Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Ο μαρξισμός στον 21ο αιώνα και η δημοκρατία

«δεν μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος όταν δεν ξέρει τίποτα»
Γράχαμ Γκρην, Το υπουργείο του φόβου

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 15, 2014, σελ. 204-218

Η παρούσα οικονομική κρίση επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης παρότι, φυσικά, κάθε κοινωνικο-οικονομικό φαινόμενο έχει τις ιδιαιτερότητές του και χρήζει ξεχωριστής προσέγγισης και μελέτης. Η οδυνηρή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι εργαζόμενοι, οι προοπτικές επιδείνωσης της παγκόσμιας κατάστασης μέσω της περαιτέρω όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των πολέμων, τα κρίσιμα προβλήματα του περιβάλλοντος φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής και της υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Αργά ή γρήγορα, νέες δυνάμεις θα ξεπηδήσουν από την κοινωνία και θα σμίξουν με τη θεωρητική παράδοση του μαρξισμού λενινισμού και με την ιστορική εμπειρία του επαναστατικού εργατικού κινήματος του 20ού αιώνα.
O μαρξισμός λενινισμός είναι μια ζωντανή επιστημονική θεωρία. Χρειάζεται εμπλουτισμό με βάση την ιστορική εμπειρία και τη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας. Πολλά πρέπει να γίνουν στον τομέα αυτό. Στο παρόν άρθρο αναφέρονται μερικές μόνο πλευρές που σχετίζονται με το ζήτημα της δημοκρατίας.
Το καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύεται καθημερινά ολοένα πιο απάνθρωπο και επικίνδυνο. Τίθεται εκ των πραγμάτων η ανάγκη μιας άλλης μορφής κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα καταστρέφει τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον αλλά θα τα προστατεύει και θα τα αναπτύσσει όσο το δυνατό αρμονικά. 
Οι θεμελιωτές του μαρξισμού κατέγραψαν τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και τη δυνατότητα οικοδόμησης μιας κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όπου ο εργαζόμενος άνθρωπος θα αρχίσει βαθμιαία να γίνεται κύριος του εαυτού του. Η εκκίνηση οικοδόμησης ενός νέου κοινωνικού συστήματος μπορεί και πρέπει να παρέχει στην εργατική τάξη και στους άλλους εργαζόμενους τη δυνατότητα του αυτοκαθορισμού και άρα να συνοδεύεται από μια νέας ποιότητας δημοκρατία, από ένα διαφορετικής ποιότητας κράτος.
Για να είναι ριζικά διαφορετικός ο κοινωνικός σχηματισμός, οι νέοι κρατικοί θεσμοί θα πρέπει να διευκολύνουν τα μέγιστα τη συμμετοχή της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων. Για τούτο, οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν γενίκευσαν θεωρητικά την πείρα των εργατικών και λαϊκών επαναστάσεων της εποχής τους αλλά και των πλέον ριζοσπαστικών πτυχών των προγενέστερων αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων. Όπως είναι γνωστό, αυτά συνοψίστηκαν με τον πιο ακριβή τρόπο στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία και στο Κράτος και επανάσταση[1].


Γιατί δημοκρατία;

Γιατί οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα γίνει μέσω μιας άλλης ποιότητας, ανώτερης δημοκρατίας και όχι με την παραδοσιακή δημοκρατία αστικού τύπου ή μέσω μιας ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνησης από μια φωτισμένη πρωτοπορία της τάξης αυτής;
Ο γιγαντιαίος κοινωνικός μετασχηματισμός που ξεκινά με τη σοσιαλιστική επαναστατική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας στην κατάργηση κάθε εκμετάλλευσης και καταπίεσης, στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν είναι δυνατό παρά να γίνει συνειδητά, με ολοένα και πληρέστερη γνώση και με τη συμμετοχή ολοένα και περισσότερων.
Η ίδια η διαδικασία της επαναστατικής αλλαγής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν συνεγείρει την πλειονότητα των εργαζομένων, ανεξάρτητα από το διαφορετικό επίπεδο συνείδησης κάθε ανθρώπου. Η συνείδηση αυτή αποκτάται μέσα από την κοινωνική εμπειρία, την κοινωνική πράξη. Η ιστορία όλων των επαναστάσεων του 20ού αιώνα έδειξε ότι οι επαναστάσεις υπήρξαν καρπός μακροχρόνιων εμπειριών, ταξικών συγκρούσεων. Προηγήθηκε του επαναστατικού ξεσπάσματος μια μακρόχρονη συσσώρευση πείρας. Η συμμετοχή στα συνδικάτα και στους συνδικαλιστικούς αγώνες, η συμμετοχή στην πολιτική και στους πολιτικούς αγώνες είναι εκείνος ο παράγοντας με τον οποίο δένει διαλεκτικά η θεωρητική εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων και ριζοσπαστικοποιεί τη συνείδηση.
Είναι πολύ χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, η θέση του Λένιν ότι «ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος χωρίς δημοκρατία με δυο έννοιες: 1.το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία 2.ο νικηφόρος σοσιαλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νίκη του και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην απονέκρωση του κράτους, χωρίς να πραγματοποιήσει στο ακέραιο τη δημοκρατία»[2].
Παρόμοια, το εγχείρημα οικοδόμησης νέων κοινωνικών σχέσεων, ριζικά διαφορετικών από τις σχέσεις εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα και όλους τους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς, μπορεί και πρέπει να είναι καρπός της όσο το δυνατό, ολοένα και μεγαλύτερης συνειδητής συμμετοχής των ανθρώπων της εργασίας. Η δημοκρατία και εδώ, και μάλιστα όχι η τυπική δημοκρατία της ψηφοφορίας μια φορά στα τέσσερα χρόνια αλλά η ουσιαστική καθημερινή δημοκρατική συμμετοχή, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Συνδέει τη θεωρητική ενατένιση του ανθρώπου, τη βούλησή του να οικοδομήσει το ένα ή άλλο κοινωνικό σχέδιο, με την πράξη. Μέσα από τη δημοκρατική συμμετοχική πράξη ο εργαζόμενος, ατομικά και συλλογικά, επιβεβαιώνει ή απορρίπτει πλευρές της κατανόησης της πραγματικότητας, βάζει σε εφαρμογή τα σχέδιά του, τα τροποποιεί, τα βελτιώνει.


Γιατί ανώτερη δημοκρατία;

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού λενινισμού είχαν αντιληφθεί ότι δεν αρκεί μια τυπική δημοκρατία, τύπου αστικής δημοκρατίας. Χρειάζεται κάτι ποιοτικά και ποσοτικά περισσότερο από αυτό, κάτι που θα διευκολύνει τη δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα και όλα τα ζητήματα. Το ποιοτικά διαφορετικό στοιχείο ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική δημοκρατία είναι ότι η δεύτερη δεν αρκείται στην τυπική αναγνώριση δικαιωμάτων και ελευθεριών, στην τυπική συμμετοχή αλλά 1.δημιουργεί θεσμούς που διευκολύνουν τα μέγιστα τους εργαζόμενους στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών καθώς και στη συμμετοχή, 2.επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, ιδίως στο πλέον σημαντικό, αυτό της οικονομίας.
Οι θεμελιωτές του μαρξισμού υποστήριζαν τη δημιουργία θεσμών άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που θα διευκολύνουν την ενεργό συμμετοχή του λαού. Διατύπωσαν τις γνωστές αρχές 1.της αιρετότητας, της ανακλητότητας, της εναλλαγής των προσώπων στις διάφορες υπεύθυνες θέσεις, του ελέγχου από τα κάτω, 2.της κατάργησης όλων των προνομίων των κρατικών στελεχών, 3.της ένοπλης δημοκρατικής οργάνωσης του λαού σε νέου τύπου ένοπλες δυνάμεις και σώματα ασφαλείας ώστε να διασφαλίζουν και την εφαρμογή των δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων.
Παράλληλα, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα σε μια νέου τύπου δημοκρατία μπορούν και πρέπει να απαλλάσσονται από τους κοινωνικούς και νομικούς περιορισμούς που τα αποδυναμώνουν σήμερα, έτσι ώστε να βοηθούν τη λειτουργία των θεσμών της άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η ελευθερία του τύπου δεν μπορεί να είναι δέσμια των μεγάλων κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από τα συμφέροντα αυτά. Ο Λένιν, για παράδειγμα, υποστήριζε ότι πρέπει να καταργηθεί η ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης από το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι πρέπει και μπορούν να εκδίδουν τις εφημερίδες, τα περιοδικά, να διαθέτουν ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης κλπ.
Έγραφε το Σεπτέμβριο του 1917 ότι τα σχετικά υλικά και οικονομικά μέσα πρέπει να διατίθενται στους εργαζόμενους, στα κόμματα, στα συνδικάτα και τους μαζικούς φορείς αλλά και σε «οποιαδήποτε ομάδα πολιτών, που έχει ορισμένο αριθμό μελών ή που έχει συγκεντρώσει ένα ορισμένο αριθμό υπογραφών» έτσι ώστε «να μπορούν να δημοσιεύονται όλες οι γνώμες όλων των πολιτών» γιατί στην καπιταλιστική κοινωνία «μόνο οι πλούσιοι και τα μεγάλα κόμματα έχουν αυτό το μονοπώλιο»[3].
Η ελευθερία της γνώμης, πάλι, δεν μπορεί να υφίσταται τους νομικούς και ταξικούς περιορισμούς που  υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία. Οι εργασιακοί χώροι, πρώτα απ' όλα, πρέπει να είναι χώροι ελεύθερης ανταλλαγής απόψεων και ιδεών. Γενικότερα, οι προοδευτικές και επαναστατικές αντιλήψεις όχι μόνο δεν φοβούνται αλλά έχουν ανάγκη την ελεύθερη διαπάλη.
Η ελευθερία των συναθροίσεων, επίσης, δεν μπορεί να υφίσταται τους σημερινούς περιορισμούς[4]. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο, την πληροφόρηση, τους χώρους που απαιτούνται για την άσκηση του δικαιώματός τους. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι πρέπει γενικά να διαθέτουν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις και εγγυήσεις (νομικές και υλικές) ώστε να ασκούν ανεμπόδιστα τα δικαιώματά τους.


