Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Βαριά βιομηχανία και Λαϊκή Δημοκρατία: το ζήτημα της κρατικής εξουσίας στο έργο του Δημήτρη Μπάτση

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 17, Απρ-Σεπτ 2015, σελ. 277-287

Η επιστημονική ανάλυση του Δημήτρη Μπάτση για τη δυνατότητα αυτοδύναμης βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας εντασσόταν στο πλαίσιο διεκδίκησης της συγκρότησης μιας νέας κρατικής εξουσίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή είχε καταγραφεί πολιτικά στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 και στο «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας» του πολιτικού συνασπισμού του ΕΑΜ. Σε αυτά ακριβώς τα πολιτικά κείμενα, καθώς και στη σχετική εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ, παρέπεμπε ευθέως ο Μπάτσης για να διευκρινίσει το πολιτικό πλαίσιο ανάλυσης της μελέτης του.

Tα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Μπάτσης στο βιβλίο του είχαν τεθεί από τις προηγούμενες επαναστατικές εμπειρίες, ιδιαίτερα την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είχαν επίσης αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από τους κλασικούς του μαρξισμού. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην ιδιαίτερη τοποθέτησή τους στις ελληνικές συνθήκες από τον Μπάτση.


Η αυτοδύναμη ανάπτυξη και η λαϊκή εξουσία

Ο Δημήτρης Μπάτσης θεωρούσε ότι για το έργο της βιομηχανικής ανόρθωσης της χώρας και για την ανάταξη του επιπέδου ζωής του ελληνικού λαού έπρεπε να ληφθούν υπόψη: «1. πως είναι οικονομία χώρας με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης… 2. πως είναι οικονομία με μονόπλευρη και ασθενική ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων, που συνδέεται αναπόσπαστα από το γεγονός: 3. πως εξαρτάται ολόπλευρα από το ξένο κεφάλαιο». Υποστήριζε επίσης πως πρέπει να εκλείψουν «οι βασικές αιτίες που προκαλούν και στηρίζουν το καθεστώς αυτό. Και ποιες είναι αυτές οι αιτίες;
Είναι πρώτα απ’ όλα η πολιτική κυριαρχία της σημερινής οικονομικής ολιγαρχίας, που από το ένα μέρος κρατάει την οικονομία στο μαρασμό και στην καθυστέρηση που είδαμε, και από το άλλο την έχει υποδουλώσει στο ξένο κεφάλαιο και στα πολιτικά και οικονομικά του συμφέροντα. Η υποδούλωση αυτή εξυπηρετεί φυσικά τους ταξικούς σκοπούς των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων.
Βασικό αίτημα για να αναπλαστεί η χώρα μας είναι να πάψει η πολιτική εκμετάλλευση και κυριαρχία των τάξεων αυτών, και να καταργηθεί η προνομιακή εκμετάλλευση της οικονομίας μας από το ξένο κεφάλαιο»1.
Ο Μπάτσης θεωρούσε ότι είναι σημαντικό να επιλυθεί το «πρόβλημα της εξουσίας… Την εξουσία πρέπει να πάρει ο συνασπισμός της μαχητικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά και με τα μεσαία στρώματα στις πόλεις (επαγγελματίες, βιοτέχνες, διανόηση)»2. Θεωρούσε επομένως αναγκαία την αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας από μια άλλου τύπου εξουσία, τη λαϊκή δημοκρατία. Η τελευταία θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικονομία. «Θα ήταν λοιπόν ανεδαφικό, αν υποστηρίζαμε πως μια οικονομία που δε δημιούργησε ακόμα τις προϋποθέσεις για την τεχνική της ανοικοδόμηση σε ανώτερη βάση μπορεί να οργανωθεί άμεσα, όπως μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία». «Η λαϊκή δημοκρατία θα προετοιμάσει τη χώρα για το γρήγορο πέρασμα στο σοσιαλισμό… Διαφέρει όμως και από τη σοσιαλιστική δημοκρατία αν και τείνει προς αυτή»3.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους αυτού, σύμφωνα με τον Μπάτση και γενικότερα τους υποστηρικτές της αντίληψης ήταν:
Πρώτο, το κράτος αυτό θα ήταν εκφραστής κοινωνικών συμφερόντων διαφορετικών από εκείνων του αστικού κράτους. Το αστικό κράτος κατά τη μαρξιστική αντίληψη εκφράζει, ως γνωστό, τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας θα εξέφραζε την εργατική τάξη, τους αγρότες (χωρίς να γίνεται κάποια διαφοροποίηση στο εσωτερικό της τάξης αυτής), τα μικροαστικά στρώματα της πόλης4.
