Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 Εισήγηση στο συνέδριο του Παντείου Πανεπιστημίου
«Κοινωνικές ανισότητες στη σύγχρονη Ελλάδα», 27-28 Νοεμβρίου 2009

Δημοσιεύθηκε στον τόμο Γ. Κατρούγκαλος (επιμ.), Ανισότητες και δίκαιο, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σελ. 149-158


            Αντικείμενο της παρούσας εισήγησης είναι η επισήμανση των πλέον καίριων μεταβολών που επιφέρουν τα μεταναστευτικά ρεύματα σε κάποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά του δικαίου και της δημοκρατίας.
Το ρεύμα μετοίκησης εργατών από τις πιο καθυστερημένες χώρες στις πλέον αναπτυγμένες βιομηχανικές είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, ιδιαίτερα του κρατικομονοπωλιακού σταδίου του[1]. «Οι γρήγορα αναπτυσσόμενες χώρες στο βιομηχανικό τομέα, χρησιμοποιώντας περισσότερες μηχανές, εκτοπίζοντας τις καθυστερημένες χώρες από την παγκόσμια αγορά, ανεβάζουν το μισθό εργασίας πάνω από το μέσο επίπεδο  και προσελκύουν μισθωτούς εργάτες από τις καθυστερημένες χώρες»[2]. Τα σύγχρονα μεταναστευτικά ρεύματα αποτελούν καρπό της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού, της υπερεκμετάλλευσης λαών και χωρών, των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων που οδηγούν εκατομμύρια ανθρώπων στο δρόμο της μετανάστευσης και  της προσφυγιάς.
            Η μεγάλη αύξηση του αριθμού των μεταναστών και, ιδίως, των εκτός νόμου μεταναστών θέτει σοβαρά ζητήματα για τη μορφή και το περιεχόμενο του δικαίου και της αστικής δημοκρατίας. Ξεχωρίζουμε τέσσερα:  α. την επίδραση στη μορφή του δικαίου μέσω της αμφισβήτησης της έννοιας του υποκειμένου δικαίου,  β. τη θεσμοθετημένη ανισότητα, γ. την ευρεία ανενέργεια του νόμου, δ. τη μεταβολή του περιεχομένου του δικαίου προς το αυταρχικότερο με όχημα την έκτακτη νομοθεσία.