Δημοκρατία και  παραγωγικές σχέσεις

Ο πλέον σημαντικός τομέας, όπου είναι αναγκαία μια νέα δημοκρατία, είναι αυτός της οικονομίας και των παραγωγικών σχέσεων. Εκεί, στην καρδιά της δραστηριότητας του ανθρώπου είναι αναγκαία, περισσότερο από οπουδήποτε, μια τομή στον τομέα της δημοκρατίας. Για τούτο, εδώ θα επικεντρωθεί η ανάλυση που ακολουθεί.
Στο καπιταλιστικό σύστημα, η δημοκρατία μένει γενικά έξω από τους εργασιακούς χώρους. Οι όποιες δημοκρατικές κατακτήσεις αποτελούν προϊόν σκληρών αγώνων των εργαζομένων και βρίσκονται πάντοτε υπό αίρεση. Η έκτασή τους εκφράζει τον εκάστοτε συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Δεν μπορούν ποτέ να ξεπεράσουν κάποια όρια τα οποία καθορίζονται από την οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου. Ο κεφαλαιοκράτης αποφασίζει κυρίαρχα τι θα παράγει, πως θα παράγει, που θα επενδύσει, πόσους θα προσλάβει, πότε κλπ. Η κοινωνία και οι εργαζόμενοι δεν έχουν λόγο επί των θεμάτων αυτών, παρά μόνο κάποιες φορές, εντελώς δευτερεύοντα.
Στις μετεπαναστατικές, σοσιαλιστικές κοινωνίες η δημιουργία νέων σχέσεων παραγωγής υπήρξε καθοριστικό ζήτημα. Συνήθως, η εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής από το επαναστατικό κράτος ταυτίστηκε με την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Πράγματι, το γεγονός αυτό είχε κομβική σημασία. Η εργατική δύναμη έπαψε να είναι εμπόρευμα.
Το ζήτημα όμως των παραγωγικών σχέσεων δεν εξαντλείται σε αυτό. Η επαναστατική αλλαγή της ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής αποτελεί μόνο την αφετηρία, την αναγκαία τομή και όχι το τέλος της διαδικασίας κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Η οικοδόμηση των νέων σχέσεων δεν μπορεί να ξεκινήσει παρά μόνο αν αλλάξει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Πρόκειται όμως για διαδικασία που ολοκληρώνεται όταν οι εργαζόμενοι σε πανεθνικό επίπεδο αποκτούν πλήρως τον έλεγχο του συνόλου της παραγωγής: τι παράγεται, που παράγεται, σε ποιες ποσότητες, πως κατανέμεται κλπ.
Για να συμβεί αυτό χρειάζεται η πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων, στην εφαρμογή τους, στον έλεγχο της εφαρμογής τους. Τούτο πάλι μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσα από τη λειτουργία θεσμών άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας που θα διευκολύνουν τη συμμετοχή όλων των εργαζομένων.
Άρα η δημοκρατία πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο των νέων σχέσεων παραγωγής που δημιουργούνται μετά την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η σοσιαλιστική επαναστατική αλλαγή μπορεί να σημάνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, τη συνειδητή χάραξη της πορείας της. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει, σε σχέση με προηγούμενα κοινωνικά συστήματα, το ρόλο της επενέργειας της πολιτικής, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει κάποιου είδους βουλησιαρχία. Το ότι αυξάνεται ο ρόλος της πολιτικής, πρέπει να σημαίνει αναπόφευκτα ότι αυξάνεται ο ρόλος της δημοκρατίας και της δημοκρατικής συμμετοχής των εργαζομένων.
Όπως είναι γνωστό, η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις είναι ο κινητήριος μοχλός της κοινωνικής εξέλιξης. ανεξάρτητα από το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Τούτο ισχύει και για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων όπου οι εργαζόμενοι, βαθμιαία, αλλά κάθε μέρα και περισσότερο, κάθε μέρα και πιο ουσιαστικά, γίνονται πραγματικοί κύριοι των μέσων παραγωγής, απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις, οδηγεί στην ανάπτυξή τους. Αν η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων καθυστερήσει ή αναστραφεί, αυτό έχει επίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις. Τις οδηγεί στη στασιμότητα και στην οπισθοδρόμηση, όπως συνέβη με τη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής τους.
Ας δούμε μερικές κρίσιμες πλευρές του θέματος:


Δημοκρατία και οικονομικός σχεδιασμός

Η οικονομία στις σοσιαλιστικές κοινωνίες αναπτύσσεται με βάση το σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει 1. να λαμβάνει υπόψη του τις αντικειμενικές δυνατότητες και τους κανόνες που διέπουν τις κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες, 2. να εκφράζει τη βούληση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων για το πώς θέλουν να αναπτύξουν την οικονομία τους.
Ποιος κατέχει την οικονομική γνώση; Οι οικονομολόγοι; Όλοι οι οικονομολόγοι; Μόνο μερικοί; Οι οικονομολόγοι του κυβερνώντος κόμματος; Το κυβερνόν κόμμα συλλογικά; Ο λαός στο σύνολό του; Ένα μέρος του; Όλες οι απαντήσεις χωριστά είναι ορθές και ταυτόχρονα λαθεμένες.
Προφανώς υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα επιστημονικής γνώσης σε κάθε μια από τις προαναφερθείσες κατηγορίες και σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Η επιστημονική γνώση αποκτάται μέσα από την εμπειρία (προσωπική και των άλλων, προηγούμενων και σύγχρονων) και τη νοητική επεξεργασία (προσωπική και των άλλων, προγενέστερη και σύγχρονη).
Η επιστημονική γνώση πρέπει να δοκιμάζεται στην πράξη. Η πράξη εν προκειμένω είναι οι συλλογικές αποφάσεις των εργαζομένων οι οποίοι έτσι ανεβάζουν παράλληλα το επίπεδο γνώσεων και κοινωνικής τους συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από αυτούς τους ίδιους με βάση το επίπεδο συνείδησης που έχουν και με βάση τις επιθυμίες και επιδιώξεις τους. Δεν μπορεί να είναι δεκτή κανενός είδους πατερναλιστική αντιμετώπιση βάσει της οποίας θα αποφασίζουν κάποιοι «ειδικοί» (ειδικοί επιστήμονες, το κυβερνόν κόμμα, οι ειδικοί επιστήμονες του κυβερνώντος κόμματος).
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει να το κάνουν αυτό γιατί μόνο έτσι εκφράζουν τη βούλησή τους και γιατί μόνο έτσι μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο κοινωνικής τους συνείδησης, να μάθουν ακόμη και από τα λάθη τους. Άλλωστε, οι «ειδικοί» μπορεί εξίσου να λάβουν λαθεμένες αποφάσεις. Μπορεί επίσης να λάβουν αποφάσεις που δεν εκφράζουν τις επιθυμίες και επιδιώξεις της κοινωνίας.
Κατά συνέπεια, η κοινωνία είναι αυτή που μπορεί και πρέπει μέσα από τους θεσμούς άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να λαμβάνει τις οικονομικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, τι ποσοστό των πόρων θα διατεθούν για τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη, για την εκπαίδευση, για την υγεία, την άμυνα κλπ, τι μέρος των επενδύσεων θα στραφεί στη βαριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της, ποιο μέρος των επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην ελαφριά βιομηχανία και σε ποιους κλάδους της πρέπει να το αποφασίζουν οι εργαζόμενοι.
Η κυβέρνηση και το κυβερνητικό κόμμα πρέπει να υποβάλλουν τις προτάσεις τους οι οποίες, μαζί με όποιες άλλες προτάσεις κατατεθούν, οφείλουν να τίθενται σε πλατιά συζήτηση τόσο στις συνελεύσεις στους εργασιακούς χώρους όσο και τοπικά, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς. Η τελική απόφαση βέβαια πρέπει να λαμβάνεται στη συνέχεια από το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο, τη Βουλή.
Ο ρόλος των διάφορων ειδικών, του κυβερνώντος κόμματος και άλλων συλλογικών φορέων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, επιστημονικών κά.) είναι να προτείνουν, να παρουσιάζουν στοιχεία και επιχειρήματα προκειμένου να γίνεται ένας ουσιαστικός διάλογος και να λαμβάνονται οι καλύτερες αποφάσεις. Προϋπόθεση γι' αυτά είναι η δυνατότητα ολόπλευρης ενημέρωσης και πληροφόρησης και ο ανοιχτός διάλογος. Αν οι αποφάσεις είναι τελικά οι καλύτερες, το δείχνει βέβαια η πρακτική εφαρμογή, η ίδια η ζωή δηλαδή και κανείς άλλος.
Αντίστοιχα, σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο, οι εργαζόμενοι και πάλι πρέπει να είναι εκείνοι που αποφασίζουν. Οι αποφάσεις αυτές οφείλουν βέβαια να κινούνται εντός του πλαισίου που έχουν χαράξει οι γενικές οικονομικές αποφάσεις της κοινωνίας. Αν δεν κινούνται στο πλαίσιο αυτό, σημαίνει ότι υπονομεύονται οι δημοκρατικές αποφάσεις του λαού και ότι η οικονομία και η κοινωνία οδηγούνται στον κατακερματισμό και στην εμπορευματοποίηση των ξεχωριστών παραγωγικών μονάδων, όπως συνέβη για παράδειγμα με το γιουγκοσλαβικό σύστημα της “αυτοδιαχείρισης”[5].
Και αν οι εργαζόμενοι λάβουν λαθεμένες αποφάσεις; Αν πολύ περισσότερο παρασυρθούν από λαθεμένες ή λαϊκιστικές προσεγγίσεις; Η κρίση των πολλών, η προσπάθεια συνδυασμού των επιστημονικών απόψεων και της εμπειρίας των εργαζομένων είναι ασφαλής μέθοδος αποφυγής σοβαρών λαθών. Αλλά και όταν τέτοια γίνουν, και αυτό είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο, η διόρθωσή τους θα είναι πιο εύκολη και λιγότερο επώδυνη ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι θα αισθάνονται την ευθύνη των πράξεών τους. Κανείς δεν τους επέβαλλε τις λαθεμένες επιλογές. Οι ίδιοι θα τις διορθώσουν.
Αν πάλι οι εργαζόμενοι λάβουν αποφάσεις οι οποίες αντικειμενικά, και αντίθετα με τη θέλησή τους, υπονομεύουν τις νέες παραγωγικές σχέσεις και οδηγούν στην καπιταλιστική παλινόρθωση; Αν οι εργαζόμενοι υιοθετήσουν αποφάσεις οι οποίες τους παρουσιάστηκαν ως επαναστατικές αλλά στην πραγματικότητα υποκρύπτουν κάποιο αντεπαναστατικό σχέδιο;
Σε καμιά από τις περιπτώσεις δεν πρέπει να αναιρείται η σημασία της δημοκρατίας και να υιοθετείται μια πατερναλιστική αντίληψη του τύπου: “η ηγεσία ξέρει καλύτερα, ας αποφασίσει αυτή, οι μάζες θα καταλάβουν αργότερα εκ του αποτελέσματος”. Μια τέτοια πρακτική υπονομεύει ό,τι σημαντικότερο επιχειρεί να οικοδομήσει μια επαναστατική αλλαγή: τη δημιουργία ενός λαού που θα είναι αυτεξούσιος. Άλλωστε, ποιός διασφαλίζει ότι η ηγεσία πράγματι ξέρει ή ότι δεν έχει διαφθαρεί; Μια ματιά στα γεγονότα της δεκαετίας του 1980 στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες μπορεί να πείσει.
Τέτοια προβλήματα όπως τα παραπάνω μπορούν να επιλύονται από την ιδεολογικο-πολιτική παρέμβαση του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Η ύπαρξη και δράση ενός τέτοιου κόμματος είναι αναγκαία και αναντικατάστατη. Το τελευταίο πρέπει να μπορεί να είναι σε θέση να παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα, να πείθει, να οργανώνει, να κινητοποιεί τους εργαζόμενους, να καταδεικνύει τους κινδύνους και τις δυνατότητες. Δεν μπορεί και δεν πρέπει όμως να υποκαθιστά το λαό στις αποφάσεις, δεν μπορεί να εξαναγκάζει[6].
Υπάρχουν, ωστόσο, οριακές καταστάσεις. Τι θα γινόταν αν, για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσιζαν τη δεκαετία του 1930 να δώσουν προτεραιότητα στην ελαφριά βιομηχανία για την εξυπηρέτηση των τρεχόντων αναγκών τους σε βάρος της βαριάς βιομηχανίας και μάλιστα της αμυντικής; Θα μπορούσε η Σοβιετική Ένωση στη συνέχεια να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού;
Πρώτα απ’ όλα, οι εργαζόμενοι δεν αποφασίζουν αυθόρμητα, χωρίς συζήτηση και ιδεολογικο-πολιτική παράθεση και αντιπαράθεση απόψεων. Αν, εν προκειμένω, οι εργαζόμενοι αγνοούσαν και δεν πείθονταν από τις επισημάνσεις του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος για την ανάγκη ταχείας εκβιομηχάνισης και αμυντικής θωράκισης της χώρας, με δεδομένη την εκρηκτική διεθνή κατάσταση, αυτό θα σήμαινε ότι προϋπήρχε μια σοβαρή ρωγμή στις σχέσεις ανάμεσα στο επαναστατικό κόμμα και στην εργατική τάξη. Η επιβολή της ορθής λύσης από μια πεφωτισμένη ηγεσία μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μόνο βραχυπρόθεσμα, το πολύ μεσοπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα όμως θα έχει υπονομεύσει την επαναστατική προσπάθεια.
Τα παραπάνω δεν αποκλείουν τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης ή μιας Βουλής να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις επείγοντα χαρακτήρα σύμφωνα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες. Αρκεί βέβαια να μην γίνεται κατάχρηση των εννοιών και των δυνατοτήτων. Για να αποτρέπονται αυθαίρετες ερμηνείες, χρειάζεται δημοκρατική λαϊκή εγρήγορση και συνταγματικές - νομικές διαδικασίες με ακρίβεια προσδιορισμένες για το πότε επιτρέπεται κάτι τέτοιο.


Δημοκρατία και κατανομή του κοινωνικού πλούτου

Η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων είναι αναγκαία και στο στάδιο της κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Στην καπιταλιστική κοινωνία οι καπιταλιστές καρπώνονται την υπεραξία ενώ οι μισθοί των εργαζομένων διαμορφώνονται με βάση τους νόμους της αγοράς. Κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ο μισθωτός δεν έχει να πωλήσει τίποτα άλλο παρά την εργατική του δύναμη. Ρόλο διαδραματίζει βέβαια η πάλη των τάξεων και ο συσχετισμός των δυνάμεων.
Πώς όμως γίνεται η μέτρηση, αξιολόγηση και αποτίμηση της εργασίας; Και κυρίως ποιος την υπολογίζει σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης όπου δεν κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής; Ο υπολογισμός της εργατικής δύναμης που ξόδεψε κάθε εργαζόμενος είναι ένα σύνθετο επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα. Τα πορίσματα διάφορων επιστημών και η κοινωνική εμπειρία μπορούν να υποδείξουν τρόπους για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης εργασίας. Τα συμπεράσματα όμως της επιστήμης και της εμπειρίας μπορούν να διαφέρουν στις εκτιμήσεις τους. Ο υπολογισμός δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα αλλά και κοινωνικο-πολιτική απόφαση.
Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Επομένως ο ρόλος της δημοκρατίας είναι κι εδώ καθοριστικός. Πώς θα αποτιμηθεί από την κοινωνία μια ώρα εργασίας του εκπαιδευτικού και πώς ενός προγραμματιστή, πώς ενός ανθρακωρύχου και πώς ενός κλητήρα; Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς μπορούν να καθορίσουν τα σχετικά κριτήρια.
Οι εργαζόμενοι επίσης μπορεί και πρέπει να αποφασίζουν μέσα από τους δημοκρατικούς τους θεσμούς για τις βασικές αρχές της μισθολογικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα για την ψαλίδα των μισθών: θα είναι δηλαδή η σχέση κατώτατου και ανώτατου μισθού 1:2, 1:4, 1:10 ή περισσότερο, ποιες επαγγελματικές κατηγορίες θα βρίσκονται στη βάση και ποιες στην κορυφή της μισθολογικής ψαλίδας. Για όλα αυτά απαιτείται φυσικά ανοιχτός διάλογος και πληροφόρηση.
Εννοείται ότι η κοινωνία δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αποφασίζει για κάθε λεπτομέρεια[7]. Είναι όμως απολύτως αναγκαίο να υιοθετούνται οι γενικές αρχές σε πανεθνικό επίπεδο. Αυτές στη συνέχεια μπορούν να εξειδικεύονται από τα επιμέρους κλαδικά και τοπικά όργανα της δημοκρατικά οργανωμένης εξουσίας των εργαζομένων.
Η αποτίμηση των συνθηκών εργασίας και η μέτρηση της προσφοράς εργασίας σε διαφορετικές μονάδες εντός του ίδιου κλάδου της οικονομίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής, δημοκρατικής απόφασης των αντίστοιχων κλαδικών οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη μέτρηση της εργασίας που παρέχει ο κάθε συγκεκριμένος εργαζόμενος. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα, ούτε μόνο με βάση τις ώρες που εργάστηκε, αλλά με βάση τα γενικά ή ειδικά θεσπισμένα κοινωνικά κριτήρια και κανόνες. Στην εξειδίκευση των κριτηρίων και των κανόνων αυτών και στην προσμέτρηση της εργασίας των εργαζομένων, οι θεσμοί  της εργατικής δημοκρατίας πρέπει να έχουν τον αποφασιστικό λόγο[8].
Εννοείται πως στο πλαίσιο της αναγκαίας εργασιακής πειθαρχίας η μέτρηση αυτή  πραγματοποιείται από τον προϊστάμενο ή τον διευθυντή αλλά βάσει των δημοκρατικά καθορισμένων από τους εργαζόμενους κριτηρίων. Επιπλέον, σε περίπτωση τυχόν αυθαιρεσίας των διευθυντικών στελεχών δεν μπορεί παρά να κρίνουν σε δεύτερο βαθμό ειδικοί συλλογικοί θεσμοί.