Δεύτερο, η Λαϊκή Δημοκρατία αποτελεί, όπως διευκρινιζόταν στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ (1945), ένα νέο τύπο δημοκρατίας, «όπου η εξουσία είναι στα χέρια του λαού που δεν είναι τυπικά μόνο, όπως στην αστική δημοκρατία, ο φορέας της εξουσίας μα ασκεί άμεσα όλες τις εξουσίες… Η Λαϊκή Δημοκρατία εξασφαλίζει την ανάπτυξη στον ανώτατο βαθμό της πρωτοβουλίας και αυτενέργειας των λαϊκών στρωμάτων… Η λαοκρατική θεμελίωση της νέας εξουσίας στηρίζεται σε μια πραγματική λαϊκή αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, σ’ έναν καινούργιο απλούστερο κρατικό μηχανισμό χωρίς δοσίλογους και φασίστες, σε λαϊκό στρατό και σε λαϊκό σώμα ασφαλείας, σε μια βαθιά δημοκρατική αναδιοργάνωση του θεσμού της Εθνικής Αντιπροσωπείας και σ’ έναν άμεσο και πλατύτατο λαϊκό, έλεγχο»5.
Οι αναφορές αυτές βασίζονταν στην εμπειρία των λαοκρατικών θεσμών που γεννήθηκαν και λειτούργησαν την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Βρήκαν τη νομική τους έκφραση ιδίως στο Α' Ψήφισμα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης και στην Πράξη 55 του Εθνικού Συμβουλίου περί Λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης6. Η λαϊκή αυτοδιοίκηση έθετε ως θεμέλιο της κρατικής οργάνωσης τις λαϊκές συνελεύσεις. Καθιέρωνε την αιρετότητα και τη δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων του λαού.
Σε ανάλογο πνεύμα είχαν διατυπωθεί μετά την απελευθέρωση οι προτάσεις του ΚΚΕ για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Σε αυτές περιλαμβανόταν η κατάργηση των προνομίων του ξένου κεφαλαίου, η απαγόρευση της παρουσίας ξένων βάσεων και στρατευμάτων, η ενίσχυση των εξουσιών της Βουλής σε βάρος της εκτελεστικής λειτουργίας, η καθιέρωση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η υιοθέτηση της απλής αναλογικής και της δυνατότητας ανάκλησης των βουλευτών7. Στην ίδια λογική βρισκόταν και η Πράξη 1 της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε το Δεκέμβριο του 1947 στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές8.
Τρίτο, το κράτος αυτό θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας της χώρας και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Όπως αναφερόταν στην πολιτική απόφαση του 7ου συνεδρίου του ΚΚΕ, τα μέτρα αυτά ήταν η απαλλαγή «από την οικονομική εξάρτηση του ξένου κεφαλαίου, που δεν έχει συμφέρον να ορθοποδήσει και να μεγαλουργήσει η Ελλάδα στη ριγμένη στις δικές της εσωτερικές δυνάμεις». Παράλληλα, απαιτείται «η εθνικοποίηση της πίστης, των μεγάλων μεταφορών, των βασικών βιομηχανιών που έχουν πρωταρχική εθνική σημασία». Τα τελευταία αυτά μέτρα αποτελούν, κατά την αντίληψη αυτή, «το βάθρο για να θεμελιωθεί η ακλόνητη εθνική μας δύναμη και ανεξαρτησία» αλλά, ταυτόχρονα, «ανοίγουν το δρόμο για το πέρασμα από τη Λαϊκή Δημοκρατία στη σοσιαλιστική»9.
