Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Βαριά βιομηχανία και Λαϊκή Δημοκρατία: το ζήτημα της κρατικής εξουσίας στο έργο του Δημήτρη Μπάτση

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 17, Απρ-Σεπτ 2015, σελ. 277-287

Η επιστημονική ανάλυση του Δημήτρη Μπάτση για τη δυνατότητα αυτοδύναμης βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας εντασσόταν στο πλαίσιο διεκδίκησης της συγκρότησης μιας νέας κρατικής εξουσίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή είχε καταγραφεί πολιτικά στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 και στο «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας» του πολιτικού συνασπισμού του ΕΑΜ. Σε αυτά ακριβώς τα πολιτικά κείμενα, καθώς και στη σχετική εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ, παρέπεμπε ευθέως ο Μπάτσης για να διευκρινίσει το πολιτικό πλαίσιο ανάλυσης της μελέτης του.

Tα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Μπάτσης στο βιβλίο του είχαν τεθεί από τις προηγούμενες επαναστατικές εμπειρίες, ιδιαίτερα την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είχαν επίσης αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από τους κλασικούς του μαρξισμού. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην ιδιαίτερη τοποθέτησή τους στις ελληνικές συνθήκες από τον Μπάτση.


Η αυτοδύναμη ανάπτυξη και η λαϊκή εξουσία

Ο Δημήτρης Μπάτσης θεωρούσε ότι για το έργο της βιομηχανικής ανόρθωσης της χώρας και για την ανάταξη του επιπέδου ζωής του ελληνικού λαού έπρεπε να ληφθούν υπόψη: «1. πως είναι οικονομία χώρας με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης… 2. πως είναι οικονομία με μονόπλευρη και ασθενική ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων, που συνδέεται αναπόσπαστα από το γεγονός: 3. πως εξαρτάται ολόπλευρα από το ξένο κεφάλαιο». Υποστήριζε επίσης πως πρέπει να εκλείψουν «οι βασικές αιτίες που προκαλούν και στηρίζουν το καθεστώς αυτό. Και ποιες είναι αυτές οι αιτίες;
Είναι πρώτα απ’ όλα η πολιτική κυριαρχία της σημερινής οικονομικής ολιγαρχίας, που από το ένα μέρος κρατάει την οικονομία στο μαρασμό και στην καθυστέρηση που είδαμε, και από το άλλο την έχει υποδουλώσει στο ξένο κεφάλαιο και στα πολιτικά και οικονομικά του συμφέροντα. Η υποδούλωση αυτή εξυπηρετεί φυσικά τους ταξικούς σκοπούς των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων.
Βασικό αίτημα για να αναπλαστεί η χώρα μας είναι να πάψει η πολιτική εκμετάλλευση και κυριαρχία των τάξεων αυτών, και να καταργηθεί η προνομιακή εκμετάλλευση της οικονομίας μας από το ξένο κεφάλαιο»1.
Ο Μπάτσης θεωρούσε ότι είναι σημαντικό να επιλυθεί το «πρόβλημα της εξουσίας… Την εξουσία πρέπει να πάρει ο συνασπισμός της μαχητικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά και με τα μεσαία στρώματα στις πόλεις (επαγγελματίες, βιοτέχνες, διανόηση)»2. Θεωρούσε επομένως αναγκαία την αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας από μια άλλου τύπου εξουσία, τη λαϊκή δημοκρατία. Η τελευταία θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικονομία. «Θα ήταν λοιπόν ανεδαφικό, αν υποστηρίζαμε πως μια οικονομία που δε δημιούργησε ακόμα τις προϋποθέσεις για την τεχνική της ανοικοδόμηση σε ανώτερη βάση μπορεί να οργανωθεί άμεσα, όπως μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία». «Η λαϊκή δημοκρατία θα προετοιμάσει τη χώρα για το γρήγορο πέρασμα στο σοσιαλισμό… Διαφέρει όμως και από τη σοσιαλιστική δημοκρατία αν και τείνει προς αυτή»3.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους αυτού, σύμφωνα με τον Μπάτση και γενικότερα τους υποστηρικτές της αντίληψης ήταν:
Πρώτο, το κράτος αυτό θα ήταν εκφραστής κοινωνικών συμφερόντων διαφορετικών από εκείνων του αστικού κράτους. Το αστικό κράτος κατά τη μαρξιστική αντίληψη εκφράζει, ως γνωστό, τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας θα εξέφραζε την εργατική τάξη, τους αγρότες (χωρίς να γίνεται κάποια διαφοροποίηση στο εσωτερικό της τάξης αυτής), τα μικροαστικά στρώματα της πόλης4.
Δεύτερο, η Λαϊκή Δημοκρατία αποτελεί, όπως διευκρινιζόταν στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ (1945), ένα νέο τύπο δημοκρατίας, «όπου η εξουσία είναι στα χέρια του λαού που δεν είναι τυπικά μόνο, όπως στην αστική δημοκρατία, ο φορέας της εξουσίας μα ασκεί άμεσα όλες τις εξουσίες… Η Λαϊκή Δημοκρατία εξασφαλίζει την ανάπτυξη στον ανώτατο βαθμό της πρωτοβουλίας και αυτενέργειας των λαϊκών στρωμάτων… Η λαοκρατική θεμελίωση της νέας εξουσίας στηρίζεται σε μια πραγματική λαϊκή αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, σ’ έναν καινούργιο απλούστερο κρατικό μηχανισμό χωρίς δοσίλογους και φασίστες, σε λαϊκό στρατό και σε λαϊκό σώμα ασφαλείας, σε μια βαθιά δημοκρατική αναδιοργάνωση του θεσμού της Εθνικής Αντιπροσωπείας και σ’ έναν άμεσο και πλατύτατο λαϊκό, έλεγχο»5.
Οι αναφορές αυτές βασίζονταν στην εμπειρία των λαοκρατικών θεσμών που γεννήθηκαν και λειτούργησαν την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Βρήκαν τη νομική τους έκφραση ιδίως στο Α' Ψήφισμα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης και στην Πράξη 55 του Εθνικού Συμβουλίου περί Λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης6. Η λαϊκή αυτοδιοίκηση έθετε ως θεμέλιο της κρατικής οργάνωσης τις λαϊκές συνελεύσεις. Καθιέρωνε την αιρετότητα και τη δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων του λαού.
Σε ανάλογο πνεύμα είχαν διατυπωθεί μετά την απελευθέρωση οι προτάσεις του ΚΚΕ για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Σε αυτές περιλαμβανόταν η κατάργηση των προνομίων του ξένου κεφαλαίου, η απαγόρευση της παρουσίας ξένων βάσεων και στρατευμάτων, η ενίσχυση των εξουσιών της Βουλής σε βάρος της εκτελεστικής λειτουργίας, η καθιέρωση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η υιοθέτηση της απλής αναλογικής και της δυνατότητας ανάκλησης των βουλευτών7. Στην ίδια λογική βρισκόταν και η Πράξη 1 της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε το Δεκέμβριο του 1947 στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές8.
Τρίτο, το κράτος αυτό θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας της χώρας και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Όπως αναφερόταν στην πολιτική απόφαση του 7ου συνεδρίου του ΚΚΕ, τα μέτρα αυτά ήταν η απαλλαγή «από την οικονομική εξάρτηση του ξένου κεφαλαίου, που δεν έχει συμφέρον να ορθοποδήσει και να μεγαλουργήσει η Ελλάδα στη ριγμένη στις δικές της εσωτερικές δυνάμεις». Παράλληλα, απαιτείται «η εθνικοποίηση της πίστης, των μεγάλων μεταφορών, των βασικών βιομηχανιών που έχουν πρωταρχική εθνική σημασία». Τα τελευταία αυτά μέτρα αποτελούν, κατά την αντίληψη αυτή, «το βάθρο για να θεμελιωθεί η ακλόνητη εθνική μας δύναμη και ανεξαρτησία» αλλά, ταυτόχρονα, «ανοίγουν το δρόμο για το πέρασμα από τη Λαϊκή Δημοκρατία στη σοσιαλιστική»9.
Στο ίδιο πνεύμα, το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ ανέφερε ενδεικτικά ορισμένα, πιο συγκεκριμένα μέτρα όπως η κατάργηση των εξωτερικών χρεών και του Διεθνούς οικονομικού Ελέγχου καθώς και η κατάργηση όλων των προνομίων των ξένων εταιρειών. Πέρα από την εθνικοποίηση των παραπάνω τομέων, αναφερόταν στην καθιέρωση ελέγχου του κράτους της Λαϊκής Δημοκρατίας «με συμμετοχή των εργατών σ’ όλες τις άλλες μεγάλες βιομηχανίες»10. Στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ υπήρχαν δυο μικρές προσθήκες που καταδείκνυαν τη δυναμική της πολιτικής της Λαϊκής Δημοκρατίας: «κατάσχεση και εθνικοποίηση των ξένων επιχειρήσεων» και έλεγχος «σ’ όλες τις υπόλοιπες βιομηχανίες» και όχι μόνο στις μεγάλες11.
Παράλληλα, στο σχέδιο προγράμματος του ΚΚΕ αναφερόταν ρητά εκείνο που στο πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ υπονοούνταν: το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας δεν επρόκειτο να καταργήσει πλήρως την ατομική ιδιοκτησία αλλά δεν θα την άφηνε και ανεξέλεγκτη. «Η Λαϊκή Δημοκρατία δεν καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και δεν περιορίζει την ατομική πρωτοβουλία στον οικονομικό τομέα παρά μονάχα προς όφελος του γενικού λαϊκού κοινωνικού συμφέροντος. Αντίθετα ενθαρρύνει κι ενισχύει κάθε ατομική και οικονομική παραγωγική δραστηριότητα που τείνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου μέσα στα πλαίσια του γενικού οικονομικού σχεδίου12».
Για τους αγρότες και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης προβλεπόταν ότι «θα οργανωθεί εθελοντικά με τη βοήθεια και ενίσχυση του κράτους σ’ ένα πυκνό δίχτυ από συνεταιρισμούς παραγωγής – κατανάλωσης»13.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν μια μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης, των αγροτών και των μικροαστών της πόλης. Τον κυρίαρχο ρόλο στην οργάνωση της κρατικής εξουσίας θα τον είχε η εργατική τάξη, τόσο από άποψη κοινωνική, όσο ιδίως από άποψη πολιτική μέσω του επαναστατικού της κόμματος. Το κράτος αυτό θα αποτελούσε ουσιαστικά το πρόπλασμα του σοσιαλιστικού κράτους. Αυτό ομολογούνταν καθαρά. Η μετεξέλιξη σε σοσιαλιστικό κράτος προέκυπτε, πέρα από τις προθέσεις, με απόλυτη ακρίβεια ως δυνατότητα από την ίδια τη φυσιογνωμία της Λαϊκής Δημοκρατίας αλλά και από το περιεχόμενο της οικονομικής της πολιτικής.


