Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Επανάσταση και κράτος. Η μαρξιστική συζήτηση στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 12, σελ. 143-156

Το παρόν άρθρο επιχειρεί την ανάλυση των θέσεων του ΚΚΕ για το επαναστατικό κράτος που θα έπρεπε να αντικαταστήσει το αστικό, ως καρπός επαναστατικών αλλαγών. Το άρθρο εξετάζει την αντίληψη αυτή ειδικά όπως διαμορφώθηκε μετά την κομβική 6η ολομέλεια της κεντρικής του επιτροπής του κόμματος το 1934. Δεν θα ασχοληθεί με τη θεώρηση του κόμματος για το αστικό κράτος και τις μορφές του (αστική δημοκρατία, φασισμός κλπ). Δεν θα ασχοληθεί ούτε με θέματα τακτικής και προσέγγισης του στρατηγικού στόχου της επανάστασης[1]. Αν και είναι προφανές ότι αυτά σχετίζονται και σε ένα βαθμό απορρέουν από την αντίληψη για το χαρακτήρα της επανάστασης και του κράτους που θα εγκαθιδρύσει, εκφεύγουν του αντικειμένου της παρούσας ανάλυσης.


Ο χαρακτήρας της επανάστασης

Το ΚΚΕ, αναλύοντας την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα με βάση το μαρξισμό λενινισμό θεωρούσε ότι το κράτος εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης και ότι η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας επιβάλλει την αντικατάστασή του από ένα νέο τύπο κράτους.
Στην 6η ολομέλεια της κεντρικής επιτροπής το 1934 και στο 5ο συνέδριο, που ακολούθησε λίγους μήνες μετά, το ΚΚΕ εξειδίκευσε τη στρατηγική του[2]. Υπερέβη την προσέγγιση που είχε υιοθετήσει στην ολομέλεια του Ιανουαρίου του 1930 ότι η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι «προλεταριακή που θάχει να εκπληρώσει και καθήκοντα αστικοδημοκρατικά μεγάλης ευρύτητας»[3]. Αυτό είχε επιπτώσεις στην αντίληψή του για το επαναστατικό κράτος που επρόκειτο να αντικαταστήσει την αστική κρατική εξουσία αλλά και στην τακτική του.
Σύμφωνα με τις αποφάσεις της 6ης ολομέλειας του 1934 «η επικείμενη επανάσταση των εργατών και αγροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση»[4].
Έχει σημασία να διευκρινιστεί ότι η επανάσταση οριζόταν ως εργατοαγροτική. Αυτό απέρρεε από το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν ήταν η πλειοψηφούσα κοινωνική τάξη εξαιτίας της καθυστέρησης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη χώρα και της μη ευρείας διάδοσης της μισθωτής εργασίας. Από την άλλη, η χώρα ήταν σε μεγάλο βαθμό αγροτική και ο αγροτικός πληθυσμός αποτελούσε το μεγαλύτερο κοινωνικό στρώμα.
Η επανάσταση δεν οριζόταν ως αστικοδημοκρατική αλλά ότι αρχικά θα είχε τέτοιο περιεχόμενο και στόχους, πράγμα που είναι διαφορετικό. Υπογραμμιζόταν επίσης ότι θα είχε τάση γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική. Αυτό σήμαινε μια ενιαία επαναστατική διαδικασία που θα ξεκινούσε πρώτα με την επίλυση των προβλημάτων που ήταν περισσότερο ώριμα να αντιμετωπιστούν. Η σειρά αυτή θα βοηθούσε στην προσέλκυση μεγαλύτερων τμημάτων της κοινωνίας στην επαναστατική προοπτική.


