Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Κρατική εξουσία, «κυβέρνηση της Αριστεράς» και εργατική τάξη

εισήγηση στο συνέδριο του ΜΑΧΩΜΕ, 21-23/11/2014 
δημοσιεύθηκε στον τόμο του ΜΑ.ΧΩ.ΜΕ., Ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας – ταξική συνείδηση και πολιτική διαπάλη, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής, 2015, σελ. 501-507

Η εισήγηση εξετάζει τις εμπειρίες κάποιων αριστερών κυβερνήσεων σχετικά με το αν αυτές προώθησαν, με ποιούς τρόπους και πόσο αποτελεσματικά, τον μετασχηματισμό της δημοκρατίας και την αλλαγή των δομών της εξουσίας.
Ως «κυβέρνηση της Αριστεράς» ορίζω την κυβέρνηση εκείνη που έχει αναδειχθεί στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας (κοινοβουλευτικής ή προεδρικής) και η οποία έχει ως στόχο όχι μόνο μια μερική αναδιανομή του εισοδήματος και του κοινωνικού πλούτου, ούτε μόνο μια αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου αλλά μια λίγο-πολύ αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου έτσι ώστε η εργατική τάξη και γενικότερα ο εργαζόμενος άνθρωπος να βρεθούν στο επίκεντρο των οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων1.
Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται εκτός των οικονομικών μετασχηματισμών ένας ποιοτικός μετασχηματισμός της δημοκρατίας που θα ευνοήσει και εδραιώσει τις νέες οικονομικές πολιτικές αλλά που έχει και την αυτοτελή του αξία. Η μελέτη της εμπειρίας, θετικής και αρνητικής, ριζοσπαστικών, αριστερών κυβερνήσεων δείχνει ότι ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας κινείται -ή πρέπει να κινείται- στις πέντε ακόλουθες κατευθύνσεις2.


1.Εθνική ανεξαρτησία

Η πρώτη, σχετίζεται με την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Χωρίς αυτήν, οποιαδήποτε διεύρυνση της δημοκρατίας και οποιοσδήποτε κοινωνικός και πολιτικός μετασχηματισμός δεν είναι εφικτός. Έτσι, η κυβέρνηση Τσάβες στη Βενεζουέλα απομάκρυνε κάθε στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ από τη χώρα. Θεμελίωσε και συνταγματικά την επιλογή αυτή με το άρθρο 13 παρ. 2. Ανάλογα έπραξε η κυβέρνηση Μοράλες στη Βολιβία με το άρθρο 10 παρ. 3. Στο Εκουαδόρ επίσης η κυβέρνηση Κορέα προέβη σε αντίστοιχη λύση με το άρθρο 5 του Συντάγματος. Στέρησαν έτσι σε μεγάλο βαθμό τις ΗΠΑ από πολλές δυνατότητες παρέμβασης στο εσωτερικό των χωρών και υπονόμευσης της δημοκρατίας και της λαϊκής βούλησης.
Η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας έχει και μια πολύ σημαντική οικονομική διάσταση. Στο πνεύμα αυτό η Βενεζουέλα και η Βολιβία ακύρωσαν κάθε συμμετοχή σε εγχειρήματα βασισμένα στην ελευθερία των αγορών, όπως ήταν η ALCA. Αντίθετα, προώθησαν συνεργασίες οικονομικές διαφοροποιημένες, τόσο περιφερειακές όσο και διεθνείς. Για το σκοπό αυτό προωθήθηκε η ALBA η οποία εδράζεται στο σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και όχι στην παραχώρηση κυριαρχίας σε όφελος του όποιου διεθνούς οργανισμού. Οι οικονομικές συνεργασίες διευρύνθηκαν και διαφοροποιήθηκαν με νέους εταίρους όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Θεμέλιο αυτής της πολιτικής δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει η εθνικοποίηση των βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ενώ υπάρχει συνταγματική πρόβλεψη για την εθνικοποίηση των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων.
Αρκετά χρόνια νωρίτερα, αντίστοιχη πρακτική ακολούθησε η κυβέρνηση Αλλιέντε στη Χιλή με την εθνικοποίηση του χαλκού αλλά και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων. Να υπογραμμιστεί με την ευκαιρία ότι η κυβέρνηση αξιοποίησε τη συνταγματική τροποποίηση του άρθρου 10 του Χιλιανού Συντάγματος προκειμένου να περιορίσει στο ελάχιστο τις αποζημιώσεις καθιστώντας τες στην πραγματικότητα προσχηματικές. Η κυβέρνηση Αλλιέντε ωστόσο δεν διαφοροποιήθηκε αισθητά και γρήγορα αναζητώντας νέους διεθνείς εταίρους, γεγονός το οποίο το πλήρωσε ακριβά καθώς βρέθηκε αιχμάλωτη στο οικονομικό σαμποτάζ των ΗΠΑ.
Κατά συνέπεια, μια φιλολαϊκή κυβέρνηση στην Ελλάδα, με δεδομένη και τη θηλιά του χρέους, θα έπρεπε γρήγορα να κινηθεί προς μια παρόμοια κατεύθυνση ερχόμενη σε ρήξη με τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