Στο ίδιο πνεύμα, το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ ανέφερε ενδεικτικά ορισμένα, πιο συγκεκριμένα μέτρα όπως η κατάργηση των εξωτερικών χρεών και του Διεθνούς οικονομικού Ελέγχου καθώς και η κατάργηση όλων των προνομίων των ξένων εταιρειών. Πέρα από την εθνικοποίηση των παραπάνω τομέων, αναφερόταν στην καθιέρωση ελέγχου του κράτους της Λαϊκής Δημοκρατίας «με συμμετοχή των εργατών σ’ όλες τις άλλες μεγάλες βιομηχανίες»10. Στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ υπήρχαν δυο μικρές προσθήκες που καταδείκνυαν τη δυναμική της πολιτικής της Λαϊκής Δημοκρατίας: «κατάσχεση και εθνικοποίηση των ξένων επιχειρήσεων» και έλεγχος «σ’ όλες τις υπόλοιπες βιομηχανίες» και όχι μόνο στις μεγάλες11.
Παράλληλα, στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ αναφερόταν ρητά εκείνο που στο πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ υπονοούνταν: το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας δεν επρόκειτο να καταργήσει πλήρως την ατομική ιδιοκτησία αλλά δεν θα την άφηνε και ανεξέλεγκτη. «Η Λαϊκή Δημοκρατία δεν καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και δεν περιορίζει την ατομική πρωτοβουλία στον οικονομικό τομέα παρά μονάχα προς όφελος του γενικού λαϊκού κοινωνικού συμφέροντος. Αντίθετα ενθαρρύνει κι ενισχύει κάθε ατομική και οικονομική παραγωγική δραστηριότητα που τείνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου μέσα στα πλαίσια του γενικού οικονομικού σχεδίου12».
Για τους αγρότες και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης προβλεπόταν ότι «θα οργανωθεί εθελοντικά με τη βοήθεια και ενίσχυση του κράτους σ’ ένα πυκνό δίχτυ από συνεταιρισμούς παραγωγής – κατανάλωσης»13.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν μια μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης, των αγροτών και των μικροαστών της πόλης. Τον κυρίαρχο ρόλο στην οργάνωση της κρατικής εξουσίας θα τον είχε η εργατική τάξη, τόσο από άποψη κοινωνική, όσο ιδίως από άποψη πολιτική μέσω του επαναστατικού της κόμματος. Το κράτος αυτό θα αποτελούσε ουσιαστικά το πρόπλασμα του σοσιαλιστικού κράτους. Αυτό ομολογούνταν καθαρά. Η μετεξέλιξη σε σοσιαλιστικό κράτος προέκυπτε, πέρα από τις προθέσεις, με απόλυτη ακρίβεια ως δυνατότητα από την ίδια τη φυσιογνωμία της Λαϊκής Δημοκρατίας αλλά και από το περιεχόμενο της οικονομικής της πολιτικής.


Γιατί λαϊκή επανάσταση;

Η αντίληψη του Δ. Μπάτση ήταν επαναστατική. Συνεπής στη μαρξιστική λενινιστική ανάλυση, θεωρούσε ότι η ριζική αλλαγή της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής κατάστασης του λαού και της χώρας δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με επαναστατική μεταβολή. Γιατί όμως η μαρξιστική σκέψη της εποχής, και ο Μπάτσης μαζί με αυτήν, δεν έκαναν λόγο για απευθείας συγκρότηση σοσιαλιστικού κράτους; Γιατί αναφερόταν στη λαϊκή επανάσταση και όχι στην εργατική;
Η αιτία βρίσκεται στην ίδια την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Η χώρα χαρακτηριζόταν ιστορικά από τη σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων («μέσου επιπέδου ανάπτυξης»), την οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική εξάρτησή της από τις ισχυρές, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην αγροτική οικονομία και στο πολιτικό εποικοδόμημα (βασιλεία). Αυτό είχε ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την ύπαρξη μιας σχετικά ολιγάριθμης εργατικής τάξης. Αντίστοιχα, σήμαινε ότι υπερτερούσαν τα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης.
Επομένως, εκ των πραγμάτων η επαναστατική αλλαγή έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη της τις ανάγκες των πλατιών αυτών μικροαστικών στρωμάτων, κυρίως των αγροτών που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Χωρίς αυτούς, καμιά σοβαρή κοινωνική αλλαγή δεν μπορούσε να σημειωθεί. Εξάλλου, οι αγρότες ήταν ο βασικός αιμοδότης του κινήματος εθνικής αντίστασης, του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι την ηγεσία του αγώνα είχε η εργατική τάξη και ο κομματικός της σχηματισμός.