Γιατί λαϊκή επανάσταση;

Η αντίληψη του Δ. Μπάτση ήταν επαναστατική. Συνεπής στη μαρξιστική λενινιστική ανάλυση, θεωρούσε ότι η ριζική αλλαγή της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής κατάστασης του λαού και της χώρας δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με επαναστατική μεταβολή. Γιατί όμως η μαρξιστική σκέψη της εποχής, και ο Μπάτσης μαζί με αυτήν, δεν έκαναν λόγο για απευθείας συγκρότηση σοσιαλιστικού κράτους; Γιατί αναφερόταν στη λαϊκή επανάσταση και όχι στην εργατική;
Η αιτία βρίσκεται στην ίδια την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Η χώρα χαρακτηριζόταν ιστορικά από τη σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων («μέσου επιπέδου ανάπτυξης»), την οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική εξάρτησή της από τις ισχυρές, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην αγροτική οικονομία και στο πολιτικό εποικοδόμημα (βασιλεία). Αυτό είχε ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την ύπαρξη μιας σχετικά ολιγάριθμης εργατικής τάξης. Αντίστοιχα, σήμαινε ότι υπερτερούσαν τα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης.
Επομένως, εκ των πραγμάτων η επαναστατική αλλαγή έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη της τις ανάγκες των πλατιών αυτών μικροαστικών στρωμάτων, κυρίως των αγροτών που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Χωρίς αυτούς, καμιά σοβαρή κοινωνική αλλαγή δεν μπορούσε να σημειωθεί. Εξάλλου, οι αγρότες ήταν ο βασικός αιμοδότης του κινήματος εθνικής αντίστασης, του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι την ηγεσία του αγώνα είχε η εργατική τάξη και ο κομματικός της σχηματισμός.
Κατά συνέπεια, έπρεπε να βρεθούν τα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που θα συνένωναν σε μια ενιαία κατεύθυνση τις κοινωνικές αυτές δυνάμεις με τρόπο ώστε να βελτιώνεται η ζωή και η θέση τους στην κοινωνία και παράλληλα να ικανοποιείται το σχέδιο για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων που ήταν τελικά η κοινή πηγή της κακοδαιμονίας και να προωθείται η μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία.
Για τον ίδιο λόγο η επανάσταση στην Ελλάδα δεν οριζόταν ως εργατική, σοσιαλιστική αλλά ως λαϊκοδημοκρατική (ή εργατοαγροτική κατά την προκατοχική ορολογία)14. Τονιζόταν έτσι το μη αμιγές προλεταριακό στοιχείο, το οποίο μπορεί να είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία αυτή, δεν είχε όμως τον αποκλειστικό. Ετίθετο δηλαδή για την εργατική τάξη ζήτημα κοινωνικών συμμαχιών. Κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης ήταν η εργατική τάξη και τα φτωχά και μεσαία στρώματα του χωριού και της πόλης.
Η επανάσταση αυτή έπρεπε πρώτα να επιλύσει ζητήματα που από άποψη κοινωνική δεν αποτελούν σοσιαλιστικά αλλά, θεωρητικά, μπορούν να υλοποιηθούν ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τέτοια ήταν η απαλλαγή από την εξάρτηση και η εξάλειψη των φεουδαρχικών κατάλοιπων στην ύπαιθρο και στο πολιτικό εποικοδόμημα. Για τούτο οι μετασχηματισμοί αυτοί ορίζονταν ως «αστικοδημοκρατικοί»15.
Βέβαια, η μαρξιστική σκέψη της εποχής γνώριζε πως η επίλυση αυτών των αντιθέσεων από την εργατική τάξη και τις άλλες, συμμαχικές κοινωνικές δυνάμεις δεν μπορεί παρά να αποτελεί προοίμιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων. Υπογραμμιζόταν ότι από την αρχή η λαϊκή επανάσταση λαμβάνει μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα όπως οι εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Ο ρυθμός της επέκτασης των σοσιαλιστικών μέτρων εξαρτιόταν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ενίσχυση της κοινωνικής και πολιτικής θέσης της εργατικής τάξης και από το βαθμό συνειδητοποίησης από τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών, ιδίως από τους αγρότες, της ανάγκης των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών.


Το θεωρητικό θεμέλιο

Το θεωρητικό θεμέλιο των αναλύσεων αυτών του Μπάτση και του ΚΚΕ εντοπίζεται στους κλασικούς του μαρξισμού, ιδίως όμως στον Λένιν και στις επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν κατά τον Λένιν το χαρακτήρα μιας επανάστασης είναι πρώτιστα «ο βαθμός της οικονομικής ανάπτυξης (όρος αντικειμενικός)» και, επιπρόσθετα, «ο βαθμός της συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου (όρος υποκειμενικός)»16.
Στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας ο Λένιν υποστήριξε την επαναστατική ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος. Στην επανάσταση αυτή, η εργατική τάξη έπρεπε να κατακτήσει τον πρωτεύοντα, ηγεμονικό ρόλο και να καταφέρει να συμπαρασύρει σε συμμαχία μαζί της την αγροτιά. Η επανάσταση αυτή θα ήταν δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική. Στο βαθμό που αυτό γινόταν εφικτό, καρπός μιας τέτοιας επανάστασης θα ήταν ένα επαναστατικό δημοκρατικό καθεστώς μια «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Το καθεστώς αυτό δεν θα ήταν σοσιαλιστικό. Θα λάμβανε μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα εξάλειψης των φεουδαρχικών καταλοίπων, ενίσχυσης της θέσης της εργατικής τάξης και θα άνοιγε το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Επομένως, η δημοκρατική (με την έννοια της αντιφεουδαρχικής είτε εθνικοαπελευθερωτικής είτε αντιδικτατορικής) επανάστασης διαπλέκεται στενά με τη σοσιαλιστική.
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία ανέτρεψε πράγματι το τσαρικό καθεστώς. Ωστόσο, η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει τον πρωτοπόρο, ηγεμονικό ρόλο στην επανάσταση αυτή. Αντίθετα, κυρίαρχο ρόλο βρέθηκαν να διαδραματίζουν οι μικροαστικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Για το λόγο αυτό ο Λένιν θεώρησε ότι η «αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε». Η εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς («επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς») πραγματοποιήθηκε μόνο «με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό»17. Η οργάνωση των συμβουλίων (σοβιέτ), ενός θεσμού επαναστατικού - δημοκρατικού στη λειτουργία του, που εξασφάλιζε την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων, την αιρετότητα, ανακλητότητα και τον έλεγχο των αντιπροσώπων του λαού, η ένοπλη οργάνωση του λαού ήταν τα θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εξουσίας. Σε αυτήν όμως επικρατούσαν ακόμη τα μικροαστικά στρώματα και οι μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν την εξουσία στην αστική τάξη. Για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσωρινή, ιδιόμορφη συνύπαρξη – σύμπλεξη ανάμεσα στα σοβιέτ (όπου όμως κυριαρχούσαν οι μικροαστικές δυνάμεις) και στην αστική τάξη η οποία ανέλαβε την εξουσία λόγω της κυριαρχίας των μικροαστών στα σοβιέτ (δυαδική εξουσία)18.
Λίγο μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία, προετοιμάζοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση που ακολούθησε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Λένιν υποστήριζε ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που «αποτελούν εγγύηση ότι η επανάσταση δεν θα περιοριστεί στο πρώτο στάδιο»19. Η ουσία της ανάλυσης αυτής επαναλήφθηκε στην εισήγησή του στο σημαντικό 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σημείωνε ότι η ρωσική επανάσταση μετά τον Οκτώβριο του 1917 «πέρασε ένα «γενικό δημοκρατικό», δηλαδή στην ουσία αστικοδημοκρατικό, στάδιο πάλης όλης της αγροτιάς στο σύνολό της ενάντια στους τσιφλικάδες»20.
Η θέση για μετεξέλιξη της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική αποτέλεσε μια σταθερή αναφορά της λενινιστικής σκέψης21. Δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Λένιν22. Στο έργο του Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι που γράφτηκε το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν συνέχισε να υποστηρίζει σταθερά το σχήμα της μετεξέλιξης της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και υπογράμμιζε ότι «η επανάστασή μας είναι αστική, όσο καιρό πάμε μαζί με την αγροτιά σαν σύνολο… Ποτέ δεν αποπειραθήκαμε να υπερπηδήσουμε αυτό το απαραίτητο σκαλοπάτι της ιστορικής πορείας ή να το καταργήσουμε με διατάγματα». Παράλληλα επισήμαινε ότι «η προσπάθεια να ορθωθεί τεχνητό σινικό τείχος ανάμεσα στη μια και στην άλλη, να χωριστεί η μια από την άλλη με οτιδήποτε άλλο εκτός από το βαθμό προετοιμασίας του προλεταριάτου και το βαθμό της ένωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού, είναι η μεγαλύτερη διαστρέβλωση του μαρξισμού»23.
Το 1921, τέσσερα χρόνια μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, ο Λένιν επιβεβαίωσε την προσήλωσή του στην παραπάνω ανάλυση: «δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την τέτια σχέση ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στην προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Η πρώτη μετεξελίσσεται στη δεύτερη. Η δεύτερη λύνει, ανάμεσα στ’ άλλα, τα προβλήματα της πρώτης. Η δεύτερη κατοχυρώνει το έργο της πρώτης. Ο αγώνας και μόνο ο αγώνας κρίνει κατά πόσο η δεύτερη κατορθώνει να ξεπεράσει την πρώτη»24.
Με αφετηρία αυτή την ανάλυση, ο ίδιος ο Λένιν και μετέπειτα η Κομμουνιστική Διεθνής διέκριναν ουσιαστικά τρεις πιθανούς τύπους επαναστάσεων στη σύγχρονη εποχή25. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορούσαν να γίνουν σοσιαλιστικές επαναστάσεις, καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε δώσει στην εργατική τάξη κυρίαρχη θέση και η μικροϊδιοκτησία είχε σχεδόν πλήρως εξαλειφθεί. Στις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, η εργατική τάξη ήταν αδύναμη αριθμητικά και όπου υπήρχαν υπολείμματα μισοφεουδαρχικά στην αγροτική οικονομία και γενικότερα πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών, ήταν πιθανές είτε δημοκρατικές επαναστάσεις που θα μετασχηματίζονταν γρήγορα σε σοσιαλιστικές, είτε σοσιαλιστικές επαναστάσεις που θα είχαν όμως να επιλύσουν πρώτα πολλά ζητήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα. Στις καθυστερημένες χώρες (αποικίες κλπ.) ήταν αναγκαίες οι δημοκρατικές επαναστάσεις και ο περαιτέρω μετασχηματισμός τους σε σοσιαλιστικές.
Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Τρότσκι ο οποίος θεωρούσε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ετίθετο ως ιστορικό καθήκον ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών26. Το ρεύμα αυτό ταύτιζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των αγροτικών στρωμάτων (την «επαναστατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς») με την σοσιαλιστική, εργατική εξουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνει υπόψη του επαρκώς την ανάγκη διαμόρφωσης αιτημάτων και στόχων που μπορούν να συνενώσουν τον αγώνα της εργατικής τάξης με τα αγροτικά και τα άλλα μικρομεσαία στρώματα, να υποτιμά τα δημοκρατικά αιτήματα και να θέτει άμεσα ζήτημα σοσιαλιστικής επανάστασης χωρίς πάντοτε να υφίστανται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις27. Για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα βρέθηκε απομονωμένο από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα τόσο στην Ελλάδα (ιδιαίτερα την κρίσιμη δεκαετία του 1940) όσο και γενικά.


Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους

Ο λόγος που ο Μπάτσης και το ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα στο οποίο εντασσόταν έκανε λόγο για κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι για σοσιαλιστικό θεμελιώνεται και από τη συγκεκριμένη εξέταση του κοινωνικού περιεχομένου της κρατικής εξουσίας.
Ο ίδιος ο βαθμός καπιταλιστικής ανάπτυξης καθορίζει πρώτιστα όχι μόνο το χαρακτήρα της επανάστασης αλλά και τη φυσιογνωμία του κράτους που προκύπτει από αυτήν. Ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στον καθορισμό του πραγματικού και όχι του εξαγγελλόμενου ταξικού χαρακτήρα του κράτους;
Με βάση τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία, για να υπάρξει εργατικό, σοσιαλιστικό κράτος δεν αρκεί η κατάκτηση της κυβέρνησης από το επαναστατικό κόμμα της τάξης αυτής. Υπάρχουν μια σειρά προϋποθέσεις που πρέπει να εξετάζονται: 1. Η επαναστατική ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και η διάλυση της ουσίας του αστικού κρατικού μηχανισμού. 2. Η αντικατάσταση των δομών αυτών από νέους, τύπου Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή από θεσμούς που διακρίνονται για την άμεση δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής της εργατικής τάξης και του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών τους (πλήρης εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας, ανακλητότητας, εναλλαγής, ελέγχου από τα κάτω όλων των αντιπροσώπων και όλων των υπεύθυνων κρατικών λειτουργών). 3. Στους θεσμούς αυτούς, η εργατική τάξη θα πρέπει να διαδραματίζει καίριο ρόλο, η ίδια η τάξη και όχι απλώς οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. 4. Η οικονομική βάση επί της οποίας εδράζεται το κράτος, τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις όσο και οι παραγωγικές σχέσεις. 5. Η κατεύθυνση και ο τρόπος παρέμβασης του κράτους στην οικονομία.
Όπου η εργατική τάξη είναι μειοψηφία στο λαό και βρίσκεται ανάμεσα σε πολυπληθέστερα στρώματα μικροϊδιοκτητών του χωριού και της πόλης δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να διαδραματίσει πλήρως τον ηγεμονικό της ρόλο. Απαιτείται η ανάπτυξη συμμαχιών με τα στρώματα αυτά τόσο πριν την επανάσταση όσο και μετά. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα αυτό, και μετά την επανάσταση, αναπτύσσοντας μια πολιτική συμμαχίας μαζί τους προωθώντας την εθελοντική συνένωση των μικροπαραγωγών σε συνεταιρισμούς προκειμένου να περάσουν έτσι βαθμιαία στη μεγάλη παραγωγή, αναπτύσσοντας τη λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ)28.
Το κράτος, κάθε κράτος, πρέπει να εξετάζεται όχι ως αφηρημένη έννοια, ούτε με βάση τις διακηρύξεις του ίδιου ή των διαχειριστών του, αλλά «όπως δημιουργήθηκε στην πράξη»29. Ο Λένιν, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία του κράτους που προέκυψε ως αποτέλεσμα της επανάστασης του Οκτωβρίου 1917, δε δίστασε να το αποκαλέσει εργατο-αγροτικό καθώς η εργατική τάξη είχε εκ των πραγμάτων κυρίαρχο βέβαια αλλά αδύναμο ρόλο. Διακρίνοντας επιπλέον τις τάσεις αυτονόμησης του πολιτικών διαχειριστών από την τάξη, προσέθεσε ότι πρόκειται για εργατοαγροτικό κράτος με «γραφειοκρατική στρέβλωση»30. Το κράτος είναι και αυτό ιστορικό φαινόμενο, κινείται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά και ανάλογα με τις υποκειμενικές παρεμβάσεις. Ο εργατικός χαρακτήρας του κράτους δεν είναι μια για πάντα δοσμένος31.
Με αυτή την έννοια, στις όχι ολόπλευρα αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ετίθετο το ζήτημα της αντικατάστασης της αστικής εξουσίας από την εξουσία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων μικροαστικών στρωμάτων. Το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας, στο οποίο αναφερόταν ο Μπάτσης, ήταν ακριβώς αυτό.


Η ιστορική εμπειρία

Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του 1940 και των μετέπειτα επαναστάσεων των δεκαετιών που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την ανάλυση αυτή. Σημειώθηκαν επαναστάσεις σε χώρες μέσου ή χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με χαμηλό ποσοστό της εργατικής τάξης στον πληθυσμό. Οι επαναστατικές αλλαγές καθοδηγήθηκαν από την εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που αναφέρονταν σε αυτήν.
Στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης σημειώθηκαν λαϊκές (κατά κανόνα εργατοαγροτικές) επαναστάσεις, ως συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα, οι οποίες κατάργησαν την αστική κρατική εξουσία και οικοδόμησαν κράτη Λαϊκής Δημοκρατίας που είχαν ανάλογα χαρακτηριστικά. Την πρωτοκαθεδρία στην οικοδόμηση των νέων κρατών είχε η εργατική τάξη και τα επαναστατικά κόμματα που διεκδικούσαν την πολιτική της έκφραση32.
Σε ακόμη λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, η Κούβα33, άλλες αφρικανικές και ασιατικές χώρες επικράτησαν εθνικοαπελευθερωτικές και άλλες, ποικιλόμορφες δημοκρατικές αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Εκεί η θέση της εργατικής τάξης στα επαναστατικά κράτη που προέκυψαν ήταν, εκ των πραγμάτων, ακόμη πιο ασταθής.
Οι κοινωνικο-οικονομικοί σχηματισμοί που πραγματοποιήθηκαν είχαν ως στόχο την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και την προσπάθεια ανάπτυξης βιομηχανικής βάσης (και βαριάς βιομηχανίας), την ανάπτυξη των συνεταιρισμών για τη συνένωση και την υπέρβαση του κατακερματισμού της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας.
Οι ρυθμοί πραγματοποίησης των αλλαγών διέφεραν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το βαθμό συνειδητοποίησης της ανάγκης των αλλαγών από τους λαούς. Η σχετική συζήτηση για τους ρυθμούς και τον τρόπο ολοκλήρωσης των μετασχηματισμών συνεχίζονται ακόμη και σήμερα.
Το βέβαιο είναι ότι, αρχικά τουλάχιστον, τα κράτη αυτά δεν μπορούσαν να έχουν πλήρως τα χαρακτηριστικά του εργατικού, σοσιαλιστικού κράτους. Ήταν περισσότερο μορφές επαναστατικής δημοκρατικής εργατοαγροτικής εξουσίας που, υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της κόμματος, έτεινε να μετεξελιχθεί σε εργατική, σοσιαλιστική εξουσία. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, τα κράτη αυτά σημαδεύτηκαν από τη «γραφειοκρατική στρέβλωση» για την οποία είχε κάνει λόγο ο Λένιν. Η γραφειοκρατική αυτή στρέβλωση αναπτύχθηκε παράλληλα με τη μετεξέλιξη της εργατοαγροτικής σε εξουσίας σε σοσιαλιστική με τη γνωστή κατάληξη στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η αποδυνάμωση της λαϊκής, εργατικής δημοκρατίας, η αυτονόμηση των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους εντείνονταν χρόνο με το χρόνο. Η κατάσταση έγινε από ένα σημείο και μετά μη αναστρέψιμη και οδήγησε, μαζί με ένα σύνολο παραγόντων, στην καπιταλιστική παλινόρθωση.
Αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί την αξία και επικαιρότητα του αναπτυξιακού, απελευθερωτικού προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας και του Δημήτρη Μπάτση που αποτελεί και σήμερα πηγή γόνιμου προβληματισμού.


1 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1977, σελ. 194.
2 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 195.
3 Βλ. Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 214, 215.
4 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 80 και Ν. Ζαχαριάδης, «Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας (εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, 2-10-1945)» στον τόμο Ν. Ζαχαριάδης, Ιστορικά διλήμματα – ιστορικές απαντήσεις, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ. 222 επ., 230 επ., 249 επ. Βλ. επίσης το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 388 επ. όπου, προφανώς για λόγους συμβιβασμού με τις άλλες δυνάμεις του ΕΑΜ, προστίθενται και οι μεσαίοι αστοί: «είναι εξουσία που ενσαρκώνει τη συμμαχία εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανοήσεως, μικρών και μεσαίων αστών».
5Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 422-423.
6 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 16 επ., 171 επ.
7 Βλ. Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 73-75.
8 Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ, οπ.π., σελ. 77.
9 Βλ. «Πολιτική Απόφαση» του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 82.
10 Βλ. Το «Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 390.
11 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 424.
12 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 423.
13 Βλ. «Το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας, σχέδιο», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 26-27.
14 Βλ. Δ. Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 130 επ., 145.
15 Βλ. «Σχέδιο Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», στον τόμο Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τόμος έκτος (1945-1949), οπ.π., σελ. 418-419. Το σχέδιο προγράμματος παρέπεμπε, όπως είναι φυσικό, στην ιστορική 6η ολομέλεια της ΚΕ του κόμματος που καθόρισε κατά βάση το χαρακτήρα της επανάστασης.
16 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15.
17 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Άπαντα, τ. 31, σελ. 131 επ., 133-134.
18 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Άπαντα, τ. 31, σελ. 155.
19 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους Ελβετούς εργάτες», Άπαντα, τ. 31, σελ. 93.
20 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38, σελ. 143.
21 Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 64-65.
22 Βλ. αντίθετη αλλά αυθαίρετη ερμηνεία στο Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2006, σελ. 164.
23 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 322, 323.
24 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η τέταρτη επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 147.
25 Βλ. Πρόγραμμα και καταστατικό της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Ειρήνη, 1975, σελ. 60-62.
26Βλ. Λ. Τρότσκι, Η ρωσική επανάσταση του 1905, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2005, ιδίως σελ. 87 και Λ. Τρότσκι, Η διαρκής επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1982, σελ. 152-157.
27 Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, οπ.π., σελ. 197 επ.
28 Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 44, σελ. 8.
29 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ.208.
30 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ. 207-208 και του ίδιου, «Η κρίση του κόμματος», Άπαντα, τ. 42, σελ. 239.
31 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού», Άπαντα, τ. 44, σελ. 224, όπου μιλώντας για το κράτος τόνιζε ότι «πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή».
32 Βλ. Ου. Φόστερ, Ιστορία των τριών Διεθνών, Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, χ.χρ., σελ. 593-594 και Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ. σελ. 571 και Φ. Λάδης, Τι είναι και που πηγαίνει ο ευρωκομμουνισμός, Αθήνα, εκδ. Πύλη, 1982, σελ. 204 επ.
33 Βλ. ενδεικτικά Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας (1958), Ιστορία της κινέζικης επανάστασης, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2010, σελ. 595 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 59 επ.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Δημοκρατία και κρατική εξουσία στη ΛΔ Κίνας: το Σύνταγμα του 1954