Το θεωρητικό θεμέλιο

Το θεωρητικό θεμέλιο των αναλύσεων αυτών του ΚΚΕ εντοπίζεται στους κλασικούς του μαρξισμού, ιδίως όμως στον Λένιν και στις επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας ο Λένιν υποστήριξε την ανάγκη επανάστασης ενάντια στο τσαρικό καθεστώς ως προοίμιο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στην επανάσταση αυτή, η εργατική τάξη έπρεπε να κατακτήσει τον πρωτεύοντα, ηγεμονικό ρόλο και να καταφέρει να συμπαρασύρει σε συμμαχία μαζί της την αγροτιά. Η επανάσταση αυτή θα ήταν δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική. Στο βαθμό που αυτό γινόταν εφικτό, καρπός μιας τέτοιας επανάστασης θα ήταν ένα επαναστατικό δημοκρατικό καθεστώς μια «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Το καθεστώς αυτό δεν θα ήταν σοσιαλιστικό. Θα λάμβανε μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα εξάλειψης των φεουδαρχικών καταλοίπων, ενίσχυσης και βελτίωσης της θέσης της εργατικής τάξης και θα άνοιγε το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Επομένως, η δημοκρατική (με την έννοια της αντιφεουδαρχικής είτε εθνικοαπελευθερωτικής είτε αντιδικτατορικής) επανάστασης διαπλέκεται στενά με τη σοσιαλιστική.
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία ανέτρεψε πράγματι το τσαρικό καθεστώς. Ωστόσο, η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει τον πρωτοπόρο, ηγεμονικό ρόλο στην επανάσταση αυτή. Αντίθετα, κυρίαρχο ρόλο βρέθηκαν να διαδραματίζουν οι μικροαστικές δυνάμεις οι οποίες παρέδωσαν ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη.
Καθώς το τσαρικό καθεστώς καταλύθηκε κατά βάση από την επανάσταση του Φεβρουαρίου, ο Λένιν θεώρησε ότι η «αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε». Η εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς («επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς») πραγματοποιήθηκε μόνο «με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό»[5].
Η οργάνωση των συμβουλίων (σοβιέτ), ενός θεσμού επαναστατικού - δημοκρατικού στη λειτουργία του, που εξασφάλιζε την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων, την αιρετότητα, ανακλητότητα και τον έλεγχο των αντιπροσώπων του λαού, η ένοπλη οργάνωση του λαού ήταν τα θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εξουσίας.
Στα συμβούλια (σοβιέτ) όμως επικρατούσαν ακόμη κατά πλειοψηφία τα μικροαστικά στρώματα και οι μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες παρέδωσαν την εξουσία στην αστική τάξη και αρνούνταν να αναγορεύσουν τα συμβούλια (σοβιέτ) σε αποκλειστικό κάτοχο της εξουσίας. Για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσωρινή, ιδιόμορφη συνύπαρξη – σύμπλεξη ανάμεσα στα σοβιέτ (όπου όμως κυριαρχούσαν οι μικροαστικές δυνάμεις) και στην αστική τάξη η οποία ανέλαβε την εξουσία λόγω της κυριαρχίας των μικροαστών στα σοβιέτ (δυαδική εξουσία)[6].
Λίγο μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 στη Ρωσία, προετοιμάζοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση που ακολούθησε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Λένιν υποστήριζε ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που «αποτελούν εγγύηση ότι η επανάσταση δεν θα περιοριστεί στο πρώτο στάδιο»[7]. Η ουσία της ανάλυσης αυτής επαναλήφθηκε στην εισήγησή του στο σημαντικό 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.  Σημείωνε ότι η ρωσική επανάσταση μετά τον Οκτώβριο του 1917 «πέρασε ένα «γενικό δημοκρατικό», δηλαδή στην ουσία αστικοδημοκρατικό, στάδιο πάλης όλης της αγροτιάς στο σύνολό της ενάντια στους τσιφλικάδες»[8].
            Η θέση για μετεξέλιξη της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική αποτέλεσε μια σταθερή αναφορά της λενινιστικής σκέψης[9]. Δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Λένιν[10]. Στο έργο του Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι που γράφτηκε το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν συνέχισε να υποστηρίζει σταθερά το σχήμα της μετεξέλιξης της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και υπογράμμιζε ότι «η επανάστασή μας είναι αστική, όσο καιρό πάμε μαζί με την αγροτιά σαν σύνολο… Ποτέ δεν αποπειραθήκαμε να υπερπηδήσουμε αυτό το απαραίτητο σκαλοπάτι της ιστορικής πορείας ή να το καταργήσουμε με διατάγματα». Παράλληλα επισήμαινε ότι «η προσπάθεια να ορθωθεί τεχνητό σινικό τείχος ανάμεσα στη μια και στην άλλη, να χωριστεί η μια από την άλλη με οτιδήποτε άλλο εκτός από το βαθμό προετοιμασίας του προλεταριάτου και το βαθμό της ένωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού, είναι η μεγαλύτερη διαστρέβλωση του μαρξισμού»[11].
Το 1921, τέσσερα χρόνια μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, ο Λένιν επιβεβαίωσε την προσήλωσή του στην παραπάνω ανάλυση: «δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την τέτια σχέση ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στην προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Η πρώτη μετεξελίσσεται στη δεύτερη. Η δεύτερη λύνει, ανάμεσα στ’ άλλα, τα προβλήματα της πρώτης. Η δεύτερη κατοχυρώνει το έργο της πρώτης. Ο αγώνας και μόνο ο αγώνας κρίνει κατά πόσο η δεύτερη κατορθώνει να ξεπεράσει την πρώτη»[12].
Με αφετηρία αυτή την ανάλυση, ο ίδιος ο Λένιν και μετέπειτα η Κομμουνιστική Διεθνής διέκριναν ουσιαστικά τρεις πιθανούς τύπους επαναστάσεων στη σύγχρονη εποχή[13]. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορούσαν να γίνουν σοσιαλιστικές επαναστάσεις, καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε δώσει στην εργατική τάξη κυρίαρχη θέση και η μικροϊδιοκτησία είχε σχεδόν πλήρως εξαλειφθεί. Στις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, η εργατική τάξη ήταν αδύναμη αριθμητικά και όπου υπήρχαν υπολείμματα μισοφεουδαρχικά στην αγροτική οικονομία και γενικότερα πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών, ήταν πιθανές είτε δημοκρατικές επαναστάσεις που θα μετασχηματίζονταν γρήγορα σε σοσιαλιστικές, είτε σοσιαλιστικές επαναστάσεις που θα είχαν όμως να επιλύσουν πρώτα πολλά ζητήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα. Στις καθυστερημένες χώρες (αποικίες κλπ.) ήταν αναγκαίες οι δημοκρατικές επαναστάσεις και ο περαιτέρω μετασχηματισμός τους σε σοσιαλιστικές.
Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Τρότσκι ο οποίος θεωρούσε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ετίθετο ως ιστορικό καθήκον ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν πλατιά στρώματα μικροϊδιοκτητών[14]. Το ρεύμα αυτό ταύτιζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των αγροτικών στρωμάτων (την «επαναστατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς») με την σοσιαλιστική, εργατική εξουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνει υπόψη του επαρκώς την ανάγκη διαμόρφωσης αιτημάτων και στόχων που μπορούν να συνενώσουν τον αγώνα της εργατικής τάξης με τα αγροτικά και τα άλλα μικρομεσαία στρώματα, να υποτιμά τα δημοκρατικά αιτήματα και να θέτει άμεσα ζήτημα σοσιαλιστικής επανάστασης χωρίς πάντοτε να υφίστανται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις[15]. Για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο ιδεολογικο-πολιτικό ρεύμα βρέθηκε απομονωμένο από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα τόσο στην Ελλάδα (ιδιαίτερα την κρίσιμη δεκαετία του 1940) όσο και γενικά.
Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω ο Λένιν δεν αρνούνταν να διακρίνει τις αναγκαίες φάσεις, στάδια, μεταβατικές περιόδους, εκεί που αντικειμενικά υπάρχουν[16]. Αυτό που υπογράμμιζε όμως ήταν ότι αυτά πρέπει να είναι διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους ώστε να βοηθούν στην επίτευξη του τελικού σκοπού της εργατικής τάξης, δηλαδή της σοσιαλιστικής επανάστασης, της εγκαθίδρυσης εργατικού κράτους και της οικοδόμησης ενός νέου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.