Κατά συνέπεια, έπρεπε να βρεθούν τα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που θα συνένωναν σε μια ενιαία κατεύθυνση τις κοινωνικές αυτές δυνάμεις με τρόπο ώστε να βελτιώνεται η ζωή και η θέση τους στην κοινωνία και παράλληλα να ικανοποιείται το σχέδιο για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων που ήταν τελικά η κοινή πηγή της κακοδαιμονίας και να προωθείται η μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία.
Για τον ίδιο λόγο η επανάσταση στην Ελλάδα δεν οριζόταν ως εργατική, σοσιαλιστική αλλά ως λαϊκοδημοκρατική (ή εργατοαγροτική κατά την προκατοχική ορολογία)14. Τονιζόταν έτσι το μη αμιγές προλεταριακό στοιχείο, το οποίο μπορεί να είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία αυτή, δεν είχε όμως τον αποκλειστικό. Ετίθετο δηλαδή για την εργατική τάξη ζήτημα κοινωνικών συμμαχιών. Κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης ήταν η εργατική τάξη και τα φτωχά και μεσαία στρώματα του χωριού και της πόλης.
Η επανάσταση αυτή έπρεπε πρώτα να επιλύσει ζητήματα που από άποψη κοινωνική δεν αποτελούν σοσιαλιστικά αλλά, θεωρητικά, μπορούν να υλοποιηθούν ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τέτοια ήταν η απαλλαγή από την εξάρτηση και η εξάλειψη των φεουδαρχικών κατάλοιπων στην ύπαιθρο και στο πολιτικό εποικοδόμημα. Για τούτο οι μετασχηματισμοί αυτοί ορίζονταν ως «αστικοδημοκρατικοί»15.
Βέβαια, η μαρξιστική σκέψη της εποχής γνώριζε πως η επίλυση αυτών των αντιθέσεων από την εργατική τάξη και τις άλλες, συμμαχικές κοινωνικές δυνάμεις δεν μπορεί παρά να αποτελεί προοίμιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων. Υπογραμμιζόταν ότι από την αρχή η λαϊκή επανάσταση λαμβάνει μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα όπως οι εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Ο ρυθμός της επέκτασης των σοσιαλιστικών μέτρων εξαρτιόταν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ενίσχυση της κοινωνικής και πολιτικής θέσης της εργατικής τάξης και από το βαθμό συνειδητοποίησης από τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών, ιδίως από τους αγρότες, της ανάγκης των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών.


Το θεωρητικό θεμέλιο

Το θεωρητικό θεμέλιο των αναλύσεων αυτών του Μπάτση και του ΚΚΕ εντοπίζεται στους κλασικούς του μαρξισμού, ιδίως όμως στον Λένιν και στις επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν κατά τον Λένιν το χαρακτήρα μιας επανάστασης είναι πρώτιστα «ο βαθμός της οικονομικής ανάπτυξης (όρος αντικειμενικός)» και, επιπρόσθετα, «ο βαθμός της συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου (όρος υποκειμενικός)»16.
Στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας ο Λένιν υποστήριξε την επαναστατική ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος. Στην επανάσταση αυτή, η εργατική τάξη έπρεπε να κατακτήσει τον πρωτεύοντα, ηγεμονικό ρόλο και να καταφέρει να συμπαρασύρει σε συμμαχία μαζί της την αγροτιά. Η επανάσταση αυτή θα ήταν δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική. Στο βαθμό που αυτό γινόταν εφικτό, καρπός μιας τέτοιας επανάστασης θα ήταν ένα επαναστατικό δημοκρατικό καθεστώς μια «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Το καθεστώς αυτό δεν θα ήταν σοσιαλιστικό. Θα λάμβανε μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα εξάλειψης των φεουδαρχικών καταλοίπων, ενίσχυσης της θέσης της εργατικής τάξης και θα άνοιγε το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Επομένως, η δημοκρατική (με την έννοια της αντιφεουδαρχικής είτε εθνικοαπελευθερωτικής είτε αντιδικτατορικής) επανάστασης διαπλέκεται στενά με τη σοσιαλιστική.