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 17, 2015, σελ. 259-273

Την 1η Οκτωβρίου 1949 ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η επανάσταση είχε επικρατήσει. Λίγο αργότερα, το 1953, διεξήχθησαν εκλογές σε όλη την επικράτεια για την ανάδειξη της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, των άλλων αντιπροσωπευτικών οργάνων και την υιοθέτηση Συντάγματος. Έτσι, το 1954 ολοκληρώθηκε η συγκρότηση των οργάνων εξουσίας στη μετεπαναστατική Κίνα. Βασίστηκε στην εμπειρία των οργάνων εξουσίας που είχαν διαμορφωθεί στις απελευθερωμένες περιοχές ήδη κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου αγώνα ενάντια στην ιαπωνική κατοχή[1].
Η εκλογική διαδικασία ανάδειξης των μελών της Εθνοσυνέλευσης εκτυλίχθηκε με βάση τον εκλογικό νόμο του 1953. Αυτός προέβλεπε την εκλογή 1 αντιπροσώπου για κάθε 100 χιλιάδες εκλογείς στις πόλεις και 1 αντιπροσώπου για κάθε 500 χιλιάδες εκλογείς στις αγροτικές περιοχές. Η διαφοροποίηση αυτή είχε ως στόχο τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των εργατικών στρωμάτων που κατοικούσαν και εργάζονταν στις πόλεις. Ένα παρόμοιο μέτρο είχε ισχύσει και στην πρώτη περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης. Οι εκλογές ήταν έμμεσες. Οι αντιπρόσωποι της πρώτης βαθμίδας, που είχαν εκλεγεί άμεσα από το εκλογικό σώμα, εξέλεγαν τους αντιπροσώπους της παραπάνω. Από τις εκλογές αυτές αναδείχθηκε η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση η οποία περιλάμβανε περίπου 5.700 βουλευτές.
Η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση κατέληξε στην υιοθέτηση του πρώτου Συντάγματος της ΛΔ Κίνας. Στην πραγματικότητα, με δεδομένη την ταραχώδη ιστορία της Κίνας, επρόκειτο για το πρώτο Σύνταγμα στην ιστορία της χώρας. Προηγούμενες προσπάθειες, πριν την επικράτηση της επανάστασης, για υιοθέτηση Συντάγματος είτε είχαν αποτύχει είτε είχαν καταλήξει σε συνταγματικά κείμενα που έμειναν ανεφάρμοστα.
Είναι γεγονός ότι η προετοιμασία του Συντάγματος του 1954 απασχόλησε αρκετά την κοινωνία και τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Η σημασία που αποδιδόταν στο εγχείρημα φάνηκε και από το γεγονός ότι το σχέδιο Συντάγματος εισηγήθηκε στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση ο Λιού Σάο Σι ο οποίος ήταν ο δεύτερος της τάξει στο ΚΚ Κίνας και στην κυβέρνηση. Πρόεδρος της επιτροπής που ανέλαβε τη σύνταξη του σχεδίου ήταν ο ίδιος ο Μάο Τσε Τουνγκ.
Ένα προσχέδιο Συντάγματος υποβλήθηκε από την κεντρική επιτροπή του ΚΚ Κίνας προς την αρμόδια επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης τον Μάρτιο του 1954 και τέθηκε σε συζήτηση. Περί τα 150 εκατομμύρια άτομα πήραν μέρος σε αυτήν. Η συζήτηση διεξήχθη στις μαζικές οργανώσεις, στα κόμματα, στις Λαϊκές Συνελεύσεις των διαφόρων βαθμίδων και, βέβαια, στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Έγιναν 80.000 περίπου προτάσεις για τροποποιήσεις. Η επιτροπή σχεδίου Συντάγματος πήρε υπόψη της αρκετές από αυτές και τις ενσωμάτωσε στο Σύνταγμα. Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του Συντάγματος τον Σεπτέμβριο του 1954[2].
Οι διατάξεις του Συντάγματος αυτού, όπως κάθε Συντάγματος, αλλά κυρίως ο τρόπος εφαρμογής τους βοηθούν στη διαμόρφωση πιο συγκεκριμένης εικόνας για την αληθινή φυσιογνωμία της κρατικής εξουσίας και της δημοκρατίας κατά την πρώτη περίοδο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.


Ο χαρακτήρας της εξουσίας

Οι ηγέτες της επανάστασης είχαν πλήρη συνείδηση ότι η εξουσία που είχε εγκαθιδρυθεί στην Κίνα τον Οκτώβριο του 1949 δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι εργατική. Η κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα της Κίνας με τα πολυάριθμα φεουδαρχικά κατάλοιπα, την ασθενική βιομηχανική βάση, το εξαιρετικά πολυάριθμο αγροτικό και μικροαστικό στοιχείο, και την ασθενική (από πληθυσμιακή άποψη) παρουσία της εργατικής τάξης δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο.
Αυτό που μπορούσε να υπάρξει, και σε ένα βαθμό είχε δοκιμαστεί κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης επανάστασης, του αγώνα ενάντια στην Ιαπωνική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν μια κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη, στους αγρότες, σε άλλα μικροαστικά στρώματα, μια «Νέα Δημοκρατία» όπως αναφερόταν στα κείμενα του Μάο και στα κομματικά ντοκουμέντα[3].
Ακριβώς για το λόγο αυτό το άρθρο 1 του Συντάγματος διακήρυσσε ότι η χώρα είναι «κράτος λαϊκής δημοκρατίας που διευθύνεται από την εργατική τάξη και βασίζεται στη συμμαχία των εργατών και αγροτών»[4]. Δεν επρόκειτο δηλαδή για εργατικό κράτος αν και η εργατική τάξη επιδίωκε να έχει τον διευθύνοντα ρόλο. Αυτός ουσιαστικά εκφραζόταν με δυο τρόπους: πρώτο με το ρόλο που εκ των πραγμάτων διαδραμάτιζε το ΚΚ Κίνας και στο οποίο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια και δεύτερο με τη θεσμική υπεροχή που παρείχε ο εκλογικός νόμος στις αστικές περιοχές.
Το Σύνταγμα θεωρούνταν και ήταν μεταβατικό: όχι με την έννοια του προσωρινού αλλά με την έννοια ότι οι κρατικές και κοινωνικο-οικονομικές δομές της Κίνας την περίοδο εκείνη δεν ήταν σοσιαλιστικές. Υπήρχε η βούληση να οδηγηθούν τα πράγματα εκεί, να οικοδομηθούν σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής αλλά αυτό δεν ήταν ακόμη δεδομένο τη στιγμή της υιοθέτησης του Συντάγματος. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για σοσιαλιστικό Σύνταγμα. Το Σύνταγμα αποτύπωνε τις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.


Τα όργανα εξουσίας

Η εξουσία αυτών των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων θα έπρεπε να βασίζεται σε όργανα εξουσίας που να διευκολύνουν τη συμμετοχή τους στην άσκηση της εξουσίας, στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων. Κατά συνέπεια, χρειάζονταν όργανα εξουσίας τύπου Παρισινής Κομμούνας ή τύπου σοβιέτ. Έπρεπε δηλαδή να διέπονται από τις αρχές της αιρετότητας, της ανακλητότητας όλων των κρατικών αξιωματούχων, της εναλλαγής των προσώπων στις υπεύθυνες θέσεις, της λογοδοσίας των αξιωματούχων στο λαό. Επιπλέον, οι αξιωματούχοι δεν θα έπρεπε να απολαμβάνουν κανένα μισθολογικό ή άλλο προνόμιο και ο λαός να είναι δημοκρατικά οργανωμένος και εξοπλισμένος[5].
Μέσα από την εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής δημοκρατίας της εργατικής τάξης και των αγροτών με τέτοια χαρακτηριστικά και με την προϋπόθεση ότι η εργατική τάξη και το επαναστατικό της κόμμα θα έπειθαν για βαθμιαία πιο προωθημένες λύσεις, θα μπορούσε να γίνει μετάβαση σε μια σοσιαλιστική οικονομία, με κυρίαρχη τη σύγχρονη εθνικοποιημένη βιομηχανία. Έτσι, η επαναστατική δημοκρατία της εργατικής τάξης και των αγροτών θα μπορούσε σταδιακά να μετασχηματιστεί σε εργατική δημοκρατία και εξουσία, όταν η εργατική τάξη θα κυριαρχούσε και πληθυσμιακά στην κοινωνία[6].
Το Σύνταγμα του 1954 υιοθετούσε ένα μοντέλο επαναστατικής δημοκρατίας που σε πολλά βασικά στοιχεία του είχε αναλογίες με εκείνα που είχε εφαρμόσει η Κομμούνα του Παρισιού ή τα σοβιέτ. Όμως υπήρχαν και αξιοσημείωτες παρεκκλίσεις από το μοντέλο αυτό.
Το Σύνταγμα καθιέρωνε ένα κεντρικό, ανώτατο όργανο εξουσίας που ήταν η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση (άρθρο 21). Τα μέλη του οργάνου αυτού έπρεπε να εκλέγονται από το λαό για τετραετή θητεία (άρθρα 23 και 24). Αντίστοιχα διαμορφώνονταν τα όργανα εξουσίας των τεσσάρων κατώτερων επιπέδων.
Στο πρώτο, βασικό επίπεδο που ήταν αυτό των κοινοτήτων, των μικρών δήμων και των δημοτικών διαμερισμάτων των μεγάλων δήμων, οι εκλογές ήταν άμεσες και διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια. Από εκεί και πέρα οι αντιπρόσωποι της πρώτης βαθμίδας εξέλεγαν τους αντιπροσώπους της παραπάνω μέχρι τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Σε κάθε βαθμίδα επίσης, οι αντιπρόσωποι εξέλεγαν τη Λαϊκή Επιτροπή, το αντίστοιχο δηλαδή μιας τοπικής κυβέρνησης.
Για όλα τα επίπεδα προβλεπόταν η δυνατότητα των εκλογέων να ανακαλέσουν οποτεδήποτε τους αντιπροσώπους τους. Αυτό σήμαινε ότι στο πρώτο επίπεδο οι εκλογείς μπορούσαν να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια και ότι σε όλα τα παραπάνω επίπεδα οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να ανακαλέσουν εκείνους του ανώτερου επιπέδου.
Το άρθρο 38 όριζε ειδικότερα ότι «οι βουλευτές της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των εκλογικών μονάδων που τους έχουν εκλέξει. Οι εκλογικές μονάδες έχουν το δικαίωμα, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος, να αντικατασταίνουν σε κάθε στιγμή τους βουλευτές που έχουν εκλέξει». Αντίστοιχη ρύθμιση υπήρχε στο άρθρο 61 για τους αντιπροσώπους όλων των βαθμίδων.
Στην πράξη βέβαια, οι δυο βασικές αυτές αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας όλων των οργάνων εξουσίας παρουσίασαν σοβαρά προβλήματα. Η εκλογική διαδικασία είχε ένα τουλάχιστον βασικό μειονέκτημα. Η ψήφος δεν ήταν μυστική παρά μόνο σε ορισμένες εκλογικές διαδικασίες. Ούτε το Σύνταγμα κατοχύρωσε τη μυστική ψήφο στο άρθρο 19 παρ. 2. Ο γενικός εισηγητής του Συντάγματος στην εισήγησή του υποστήριξε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για κάτι τέτοιο[7]. Προφανώς το επίπεδο αναλφαβητισμού του λαού τη δεδομένη στιγμή που η Κίνα έβγαινε από μια μακραίωνη καθυστέρηση και δεκαετίες πολεμικής προσπάθειας δεν ευνοούσαν άλλες λύσεις. Ωστόσο, η μη κατοχύρωση της μυστικής ψηφοφορίας σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες μπορεί να δημιουργήσει κλίμα άσκησης πιέσεων στους εκλογείς από την πλευρά της εξουσίας και, άρα, να νοθεύσει ή και να υπονομεύσει πλήρως το δημοκρατικό χαρακτήρα των εκλογών.