Η εμπειρία του 20ού αιώνα

Αυτό που έδειξαν οι θεμελιωτές του μαρξισμού, ότι δηλαδή απαιτείται μια ανώτερη δημοκρατία, το απέδειξε με τον τρόπο της και η μεταγενέστερη ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα. Έδειξε πρώτα απ' όλα ότι η εφαρμογή στην πράξη των αρχών αυτών κάθε άλλο παρά δεδομένη και απλή υπόθεση είναι.
Πρώτο, γιατί οι συνθήκες δεν επιτρέπουν πάντοτε την απρόσκοπτη εφαρμογή τους. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με στόχο την κατάπνιξη και την υπονόμευση των επαναστάσεων δημιούργησαν ένα περιβάλλον πολέμου που δεν επέτρεπε την εφαρμογή των αρχών αυτών της ανώτερης δημοκρατίας.
Δεύτερο, η πολιτιστική καθυστέρηση, ο αναλφαβητισμός, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο δεν ευνοούν τη συμμετοχή και την εδραίωση μια ανώτερης δημοκρατίας.
Τρίτο, οι κοινωνίες είναι συνηθισμένες, εδώ και αιώνες, στη λογική ότι άλλοι, μια μειοψηφία, θα ασχολείται με τα κοινά. Επιπλέον, ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις των αστικών δημοκρατιών, επικρατεί η αντίληψη της ανάθεσης σε άλλους τέτοιων καθηκόντων. Αυτές οι αντιλήψεις είναι καρπός των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και της ύπαρξης του καταμερισμού της εργασίας.
Τέταρτο, ο καταμερισμός της εργασίας, εν προκειμένω ο διαχωρισμός ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, δεν μπορεί παρά να υφίσταται για ένα ιστορικό διάστημα και μετά από μια επαναστατική αλλαγή. Αυτόματα επομένως, διαμορφώνεται η τάση της ανάθεσης και η παράλληλη τάση των κυβερνώντων να αυτονομούνται.
            Σε αυτά πρέπει να συνυπολογιστούν οι ανθρώπινες αδυναμίες, εγωισμοί, ιδιοτέλειες (που αποτελούν μακραίωνη κληρονομιά της ανθρωπότητας και καθόλου δεν εξαλείφονται σε μερικές δεκαετίες), η διείσδυση στις τάξεις των επαναστατών τυχοδιωκτών, καριεριστών, διεφθαρμένων, πρώην αντεπαναστατών κλπ.
            Όταν μετά τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα καταλάγιασε ο επαναστατικός αναβρασμός και ενθουσιασμός, παρατηρήθηκε πολύ έντονη η τάση ανάθεσης των πολιτικών καθηκόντων στους κυβερνώντες. Αντίστροφα, είναι αναμενόμενο, και εντελώς ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις, οι κυβερνώντες, ακόμη και οι πιο οξυδερκείς και αφοσιωμένοι ηγέτες μιας επανάστασης να τείνουν να αποφασίζουν στο όνομα του λαού. Είναι πολύ εύστοχη η επισήμανση του Φιδέλ Κάστρο ότι «Οι επαναστάτες, όσοι ξεκινάνε μια επανάσταση, έχουν συνήθως μεγάλο γόητρο στο λαό, μια μεγάλη εξουσία πάνω στο λαό, και μ’ αυτή την εξουσία, μπορούν να κάνουν πολύ καλό, αλλά μπορεί να συμβεί να κάνουν πολύ κακό. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον, πολλοί λίγοι άνθρωποι, ή και ούτε ένας, δεν θα έχουν την εξουσία που είχαμε στην αρχή της Επανάστασης, γιατί είναι επικίνδυνο άνθρωποι να έχουν τόσο μεγάλη εξουσία»[9]. Πρόκειται για τάση, για δυνατότητα, που μπορεί όμως υπό προϋποθέσεις να περιοριστεί, να ελεγχθεί, να μην μετατραπεί σε πραγματικότητα.
            Η λήψη των αποφάσεων συγκεντρώθηκε σταδιακά στους κυβερνώντες. Η λειτουργία των βαθιά δημοκρατικών θεσμών (όπως για παράδειγμα ήταν τα Σοβιέτ) ατόνησε. Αυτό δεν συνέβη μόνο σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και εξωτερικών επεμβάσεων –πράγμα φυσιολογικό- αλλά και μετά, στη σχετικά ομαλή, ειρηνική περίοδο.
            Είναι ενδεικτικό ότι, παρότι συνήθως ο νόμος δεν το απαγόρευε, επικράτησε η πρακτική της μοναδικής υποψηφιότητας στις εκλογικές διαδικασίες[10]. Αυτό σήμαινε ότι το κυβερνόν κομμουνιστικό κόμμα πρότεινε έναν υποψήφιο άμεσα ή μέσω ενός συνδικαλιστικού ή άλλου φορέα. Οι εκλογείς δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάποιον άλλο, παρά μόνο να τον εγκρίνουν ή να τον απορρίψουν. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησαν ή κατέληξαν απολύτως τυπικού χαρακτήρα. Στο τέλος του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Ρωσία οι συνελεύσεις βάσης και τα τοπικά Σοβιέτ είχαν σταματήσει σχεδόν τη λειτουργία τους[11].
            Οι ίδιοι οι ιθύνοντες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν και θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους[12].
            Επίσης, είναι πολύ σημαντικό ότι, παρά το γεγονός ότι σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος[13]. Άρα τόσο η εκλογή, όσο και η ανακλητότητα, ο λαϊκός έλεγχος από τα κάτω και η εναλλαγή των προσώπων στις δημόσιες θέσεις ατόνησαν σοβαρά.
            Παράλληλα, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, σταδιακά αφυδατώθηκαν. Η αντιπαράθεση με την ένοπλη αντεπανάσταση επέδρασε καθοριστικά. Οι διάφορες απαγορεύσεις και περιορισμοί που είναι φυσιολογικοί σε κάθε εμπόλεμη κατάσταση διατηρήθηκαν κάτω από τη δυναμική της πραγματικότητας, την απειρία των επαναστατών για τους κινδύνους που εγκυμονούσε μια τέτοια επιλογή αλλά και από την αυθόρμητη τάση των κυβερνώντων να θεωρούν τη θέση τους μοναδικά αποδεκτή και ορθή για τα λαϊκά συμφέροντα.
            Η διαφορετική γνώμη ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις αντεπαναστατικές απόψεις και οι τελευταίες θεωρούνταν ποινικό αδίκημα. Η ποινική νομοθεσία παρέμεινε δρακόντεια και μετά τον εμφύλιο. Αποδείχθηκε επικίνδυνη για τη δημοκρατία ιδίως με την επιλογή αόριστων ποινικών νόμων. Η ποινική νομοθεσία των πρώην σοσιαλιστικών κρατών δεν περιορίστηκε στη δίωξη των πράξεων που απειλούσαν το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Αυτό εξάλλου προβλέπεται σε όλους τους ποινικούς κώδικες και γίνεται σε όλα τα κοινωνικά συστήματα. Περιέλαβε διατάξεις που ποινικοποιούσαν το “αντεπαναστατικό φρόνημα” και όχι μόνο πράξεις[14].
            Στους εργασιακούς χώρους, η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση γα τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε σε μεγάλο βαθμό τυπική. Το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών[15].
Ακόμη παραπέρα, η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, τείνει να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου. Σταδιακά, η κατάργηση των υλικών προνομίων που σημάδεψε τις πρώτες μετεπαναστατικές περιόδους, αντικαταστάθηκε από την επανεδραίωσή τους.
            Για παράδειγμα, στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή. Ο Λένιν βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των μελών των αντιπροσωπευτικών σωμάτων και των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού[16].
            Έτσι, η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα διάφορα μη μισθολογικά προνόμια. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:15[17].
            Σε άλλες επαναστάσεις εκδηλώθηκε παρόμοια τάση αλλά με ασθενέστερο τρόπο. Στο μετεπαναστατικό Βιετνάμ η ψαλίδα ήταν πολύ μικρότερη. Ένας εργαζόμενος τη δεκαετία του 1970 αμειβόταν με 40 έως 100 dong, ένας μηχανικός με 60-80, ένας ανθρακωρύχος 120 ενώ ένας υπουργός λάμβανε 190-200. Χαρακτηριστικό ήταν και το γεγονός ότι η μισθολογική κλιμάκωση γινόταν ανάλογα με τη θέση στην κομματική (και κρατική) ιεραρχία: όσο υψηλότερη θέση στον κομματικό μηχανισμό, τόσο υψηλότερες αποδοχές[18].
            Η αιτία αυτών των εξελίξεων δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ιδιοτέλεια των προσώπων που έλαβαν τις σχετικές αποφάσεις. Ενδέχεται να υπάρχουν και τέτοιες πλευρές αλλά πρόκειται κυρίως για τη σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη τάση προς την αυτονόμηση των κυβερνώντων που προκύπτει από τις αντικειμενικές συνθήκες και την μακραίωνη παράδοση.
Η αυτονόμηση (πολιτική και οικονομική) της ηγετικής γραφειοκρατίας δεν σήμαινε την μετατροπή της σε κυρίαρχη, εκμεταλλεύτρια τάξη. Η γραφειοκρατία δεν κατείχε τα μέσα παραγωγής ούτε καρπωνόταν υπεραξία[19]. Τα διαχειριζόταν κατά κανόνα χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του λαού και καρπωνόταν από το κοινωνικό προϊόν μεγαλύτερο μερίδιο από εκείνο που αντιστοιχούσε στην προσφορά της εργασίας της.
Στην αρχική φάση επιδίωκε την ενίσχυση του σοσιαλιστικού κράτους, ταυτίζοντας όμως τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα και τις δικές της ιδιαίτερες αντιλήψεις με εκείνες του σοσιαλισμού και της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό προσέδωσε στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των σοσιαλιστικών κρατών ένα μικτό χαρακτήρα όπου συνυπήρχαν, σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες, η επαναστατική πολιτική και η γραφειοκρατική στρέβλωση.
Σε μεταγενέστερο στάδιο φάνηκε ότι ο στόχος αυτός δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Το γραφειοκρατικό στρώμα υπήρξε πηγή και υλική βάση επιλογών λαθεμένων και μη συμβατών με τη μαρξιστική ανάλυση. Λειτουργούσε ως καρκίνωμα στο σώμα του σοσιαλιστικού κράτους. Έτεινε, ολοένα και περισσότερο, να λαμβάνει αποφάσεις που δεν έπαιρναν επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα των εργαζομένων και δεν εναρμονίζονταν με αυτά.
Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αποξενώνονταν ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές (και όχι μόνο) αποφάσεις οδήγησε στην πτώση του ενδιαφέροντος για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Οι οικονομικοί δείκτες οδηγήθηκαν σε στασιμότητα και υποχώρηση. Οι κυβερνώντες των σοσιαλιστικών κρατών προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό όχι ξαναδίνοντας στους εργαζόμενους ουσιαστικό ρόλο στη λήψη των οικονομικών και άλλων αποφάσεων (κάτι που θα αναιρούσε τον αποκλειστικό ρόλο των κυβερνώντων) αλλά μεγεθύνοντας την αυτοτέλεια των επιχειρήσεων και των διευθυντών, εισάγοντας τη λογική του κέρδους, διευρύνοντας τις εμπορευματικές σχέσεις. Αυτό ήταν όμως ένα βήμα προς την κατεύθυνση της παραπέρα αποδόμησης των νέων παραγωγικών σχέσεων και εγγύτερα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Στο τελικό στάδιο μεθοδεύτηκε η ανατροπή του σοσιαλιστικού κράτους, η μετατροπή του συσσωρευμένου χρήματος και των υλικών προνομίων σε κεφάλαιο. Η γραφειοκρατία (τουλάχιστον το σημαντικότερο τμήμα της) μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη: οι πρώην αξιωματούχοι μετατράπηκαν σε καπιταλιστές ιδιοποιούμενοι τη δημόσια περιουσία.
Ωστόσο, η γραφειοκρατική παραμόρφωση των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, για την οποία τόσο έγκαιρα είχε προειδοποιήσει ο Λένιν και που οδήγησε τελικά στο θάνατό τους, δεν ακυρώνει καθόλου τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα των επαναστάσεων ούτε την ιστορικής σημασίας  συμβολή τους στην υπεράσπιση της ειρήνης, στην αντιμετώπιση του φασισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.