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία ανέτρεψε πράγματι το τσαρικό καθεστώς. Ωστόσο, η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει τον πρωτοπόρο, ηγεμονικό ρόλο στην επανάσταση αυτή. Αντίθετα, κυρίαρχο ρόλο βρέθηκαν να διαδραματίζουν οι μικροαστικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Για το λόγο αυτό ο Λένιν θεώρησε ότι η «αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε». Η εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς («επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς») πραγματοποιήθηκε μόνο «με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό»17. Η οργάνωση των συμβουλίων (σοβιέτ), ενός θεσμού επαναστατικού - δημοκρατικού στη λειτουργία του, που εξασφάλιζε την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων, την αιρετότητα, ανακλητότητα και τον έλεγχο των αντιπροσώπων του λαού, η ένοπλη οργάνωση του λαού ήταν τα θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εξουσίας. Σε αυτήν όμως επικρατούσαν ακόμη τα μικροαστικά στρώματα και οι μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν την εξουσία στην αστική τάξη. Για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσωρινή, ιδιόμορφη συνύπαρξη – σύμπλεξη ανάμεσα στα σοβιέτ (όπου όμως κυριαρχούσαν οι μικροαστικές δυνάμεις) και στην αστική τάξη η οποία ανέλαβε την εξουσία λόγω της κυριαρχίας των μικροαστών στα σοβιέτ (δυαδική εξουσία)18.
Λίγο μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία, προετοιμάζοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση που ακολούθησε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Λένιν υποστήριζε ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που «αποτελούν εγγύηση ότι η επανάσταση δεν θα περιοριστεί στο πρώτο στάδιο»19. Η ουσία της ανάλυσης αυτής επαναλήφθηκε στην εισήγησή του στο σημαντικό 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σημείωνε ότι η ρωσική επανάσταση μετά τον Οκτώβριο του 1917 «πέρασε ένα «γενικό δημοκρατικό», δηλαδή στην ουσία αστικοδημοκρατικό, στάδιο πάλης όλης της αγροτιάς στο σύνολό της ενάντια στους τσιφλικάδες»20.
Η θέση για μετεξέλιξη της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική αποτέλεσε μια σταθερή αναφορά της λενινιστικής σκέψης21. Δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Λένιν22. Στο έργο του Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι που γράφτηκε το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν συνέχισε να υποστηρίζει σταθερά το σχήμα της μετεξέλιξης της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και υπογράμμιζε ότι «η επανάστασή μας είναι αστική, όσο καιρό πάμε μαζί με την αγροτιά σαν σύνολο… Ποτέ δεν αποπειραθήκαμε να υπερπηδήσουμε αυτό το απαραίτητο σκαλοπάτι της ιστορικής πορείας ή να το καταργήσουμε με διατάγματα». Παράλληλα επισήμαινε ότι «η προσπάθεια να ορθωθεί τεχνητό σινικό τείχος ανάμεσα στη μια και στην άλλη, να χωριστεί η μια από την άλλη με οτιδήποτε άλλο εκτός από το βαθμό προετοιμασίας του προλεταριάτου και το βαθμό της ένωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού, είναι η μεγαλύτερη διαστρέβλωση του μαρξισμού»23.
Το 1921, τέσσερα χρόνια μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, ο Λένιν επιβεβαίωσε την προσήλωσή του στην παραπάνω ανάλυση: «δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την τέτια σχέση ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στην προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Η πρώτη μετεξελίσσεται στη δεύτερη. Η δεύτερη λύνει, ανάμεσα στ’ άλλα, τα προβλήματα της πρώτης. Η δεύτερη κατοχυρώνει το έργο της πρώτης. Ο αγώνας και μόνο ο αγώνας κρίνει κατά πόσο η δεύτερη κατορθώνει να ξεπεράσει την πρώτη»24.