Η υποβάθμιση των αντιπροσωπευτικών σωμάτων

Το γεγονός ότι οι εκλογές για όλα τα αντιπροσωπευτικά όργανα -πλην του πρωτοβάθμιου- ήταν έμμεση (άρθρα 56-57) δεν συνιστούσε από μόνο του πρόβλημα. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ειδικά στις συνθήκες ενός κράτους με τόσο μεγάλη έκταση και πληθυσμό αποτελούσε την ενδεδειγμένη λύση για τη στενότερη σχέση εκλογέων και αντιπροσώπων. Στην εισήγηση για το σχέδιο Συντάγματος η τότε ηγεσία της χώρας διευκρίνιζε ότι στο μέλλον θα υιοθετηθεί η άμεση εκλογή.
Ωστόσο, γρήγορα παρατηρήθηκε η υποβάθμιση των αντιπροσωπευτικών σωμάτων, τόσο του κεντρικού όσο και των τοπικών. Σε αυτό συνέβαλε, παρότι δεν ήταν ο καθοριστικός παράγοντας, το γεγονός ότι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση βάσει του άρθρου 25 του Συντάγματος συνερχόταν σε σύνοδο μόνο μια φορά το χρόνο. Η σύνοδος διαρκούσε 2 βδομάδες.
Το υπόλοιπο διάστημα οι εξουσίες της μεταβιβάζονταν στη Μόνιμη Επιτροπή, όπως όριζαν τα άρθρα 30 και 31 επ. του Συντάγματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ 1954 και 1957 η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση συνήλθε σε σύνοδο τρεις φορές ενώ η Μόνιμη Επιτροπή συγκλήθηκε 89 φορές.
Από το 1958 δεν υπήρχε κάν τακτική σύγκληση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Σημαντικές πολιτικές τομές, όπως ήταν το «μεγάλο άλμα μπροστά» και η επιτάχυνση της κολλεκτιβοποίησης στον αγροτικό τομέα που είχαν δραματικές συνέπειες στην οικονομία και στην κοινωνία της Κίνας, δεν πέρασαν από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Αντίστοιχη ήταν η υποβάθμιση των Συνελεύσεων των διαφόρων τοπικών επιπέδων.
Χαρακτηριστικός της υποβάθμισης της ποιότητας των συζητήσεων στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση και στα άλλα αντιπροσωπευτικά σώματα είναι και ο αριθμός των ερωτήσεων των βουλευτών. Το άρθρο 36 του Συντάγματος προέβλεπε ότι οι βουλευτές έχουν το δικαίωμα να επερωτούν το υπουργικό συμβούλιο, τα υπουργεία ή τις επιτροπές του υπουργικού συμβουλίου και οι επερωτώμενοι είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν απαντήσεις.
Ωστόσο, μετά τη λεγόμενη «αντιδεξιά καμπάνια» του 1957[8] οι βουλευτές ήταν συγκρατημένοι στην άσκηση του δικαιώματός τους καθώς φοβούνταν ότι θα κατηγορηθούν για συνεργασία με την αστική τάξη και πιθανά να διωχθούν, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 37 του Συντάγματος όριζε ότι κανείς βουλευτής δεν μπορεί να συλληφθεί ή να διωχθεί δικαστικά χωρίς άδεια της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης ή της Μόνιμης Επιτροπής της. Έτσι, παρατηρήθηκε φθίνουσα πορεία: το 1957 υποβλήθηκαν 243 ερωτήσεις βουλευτών, το 1958 υποβλήθηκαν 81 ερωτήσεις και το 1959 μόνο 46[9].
Είναι φανερό ακόμη ότι η ίδια η σχέση των εκλογέων με τους αντιπροσώπους τους είχε διαταραχθεί. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι το ΚΚ Κίνας απολάμβανε την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και ότι οι σχέσεις του με το λαό καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρόχρονου αγώνα ήταν πολύ στενές. Σε όλη τη μακρόχρονη διάρκεια του αγώνα αλλά και στις πρώτες φάσεις της ανοικοδόμησης μετά το 1949 η δημοκρατική συμμετοχή του πληθυσμού αξιοποιήθηκε ως τρόπος πρόκλησης ενθουσιασμού για την υλοποίηση πολιτικών που θα οδηγούσαν σε μια καλύτερη ζωή. Το ΚΚ Κίνας είχε αναδειχθεί ο αδιαμφισβήτητος υπέρμαχος της εθνικής ανεξαρτησίας και δημοκρατίας[10]. Φαίνεται όμως πως στη μετεπαναστατική περίοδο αυτοί οι δεσμοί άρχισαν να χαλαρώνουν. Βαθμιαία η λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων αποθαρρύνθηκε αντί να συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Οι σχέσεις εκλογέα και αντιπροσώπου

Το άρθρο 47 του εκλογικού νόμου που ψηφίστηκε την 1/3/1953 καθόριζε ότι οι εκλογές διεξάγονται με λίστα την οποία κατάρτιζαν οι εκλογικές επιτροπές[11]. Πρακτικά, δηλαδή, οι υποψηφιότητες ήταν ελεγχόμενες από την κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Αυτό την πρώτη περίοδο, που οι δεσμοί ήταν πολύ ισχυροί, μπορεί να μην συνιστούσε πρόβλημα. Στη συνέχεια, όμως, καθώς παρατηρήθηκε το φαινόμενο της σχετικής αποστασιοποίησης των διοικούντων, η μη δυνατότητα υποβολής διαφορετικών υποψηφιοτήτων, άρχισε να προσδίδει ένα φορμαλιστικό χαρακτήρα στην εκλογική διαδικασία. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι η ψηφοφορία δεν ήταν μυστική.
Παρόλα αυτά το ΚΚ Κίνας συνέχιζε να προσπαθεί να κινητοποιεί το λαό. Διεξάγονταν μεγάλες καμπάνιες προσέλκυσης του πληθυσμού οι οποίες όμως τον καλούσαν να συμμετέχει κυρίως στην εφαρμογή ειλημμένων αποφάσεων και πολύ λιγότερο στη λήψη της γνώμης του.
Συζήτηση διεξαγόταν στην κινέζικη κοινωνία. Αυτή όμως περιοριζόταν κυρίως στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας και σε ένα σχετικά στενό κύκλο. Σε ένα βαθμό, το φαινόμενο ήταν αποτέλεσμα της βαθιάς πολιτιστικής καθυστέρησης του κινέζικου λαού για την οποία ευθυνόταν βέβαια το προηγούμενο καθεστώς.

Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες

Παράλληλα, το συνταγματικό και νομικό σύστημα παρουσίαζε κενά που δεν διευκόλυναν τη συμμετοχή του λαού. Τα άρθρα 87 έως 90 του Συντάγματος διασφάλιζαν την ελευθερία του λόγου, του τύπου, της συνάθροισης, του συνεταιρισμού, τη θρησκευτική ελευθερία, το άσυλο της κατοικίας, το απόρρητο της αλληλογραφίας, την ελευθερία αλλαγής τόπου διαμονής. Οριζόταν επίσης ότι κανείς δεν μπορεί να συλληφθεί χωρίς απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου ή της λαϊκής εισαγγελίας. Τα άρθρα προηγούνταν εκείνων που αφορούσαν τα κοινωνικά δικαιώματα, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των σοσιαλιστικών Συνταγμάτων.
Ωστόσο, η συνταγματική κατοχύρωση των ελευθεριών και δικαιωμάτων δεν εξειδικεύτηκε με την ψήφιση σχετικών νόμων[12]. Αυτό έδειχνε την υποτίμηση της σημασίας της νομικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων και, αντίστροφα, συνέβαλε στην περαιτέρω υποτίμησή τους και στη μη εφαρμογή τους στην πράξη.
Στο Σύνταγμα δεν υπήρχε αναφορά στα συνδικάτα και στο δικαίωμα στην απεργία. Βέβαια συνδικάτα υπήρχαν, ακόμη και απεργίες πραγματοποιήθηκαν το 1956 με μισθολογικά αιτήματα. Συνταγματική αναφορά στο απεργιακό δικαίωμα υπήρξε στο άρθρο 28 του βραχύβιου Συντάγματος του 1975, το οποίο μάλλον δεν βρήκε γενικότερη εφαρμογή[13].
Προβληματική ήταν η διατύπωση του άρθρου 100 που όριζε ότι οι πολίτες της ΛΔ Κίνας οφείλουν όχι μόνο να συμμορφώνονται προς το Σύνταγμα και τους νόμους αλλά προς «τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής». Επίσης, στο άρθρο 19 παρ.1 οριζόταν ότι το κράτος «καταστέλλει κάθε αντεπαναστατική και προδοτική δραστηριότητα, τιμωρεί κάθε προδότη και αντεπαναστάτη». Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται το άρθρο 54 του σημερινού Κινεζικού Συντάγματος που ορίζει ότι οι πολίτες «δεν πρέπει να έχουν συμπεριφορά που βλάπτει την ασφάλεια, την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας».
Είναι αυτονόητο ότι κάθε κρατική εξουσία, κάθε έννομη τάξη περιλαμβάνει διατάξεις που στοχεύουν στην προστασία του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Έχει όμως κρίσιμη σημασία στις περιπτώσεις αυτές, τα σχετικά προβλεπόμενα από τη νομοθεσία αδικήματα να είναι με απόλυτη σαφήνεια προσδιορισμένα και να αφορούν πράξεις και όχι φρονήματα. Οι παραπάνω αόριστες νομικές έννοιες αποδείχθηκαν εξαιρετικά προβληματικές καθώς οι δημόσιες διωκτικές αρχές απέδωσαν συχνά την ιδιότητα του αντεπαναστάτη σε πρόσωπα που απλώς διαφωνούσαν με την κυβερνητική πολιτική.
Στο άρθρο 97 υπήρχε μια σχετική δικλείδα ασφαλείας έναντι της τυχόν αυθαιρεσίας των δημοσίων υπαλλήλων και αξιωματούχων. Το άρθρο αυτό όριζε ότι οι πολίτες «έχουν το δικαίωμα να κάνουν έγγραφη ή προφορική αναφορά σε κάθε κρατικό όργανο οποιασδήποτε βαθμίδας εναντίον κάθε υπαλλήλου για παραβίαση νόμου ή για παραμέληση των καθηκόντων του». Επιπλέον όριζε ότι «κάθε πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία από προσβολές οποιουδήποτε υπαλλήλου στα δικαιώματά του έχει δικαίωμα σε αποζημίωση». Η δικλείδα αυτή ασφαλείας ήταν βέβαια πολύ περιορισμένη έναντι του εν δυνάμει πεδίου αυθαιρεσίας το οποίο άνοιγε η ασαφής διατύπωση του άρθρου 19 παρ. 1.
Η πληρέστερη συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων θα συνέβαλλε –όχι μόνη της- στην αποφυγή καταχρήσεων και αυθαιρεσιών των κρατικών οργάνων. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η χαλάρωση της λαϊκής συμμετοχής και του ελέγχου προς τους κυβερνώντες επιφέρει τη μικρότερη ή μεγαλύτερη αποστασιοποίηση των τελευταίων και ενισχύει τις τάσεις για αυθαίρετες ενέργειες, αποφάσεις και πρακτικές.
Με αυτή την έννοια, η νομική και πολιτική ασάφεια των ορίων της ελευθερίας της γνώμης που χαρακτήρισε το επαναστατικό καθεστώς είχε αρνητικές επιπτώσεις. Η υπόθεση της καθαίρεσης του Γκάο το 1953[14], ηγετικού στελέχους του ΚΚ Κίνας, δημιούργησε κλίμα περιορισμού της ελεύθερης συζήτησης[15]. Ακόμη και η πολιτική καμπάνια των «εκατό λουλουδιών» που αρχικά έδωσε ώθηση στη συζήτηση, χαρακτηριζόταν από ασάφειες και κατέληξε σε ένα κύμα καταστολής[16]. Στην ίδια κατεύθυνση λειτούργησε η πρακτική του Μάο και της ηγετικής περί αυτόν ομάδας να παραβιάζουν ακόμη και τις αποφάσεις των κομματικών οργάνων εκμεταλλευόμενοι το τεράστιο κύρος του ηγέτη.
Στην υποβάθμιση της δημοκρατίας ώθησε εκ των πραγμάτων και η υποβάθμιση της εσωκομματικής δημοκρατίας στο ίδιο το ΚΚ Κίνας το οποίο ήταν όχι μόνο το κυρίαρχο κόμμα στην κοινωνία αλλά και το βασικό κυβερνητικό κόμμα καθώς και ο πολιτικός εμπνευστής της επαναστατικής προσπάθειας.
Μερικά στοιχεία είναι ενδεικτικά. Μετά την επικράτηση της επανάστασης, παρότι οι συνθήκες σχετικά ομαλοποιήθηκαν, οι συνεδριάσεις των αρμοδίων κομματικών οργάνων ήταν αραιές. Έτσι αντικειμενικά η λήψη των αποφάσεων περιοριζόταν σε ένα στενότερο κύκλο. Το 7ο συνέδριο του ΚΚ Κίνας έγινε το 1945, το 8ο πραγματοποιήθηκε το 1956, δηλαδή 11 χρόνια αργότερα και 7 χρόνια μετά τη νίκη της επανάστασης. Το καταστατικό του κόμματος που υιοθετήθηκε στο 8ο συνέδριο του 1956 προέβλεπε συνέδριο κάθε 5 έτη. Ωστόσο, ούτε αυτό τηρήθηκε. Η Κεντρική Επιτροπή, το ανώτερο συλλογικό όργανο ανάμεσα στα συνέδρια συνεδρίαζε λιγότερο από μια φορά το χρόνο. Συνήθως επικύρωσε αποφάσεις του πολιτικού γραφείου και άλλων εκτελεστικών της οργάνων, μετά την πάροδο ετών. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1962 και Αυγούστου 1966 δεν πραγματοποιήθηκε ούτε μία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής[17]. Έκφραση αυτής τάσης ήταν ίσως το γεγονός ότι το 7ο συνέδριο του κόμματος αποφάσισε να περιλάβει στο καταστατικό αναφορά στην ηγετική φυσιογνωμία του Μάο.
Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντιπρόσωποι στα κομματικά συνέδρια διορίζονταν κατόπιν διαβουλεύσεων. Αυτό συνέβη σε όλα τα συνέδρια με εξαίρεση το 8ο συνέδριο του 1956, το οποίο γενικότερα εξέπεμψε ένα κλίμα εκδημοκρατισμού. Στο άρθρο 5 του καταστατικού που ψήφισε το 9ο συνέδριο το 1969 θεσμοθετήθηκε μάλιστα ότι τα καθοδηγητικά κομματικά όργανα όλων των βαθμίδων δεν εκλέγονται αλλά αναδεικνύονται με διαβούλευση[18]. Βέβαια, σε όλη την προεπαναστατική περίοδο οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες για εσωκομματικές διαδικασίες. Δεν μπορεί όμως να μην σημειωθεί η διαφορά με την αντίστοιχη προεπαναστατική εμπειρία του κόμματος των μπολσεβίκων στη Ρωσία.


Ο συνταγματικός ρόλος του ΚΚ Κίνας

Το Σύνταγμα του 1954 δεν αναφερόταν στο ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος. Υπήρχε μόνο μια αναφορά στο προοίμιο. Ακολουθούσε στο ζήτημα αυτό το πρότυπο του πρώτου Σοβιετικού Συντάγματος του 1918 και όχι εκείνο του Σοβιετικού Συντάγματος του 1936 ή των μεταγενέστερων σοσιαλιστικών Συνταγμάτων που περιελάμβαναν άρθρο που κατοχύρωνε τον καθοδηγητικό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος.
Στο Σύνταγμα του 1954 δεν υπήρχε καμιά αναφορά γενικά στα πολιτικά κόμματα παρότι, εκτός από το κομμουνιστικό, υπήρχαν οκτώ ακόμη τα οποία συμμετείχαν στη διακυβέρνηση της χώρας από διάφορες θέσεις. Έτσι, στα διάφορα νομοθετικά σώματα αυτής της περιόδου στο κομμουνιστικό κόμμα ήταν ενταγμένο παραπάνω από το 50% των αντιπροσώπων ενώ οι υπόλοιποι ήταν συμπαθούντες, συνεργαζόμενοι ή μέλη των οκτώ μικρότερων κομμάτων που συνεργάζονταν με το ΚΚ Κίνας. Στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας των διαφόρων βαθμίδων τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος ήταν περίπου το 70%. Στην κεντρική κυβέρνηση κομμουνιστές ήταν το 86% ενώ από τους 192 κυβερνήτες επαρχιών στο κομμουνιστικό κόμμα ανήκαν οι 130[19].
Όλα τα επόμενα Συντάγματα της ΛΔ Κίνας, ξεκινώντας από αυτό του 1975 περιελάμβαναν αναφορά στον καθοδηγητικό ρόλο του ΚΚ. Το Σύνταγμα μάλιστα του 1975 δεν περιορίστηκε σε αυτή τη διάταξη. Υπερέβαλλε περιλαμβάνοντας διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 15 που όριζε ότι «ο πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας διοικεί όλες τις ένοπλες δυνάμεις» ή του άρθρου 16 παρ. 1 που διευκρίνιζε ότι «η Εθνική Λαϊκή Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο της κρατικής εξουσίας κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας». Ακόμη περισσότερο στο άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975 αναφερόταν ότι «Το θεμελιακό δικαίωμα και καθήκον κάθε πολίτη είναι η υποστήριξη του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας»[20]. Ομοίως το άρθρο 2 του Συντάγματος του 1978 όριζε ότι η εργατική τάξη ασκεί τον ηγετικό της ρόλο στην κοινωνία μέσω της πρωτοπορίας της, του ΚΚ Κίνας.
Στο σημερινό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνεται η διευθυντική θέση του κομμουνιστικού κόμματος στο κείμενο του Συντάγματος. Υπάρχουν ωστόσο στο προοίμιο τρεις αναφορές στον ιστορικό του ρόλο. Το άρθρο 5 του ισχύοντος Συντάγματος αναφέρεται γενικά στα πολιτικά κόμματα με την έννοια ότι οφείλουν να τηρούν τη νομιμότητα και το σοσιαλιστικό κράτος δικαίου.
Η συνταγματική κατοχύρωση αποτελεί γενικά αντανάκλαση της σύμφυσης κράτους και κόμματος. Αντεπιδρά επίσης στην πραγματική θέση του κόμματος τονίζοντας το διοικητικό του ρόλο σε βάρος του ιδεολογικο-πολιτικού. Ωθεί αντικειμενικά, ακόμη και πέρα από τις προθέσεις, στην υποκατάσταση της πειθούς και των ιδεολογικο-πολιτικών μεθόδων από διοικητικές.
Το πρώτο Σύνταγμα της ΛΔ Κίνας δεν κατοχύρωνε συνταγματικά την πρωτοκαθεδρία του κόμματος. Άφηνε το περιθώριο στο κυβερνητικό πλέον κομμουνιστικό κόμμα να κατακτά στην πράξη τον όποιο ρόλο του μέσω της πειθούς, όπως άλλωστε είχε πράξει σε όλη την προεπαναστατική περίοδο. Από μόνη της βέβαια, η απουσία διάταξης που να αναφέρεται στον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος δεν μπορούσε να διασφαλίσει την έκβαση αυτή. Επέδρασαν εδώ πολλοί άλλοι παράγοντες.
Δεν υπήρχε στο Σύνταγμα αναφορά ότι ο μαρξισμός – λενινισμός είναι επίσημη ιδεολογία, όπως συναντάται σε άλλα σοσιαλιστικά Συντάγματα αλλά και στα κατοπινά Συντάγματα της Κίνας. Στα τελευταία, η επίσημη ιδεολογία έχει διαφοροποιηθεί αφού δίπλα στο μαρξισμό έχουν προστεθεί άλλες ιδεολογικές αναφορές (πχ. η σκέψη του Μάο, η θεωρία του Ντενγκ, η θεωρία της τριπλής εκπροσώπησης κά.) που συνιστούν σταδιακή αποδυνάμωση της αναφοράς στο μαρξισμό[21].
Δεν είναι εύκολο να διαγνωσθεί αν η επιλογή του Συντάγματος του 1954 έγινε επειδή θεωρήθηκε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για κάτι τέτοιο ή επειδή θεωρήθηκε ότι η ιδεολογία δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κρατικής επιβολής. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ούτε το πρώτο σοσιαλιστικό Σύνταγμα της ΕΣΣΔ περιείχε αναφορά σε κυρίαρχη ιδεολογία.
Δεν υπήρχε επίσης στο Σύνταγμα του 1954 αναφορά στον Μάο και στις ιδέες του, όπως συνέβη σε όλα τα κατοπινά Συντάγματα. Ο κυριαρχικός του ρόλος δεν είχε ακόμη εδραιωθεί, παρότι ήταν ο ηγέτης της επανάστασης με το αδιαμφισβήτητο κύρος.