2.Δημοκρατική συμμετοχή

Η δεύτερη κατεύθυνση σχετίζεται με τη γενναία διεύρυνση των δυνατοτήτων λαϊκής συμμετοχής. Και εδώ η εμπειρία της Βενεζουέλας και της Βολιβίας είναι πολύ χρήσιμη. Υιοθετήθηκαν και κατοχυρώθηκαν συνταγματικά θεσμοί όπως το εθνικό και τοπικό δημοψήφισμα με δεσμευτική ισχύ και με ευχέρεια να κινηθεί η διαδικασία με ένα ελάχιστο αριθμό υπογραφών, η νομοθετική πρωτοβουλία των μαζικών φορέων ή ενός αριθμού πολιτών, η δυνατότητα των πολιτών να κινούν τη διαδικασία ανάκλησης των αντιπροσώπων τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο νόμος για τη δημιουργία τοπικών λαϊκών συμβουλίων στη Βενεζουέλα όχι με συμβουλευτικό χαρακτήρα αλλά με αποφασιστικές αρμοδιότητες3.
Αντίστοιχα μέτρα θα ήταν αναγκαία στην ελληνική πραγματικότητα μαζί βέβαια με την υιοθέτηση της απλής αναλογικής για όλες ανεξαιρέτως τις εκλογικές διαδικασίες.


3.Οι ελευθερίες

Οι ριζοσπαστικές κυβερνήσεις διευρύνουν έτσι κι αλλιώς το πεδίο των ελευθεριών. Ιδιαίτερα το δικαίωμα στην απεργία, στη διαδήλωση, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών (ιδιαίτερα εντός των εργασιακών χώρων) είναι πολύ χρήσιμα γιατί παρέχουν στην εργατική τάξη και στα άλλα λαϊκά στρώματα τη δυνατότητα να ασκήσουν πίεση στο μεγάλο κεφάλαιο αλλά, ενίοτε, και στην ίδια την κυβέρνηση ή σε τμήμα της όταν αυτό δεν είναι πρόθυμο να υλοποιήσει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα ή να βαθύνει τις αλλαγές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κυβέρνησης Αλλιέντε. Οι αγώνες των εργαζομένων ξεπερνούσαν κάποτε τον κυβερνητικό σχεδιασμό ωθώντας τον μπροστά, ενίοτε όμως και δημιουργώντας προβλήματα όπου δεν ήταν ώριμες οι γενικότερες συνθήκες.
Αποφασιστικής σημασίας είναι το δικαίωμα στην πληροφόρηση να μην φαλκιδεύεται από την κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου. Στη λογική αυτή η κυβέρνηση Τσάβες δημιούργησε και ενίσχυσε τα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα, μια και τα ιδιωτικά όχι απλώς ασκούσαν σφοδρή αντιπολίτευση αλλά είχαν ταχθεί ανοιχτά υπέρ του πραξικοπήματος το 2002.
Επίσης, στην αμέσως μετά τον πόλεμο περίοδο η κυβέρνηση του Εθνικού μετώπου στην Τσεχοσλοβακία (σοσιαλιστές, κομμουνιστές κά.) παρείχε στις εργατικές οργανώσεις τα οικονομικά μέσα και την υλικοτεχνική υποδομή για να δημιουργήσουν ή να βελτιώσουν τα δικά τους μέσα ενημέρωσης.
Χρειάζεται για την ελληνική πραγματικότητα μια ρύθμιση που θα είναι πιο ριζοσπαστική από τηn παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος η οποία καταργήθηκε ουσιαστικά κατόπιν υπόδειξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