Με αφετηρία αυτή την ανάλυση, ο ίδιος ο Λένιν και μετέπειτα η Κομμουνιστική Διεθνής διέκριναν ουσιαστικά τρεις πιθανούς τύπους επαναστάσεων στη σύγχρονη εποχή25. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορούσαν να γίνουν σοσιαλιστικές επαναστάσεις, καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε δώσει στην εργατική τάξη κυρίαρχη θέση και η μικροϊδιοκτησία είχε σχεδόν πλήρως εξαλειφθεί. Στις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, η εργατική τάξη ήταν αδύναμη αριθμητικά και όπου υπήρχαν υπολείμματα μισοφεουδαρχικά στην αγροτική οικονομία και γενικότερα πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών, ήταν πιθανές είτε δημοκρατικές επαναστάσεις που θα μετασχηματίζονταν γρήγορα σε σοσιαλιστικές, είτε σοσιαλιστικές επαναστάσεις που θα είχαν όμως να επιλύσουν πρώτα πολλά ζητήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα. Στις καθυστερημένες χώρες (αποικίες κλπ.) ήταν αναγκαίες οι δημοκρατικές επαναστάσεις και ο περαιτέρω μετασχηματισμός τους σε σοσιαλιστικές.
Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Τρότσκι ο οποίος θεωρούσε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ετίθετο ως ιστορικό καθήκον ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών26. Το ρεύμα αυτό ταύτιζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των αγροτικών στρωμάτων (την «επαναστατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς») με την σοσιαλιστική, εργατική εξουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνει υπόψη του επαρκώς την ανάγκη διαμόρφωσης αιτημάτων και στόχων που μπορούν να συνενώσουν τον αγώνα της εργατικής τάξης με τα αγροτικά και τα άλλα μικρομεσαία στρώματα, να υποτιμά τα δημοκρατικά αιτήματα και να θέτει άμεσα ζήτημα σοσιαλιστικής επανάστασης χωρίς πάντοτε να υφίστανται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις27. Για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα βρέθηκε απομονωμένο από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα τόσο στην Ελλάδα (ιδιαίτερα την κρίσιμη δεκαετία του 1940) όσο και γενικά.


Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους

Ο λόγος που ο Μπάτσης και το ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα στο οποίο εντασσόταν έκανε λόγο για κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι για σοσιαλιστικό θεμελιώνεται και από τη συγκεκριμένη εξέταση του κοινωνικού περιεχομένου της κρατικής εξουσίας.
Ο ίδιος ο βαθμός καπιταλιστικής ανάπτυξης καθορίζει πρώτιστα όχι μόνο το χαρακτήρα της επανάστασης αλλά και τη φυσιογνωμία του κράτους που προκύπτει από αυτήν. Ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στον καθορισμό του πραγματικού και όχι του εξαγγελλόμενου ταξικού χαρακτήρα του κράτους;
Με βάση τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία, για να υπάρξει εργατικό, σοσιαλιστικό κράτος δεν αρκεί η κατάκτηση της κυβέρνησης από το επαναστατικό κόμμα της τάξης αυτής. Υπάρχουν μια σειρά προϋποθέσεις που πρέπει να εξετάζονται: 1. Η επαναστατική ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και η διάλυση της ουσίας του αστικού κρατικού μηχανισμού. 2. Η αντικατάσταση των δομών αυτών από νέους, τύπου Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή από θεσμούς που διακρίνονται για την άμεση δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής της εργατικής τάξης και του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών τους (πλήρης εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας, ανακλητότητας, εναλλαγής, ελέγχου από τα κάτω όλων των αντιπροσώπων και όλων των υπεύθυνων κρατικών λειτουργών). 3. Στους θεσμούς αυτούς, η εργατική τάξη θα πρέπει να διαδραματίζει καίριο ρόλο, η ίδια η τάξη και όχι απλώς οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. 4. Η οικονομική βάση επί της οποίας εδράζεται το κράτος, τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις όσο και οι παραγωγικές σχέσεις. 5. Η κατεύθυνση και ο τρόπος παρέμβασης του κράτους στην οικονομία.