Κάποια συμπεράσματα

Η πορεία γραφειοκρατικής αυτονόμησης των κυβερνώντων είχε πολύ εμφανείς αρνητικές επιπτώσεις και στην οικονομία. Η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων βαθμιαία αποδυναμώθηκε. Εφόσον οι κοινωνίες δεν προχωρούσαν μπροστά, στην οικοδόμηση νέων σχέσεων, δεν έμενε παρά να πισωγυρίσουν, να επιστρέψουν δηλαδή στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Η ποσότητα (αρνητικές μεταβολές) που σωρεύθηκε μετατράπηκε σε ποιοτική διαφοροποίηση με τις ανατροπές του 1989-1990.
Στις σύγχρονες συζητήσεις για τις θεμελιώδεις κοινωνικο-οικονομικές επιλογές, το σύνηθες επιχείρημα των υποστηρικτών του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ακόμη και μερικών που θα ήθελαν ένα διαφορετικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης είναι ότι ο σοσιαλισμός αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός. Τίποτα δεν είναι πιο ανακριβές από αυτό. Οι σοσιαλιστικές χώρες επέδειξαν τεράστια επιτεύγματα στην πρώτη τους ειδικά περίοδο, όσο ακόμη υπήρχε η πνοή της πρωτοβουλίας των εργαζομένων. Ωστόσο, αυτή έφθινε για τους λόγους που έχουν αναφερθεί και μαζί της έφθινε η παραγωγικότητα της εργασίας και η αποτελεσματικότητα της οικονομίας. Δεν είναι ο σοσιαλισμός που αποδείχθηκε αναποτελεσματικός. Είναι ο βαθμιαίος γραφειοκρατικός εκφυλισμός των νέων κοινωνικών σχέσεων.
Η ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων καθιστά ουσιαστική την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τη μετατρέπει σε κοινωνικοποίηση. Αυξάνει παράλληλα το ενδιαφέρον των εργαζομένων για την εργασία, τους καθιστά πιο παραγωγικούς και υπεύθυνους, τονώνει την εργασιακή πειθαρχία.
Αυτό έχει φανεί ακόμη και στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων. Είναι γνωστό ότι συχνά οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις αντιγράφοντας και ενσωματώνοντας (διαστρεβλωμένη οπωσδήποτε) τη σοσιαλιστική λογική, υιοθετούν μορφές ψευδοσυμμετοχής των εργαζομένων προκειμένου έτσι να τονώσουν το αίσθημα της κοινότητας μέσα στην επιχείρηση αλλά και την ευθύνη απέναντι στην εργασία και στα αποτελέσματά της.
Η δυσκολία οικοδόμησης και σταθεροποίησης μια νέας, ανώτερης δημοκρατίας αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα των επαναστάσεων. Ο Ένγκελς είχε επισημάνει πολύ έγκαιρα τον κίνδυνο η εργατική τάξη «να ξαναχάσει την κυριαρχία της», αν μετά την επαναστατική μεταβολή αναστηλωθούν τα προνόμια των κυβερνώντων[20]. Αυτό πράγματι συνέβη με τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα.
Άρα το ζήτημα της δημοκρατίας, της πραγματικής δημοκρατικής συμμετοχής των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα είναι κρίσιμης σημασίας από πολλές πλευρές για τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης: όχι παραμένοντας στο έδαφος της τυπικής, κουτσουρεμένης αστικής δημοκρατίας, όπως έπραξαν η σοσιαλδημοκρατία και ο ευρωκομμουνισμός. Αντίθετα, η στόχευση πρέπει να είναι η διεύρυνση, η ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας, έτσι ώστε να φτάσει σε ένα πραγματικά νέο, ανώτερο επίπεδο τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη. Η μαρξιστική λενινιστική θεωρία του 21ου αιώνα οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να συμπεριλάβει και να αναπτύξει παραπέρα την προβληματική αυτή[21].




[1] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 1-120.
                 
[2]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128-129.
[3] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Πως θα εξασφαλιστεί η επιτυχία της Συντακτικής Συνέλευσης», Άπαντα, τ. 34, σελ. 210-213 και του ίδιου, «Σχέδιο απόφασης για την ελευθεροτυπία», Άπαντα, τ. 35, σελ. 51-52 και του ίδιου, «Λόγος σχετικά με το ζήτημα του τύπου», Άπαντα, τ. 35, σελ. 53 επ. Βέβαια, στην περίοδο του εμφυλίου και της ξένης επέμβασης βρέθηκε στην ανάγκη να απαγορεύσει την κυκλοφορία εφημερίδων, όπως άλλωστε συμβαίνει παντού και πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις. Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το κλείσιμο της μενσεβίκικης εφημερίδας που υπονόμευε την άμυνα της χώρας», Άπαντα, τ. 37, σελ. 483-484.
[4] Βλ. ενδεικτικά Δ. Καλτσώνης, «Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι», περ. Ουτοπία τευχ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2007, σελ. 53-74.  
[5] Βλ. για παράδειγμα Ε. Καρντέλι, Σ. Ζούκιν, Μ. Μάρκοβιτς, Γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Ανδρομέδα, 1981.
[6] Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 121 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
[7]               Βλ. Ε. Μαντέλ, Στην υπεράσπιση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2003, σελ. 8 επ.
[8] Βλ. περισσότερα στο Δ. Καλτσώνης, «Κράτος και κατανομή των μέσω κατανάλωσης στις σοσιαλιστικές κοινωνίες», περ. Ουτοπία, τευχ. 100, 2012, σελ. 153-166.
[9] Βλ. F. Castro, Révolution cubaine, II (textes choisis 1962-1968), Paris, Maspero, 1969, σελ. 158 επ.
[10] Βλ.  Chtchiglik, Lautogestion socialiste, Moscou, ed. Progres, 1989, σελ. 88 επ.
[11] Βλ. Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 329 επ.
[12] Βλ. Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008, σελ. 145 επ.
[13]              Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 106-107 και 109-111.
[14] Βλ. J. Graven, Le droit penal soviétique, t. II, Paris, ed. Sirey, 1949, σελ. 20 επ.
[15]             Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), οπ. π., σελ. 204 επ.
[16]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78 και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105.
[17] Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, οπ.π., τ. 1 (1917-1923), σελ. 107 και τ. 2 (1923-1930), σελ. 247 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
[18]             Βλ. P. Rousset, Le parti communiste vietnamien, Paris, Maspero, 1975, σελ. 336, 338.
[19] Βλ. επί του θέματος διάφορες απόψεις όπως Λ. Τρότσκι, Η ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1986, ιδίως σελ. 29 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2, οπ.π., σελ. 299 επ. και Π. Παυλίδης, Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην Ε.Σ.Σ.Δ., Αθήνα, εκδ. Προσκήνιο, 2001 και Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 469 επ.
[20] Βλ. τον πρόλογο του Φ. Ένγκελς στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, οπ.π., σελ. 20-23.
[21] Βλ. Α. Χρύσης, Ο Μαρξ της δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, σελ. 299 επ.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Tο Σύνταγμα του 1982/1988/1993/1999/2004 και η δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα

περ. Το Σύνταγμα, τευχ. 3-4/2013, σελ. 489-499

Η σύγχρονη Κίνα είναι αναμφισβήτητα η ανερχόμενη οικονομική και γεωστρατηγική υπερδύναμη[1]. Το πολιτικό και νομικό της σύστημα αποτελούν για εμάς σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Η ακριβής φυσιογνωμία των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων που επικρατούν στη χώρα αυτή, ο ρόλος και η επίδραση του Συντάγματος στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα παραμένουν αντικείμενο προς διερεύνηση. Η οικονομική, πολιτική και νομική επιστήμη στην Ελλάδα βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο στο ζήτημα αυτό, αν και έχουν υπάρξει αξιοσημείωτες εξαιρέσεις[2].
Όπως κάθε Σύνταγμα έτσι και το Κινέζικο αντανακλά ένα συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ο οποίος μάλιστα συσχετισμός περιλαμβάνει μια κυρίαρχη συνιστώσα[3]. Πώς ακριβώς διαμορφώνεται η κατάσταση στην Κίνα; Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν βέβαια να απαντηθούν και μάλιστα με πληρότητα στο πλαίσιο ενός άρθρου. Θα επιχειρηθεί, ωστόσο, εδώ η σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας του Συντάγματος της Κίνας.
Το ισχύον Σύνταγμα της χώρας αυτής ψηφίστηκε το 1982 και αναθεωρήθηκε μέχρι σήμερα τέσσερεις φορές: το 1988, 1993, 1999 και το 2004. Είχαν προϋπάρξει το Σύνταγμα του 1954 που ψηφίστηκε λίγο μετά τη νίκη της επανάστασης το 1949 και που καταργήθηκε ουσιαστικά με την πολιτιστική επανάσταση στα μέσα της δεκαετίας του 1960, το βραχύβιο Σύνταγμα της πολιτιστικής επανάστασης του 1975, το μεταβατικό Σύνταγμα του 1978 που σημείωνε την έξοδο από αυτή την ταραγμένη περίοδο.
Για τη μελέτη του ισχύοντος Συντάγματος 1982/1988/1993/1999/2004 επιλέγονται δυο πυλώνες οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί για κάθε Σύνταγμα: οι διατάξεις που συγκροτούν το οικονομικό Σύνταγμα, δηλαδή οι διατάξεις που αντανακλούν τις κυρίαρχες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις αλλά και που συμβάλλουν στη ρύθμιση της οικονομίας και τα άρθρα τα σχετικά με την οργάνωση του πολιτεύματος και της δημοκρατίας.


Το οικονομικό Σύνταγμα

Μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 και το πρώτο Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, τα Συντάγματα, ως προς τις οικονομικές τους διατάξεις, μπορούν να διαχωριστούν, ίσως με μια κάποια δόση απλούστευσης, σε δυο μεγάλες κατηγορίες: α. Σε εκείνα που κατά βάση θεμελιώνουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μέσα από γενικές διατάξεις περί κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας, ακόμη και αν, στην περίοδο της κεϋνσιανής διαχείρισης της οικονομίας, βρίθουν διατάξεων που επιτρέπουν την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. β. σε εκείνα που κατά βάση εξαγγέλλουν την κρατική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής ακόμη και αν αφήνουν ένα μικρό ή μεγαλύτερο περιθώριο στην ιδιωτική οικονομία. Σε ποια από τις δυο μεγάλες κατηγορίες μπορεί να ενταχθεί το σημερινό Κινέζικο Σύνταγμα;
Τα άρθρα 6 έως και 18 του Κινέζικου Συντάγματος συγκροτούν το λεγόμενο οικονομικό Σύνταγμα. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές και στο προοίμιο του Συντάγματος που έχουν οικονομική κατευθυντήρια σημασία[4]. Από το σύνολο αυτών των άρθρων, τέσσερα είναι εκείνα που έχουν κομβική σημασία: τα άρθρα 15, 11, 6 και 18. Εδώ θα αναφερθούμε ιδίως στα πλέον σημαντικά άρθρα 15 και 11.
Το Σύνταγμα του 1982, ακόμη και μετά την αναθεώρησή του το 1988, μπορούσε κατά βάση να ενταχθεί στην ομάδα των σοσιαλιστικών Συνταγμάτων. Ανεξάρτητα από το βαθμό πραγματικής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζομένων στο σχεδιασμό, τα άρθρα 6, 7 και 15 θεμελίωναν τη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και το σχεδιασμό ως βάση της οικονομικής ανάπτυξης.

Η αναθεώρηση του 1993: το πρώτο βήμα

Οι αλλαγές που επήλθαν από την αναθεώρηση του 1993 και μετά, αποτυπώνουν αλλά και ρυθμίζουν έναν διαφορετικό οικονομικό βηματισμό. Το άρθρο 15 (όπως ίσχυε μέχρι το 1993 αφού δεν τροποποιήθηκε στην αναθεώρηση του 1988) όριζε ότι «το κράτος εφαρμόζει τον οικονομικό σχεδιασμό στη βάση της σοσιαλιστικής δημόσιας ιδιοκτησίας» και ότι συμπληρωματικά μόνο αξιοποιεί το ρόλο της ρύθμισης της οικονομίας μέσω της αγοράς.
Κατά την αναθεώρηση του 1993 υπήρξε στο σημείο αυτό μια τομή. Το άρθρο αντικαταστάθηκε πλήρως. Στην παρ. 1 του άρθρου 15 ορίζεται πλέον πως «το κράτος εφαρμόζει τη σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς». Επρόκειτο για υλοποίηση των αποφάσεων του συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν ληφθεί το προηγούμενο έτος. Αν μέχρι τότε η πορεία προς την εμπορευματοποίηση της οικονομίας γινόταν εντός κάποιων ορίων, αν και έτεινε να εξέλθει αυτών, μετά το 1993 παρουσιάζεται μια νέα κατάσταση.
            Στην ίδια λογική το 1993, σε αντιστοιχία με την τροποποίηση του άρθρου 15, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 16 ως εξής: «εντός του πλαισίου που ορίζει ο νόμος, οι επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος απολαμβάνουν αυτονομίας». Η πριν την αναθεώρηση διατύπωση ήταν πολύ πιο περιοριστική. Διευκρίνιζε ότι «στο μέτρο που υπόκεινται στην ενιαία διεύθυνση του Κράτους και που υλοποιούν καθ’ ολοκληρίαν τις απαιτούμενες από το Κρατικό σχέδιο νόρμες, οι κρατικές επιχειρήσεις διαθέτουν επιχειρηματική αυτονομία και αυτονομία διαχείρισης στα όρια που ορίζονται από το νόμο». Με την αλλαγή αυτή διευρύνθηκε ο εμπορευματικός χαρακτήρα των ίδιων των κρατικών επιχειρήσεων.

Η αναθεώρηση του 1999: το δεύτερο βήμα

            Ένα επόμενο σημαντικό βήμα καταγράφηκε στην αναθεώρηση του άρθρου 11. Η αρχική διατύπωση του άρθρου που περιλαμβανόταν στο Σύνταγμα του 1982 όριζε ότι «η ατομική οικονομία του εργαζόμενου λαού της πόλης και της υπαίθρου που διενεργείται εντός των ορίων που περιγράφει ο νόμος, είναι συμπληρωματική στη σοσιαλιστική δημόσια οικονομία. Το κράτος προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της ατομικής οικονομίας».
            Το άρθρο αυτό επέτρεπε την ελεγχόμενη ατομική οικονομική δραστηριότητα. Στο συνταγματικό κείμενο δεν διευκρινιζόταν αν οι αυτοαπασχολούμενοι θα μπορούσαν να μισθώνουν εργατική δύναμη. Αυτό αφηνόταν στο νόμο. Ωστόσο, η ρύθμιση του άρθρου 11 του Συντάγματος του 1982 βρισκόταν ένα βήμα μπροστά σε σχέση με το άρθρο 5 παρ. 2 του προηγούμενου Συντάγματος του 1978 το οποίο επέτρεπε την ατομική οικονομική δραστηριότητα αλλά ρητά χωρίς την προσφυγή στη μίσθωση εργατικής δύναμης.
Το 1988 έγινε προθήκη μιας τρίτης παραγράφου στο άρθρο 11 βάσει της οποίας «Το Κράτος επιτρέπει την ύπαρξη ιδιωτικής ιδιοκτησίας εντός των ορίων που καθορίζονται από το νόμο. Η ιδιωτική οικονομία είναι συμπληρωματική του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας που βασίζεται στη δημόσια ιδιοκτησία». Με τον τρόπο αυτό δινόταν η δυνατότητα, μέσω νόμου να επεκταθεί ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, πέρα από το ρόλο των αυτοαπασχολούμενων, συμπληρωματικά όμως πάντοτε προς τον κρατικό τομέα.
Η σημαντική αλλαγή επήλθε στην πραγματικότητα το 1999[5]. Το περιεχόμενο του άρθρου άλλαξε ολοκληρωτικά. Το νέο ουσιαστικά άρθρο ορίζει ότι: «η ατομική οικονομία, η ιδιωτική οικονομία και οι άλλες μη δημόσιες μορφές οικονομίας, όπως ορίζονται από το νόμο, συγκροτούν ένα σημαντικό τμήμα της σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς». Προστέθηκαν δηλαδή στη συνταγματική προστασία η ιδιωτική οικονομία και άλλες μη δημόσιες μορφές οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή η επιχειρηματική δραστηριότητα που εκφεύγει των ορίων της ατομικής μικροεπιχειρηματικότητας. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας δεν θεωρείται πλέον συμπληρωματική μορφή του κρατικού τομέα της οικονομίας. Αυτό ήταν το δεύτερο καίριο συνταγματικό βήμα στη λογική της εμπέδωσης και επέκτασης της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς».