Οι διατάξεις για την οικονομία

Όπως σε κάθε Σύνταγμα, οι διατάξεις που διέπουν τα ζητήματα της ιδιοκτησίας και της οικονομίας δίνουν το στίγμα του συνταγματικού κειμένου. Από την άποψη αυτή το Κινέζικο Σύνταγμα του 1954 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονταν στα άρθρα 4-16. Το άρθρο 5 ήταν ο πυρήνας τους: «Στη λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αγκαλιάζει για την ώρα τις ακόλουθες μορφές: ιδιοκτησία κρατική, δηλαδή ιδιοκτησία ολόκληρου του λαού, ιδιοκτησία συνεταιριστική, δηλαδή ιδιοκτησία των εργαζόμενων μαζών, ατομική ιδιοκτησία των εργατών, ιδιοκτησία κεφαλαιοκρατική».
Το Σύνταγμα δεν ακολουθούσε τον τρόπο προσέγγισης των αστικών Συνταγμάτων, όπου υπάρχει μια γενική αναφορά στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, χωρίς συνήθως να γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα μέσα παραγωγής. Στο άρθρο 6 διευκρινιζόταν ότι ο κρατικός τομέας αποτελούσε τη διευθυντική δύναμη της οικονομίας ενώ τα άρθρα 7, 8 και 9 ρύθμιζαν τα σχετικά με τους συνεταιρισμούς. Το άρθρο 15 καθιέρωνε το σχεδιασμό ως βασική αρχή της οικονομικής ανάπτυξης.
Στο άρθρο 10 υπήρχε ξεχωριστή αναφορά στην κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία. Οριζόταν ότι το «το κράτος σύμφωνα με το νόμο προστατεύει το δικαίωμα των κεφαλαιούχων στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής» και ότι «χρησιμοποιεί απέναντι στην κεφαλαιοκρατική βιομηχανία και στο κεφαλαιοκρατικό εμπόριο μια πολιτική χρησιμοποίησης, περιορισμού και μεταμόρφωσης». Μέσω του κρατικού και εργατικού ελέγχου το κράτος «ενθαρρύνει και προσανατολίζει τη μεταμόρφωσή τους σε διάφορες μορφές κρατικού καπιταλισμού και αντικαθιστά προοδευτικά την κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία με την παλλαϊκή ιδιοκτησία»[22].


Η εξέλιξη του επαναστατικού κράτους

Τι συνέβη τελικά με την επαναστατική δημοκρατία της εργατικής τάξης και των αγροτών που εγκαθιδρύθηκε το 1949; Αυτό που φαίνεται από το Σύνταγμα του 1954 είναι ότι μια τέτοια δημοκρατία δημιουργήθηκε όντως, παρότι μια σειρά στοιχεία και του ίδιου του Συντάγματος μαρτυρούν ότι σημαδεύτηκε από εγγενείς αδυναμίες και αποκλίσεις από το βαθύ ριζοσπαστικό δημοκρατικό χαρακτήρα.
Ο εργατοαγροτικός επαναστατικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας αποτυπώθηκε στην οικονομική πολιτική που ασκήθηκε. Πραγματοποιήθηκε ριζική αγροτική μεταρρύθμιση με το νόμο του 1950[23]. Βάσει αυτού διανεμήθηκε η γη στους αγρότες, καταργήθηκαν τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην αγροτική οικονομία. Άρχισε η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με την εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και την ανάδειξη του κρατικού τομέα της οικονομίας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής πολιτικής.
Παράλληλα, ήταν ορατή η προσπάθεια ανάπτυξης βασισμένης στο δημόσιο τομέα της οικονομίας και η οικοδόμηση των σοσιαλιστικών σχέσεων. Η συμμετοχή του κρατικού τομέα στην οικονομία βαθμιαία αυξανόταν. Το 1949 ο κρατικός τομέας παρήγαγε το 34,7% της βιομηχανικής παραγωγής και ο ιδιωτικός το 55,8%, ενώ το 1956 ο κρατικός τομέας είχε φτάσει το 67,5% και ο ιδιωτικός λιγότερο από το 3%. Το υπόλοιπο αντιστοιχούσε στις επιχειρήσεις μικτής ιδιοκτησίας (κράτους και ιδιωτών) οι οποίες σε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις ελέγχονταν από το κράτος[24]. Αυξανόταν επίσης και η ένταξη των αγροτών σε συνεταιρισμούς. Βέβαια, αυτά από μόνα τους αποτελούν το θεμέλιο αλλά δεν αρκούν για την εδραίωση νέων σχέσεων παραγωγής. Πρέπει να συνυπάρχει η συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού στη διαχείριση των υποθέσεων σε όλα τα επίπεδα. Και στον τομέα αυτό έγιναν σε πρώτη φάση σοβαρές προσπάθειες[25].
Ανεξάρτητα από το πώς εξελίχθηκε η ποιότητα της συμμετοχής και την κατεύθυνση που είχε αυτή (αν δηλαδή είχε θετική τάση ανάπτυξης ή αντίστροφα αρνητική τάση συρρίκνωσης) δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν καταργήθηκαν κατά βάση οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής[26]. Επίσης, το γεγονός ότι ένα μέρος της παλιάς κρατικής γραφειοκρατίας μπορεί να ενσωματώθηκε αναγκαστικά στο νέο κράτος επηρέασε προφανώς αρνητικά τη νέα κρατική εξουσία. Είναι όμως υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι δεν άλλαξε ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους[27].
Ο ρόλος της εργατικής τάξης στην κοινωνία, στην επανάσταση και στο επαναστατικό κράτος ήταν προφανώς αδύναμος αλλά όχι ανύπαρκτος[28]. Αυτό συνέβαινε όχι κυρίως γιατί η τάξη αυτή δρούσε μέσω αντιπροσώπου (δηλαδή του ΚΚ Κίνας) αλλά γιατί αντικειμενικά είχε διαδραματίσει ρόλο[29]. Ο ρόλος της μάλιστα αυξανόταν στο βαθμό που αναπτυσσόταν η βιομηχανία μετά την επανάσταση.
Όλες αυτές οι αλλαγές πραγματοποιήθηκαν με τρόπο προσεκτικό. Απέδωσαν θετικά οικονομικά αποτελέσματα ορατά τόσο στην αύξηση της παραγωγής όσο και στην άνοδο του βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου των εργατών και αγροτών[30]. Αυτά επιτεύχθηκαν παρά το γεγονός ότι η χώρα χαρακτηριζόταν από βαθιά καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων, είχε εξαιρετικά χαμηλή βιομηχανική και τεχνολογική βάση, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα ήταν έντονα παντού και ο πόλεμος και η ξένη καταλήστευση την είχαν αποδυναμώσει παραπέρα.
Τα τρωτά σημεία στην οργάνωση του επαναστατικού δημοκρατικού κράτους διευκόλυναν τη βαθμιαία συγκέντρωση των αποφάσεων στον ηγετικό πυρήνα του ΚΚ Κίνας και λίγο αργότερα, στην ομάδα περί τον Μάο. Αντίθετα, η πορεία της επαναστατικής δημοκρατίας θα έπρεπε να είναι η αντίστροφη: να διαχέεται ολοένα και περισσότερο η εξουσία και η λήψη των αποφάσεων στο λαό, στην εργατική τάξη και στους αγρότες και το ΚΚ Κίνας να διαδραματίζει τον ιδεολογικο-πολιτικό του ρόλο ως πρωτοπόρα δύναμη που προτείνει λύσεις, πείθει, χαράσσει νέους δρόμους.
Κατά την περίοδο διεξαγωγής του επαναστατικού αγώνα το ΚΚ Κίνας και ο Μάο τσε τουνγκ έδιναν ιδιαίτερη σημασία στον παράγοντα αυτό, ασκούσαν κριτική στις διοικητικές μεθόδους, όπου εμφανίζονταν και απειλούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις του κόμματος με το λαό[31].
Μια σειρά παράγοντες δεν διευκόλυναν την διαδικασία εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Αντίθετα, έδρασαν σε αντίστροφη φορά. Τέτοιοι ήταν η μεγάλη καθυστέρηση των παραγωγικών δυνάμεων (συνέπεια της ιμπεριαλιστικής καταλήστευσης, των φεουδαρχικών υπολειμμάτων και των συνεχών πολέμων), η μεγάλη πολιτιστική καθυστέρηση, το πολύ χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού, η συνεχής και πολύμορφη πίεση του ιμπεριαλισμού και των υπολειμμάτων της αστικής τάξης, οι ιδεολογικο-πολιτικές αδυναμίες του ίδιου του ΚΚ Κίνας και γενικότερα του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής, η έλλειψη στοιχειώδους δημοκρατικής παράδοσης στη χώρα, το αντικειμενικό γεγονός ότι ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους επαγγελματικά ασχολούμενους με την πολιτική και στον υπόλοιπο λαό τείνει να ξεκόψει τους πρώτους από τους δεύτερους.
Συνέπεια αυτών και άλλων παραγόντων ήταν η βαθμιαία αφυδάτωση της επαναστατικής δημοκρατίας. Η κομματική και κρατική ηγεσία έτεινε να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς τη συμμετοχή και την ουσιαστική συναίνεση του λαού[32]. Έτσι πρέπει να εξηγηθούν και μεγάλες αστοχίες όπως η πολιτική του «μεγάλου άλματος» και η μεγάλη επιτάχυνση της κολλεκτιβοποίησης της γης από ένα σημείο και μετά που οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή. Όπως προαναφέρθηκε, οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν κατά παραβίαση των κατευθύνσεων που είχε χαράξει το 8ο συνέδριο του ΚΚ Κίνας και χωρίς να συζητηθούν και αποφασιστούν από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση.