            1. Η αμφισβήτηση της έννοιας του υποκειμένου δικαίου

Ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του νομικού εποικοδομήματος στην καπιταλιστική κοινωνία είναι η τυπική ισοτιμία των υποκειμένων. Το δίκαιο αποτελεί το ίσο μέτρο. Ο νόμος κατανέμει, ρυθμίζει ομοιόμορφα ανομοιογενείς σχέσεις[3]. Αντιμετωπίζει ισότιμα ανισότιμες σχέσεις. Η ανάπτυξη και εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής έχει ανάγκη, απαιτεί επί της αρχής τουλάχιστον, την απαλλαγή από τα φεουδαρχικά δεσμά του συστήματος της κάστας[4]. Οι σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας λαμβάνουν τη μορφή της τυπικής ισοτιμίας ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και στον εργάτη.
Με το φαινόμενο των εκτός νόμου μεταναστών κάμπτεται η κυριαρχία αυτού του θεμελιώδους χαρακτηριστικού του εποικοδομήματος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί υποκείμενο δικαίου, ότι είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τυπικά ισότιμος με τους υπόλοιπους.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ο κανόνας της τυπικής ισοτιμίας των υποκειμένων συνυπήρχε πάντοτε με  τις εξαιρέσεις του. Συνυπήρχε δηλαδή με τομείς της οικονομίας όπου δεν υφίσταται η τυπική ισοτιμία εργασίας και κεφαλαίου καθώς  το τελευταίο αξιοποιεί συχνά προκαπιταλιστικές μορφές εκμετάλλευσης, μορφές που έχουν ανάλογα χαρακτηριστικά με τη φεουδαρχία ή τη δουλεία[5].
Ποιο είναι το νέο στοιχείο: είναι το γεγονός ότι τα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα, μαζί με την αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων, η ένταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κέντρα, έδωσαν τη δυνατότητα αλλά και κατέστησαν αναγκαία την επέκταση τέτοιων μορφών εκμετάλλευσης. Μετέτρεψαν αυτή τη δυνατότητα και αναγκαιότητα του κεφαλαίου σε πραγματικότητα.
Έτσι, συχνά συναντάται το φαινόμενο μεταναστών οι οποίοι εργάζονται σε συνθήκες εξάρτησης δουλοπαροικιακού τύπου, χωρίς δικαιώματα, έγκλειστοι κατά τρόπο  παράνομο σε αποθήκες ή στους ίδιους τους εργασιακούς χώρους. Μεγάλο τμήμα των μεταναστών δεν διαθέτει κανενός είδους άδεια παραμονής, διαβιεί σε άθλιες συνθήκες.
Ακόμη παραπέρα, τα φαινόμενα αυτά λαμβάνουν ευρύτερες διαστάσεις διαμορφώνοντας «ζώνες μη δικαίου»[6], περιοχές δηλαδή όπου ακόμη και αυτή η ισχύουσα νομιμότητα δεν ισχύει[7]. Στην κατάσταση αυτή ζουν οι παράνομοι μετανάστες. Δεν υπάρχουν για το δίκαιο, δεν είναι υποκείμενα δικαίου.
Πυκνώνουν λοιπόν τα φαινόμενα μεταναστών «χωρίς χαρτιά» ή με παρακρατημένο το διαβατήριο από τους εργοδότες. Υφίστανται την πλέον άγρια εκμετάλλευση αφού ούτε σύμβαση εργασίας υπογράφουν ούτε φορείς δικαιωμάτων μπορούν να είναι. Βρίσκονται ανυπεράσπιστοι ενώπιον της ιδιωτικής και κρατικής βίας. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η περίπτωση των εκτός νόμου μεταναστών αποτελεί το θρίαμβο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί αυτορρύθμισης και παραμερισμού του δικαίου[8].
Για τους εκτός νόμου μετανάστες ταιριάζουν αυτά που έγραψε ο Κ. Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Το κεφάλαιο όμως, με το απεριόριστα τυφλό πάθος του και με την πείνα δράκου για υπερεργασία, σπάει όχι μόνο τα ηθικά, μα και τα φυσικά ανώτατα όρια της εργάσιμης μέρας. Σφετερίζεται το χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη, την εξέλιξη και τη διατήρηση της υγείας του σώματος. Ληστεύει το χρόνο που είναι απαραίτητος για την κατανάλωση καθαρού αέρα και ηλιακού φωτός»[9]
Η κατάσταση αυτή θα ενταθεί με την εμμονή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πολιτική ενίσχυσης της καταστολής της παράνομης μετανάστευσης, την ισχυροποίηση της FRONTEX, την ένταξη της αποτροπής των μεταναστευτικών ρευμάτων στο αμυντικό δόγμα των ενόπλων δυνάμεων[10].


2. Δύο συμπληρωματικές πλευρές: η θεσμοθετημένη ανισότητα
και η εκτεταμένη ανενέργεια των νόμων


2.1 Η θεσμοθετημένη ανισότητα

Η κάμψη της αρχής του υποκειμένου δικαίου συμπληρώνεται από δυο παράλληλες, συνδεόμενες με αυτό, πλευρές: τη θεσμοθετημένη ανισότητα και την εκτεταμένη ανενέργεια των νόμων.
Οι μετανάστες, ακόμη και εκείνοι που είναι νόμιμοι, δεν είναι φορείς των ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όπως τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Αυτό ισχύει για το εργατικό δίκαιο, για το αστικό δίκαιο, για τα δικονομικά δικαιώματα. Οι μετανάστες, ένα ποσοστιαία σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, υπόκεινται σε σειρά διοικητικών περιορισμών και απαγορεύσεων. Παρατηρείται δηλαδή εδώ η θεσμοθετημένη ανισότητα, η κάμψη της αρχής της τυπικής ισότητας απέναντι στο νόμο[11].