Η αναθεώρηση του 2004: το τρίτο βήμα

Στην τελευταία αναθεώρηση του 2004 ενισχύθηκε ακόμη παραπέρα η λογική αυτή με την προσθήκη εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 11 που καθορίζει ότι «Το Κράτος ενθαρρύνει, υποστηρίζει και προσανατολίζει την ανάπτυξη της μη δημόσιας οικονομίας και διασφαλίζει τον έλεγχο και τη διαχείριση αυτού του τομέα σύμφωνα με το νόμο». Εναρμονιζόμενο, το άρθρο 13 ορίζει πλέον ότι «η νόμιμη ιδιωτική ιδιοκτησία των πολιτών είναι απαραβίαστη».
Μέσα από τις διαδοχικές αναθεωρήσεις του οικονομικού Συντάγματος διακρίνεται επομένως ανάγλυφα η πορεία, με κύριο ορόσημο το 1993, από την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη σχεδιασμένη οικονομία προς την ολοένα και μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση των ίδιων των κρατικών επιχειρήσεων και της διεύρυνσης του ρόλου του ιδιωτικού κεφαλαίου και της αγοράς.
Από την αναθεώρηση του 1993 το Σύνταγμα υπερβαίνει τα όρια μιας οικονομικής πολιτικής τύπου ΝΕΠ[6]. Ας σημειωθεί ότι ήδη κατά τη δεκαετία του 1980 οι κρατικές επιχειρήσεις, εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικού λαϊκού ελέγχου και της συγκέντρωσης των αποφάσεων στα χέρια της κυβερνητικής -  κομματικής ηγεσίας, μαστίζονταν από την διαφθορά των αξιωματούχων. Το γεγονός είχε επισημανθεί το 1985 με τον πιο εμφατικό τρόπο από τον Chen Yun, βετεράνο του απελευθερωτικού αγώνα, υπεύθυνου του πρώτου πεντάχρονου πλάνου και μέλους τότε της μόνιμης επιτροπής του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας[7].


            Η Δημοκρατία

            Ο δεύτερος συνταγματικός πυλώνας που χρήζει μελέτης είναι το είδος της δημοκρατίας που εγκαθιστά το Σύνταγμα. Πρόκειται για κάποιου τύπου σοσιαλιστική δημοκρατία; Ή μήπως η μαρξιστική και σοσιαλιστική ρητορεία του Συντάγματος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα[8]; Ποιο είναι το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να αποφανθεί κανείς, γνωρίζοντας παράλληλα ότι στην κοινωνία και στη φύση τίποτα δεν βρίσκεται σε απόλυτη, καθαρή μορφή και ότι τίποτα δεν μένει στατικό, όλα εξελίσσονται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση;
            Αν θέλουμε συνοπτικά να παραθέσουμε τα κριτήρια της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, θα ανατρέξουμε στα χαρακτηριστικά της Κομμούνας του Παρισιού, ή στην εμπειρία των σοβιέτ (συμβουλίων) των πρώτων χρόνων της ρωσικής επανάστασης. Οι ιστορικές εμπειρίες γενικεύτηκαν και θεωρητικοποιήθηκαν ιδίως στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» και στο «Κράτος και επανάσταση» του Λένιν[9]. Άρα θα έπρεπε με βάση την αντίληψη αυτή να αναμένει κανείς ότι θα κατοχυρωνόταν για όλους τους κρατικούς λειτουργούς η αιρετότητα, η ανακλητότητα, η εναλλαγή τους, ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω, η κατάργηση των προνομίων και η αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό.
            Πως διαμορφώνονται οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις; Αποτυπώνουν μια τέτοια αντίληψη; Αλλά, ακόμη σημαντικότερο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη; Το Σύνταγμα της ΛΔ Κίνας προβλέπει την εκλογή όλων των αντιπροσωπευτικών οργάνων από το επίπεδο των πρωτοβάθμιων Τοπικών Λαϊκών Συνελεύσεων όπως ονομάζονται τα αντιπροσωπευτικά όργανα μέχρι το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο, τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Προβλέπει επίσης στο άρθρο 77 τη δυνατότητα ανάκλησης των βουλευτών οποιουδήποτε επιπέδου.
Οι συνταγματικές αυτές πρόνοιες δεν αρκούν από μόνες τους για τη διαμόρφωση μιας δημοκρατίας σοσιαλιστικού τύπου. Κορυφαία σημασία έχουν πάντοτε οι συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται η κοινή γνώμη και διεξάγονται οι εκλογικές διαδικασίες. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι στις εκλογές δεν παρουσιάζονται πολλαπλές υποψηφιότητες. Αυτό συνέβαινε ήδη από το πρώτο Σύνταγμα του 1954, παρά μάλιστα το γεγονός ότι τότε δρούσαν και άλλα οκτώ μικρότερα πολιτικά κόμματα τα οποία συμμετείχαν στην κυβέρνηση[10]. Τελευταία, μετά την ψήφιση του σχετικού οργανικού νόμου το 1998, υπάρχουν κάποιοι περιορισμένοι πειραματισμοί σε τοπικό επίπεδο[11]. Κατά συνέπεια οι αρχές της αιρετότητας, της δυνατότητας ανάκλησης, της εναλλαγής των αντιπροσώπων και του ελέγχου τους από το λαό έχουν εξαιρετικά περιορισμένη εφαρμογή.
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι στο Σύνταγμα δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως οι λαϊκές συνελεύσεις στους χώρους εργασίας ή κατοικίας που προέβλεπε το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα[12] ή όπως προβλέπει το σημερινό Σύνταγμα της Κούβας[13], τα οποία αντιμετώπιζαν τις λαϊκές συνελεύσεις βάσης ως θεμέλιο του πολιτικού συστήματος κατ’ αντιστοιχία των πιο ριζοσπαστικών αναζητήσεων της γαλλικής επανάστασης[14]. Κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν ούτε από το πρώτο Κινέζικο Σύνταγμα του 1954[15].
Επιπλέον, όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία, χωρίς να υποτιμώνται οι συνταγματικές διακηρύξεις, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαμόρφωση των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών συνθηκών που να επιτρέπουν την ουσιαστική ενάσκηση των δικαιωμάτων από ολοένα και πλατύτερα τμήματα του πληθυσμού και, ιδίως, από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα και την εργατική τάξη.
Για παράδειγμα, το άρθρο 35 προβλέπει με μια λιτή διατύπωση την ελευθερία του λόγου, του τύπου, των συναθροίσεων, της συνένωσης. Η πρακτική εφαρμογή της συνταγματικής διάταξης είναι καθοριστική για την ενάσκηση και των λοιπών δικαιωμάτων, μαζί αυτών του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, της ανάκλησης των αντιπροσώπων, του ελέγχου τους από τους εκλογείς. Αντίστοιχες ρυθμίσεις υπήρχαν, για παράδειγμα, στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1977 (άρθρα 48 και 107) αλλά και σε όλα τα Συντάγματα των πρώην σοσιαλιστικών κρατών. Είχαν όμως περιέλθει σε αχρησία[16].
Ανησυχητική είναι, από την άποψη του πολιτικού κλίματος που μπορεί να διαμορφώνει, η διάταξη του άρθρου 54 του Κινέζικου Συντάγματος που ορίζει πως «οι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας … δεν πρέπει να έχουν συμπεριφορά που βλάπτει την ασφάλεια, την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας». Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η διάταξη του άρθρου 53 που ορίζει ότι οι πολίτες της χώρας έχουν υποχρέωση να σέβονται όχι μόνο το Σύνταγμα και τους νόμους, όχι μόνο τη «δημόσια τάξη» (αναφορές που άλλωστε δεν χρειάζεται να περιλαμβάνονται σε ένα συνταγματικό κείμενο) αλλά και «τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής».
Είναι φανερό ότι τέτοιες εξαιρετικά αόριστες διατυπώσεις και ασαφείς έννοιες μπορούν να καταστούν ιδιαίτερα επικίνδυνες για τις λαϊκές ελευθερίες καθώς εύκολα ερμηνεύονται από τις εκάστοτε αρχές κατά το δοκούν. Μεγαλώνει έτσι η αυτονομία των κυβερνώντων, τα περιθώρια αυθαιρεσίας τους, οδηγείται σε αφυδάτωση η δημοκρατία.
Η ίδια η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, η οποία με βάση τη μαρξιστική αντίληψη θα έπρεπε να είναι το κέντρο της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα όργανο που συνέρχεται μόνο μια φορά το χρόνο σε μια ολιγοήμερη σύνοδο. Το ίδιο συνέβαινε ήδη με το Σύνταγμα του 1954. Τα τελευταία χρόνια, ήδη από το τέλος της πολιτιστικής επανάστασης και την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1978 και στη συνέχεια του 1982, ο ρόλος της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης και της Μόνιμης Επιτροπής της έχει καταστεί πιο ουσιαστικός[17]. Απέχει όμως πολύ από το να χαρακτηριστεί ένα «εργαζόμενο σώμα»[18] το οποίο συζητά, αποφασίζει και υλοποιεί την εφαρμογή των νόμων και αποφάσεων. Προσομοιάζει περισσότερο προς ένα είδος περιορισμένου κοινοβουλευτισμού.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η οικονομική θέση των διευθυντικών στελεχών του κράτους και της οικονομίας τους εξασφαλίζει προνομιακό κοινωνικό ρόλο. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ψαλίδα των νόμιμων εισοδημάτων ανάμεσα στους εργάτες και στα στελέχη ήταν 1:15 με αυξητική τάση[19]. Σήμερα οι ανισότητες των εισοδημάτων έχουν διευρυνθεί πολύ περισσότερο με την ανάπτυξη της ιδιωτικής οικονομίας, τη νόμιμη ή παράνομη άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων από μέλη των οικογενειών της κρατικής ελίτ ή με την ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα στους επιχειρηματίες και στην κρατική ελίτ[20]. Το γεγονός αυτό διαμορφώνει συνθήκες που εμποδίζουν έως και αναιρούν τη δυνατότητα λαϊκού ελέγχου στους διευθύνοντες την πολιτική και την οικονομία επιβάλλοντας την de facto εξουσία του χρήματος.
Ενδεικτική είναι η τύχη της εφαρμογής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος το οποίο περιλαμβάνει μια πρωτοποριακή διάταξη η οποία ορίζει ότι «σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, οι κρατικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν δημοκρατική διαχείριση μέσω των συνελεύσεων των αντιπροσώπων των εργαζομένων και μέσω άλλων οδών». Στο ίδιο μήκος κύματος η παρ. 2 του άρθρου 17 καθορίζει πως «οι συλλογικοί οικονομικοί οργανισμοί εφαρμόζουν δημοκρατική διαχείριση, εκλέγουν και παύουν σύμφωνα με το νόμο τους διαχειριστές και λαμβάνουν τις αποφάσεις σχετικά με τα μεγάλα προβλήματα διαχείρισης της επιχείρησης».
Οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικές για την ποιότητα της δημοκρατίας στην Κίνα. Θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην ανύψωση του επιπέδου συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων όχι μόνο της κάθε κρατικής επιχείρησης χωριστά αλλά και συνολικότερα στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας. Η κοινωνικοπολιτική πρακτική όμως δείχνει ότι τόσο ο νόμος που εξειδικεύει τις συνταγματικές διατάξεις όσο και η εφαρμογή του θεσμού στην πράξη τον έχουν καταστήσει ανενεργό και, πάντως, η όποια εφαρμογή είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική[21].
Φαίνεται λοιπόν πως στην Κίνα, μέσα από ιδιαίτερους δρόμους,  όπως και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, η αυτονόμηση της κρατικής γραφειοκρατίας οδήγησε στην ανενέργεια συνταγματικών διατάξεων, στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας και του λαϊκού ελέγχου, στην υποτίμηση του ρόλου του δικαίου.
Σήμερα ωστόσο παρατηρείται στην Κίνα τάση για αναβάθμιση του ρόλου του δικαίου, του Συντάγματος, της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (και της Μόνιμης Επιτροπής της) ως οργάνου συζήτησης και επεξεργασίας των νομοσχεδίων[22]. Αυτή αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στην προσθήκη του άρθρου 5 κατά την αναθεώρηση του 1999 ότι η Κίνα είναι ένα «σοσιαλιστικό κράτος δικαίου»[23]. Η άνοδος της σημασίας του δικαίου σχετίζεται κυρίως με την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και την κοινωνική άνοδο μιας νέας αστικής τάξης[24]. Η τελευταία επωφελήθηκε από την αχαλίνωτη, χωρίς σοβαρούς νομικούς περιορισμούς, ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Σήμερα αναζητά μια μεγαλύτερη νομική – δημοκρατική σταθερότητα που μπορεί να αποσπάσει ευκολότερα την κοινωνική συναίνεση αλλά και να παρέχει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης και επίλυσης των αντιθέσεων που προκύπτουν τόσο ανάμεσα στους επιχειρηματίες όσο και ανάμεσα στην αστική τάξη και την ανώτατη κρατική γραφειοκρατία, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους αλλά ενίοτε έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προσεγγίσεις.
            Σε κάθε περίπτωση, η υβριδική μορφή[25] κράτους και δικαίου που παρουσιάζεται στην Κίνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι προκλήσεις για την επιστημονική έρευνα είναι τεράστιες.