Όπου η εργατική τάξη είναι μειοψηφία στο λαό και βρίσκεται ανάμεσα σε πολυπληθέστερα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να διαδραματίσει πλήρως τον ηγεμονικό της ρόλο. Απαιτείται η ανάπτυξη συμμαχιών με τα στρώματα αυτά τόσο πριν την επανάσταση όσο και μετά. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα αυτό, και μετά την επανάσταση, αναπτύσσοντας μια πολιτική συμμαχίας μαζί τους προωθώντας την εθελοντική συνένωση των μικροπαραγωγών σε συνεταιρισμούς προκειμένου να περάσουν έτσι βαθμιαία στη μεγάλη παραγωγή, αναπτύσσοντας τη λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ)28.
Το κράτος, κάθε κράτος, πρέπει να εξετάζεται όχι ως αφηρημένη έννοια, ούτε με βάση τις διακηρύξεις του ίδιου ή των διαχειριστών του, αλλά «όπως δημιουργήθηκε στην πράξη»29. Ο Λένιν, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία του κράτους που προέκυψε ως αποτέλεσμα της επανάστασης του Οκτωβρίου 1917, δε δίστασε να το αποκαλέσει εργατο-αγροτικό καθώς η εργατική τάξη είχε εκ των πραγμάτων κυρίαρχο βέβαια αλλά αδύναμο ρόλο. Διακρίνοντας επιπλέον τις τάσεις αυτονόμησης του πολιτικών διαχειριστών από την τάξη, προσέθεσε ότι πρόκειται για εργατοαγροτικό κράτος με «γραφειοκρατική στρέβλωση»30. Το κράτος είναι και αυτό ιστορικό φαινόμενο, κινείται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά και ανάλογα με τις υποκειμενικές παρεμβάσεις. Ο εργατικός χαρακτήρας του κράτους δεν είναι μια για πάντα δοσμένος31.
Με αυτή την έννοια, στις όχι ολόπλευρα αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ετίθετο το ζήτημα της αντικατάστασης της αστικής εξουσίας από την εξουσία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων μικροαστικών στρωμάτων. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας, στο οποίο αναφερόταν ο Μπάτσης, ήταν ακριβώς αυτό.


Η ιστορική εμπειρία

Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του 1940 και των μετέπειτα επαναστάσεων των δεκαετιών που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την ανάλυση αυτή. Σημειώθηκαν επαναστάσεις σε χώρες μέσου ή χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με χαμηλό ποσοστό της εργατικής τάξης στον πληθυσμό. Οι επαναστατικές αλλαγές καθοδηγήθηκαν από την εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που αναφέρονταν σε αυτήν.
Στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης σημειώθηκαν λαϊκές (κατά κανόνα εργατοαγροτικές) επαναστάσεις, ως συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα, οι οποίες κατάργησαν την αστική κρατική εξουσία και οικοδόμησαν κράτη Λαϊκής Δημοκρατίας που είχαν ανάλογα χαρακτηριστικά. Την πρωτοκαθεδρία στην οικοδόμηση των νέων κρατών είχε η εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που διεκδικούσαν την πολιτική της έκφραση32.
Σε ακόμη λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, η Κούβα33, άλλες αφρικανικές και ασιατικές χώρες επικράτησαν εθνικοαπελευθερωτικές και άλλες, ποικιλόμορφες δημοκρατικές αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Εκεί η θέση της εργατικής τάξης στα επαναστατικά κράτη που προέκυψαν ήταν, εκ των πραγμάτων, ακόμη πιο ασταθής.
Οι κοινωνικο-οικονομικοί σχηματισμοί που πραγματοποιήθηκαν είχαν ως στόχο την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και την προσπάθεια ανάπτυξης βιομηχανικής βάσης (και βαριάς βιομηχανίας), την ανάπτυξη των συνεταιρισμών για τη συνένωση και την υπέρβαση του κατακερματισμού της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας.
Οι ρυθμοί πραγματοποίησης των αλλαγών διέφεραν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το βαθμό συνειδητοποίησης της ανάγκης των αλλαγών από τους λαούς. Η σχετική συζήτηση για τους ρυθμούς και τον τρόπο ολοκλήρωσης των μετασχηματισμών συνεχίζονται ακόμη και σήμερα.