2.2 Μια ειδική πλευρά της θεσμοθετημένης ανισότητας: ο περιορισμός των πολιτικών δικαιωμάτων

Η ειδική αυτή πλευρά επιδρά τόσο στο περιεχόμενο του δικαίου όσο και της δημοκρατίας. Πέρα από κάποιες εξαιρέσεις που οφείλονται σε ειδικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, η κυρίαρχη τάση είναι ο αποκλεισμός των μεταναστών από την πολιτική ζωή[12].
Στη χώρα μας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και γενικότερα, οι μετανάστες αποκλείονται κατά κανόνα από την ιδιότητα του πολίτη, το δικαίωμα της ψήφου, ενεργητικό και παθητικό, τη συμμετοχή έστω στις εκλογές για τα τοπικά όργανα εξουσίας, τις συναφείς πολιτικές ελευθερίες. Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις του κανόνα που ωστόσο δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Αντίθετα, μάλιστα, η κυρίαρχη τάση είναι να δυσχεραίνεται ακόμη περαιτέρω η πρόσβαση των μεταναστών σε αυτά τα σημαντικά δικαιώματα[13].
Ο δραστικός περιορισμός της δυνατότητας των μεταναστών να αποκτήσουν την ιθαγένεια της χώρας υποδοχής έχει ξεκινήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπως δείχνει το παράδειγμα της Γαλλίας. Είναι ενδεικτικό ότι στην Ελλάδα ο ν. 3284/2004 θέτει ιδιαίτερα δυσχερείς προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση των μεταναστών. Οι προϋποθέσεις αυτές μάλιστα, στην πράξη εφαρμόζονται με ακόμη περισσότερο περιοριστικό τρόπο από τις αστυνομικές και διοικητικές αρχές.
Για τούτο λοιπόν, και με δεδομένο ότι οι μετανάστες αποτελούν πλέον σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, διαγράφεται ουσιαστικά η κάμψη της καθολικής ψηφοφορίας, η υποχώρηση από τις καθιερωμένες αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας.




3. Η ευρεία ανενέργεια των νόμων

Ακόμη παραπέρα, η κάμψη της αρχής της τυπικής ισότητας και η μερική ύπαρξη δικαιωμάτων οδηγεί στην πράξη σε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση ακόμη και όσων δικαιωμάτων εξαγγέλλονται από το νόμο, τόσο στον τομέα του εργατικού δικαίου και των κοινωνικών κατακτήσεων όσο και ευρύτερα στις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες. Αν ο μετανάστης δεν έχει πλήρη δικαιώματα, είναι φανερό ότι ακόμη και αυτά που έχει δεν εφαρμόζονται στην πράξη, είναι δύσκολο να τα διεκδικήσει στην πράξη[14]. Η ίδια η κοινωνική του θέση, η άγνοια του νόμου εμποδίζουν τη διεκδίκηση της πραγματικής εφαρμογής των όποιων δικαιωμάτων του απονέμει το δίκαιο.
Οι κρατικές αρχές ευθύνονται οι ίδιες για τη μη εφαρμογή των όποιων διατάξεων είτε επειδή δεν δημιουργούν την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή για την εφαρμογή του νόμου είτε γιατί ανέχονται  την παραβίασή του από τμήματα της κοινωνίας όπως για παράδειγμα από τους εργοδότες[15].
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη χώρα μας οι αμοιβές των μεταναστών βρίσκονται σε κατώτερα επίπεδα από τα αντίστοιχα των Ελλήνων εργαζομένων. Οι νόμιμοι μετανάστες αμείβονται κατά κανόνα κάτω από τα προβλεπόμενα στις συλλογικές συμβάσεις, περίπου στο 40%[16]. Οι παράνομοι μετανάστες αμείβονται ακόμη χειρότερα[17].
Από την άλλη πλευρά, πολλές διατάξεις που παρέχουν κάποια δικαιώματα στους μετανάστες είναι οι ίδιες εξαιρετικά ασαφείς και αόριστες ώστε δεν υπάρχει τρόπος στην πράξη να υλοποιηθεί το περιεχόμενό τους. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του ν. 3304/2005 «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» που ενσωμάτωσε τις Οδηγίες 2000/43 και 2000/78[18],[19].
Παράλληλα, οι παραβιάσεις του ποινικού δικαίου εκ μέρους των δυνάμεων καταστολής, σε βάρος των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη χωρίς να επιφέρουν κανενός είδους δικαστικές ή διοικητικές κυρώσεις στους υπεύθυνους των πράξεων αυτών. Βασανιστήρια, κακομεταχείριση, βάναυση συμπεριφορά, απαγωγές, παράνομη κράτηση είναι μερικά από τα φαινόμενα τα οποία πολλαπλασιάζονται καθημερινά τόσο στη χώρα μας όσο και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση[20]. Οι τυχόν προστατευτικές διατάξεις του ποινικού δικαίου (όπως για παράδειγμα το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3719/2008 που καθιστά επιβαρυντική περίσταση την τέλεση ενός εγκλήματος από εθνικό, φυλετικό ή θρησκευτικό μίσος) παραμένουν και αυτές σε σημαντικό βαθμό ανενεργές.