[1] Βλ. ενδεικτικά St. Bessiere, Η Κίνα στην αυγή του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 19 επ. και D. Kotz, «Can China´s rise continue?», China Policy Review, 2013, www.people.umass.edu και R. Bitzinger, “La modernisation de l' armée chinoise 1997-2000, Perspectives Chinoises, 4/2011, σελ. 7 επ.
[2] Βλ. για παράδειγμα Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989 και Χ. Παπασωτηρίου, Η Κίνα από την ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Ποιότητα, 2013.
[3] Βλ. Α. Μάνεσης, Συνταγματικό δίκαιο, Ι, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σελ. 169 και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 38 επ.
[4] Βλ. Chen Jianfu, “La dérniere révision de la Constitution chinoise”, Perspectives Chinoises, Mars-Avril 2004, 2 επ.
[5] Βλ. Chen Jianfu, “La révision de la Constitution en République populaire de Chine”, Perspectives Chinoises, Mai-Juin 1999, 66 επ.
[6] Έτσι ονομάστηκε η πολιτική προσωρινής και ελεγχόμενης ενθάρρυνσης των καπιταλιστικών σχέσεων στη μετεπαναστατική Ρωσία εξαιτίας του εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Η Νέα Οικονομική Πολιτική και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 155 επ.
[7] Βλ. M.-C. Bergere, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 170, 195, 228-229.
[8] Βλ. για παράδειγμα D. Kotz, « The state of official marxism in China today », Monthly Review, 2007, v. 59, issue 4 και Shi Weimin, “Reforma progressiva bajo orientacion politica en China”, Temas, abril-junio 2011, σελ. 17 επ.
[9] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 1-120.
[10] Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 145.
[11] Βλ. G. Schubert – Chen Xuexian, “Les élections de village en Chine contemporaine: de nouveaux espaces de legitimité pour le régime?”, Perspectives Chinoises, 3/2007, 13 επ. και Dong Lisheng, “Démocratie locale en Chine: quelle direction prendre après 20 ans dexpérimentations?”, Perspectives Chinoises, 2/2010, 58 επ.
[12] Βλ. τα άρθρα 57-60 του Συντάγματος στο Α. Τάχος, Το πρώτο Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1989, σελ. 106.
[13] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στο Σύνταγμα της Κούβας, προσβάσιμο στο http://kratoskaidikaio.blogspot.com/2010/10/blog-post_04.html και Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 2004, σελ. 76 επ.
[14] Βλ. το Γαλλικό Σύνταγμα του 1793 στον τόμο Μαρά, Σεν-Ζιστ, Ροβεσπιέρος, Κείμενα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1989, σελ. 195 επ., 202 επ.
[15] Βλ. Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας (εισαγωγή Γ. Σκουριώτη), Αθήναι, εκδ. Φέξης, 1962 και Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la Republique Populaire de Chine, Pekin, Éditions en langues etrangeres, 1964 (και σε ελληνική μετάφραση Γ. Σκουριώτη, Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας – εισηγητική έκθεση Λιου Σάο-Σι, Αθήναι, εκδ. Φέξη, 1964).
[16] Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ.
[17] Βλ. J.P. Cabestan, “La Chine évoluerait-elle vers un autoritarisme éclairé mais ploutocratique?”, Perspectives Chinoises, Juillet-Aout 2004, σελ. 2 επ.
[18] Όπως είχε χαρακτηρίσει ο Μαρξ την Παρισινή Κομμούνα βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, οπ.π., σελ. 70.
[19] Βλ. Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, οπ.π., 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
[20] Βλ. M. – F. Renard, “Inégalités et soutenabilité de la croissance chinoise”, CERDI, Études et Documents, avril 2006 και W. Wo-Lap Lam, “Le dilemme du gouvernement de Hu Jintao”, Perspectives Chinoises, 3/2007, 4 επ., 10.
[21] Βλ. Au Loong Yu, La Chine, un capitalisme bureaucratique, Paris, éd. Syllepse, 2013, σελ. 90 επ.
[22] Βλ. Chen Jianfu – Choukroune L., “L’ application du droit en Chine: une bataille politico-légale”, Perspectives Chinoises, Juillet-Aout 2002, 28 επ. και Βλ. St. Balme, La tentation de la Chine, Paris, ed. Le Cavalier Bleu, 2013, σελ. 142-143.
[23] Βλ. M. Delmas-Marty, “La construction d’ un État de droit en Chine dans le contexte de la mondialisation”, στον τόμο M. Delmas-Marty – P.-E. Will (dir.), La Chine et la démocratie, Paris, Fayard, 2007, σελ. 551.
[24] Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε στα τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ, βλ. Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, οπ.π., σελ. 103 επ.
[25] Βλ. St. Balme, La tentation de la Chine, οπ.π., σελ. 87-88.