.VyoAmISLSM9 και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, Αθήνα, εκδ. Πολιτιστικός σύλλογος Χοσέ Μαρτί, 2016, σελ. 17-18.
17Βλ. R. Castro, La Revolucion jamas encontrara solucion a sus problemas de espaldas al pueblo, http://www.cubadebate.cu/opinion/2016/04/19/la-revolucion-jamas-encontrara-solucion-a-sus-problemas-de-espaldas-al-pueblo/#.VyoAyISLSM9
18Βλ. και την πολύ αποκαλυπτική συνέντευξη του Κουβανού πρέσβη στην Ισπανία, http://www.cubadebate.cu/noticias/2015/02/22/embajador-cubano-en-espana-no-vamos-a-entregar-el-pais-al-capital-extranjero-ni-a-la-banca-internacional/#.Vyw5pISLSM8
19Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 23-24, 29, 35, 38-39, 60-61.
20Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39-40.
21Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 42, 44-45, 46-47, 49, 52 επ.
22Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.
23 Βλ. Φ. Κάστρο, «Άξιζε τον κόπο που ζήσαμε», περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. 82, 2006, προσβάσιμο στο http://www.kordatos.org/
24 Βλ. J. Habel, “Cuba. Les défis du nouveau modèle”, Revue Tiers Monde, n. 173, 2003, σελ. 127 επ. και J. Habel, “Cuba.  Le castrisme après Fidel Castro, une répétition générale ”, Mouvements, n. 47/48, 2006, σελ. 98 επ.
25Βλ. J.-P Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 453 επ. και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 47.
26 Βλ. O.J. Villar Barroso, “El papel de la política en el hundimiento soviético”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 25 επ.
27 Βλ. τη συζήτηση “Qué hacen los sindicatos”, Temas, n. 80, 2014, σελ. 96 επ. και Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχέδιο θέσεων σχετικά με το ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων στις συνθήκες της ΝΕΠ”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 341 επ.
28Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.

29 Βλ. M.-C. Bergère, Capitalismes et capitalistes en Chine, Paris, Perrin, 2007, σελ. 203 επ.