4. Η έκτακτη νομοθεσία

Οι μετανάστες χρησιμοποιήθηκαν ως όχημα για την επιβολή μιας έκτακτης νομοθεσίας που αμφισβητεί θεμελιώδεις κατακτήσεις των λαών στο πεδίο των ελευθεριών. Μεταβάλλει το περιεχόμενο του δικαίου το οποίο είχε καταγράψει και ενσωματώσει αξιοσημείωτες κατακτήσεις υπό την επίδραση του εργατικού κινήματος.
Δεν έχουμε παρά να προσεγγίσουμε το παράδειγμα των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Στους μετανάστες εφαρμόστηκε η επ’ αόριστο δυνατότητα κράτησης ύποπτου για τρομοκρατία αλλοδαπού, σύμφωνα με την αντιτρομοκρατική νομοθεσία που ψηφίστηκε μετά το 2001, αλλά και παραβιάσεις αρχών του ποινικού δικαίου όπως της αρχής της αναλογικότητας, της αρχής της δίκαιης δίκης κλπ[21]. Η λειτουργία του Γκουαντάναμο και οι πρακτικές των απαγωγών και της παράνομης φυλάκισης μεταναστών ακόμη και σε πλωτές ή ιπτάμενες φυλακές εντάσσονται στην ίδια λογική. Στη συνέχεια, ο περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών επεκτάθηκε, στον ένα ή άλλο βαθμό, στο σύνολο του πληθυσμού[22]. Κλασικές είναι οι περιπτώσεις της επέκτασης του καθεστώτος του υπόπτου και της ηλεκτρονικής καταγραφής ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων που, με μια έννοια, ξεκίνησαν με στόχο τους μετανάστες στη Συνθήκη Σένγκεν για να επεκταθούν σε όλο το φάσμα του ποινικού δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ενδεικτικές είναι και οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις στη χώρα μας του άρθρου 45 του ν. 3801/2009 με τον οποίο προβλέπονται τα κατ’ ευφημισμό «Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας Μεταναστών» καθώς και του άρθρου 48 του ν. 3772/2009[23].  Με βάση την παρ. 1 του άρθρου 48 «ο αλλοδαπός θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ιδίως όταν σε βάρος του ασκηθεί ποινική δίωξη», δηλαδή όχι μόνο όταν έχει καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα ούτε κάν όταν έχει ασκηθεί δίωξη. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «εφόσον ο αλλοδαπός εκ των εν γένει περιστάσεων κρίνεται ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της αναχώρησής του ή τη διαδικασία απομάκρυνσής του… διατάσσεται η προσωρινή κράτηση» που μπορεί να διαρκέσει έως έξι μήνες. Η προσωρινή αυτή κράτηση μπορεί να επεκταθεί μέχρι τους δώδεκα μήνες «σε περίπτωση που η απέλαση καθυστερεί επειδή αυτός αρνείται να συνεργαστεί ή καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων για την απέλασή του εγγράφων από τη χώρα καταγωγής ή προέλευσής του».

Συμπερασματικά λοιπόν μπορεί να υποστηριχθεί ότι: 1. παρουσιάζεται υποχώρηση της αρχής ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί υποκείμενο δικαίου, χωρίς αυτό να σημαίνει γενική αμφισβήτηση της αρχής η οποία θα εξακολουθήσει να παραμένει κυρίαρχη. 2. Σημειώνεται υποχώρηση των εργασιακών, κοινωνικών, πολιτικών κατακτήσεων που εγγράφηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες στο δίκαιο. 3. Παρατηρείται κάμψη της αρχής της καθολικής ψηφοφορίας η οποία αποτελούσε σοβαρό επίτευγμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Στη σύγχρονη φάση της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης και με δεδομένο το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο, η αστική δημοκρατία και το δίκαιο απεμπολούν εν μέρει κάποια από τα θεμελιώδη συστατικά τους προκειμένου να προσαρμοστούν σε αυτό που ο Μαρξ στο απόσπασμα που προαναφέρθηκε προσδιόριζε ως «απεριόριστα τυφλό πάθος για υπερεργασία».