Η κατάργηση του Συντάγματος από την πολιτιστική επανάσταση
και το Σύνταγμα του 1982

Στο 8ο συνέδριο του ΚΚ Κίνας είχε αποφασιστεί η αναθεώρηση του Συντάγματος[33]. Η απόφαση είχε την έννοια ότι το Σύνταγμα έπρεπε να προσαρμοστεί στα οικονομικά ιδίως δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί στα σχεδόν δέκα χρόνια από την εγκαθίδρυση του επαναστατικού καθεστώτος.
Η εξέλιξη υπήρξε ολότελα διαφορετική. Η λεγόμενη «πολιτιστική επανάσταση» κατάργησε τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, τα άλλα αντιπροσωπευτικά σώματα και το ίδιο το Σύνταγμα. Στη θέση τους δημιουργήθηκαν οι επιτροπές της πολιτιστικής επανάστασης οι οποίες κατά κανόνα δεν αποτελούσαν προϊόν λαϊκής εκλογής. Η μόνη σχετική προσπάθεια που έγινε με τη δημιουργία της Κομμούνας της Σαγκάης το 1967 κατέληξε σε αποτυχία και καταδικάστηκε πολιτικά από τον Μάο[34].
Προς το τέλος της περιόδου της πολιτιστικής επανάστασης, συνήλθε και πάλι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση και υιοθέτησε το Σύνταγμα του 1975. Ωστόσο, οι βουλευτές της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης δεν ήταν εκλεγμένοι από το λαό, όπως εξάλλου δεν ήταν εκλεγμένοι από τα κομματικά μέλη οι αντιπρόσωποι στο 9ο συνέδριο του κόμματος που συνήλθε το 1969[35].
Ακολούθησε η περίοδος της εγκατάλειψης της πολιτιστικής επανάστασης, η υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος το 1978, το οποίο αποδείχθηκε μεταβατικό. Το 1982, ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα που ισχύει μέχρι σήμερα αν και έχουν γίνει σημαντικότατες αναθεωρήσεις του που εισήγαγαν στο οικονομικό του μέρος σταδιακά, ολοένα και πιο έντονα, στοιχεία της οικονομίας της αγοράς[36].
Η γραφειοκρατική απόσπαση της ηγεσίας συνοδεύτηκε σταδιακά από τη συγκέντρωση μισθολογικών και άλλων προνομίων που διαχώριζαν την κοινωνική της θέση από εκείνη του λαού και αύξησαν δραματικά την απόσταση μεταξύ τους[37]. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο βασικός μηνιαίος μισθός ήταν 40 γιουάν ενώ ο μισθός ενός υπουργού έφτανε τα 400, δηλαδή αναλογία 1:10[38]. Το προνόμιο της λήψης των αποφάσεων συμπληρώθηκε με υλικά προνόμια.
Αυτός ο παράγοντας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα κατοπινά χρόνια. Μετά το 1978 άρχισε η αναζήτηση επιστροφής σε μια πολιτική σοσιαλιστικής οικοδόμησης απαλλαγμένη από τις βουλησιαρχικές ακρότητες της πολιτιστικής επανάστασης. Ωστόσο, και παρά την εσωτερική διαπάλη τόσο στο ΚΚ Κίνας όσο και στην κοινωνία, τελικά κυριάρχησαν οι αντιλήψεις που προέκριναν το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς. Το 1987 υιοθετήθηκε η αντίληψη του «σοσιαλισμού με κινεζικά χρώματα» ενώ η μεγάλη στροφή έγινε στο κομματικό συνέδριο του 1992 και στην αναθεώρηση του Συντάγματος τη χρονιά που ακολούθησε[39].
Σήμερα πια είναι εμπεδωμένη η έννοια του «σοσιαλισμού της αγοράς». Η πορεία αυτή συνοδεύεται από μια σχετική αναβάθμιση του Συντάγματος και της νομιμότητας. Η αναβάθμιση της νομιμότητας δεν φαίνεται να μεταβάλλει ουσιαστικά το ρόλο της συμμετοχής του λαού στη λήψη των αποφάσεων αλλά κυρίως εξυπηρετεί τη σταθερότητα της αγοράς[40]. Το σημερινό Σύνταγμα αντανακλά μια κίνηση της κρατικής εξουσίας και της οικονομίας σε αντίθετη φορά από εκείνη που έδειχνε το Σύνταγμα του 1954.



[1] Βλ. Μάο Τσε Τουνγκ, Άπαντα, Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, τ. Δ, σελ. 301 επ.
[2] Βλ. Siu Kia-Pei, “La nouvelle Constitution de la Chine communiste, Revue internationale de droit comparé, 3/1956, σελ. 399 επ., 403 επ.
[3] Βλ. Μάο Τσε Τουνγκ, Άπαντα, οπ.π., τ. Γ, σελ. 89 επ., 114 επ.
[4] Για το κείμενο του Συντάγματος βλ. Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la Republique Populaire de Chine, Pekin, Éditions en langues etrangeres, 1964 (και σε ελληνική μετάφραση Γ. Σκουριώτη, Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας – εισηγητική έκθεση Λιού Σάο-Σι, Αθήναι, εκδ. Φέξη, 1964) και Το Σύνταγμα της Νέας Κίνας (εισαγωγή Γ. Σκουριώτη), Αθήναι, εκδ. Φέξης, 1962, όπου όμως δεν περιλαμβάνεται το προοίμιο του Συντάγματος.
[5] Βλ.  Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 1-120 και Δ. Καλτσώνης, «Ο μαρξισμός στον 21ο αιώνα και η δημοκρατία», περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 15, 2014, σελ. 204 επ.
[6] Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15 και Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 323 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38, σελ. 143 και Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 243 και Β.Ι.Λένιν, «Η τέταρτη επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 147.
[7] Βλ. Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la République Populaire de Chine, οπ.π., σελ. 44-45.
[8] J.-L. Domenach – Ph. Richer, La Chine 1949-1985, Paris, Imprimerie nationale, 1987, σελ. 134 επ.
[9] Βλ. Shi Chunyu, La participation des habitants dans les grandes villes chinoises – le cas de Guangzhou, These de doctorat, Université Pantheon-Assas, 2012, σελ. 47 επ.
[10] Βλ. M. Bonnin, “Servante, épouvantail ou déesse: la démocratie dans le discours du pouvoir et dans celui de la dissidence en Chine”, στον τόμο M. Delmas-Marty – P.-E. Will (dir.), La Chine et la démocratie, Paris, Fayard, 2007, σελ. 494-495, 497.
[11] Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 145.
[12] Βλ. M. Bonnin, “Servante, épouvantail ou déesse: la démocratie dans le discours du pouvoir et dans celui de la dissidence en Chine”, στον τόμο M. Delmas-Marty – P.-E. Will (dir.), La Chine et la démocratie, Paris, Fayard, 2007, σελ. 500.
[13] Βλ. Το Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας Κίνας, Αθήνα, Ιστορικές εκδόσεις, 1975.
[14] Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, οπ.π., σελ. 129 επ. και J.-L. Domenach – Ph. Richer, La Chine 1949-1985, οπ.π., σελ. 42-43 και M.-C. Bergere, Capitalismes et capitalistes en Chine, Paris, Perrin, 2007, σελ. 205.
[15] Βλ. επίσης Chen Ziming, ««Les droitiers actifs» de 1957 et la postérité d’ une réflexion”, Perspectives Chinoises, 4/2007, 41 επ.
[16] Βλ. την ομιλία σε Μάο Τσε Τουνγκ, Άγνωστα κείμενα, Αθήνα, εκδ. Νέα Σύνορα, χ.χρ., σελ. 125 επ.
[17] Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 37, 91, 138.
[18] Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, σελ. 58, 253, 258.
[19] Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, οπ.π., σελ. 27, 158.
[20] Βλ. Το Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας Κίνας, Αθήνα, Ιστορικές εκδόσεις, 1975.
[21] Βλ. J.P. Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 47 επ.
[22] Βλ. M.-C. Bergere, Capitalismes et capitalistes en Chine, οπ.π., σελ. 188 επ.
[23] Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, οπ.π., σελ. 41 επ.
[24] Βλ. M.-C. Bergere, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, οπ.π., σελ. 48.
[25] Βλ. Au Loong Yu, La Chine, un capitalisme bureaucratique, Paris, éd. Syllepse, 2013, σελ. 90, 104 επ.
[26] Βλ. M. Gaulard, Karl Marx a Pékin (les racines se la crise en Chine capitaliste), Paris, Demopolis, 2014, σελ. 44.
[27] Βλ. M. Gaulard, Karl Marx a Pékin (les racines se la crise en Chine capitaliste), οπ.π., σελ. 44-45.
[28] Βλ .για την υπερβολική αυτή θέση Ch. Hore, Κίνα: απ’ τη μεγάλη πορεία στη σφαγή της Τιενανμέν, Αθήνα, εκδ. Εργατική Δημοκρατία, 1989, σελ. 32-33.
[29] Βλ. γενικά Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας (1958), Ιστορία της κινέζικης επανάστασης, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2010.
[30] Βλ. M.-C. Bergere, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 51 επ.
[31] Βλ. για παράδειγμα Μάο Τσε Τουνγκ, Άπαντα, οπ.π., τ. Δ, σελ. 378.
[32] Βλ. Fidel Castro, Révolution cubaine, II, (Textes choisis par Louis Constant 1962-1969), Paris, Maspero, 1969, σελ.  158 επ. και σε ελληνική μετάφραση στο www.kordatos.org.
[33] Βλ. Chen Jianfu, “La révision de la Constitution en République populaire de Chine”, Perspectives Chinoises, Mai-Juin 1999, σελ. 68.
[34] Βλ. Σ. Μπετελέμ, Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω (σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Κίνα), Αθήνα, ειδ. έκδ. Μηνιαία Επιθεώρηση Monthly Review, 1978, σελ. 76 επ.
[35] Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, οπ.π., σελ. 253.
[36] Βλ. Δ. Καλτσώνης, «Tο Σύνταγμα του 1982/1988/1993/1999/2004 και η δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα», περ. Το Σύνταγμα, τευχ. 3-4/2013, σελ. 489 επ.
[37] Ακόμη και ο ίδιος ο Μάο αναφέρθηκε στην αλαζονεία των τέκνων των κομματικών στελεχών βλ. Μάο Τσε Τουνγκ, Άγνωστα κείμενα, Αθήνα, εκδ. Νέα Σύνορα, χ.χρ., σελ. 321.
[38] Βλ. P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
[39] Βλ. J.P. Cabestan, Le système politique chinois, οπ.π., σελ. 42.
[40] Βλ. περισσότερα Βλ. Δ. Καλτσώνης, «Tο Σύνταγμα του 1982/1988/1993/1999/2004 και η δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα», περ. Το Σύνταγμα, τευχ. 3-4/2013, σελ. 489 επ.