4.Ο κρατικός μηχανισμός

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα. Αν δεν υπάρξει ριζικός εκδημοκρατισμός του κράτους, υπάρχει ο κίνδυνος όλες οι οικονομικές αλλαγές να ματαιωθούν -αφού ο κρατικός μηχανισμός θα τις υπονομεύει- ή να ανατραπεί η κυβέρνηση όπως έγινε στην περίπτωση της Χιλής το 19734.
Στη Βενεζουέλα η εφαρμογή μιας σειράς μεταρρυθμίσεων στον τομέα της παιδείας, της υγείας, της κατοικίας προσέκρουσε αρχικά στην παθητική αντίσταση της γραφειοκρατίας. Μόνο όταν ο ίδιος ο λαός ανέλαβε μέσω επιτροπών (των λεγόμενων missiones) την υλοποίηση του έργου και με τη διεθνιστική βοήθεια των Κουβανών εκπαιδευτικών και γιατρών, έγινε δυνατή η υλοποίηση μιας σειράς πολιτικών5. Τέτοιες λαϊκές επιτροπές χρειάζεται συχνά να δρουν συμπληρωματικά προς τον κρατικό μηχανισμό και, κάποιες φορές, αναγκαστικά να τον υποκαθιστούν.
Κρίσιμης σημασίας είναι ο μετασχηματισμός των δομών και η αλλαγή των ιθυνόντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Το πραξικόπημα του 2002 στη Βενεζουέλα οδήγησε την κυβέρνηση Τσάβες να απομακρύνει από τις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας χιλιάδες αξιωματικούς αλλά και να εισάγει ένα είδος παλλαϊκής άμυνας. Αν και οι μεταβολές αυτές ήταν μάλλον περιορισμένες, απέτρεψαν μέχρι στιγμής νεώτερες πραξικοπηματικές ενέργειες και δείχνουν την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθεί μια αντίστοιχη κυβέρνηση.
Από την αντίθετη πλευρά, υπήρξε μοιραία η επιλογή της κυβέρνησης Αλλιέντε να μην θίξει σχεδόν καθόλου το στράτευμα, ούτε να διακόψει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ ούτε να δημιουργήσει (ενώ υπήρχε σχετική συζήτηση) λαϊκή πολιτοφυλακή6. Αντίθετα, στην Τσεχοσλοβακία η δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής το 1946 υπήρξε καταλυτική για την υπεράσπιση της υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής7.
Σημαντικές είναι αντίστοιχα οι αλλαγές στη Δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση Τσάβες, έχοντας να αντιμετωπίσει μια αντιδραστική και βαθιά διεφθαρμένη Δικαιοσύνη η οποία στήριξε το πραξικόπημα του 2002 αλλά και σχετιζόταν με κάθε είδους μαφιόζικες και ακροδεξιές δραστηριότητες, επέλεξε τη λύση της δραστικής αλλαγής της σύνθεσης του ανωτάτου δικαστηρίου μέσω συνταγματικής και νομοθετικής αλλαγής. Αύξησε επίσης δραστικά τις δαπάνες διπλασιάζοντας τον αριθμό των δικαστών και εισάγοντας έτσι στο σώμα νέους δικαστές προερχόμενους από τα λαϊκά στρώματα. Αντίθετα, η κυβέρνηση Αλλιέντε βρήκε εμπόδιο το ανώτατο δικαστήριο. Το τελευταίο ερμήνευε το Σύνταγμα και το νόμο με τρόπο τέτοιο ώστε να κρίνει τις εθνικοποιήσεις αντισυνταγματικές και παράνομες.
Εννοείται ότι χρειάζεται εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από φασιστικά και άλλα αντιδημοκρατικά στοιχεία, αλλά και αλλαγή δομών και προσανατολισμού. Επιπλέον, υπάρχουν κρατικές υπηρεσίες και τομείς που δεν επιδέχονται καμιάς αλλαγής. Εκεί επιβάλλεται μόνο η διάλυσή τους και η δημιουργία εντελώς νέων με κατά βάση νέο προσωπικό, άλλη νομοθετική βάση, δημοκρατική δομή και λειτουργία.