[1] Βλ. Β.Ι.Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Άπαντα, τ. 27, σελ. 410-411.
[2] Βλ. Β.Ι.Λένιν, Ο καπιταλισμός και η μετανάστευση των εργατών, Άπαντα, τ. 24, σελ. 90 επ.
[3] Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 14 και Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή εις την νομικήν επιστήμην, Αθήνα, εκδ. Μπουκουμάνη, 1977, σελ. 72-80 και Α. Μανιτάκης, Ζητήματα ιστορικοδιαλεκτικής θεώρησης της νομικής μορφής, στον τόμο Ν. Αλιμπράντης, Α. Μανιτάκης, N. Reich, Π. Σούρλας, Κ. Σταμάτης, Κ. Ψυχοπαίδης, Μελέτες για μια κριτική θεώρηση του δικαίου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1985, σελ. 1 επ., 53 επ., 56 επ.
[4] Βλ. Β. Λαπάγεβα, Ζητήματα δικαίου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986, σελ. 43 επ.
[5]Τέτοια είναι τα παραδείγματα της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης που συνέχισε να ισχύει και μετά τη γαλλική επανάσταση (μη απελευθέρωση δούλων στις γαλλικές αποικίες). Αντίστοιχα παραδείγματα όμως συναντάμε και στον 20ό αιώνα, την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Η εκμετάλλευση των ξένων εργατών –σκλάβων στα εργοστάσια της ναζιστικής Γερμανίας, η εκμετάλλευση των μαύρων εργατών στη Ν. Αφρική επί ρατσιστικού καθεστώτος, οι λεγόμενοι «ανέγγιχτοι» στη σημερινή Ινδία,  αποτελούν τέτοια παραδείγματα. Πιο σύγχρονα ακόμη, η εκμετάλλευση των εργατών στα εργοστάσια ή στις αγροτικές επιχειρήσεις πολυεθνικών επιχειρήσεων στη Λ. Αμερική, στην Ασία, στην Αφρική λαμβάνει τέτοια χαρακτηριστικά. Στην Ευρώπη, τέτοιες μορφές εκμετάλλευσης είχαν, κατά κανόνα, εξοβελιστεί εξαιτίας της παρουσίας των σοσιαλιστικών κρατών στην Α. Ευρώπη και του ισχυρού εργατικού κινήματος στη Δ. Ευρώπη μετά την αντιφασιστική νίκη των λαών το 1945. Βλ. Α. Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1981, σελ. 99 επ., 110 επ.
[6] Βλ. Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, σελ. 36 επ.
[7] Βλ. I. Ραμονέ, Πόλεμοι του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2002, σελ.  14.
[8] Βλ. Τ. Βιδάλης, Νομικός νεοφιλελευθερισμός και το πρόβλημα των πηγών του δικαίου, στον τόμο Θ.Κ.Παπαχρίστου (επιμ.), Νεοφιλελευθερισμός – δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σελ.109 επ., 117-118 και Θ.Κ. Παπαχρίστου, Πόσο αντέχει ακόμη η πυραμίδα;, στον τόμο Θ. Παπαχρίστου, Χ. Βερναρδάκης, Γ. Θεοδόσης, Ι. Καμτσίδου κά., Αυτορρύθμιση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2005, σελ. 13 επ. και Γ. Θεοδόσης, Συλλογικά αυτόνομες ρυθμίσεις και εργασιακές σχέσεις, στον ίδιο τόμο, σελ. 65 επ.
[9] Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Ι, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ.275-276.
[10]  Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, Ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην υπηρεσία των πολιτών, COM (2009) 262 τελικό.
[11] Βλ. Θ. Παπαθεοδώρου, Νομικό καθεστώς αλλοδαπών (ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία), Αθήνα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 177 επ.
[12] Βλ. D. Suvin, Η μετανάστευση στην Ευρώπη σήμερα: απαρτχάιντ ή πολιτική συγκατοίκηση;, περ. Θέσεις, τευχ. 107, 2009, σελ. 79 επ., 94 επ.
[13] Βλ. Parlement Européen, Direction Générale Politiques Internes de l’ Union, Département Thématique C, Droits des Citoyens et Affaires Constitutionnelles, Tendances dans l’ Europe des 27 concernant la participation de ressortissants de pays tiers a la vie politique du pays d’ accueil (Étude), Juillet 2007, PE 378.303.