Το βέβαιο είναι ότι, αρχικά τουλάχιστον, τα κράτη αυτά δεν μπορούσαν να έχουν πλήρως τα χαρακτηριστικά του εργατικού, σοσιαλιστικού κράτους. Ήταν περισσότερο μορφές επαναστατικής δημοκρατικής εργατοαγροτικής εξουσίας που, υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της κόμματος, έτεινε να μετεξελιχθεί σε εργατική, σοσιαλιστική εξουσία. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, τα κράτη αυτά σημαδεύτηκαν από τη «γραφειοκρατική στρέβλωση» για την οποία είχε κάνει λόγο ο Λένιν. Η γραφειοκρατική αυτή στρέβλωση αναπτύχθηκε παράλληλα με τη μετεξέλιξη της εργατοαγροτικής σε εξουσίας σε σοσιαλιστική με τη γνωστή κατάληξη στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η αποδυνάμωση της λαϊκής, εργατικής δημοκρατίας, η αυτονόμηση των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους εντείνονταν χρόνο με το χρόνο. Η κατάσταση έγινε από ένα σημείο και μετά μη αναστρέψιμη και οδήγησε, μαζί με ένα σύνολο παραγόντων, στην καπιταλιστική παλινόρθωση.
Αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί την αξία και επικαιρότητα του αναπτυξιακού, απελευθερωτικού προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας και του Δημήτρη Μπάτση που αποτελεί και σήμερα πηγή γόνιμου προβληματισμού.


1 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1977, σελ. 194.
2 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 195.
3 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 214, 215.
4 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 80 και Ν. Ζαχαριάδης, «Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας (εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, 2-10-1945)» στον τόμο Ν. Ζαχαριάδης, Ιστορικά διλήμματα – ιστορικές απαντήσεις, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ. 222 επ., 230 επ., 249 επ. Βλ. επίσης το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 388 επ. όπου, προφανώς για λόγους συμβιβασμού με τις άλλες δυνάμεις του ΕΑΜ, προστίθενται και οι μεσαίοι αστοί: «είναι εξουσία που ενσαρκώνει τη συμμαχία εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανοήσεως, μικρών και μεσαίων αστών».
5Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 422-423.
6 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 16 επ., 171 επ.
7 Βλ. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 73-75.
8 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 77.
9 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 82.
10 Βλ. Το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 390.
11 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 424.
12 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 423.
13 Βλ. «Το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας, σχέδιο», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 26-27.
14 Βλ. Δ. Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 130 επ., 145.
15 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 418-419. Το σχέδιο προγράμματος παρέπεμπε, όπως είναι φυσικό, στην ιστορική 6η ολομέλεια της ΚΕ του κόμματος που καθόρισε κατά βάση το χαρακτήρα της επανάστασης.
16 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15.
17 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Άπαντα, τ. 31, σελ. 131 επ., 133-134.
18 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Άπαντα, τ. 31, σελ. 155.
19 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους Ελβετούς εργάτες», Άπαντα, τ. 31, σελ. 93.
20 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38, σελ. 143.
21 Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 64-65.
22 Βλ. αντίθετη αλλά αυθαίρετη ερμηνεία στο Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2006, σελ. 164.
23 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 322, 323.
24 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η τέταρτη επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 147.
25 Βλ. Πρόγραμμα και καταστατικό της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Ειρήνη, 1975, σελ. 60-62.
26Βλ. Λ. Τρότσκι, Η ρωσική επανάσταση του 1905, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2005, ιδίως σελ. 87 και Λ. Τρότσκι, Η διαρκής επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1982, σελ. 152-157.
27 Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, οπ.π., σελ. 197 επ.
28 Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 44, σελ. 8.
29 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ.208.
30 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ. 207-208 και του ίδιου, «Η κρίση του κόμματος», Άπαντα, τ. 42, σελ. 239.
31 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού», Άπαντα, τ. 44, σελ. 224, όπου μιλώντας για το κράτος τόνιζε ότι «πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή».
32 Βλ. Ου. Φόστερ, Ιστορία των τριών Διεθνών, Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, χ.χρ., σελ. 593-594 και Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ. σελ. 571 και Φ. Λάδης, Τι είναι και που πηγαίνει ο ευρωκομμουνισμός, Αθήνα, εκδ. Πύλη, 1982, σελ. 204 επ.
33 Βλ. ενδεικτικά Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας (1958), Ιστορία της κινέζικης επανάστασης, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2010, σελ. 595 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 59 επ.