5.Λαϊκή δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία

Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν σοβαρές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές χωρίς την ενεργό συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού στην οικονομική διαχείριση. Αν δεν υπάρχει το στοιχείο αυτό, οι αλλαγές θα μείνουν μετέωρες και θα ανατραπούν ή θα κατευθυνθούν σε λαθεμένες οδούς.
Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος όπως και στρατηγικών τομέων της οικονομίας δεν αρκούν από μόνες τους για τον αναπροσανατολισμό της οικονομίας. Ούτε αρκεί η κυβερνητική βούληση και η τοποθέτηση κυβερνητικών επιτρόπων στις τράπεζες. Χρειάζεται η συμμετοχή της εργατικής τάξης συνολικά στον κοινωνικο-οικονομικό σχεδιασμό αλλά και σε κάθε κλάδο ή οικονομική μονάδα χωριστά. Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές δεν μπορούν να υλοποιηθούν από τη σημερινή κρατική γραφειοκρατία αλλά ούτε και από οποιαδήποτε άλλη κυβερνητική ή κρατική γραφειοκρατία. Δεν είναι απλώς θέμα αλλαγής προϊσταμένων και διευθυντών.
Η κυβέρνηση Αλλιέντε με το σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος προωθούσε ένα “Εθνικό Σύστημα Σχεδιασμού”8. Ο σχεδιασμός αυτός είχε ως ατμομηχανή το δημόσιο τομέα. Περιελάμβανε επίσης τον ιδιωτικό ο οποίος θα διαμόρφωνε τον οικονομικό του σχεδιασμό στο πλαίσιο του ευρύτερου εθνικού και κλαδικού σχεδιασμού. Στις διαδικασίες αυτές, σε εθνικό, κλαδικό και επιχειρησιακό επίπεδο, αποφασιστικό λόγο είχαν τα εργατικά συνδικάτα. Τα ετήσια ή μακροπρόθεσμα πλάνα θα έπρεπε να κυρώνονται με νόμο από τη Βουλή9.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση νόμου που έχει κατατεθεί από την μειοψηφία του κυβερνητικού συνασπισμού στη Βενεζουέλα10. Πρόκειται για την πρόταση θεσμοθέτησης γενικών συνελεύσεων των εργαζομένων σε κάθε επιχείρηση, δημόσια ή ιδιωτική. Οι συνελεύσεις αυτές και οι αιρετοί και οποτεδήποτε ανακλητοί αντιπρόσωποι τους θα έχουν αποφασιστικό λόγο για την επιχείρηση αλλά και στον πανεθνικό σχεδιασμό. Η πρόταση δεν έχει γίνει αποδεκτή, γεγονός που καταδεικνύει τα όρια και της δυσκολίες της κυβέρνησης Μαδούρο.
Είναι φανερό ότι οι θεσμοί εργατικής συμμετοχής που προαναφέρθηκαν δεν έχουν σχέση με εκείνους που υιοθέτησε η Γερμανική σοσιαλδημοκρατία ή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τις ΔΕΚΟ τη δεκαετία του 198011.