[14] Βλ. Ν. Τάτσης, τα Κέντρα υποδοχής προσφύγων στην Ελλάδα, στον τόμο των Α. Κόντης, Η. Πετράκου, Ν. Τάτσης, Ν. Χλέπας, Ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική ασύλου, Αθήνα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 173-174.
[15] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Κράτος και ανενέργεια του νόμου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1998, σελ. 39 επ., 105 επ.
[16] Βλ. Δ. Κατσορίδας, Μετανάστες εργαζόμενοι και οικονομική ανάπτυξη, στον τόμο Αδήλωτη απασχόληση και «νομιμοποίηση»  των μεταναστών, ΙΝΕ, 2007, σελ. 97 επ.
[17] Βλ. Β. Καρύδης, Η εγκληματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Παπαζήση, 1996, σελ. 26 και Α. Λυμπεράκη – Θ. Πελαγίδης, Ο «φόβος του ξένου» στην αγορά εργασίας: ανοχές και προκαταλήψεις στην ανάπτυξη, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 36-37 και Λ.-Α. Σισιλιάνος, Ζητήματα ρατσισμού και διακρίσεων στην ΕΕ: προτεραιότητες και προκλήσεις, στον τόμο Στ. Περράκης (επιμ.), Ο Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (πρακτικά ημερίδας), Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2007, σελ. 251 και .
[18] Βλ. Λ.-Α. Σισιλιάνος, Ζητήματα ρατσισμού και διακρίσεων στην ΕΕ: προτεραιότητες και προκλήσεις, στον τόμο Στ. Περράκης (επιμ.), Ο Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (πρακτικά ημερίδας), οπ.π., σελ. 249, 253-254.
[19] Αντίθετα, τα δικαστήρια φαίνεται συχνά ότι παραγνωρίζουν τις συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών και στρέφονται αποκλειστικά στην ανάγκη τήρησης του ποινικού νόμου και μάλιστα με τρόπο άτεγκτο μη λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες προσαρμογής των μεταναστών αλλά και την απουσία δομών που θα τους διευκόλυναν στην ένταξή τους στις κοινωνίες υποδοχής. Βλ. Μ.Π. Μαργαρίτης, Ετερότητα αξιών του αλλοδαπού και ποινική ευθύνη, ΝοΒ, τ. 56, σελ. 293 επ.
[20] Βλ. Β. Καρύδης, Η εγκληματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα, οπ.π., σελ. 57.
[21] Βλ. Δ. Σαραφιανός - Χ. Τσαϊτουρίδης, Η υπεράσπιση της δημοκρατίας από τρομοκρατικά αδικήματα και η προάσπιση της ελευθερίας από αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, στον τόμο Α. Μανιτάκης – Α. Τάκης (επιμ.), Τρομοκρατία και δικαιώματα, Αθήνα, εκδ. Σαββάλας, 2004, σελ. 176, 178 και Α. Παπαϊωάννου, Οι Αμερικανοί δικαστές και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ.. Σάκκουλα, 2004, σελ. 13 επ. και του ίδιου, Οι Βρετανοί δικαστές και η τρομοκρατία, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2005, σελ. 31 επ. και εφημ. Ελευθεροτυπία, 3 Ιουνίου 2008.
[22] Βλ. ενδεικτικά Ι. Μανωλεδάκης, Ασφάλεια κράτους ή ελευθερία;, στον τόμο Α. Μανιτάκης – Α. Τάκης (επιμ.), Τρομοκρατία και δικαιώματα, οπ.π., σελ. 23 επ. και Ν. Παρασκευόπουλος, Ασφάλεια του κράτους και ανασφάλεια δικαίου, στο ίδιο, σελ. 42 επ. και Ι. Μανωλεδάκης, Παγκόσμια εξουσία και νομικός πολιτισμός, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2005.
[23] Βλ. και Ν. Χατζηνικολάου, Η ποινή καταστολή της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων στην ελληνική έννομη τάξη: αναζητώντας την αξιολογική συνοχή μεταξύ τιμωρητικής όξυνσης και θυματολογικής προσέγγισης, Ποινική Δικαιοσύνη, 2/2008, σελ. 213 επ., 223-224, 229 επ.