Η ανάγκη Συντακτικής Συνέλευσης

Τέτοιους είδους αλλαγές μπορούν να ανοίξουν δρόμους για την περαιτέρω ενεργοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης και ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων. Μπορούν όμως να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο του σημερινού Συντάγματος;
Είναι προφανές ότι το σημερινό συνταγματικό πλαίσιο είναι ασφυκτικό. Υπάρχουν ωστόσο περιθώρια δημοκρατικής, φιλολαϊκής ερμηνείας των διατάξεών του, ακόμη και οριακής ερμηνείας, προκειμένου κάποιες από τις ανωτέρω αλλαγές να ντυθούν με το ένδυμα της συνταγματικής νομιμότητας. Ωστόσο, μια τέτοια λύση δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά12. Ούτε η ριζοσπαστική, προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα, παρότι θα βελτίωνε σχετικά την κατάσταση. Απαιτείται ριζική αλλαγή, νέο συνταγματικό και νομικό πλαίσιο.
Το παράδειγμα των χωρών της Λ. Αμερικής είναι χρήσιμο. Η πρώτη κυβέρνηση Τσάβες έθεσε σε δημοψήφισμα στο λαό το ερώτημα αν επιθυμεί σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και νέο Σύνταγμα. Η διαδικασία αυτή βοήθησε στο ξεκαθάρισμα του πολιτικού τοπίου και στη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό. Ενώ λίγους μήνες πριν ο Τσάβες είχε λάβει το 56% των ψήφων, στο δημοψήφισμα το «ναι» έλαβε πάνω από 80% και στις εκλογές για τη Συντακτική έλαβε το 95%.
Μέσα από ένα ανάλογο πρόγραμμα μετασχηματισμού της δημοκρατίας μπορεί να ανοίξει δίοδος ώστε η εργατική τάξη και οι άλλες λαϊκές δυνάμεις να παραμερίσουν τη διεφθαρμένη αστική δημοκρατία και να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση μιας νέας κρατικής εξουσίας, μια καινούργιας αληθινής δημοκρατίας. Αντίθετα, αν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις και στις πέντε προαναφερθείσες κατευθύνσεις, η όποια ανακούφιση των εργαζομένων και οι όποιες αλλαγές θα είναι προσωρινές, ασταθείς, αβέβαιες και θα ανατραπούν είτε κοινοβουλευτικά είτε βίαια.

1 Για μια κατηγοριοποίηση σχετικών κυβερνήσεων βλ. το κεφάλαιο «Κυβέρνηση και κρατική εξουσία» στο Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 35 επ.
2 Για σχετικό θεωρητικό προβληματισμό βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 175-176.
3 Βλ. περισσότερα Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), οπ.π., σελ. 131 επ.
4 Βλ. Δ. Καλτσώνης, «Η κυβέρνηση Αλλιέντε (επίκαιρα διδάγματα για το κράτος)», περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 9, 2013, σελ. 117 επ.
5 Βλ. τον συλλογικό τόμο, Βενεζουέλα – αποστολή, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2006, σελ. 37 επ.
6 Βλ. V. Valdivia Ortiz de Zarate, «Unidad Popular y Fuerzas Armadas» στον τόμο J. Pinto Vallejos, Cuando hicimos historia (la experiencia de la Unidad Popular), στον τόμο J. Pinto Vallejos, Cuando hicimos historia (la experiencia de la Unidad Popular), Santiago de Chile, LOM, 2005, σελ. 177 επ.
7 Βλ. περισσότερα Γ. Κόζακ, Η επανάστασις και το Κοινοβούλιον, Αθήναι, 1961.
8 Βλ. S. Allende, Un Estado democratico y soberano: mi propuesta a pos chilenos, ed. Centro de Estudios Politicos Simon Bolivar y de la Fundacion Presidente Allende (Espana).
9 Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, Αθήνα, εκδ. Καρανάση, 1983, σελ. 80 επ., 86-87.
10 Βλ. περισσότερα Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), οπ.π., σελ. 144 επ.
11 Βλ. Γ. Ρούσης, Συμμετοχή των εργαζομένων (πεδίο ταξικής πάλης ή ταξικής συνεργασίας;), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1984, ιδίως σελ. 79 επ.

12 Βλ. E. Velasco, «The Allende regime in Chile: an historical and legal analysis», part I-II, Loyola of Los Angeles Law Review, vol. 9 (1976), σελ. 480 επ., 711 επ.