Ο τύπος κράτους

Τι συνέπεια είχε αυτός ο χαρακτηρισμός για τον τύπο του κράτους που θα διαμορφωνόταν ως συνέπεια μιας τέτοιας επανάστασης όπως την όριζε η 6η ολομέλεια του 1934;
Η επανάσταση θα αντικαθιστούσε το αστικό κράτος με ένα νέο τύπο κράτος που θα βασιζόταν στο πρότυπο των σοβιέτ. Αυτό σημαίνει ότι στην αντίληψη του ΚΚΕ μια νέου τύπου δημοκρατική οργάνωση θα αντικαθιστούσε την υπάρχουσα κρατική δομή. Η νέα αυτή οργάνωση θα βασιζόταν σε ένα σύστημα συμβουλίων όπου οι εργάτες και αγρότες θα κατείχαν κυρίαρχη θέση, θα εξέλεγαν και θα ανακαλούσαν τους αντιπροσώπους τους, θα ασκούσαν μέσω αυτών τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Το πρότυπο αυτό προέκυπτε από τις θεωρητικές επεξεργασίες των θεμελιωτών του μαρξισμού, όπως είχαν κυρίως καταγραφεί στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία και στο Κράτος και επανάσταση, και από την εμπειρία των σύγχρονων επαναστάσεων, ιδίως από την παρισινή Κομμούνα του 1871 και τις επαναστάσεις στη Ρωσία του 1905 και 1917.
Η τέτοια προσέγγιση του ΚΚΕ δεν στοιχειοθετούνταν με αναλυτική ανάπτυξη των σχετικών θέσεων αλλά από μια μάλλον σύντομη αναφορά σε «σοβιετική επανάσταση» και σε «εργατοαγροτική κυβέρνηση, που στο πρώτο στάδιο της επανάστασης πραγματοποιεί την επαναστατική δημοκρατική διχτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς με σοβιετική μορφή» και η οποία στη μετεξέλιξή της «θα γίνει κυβέρνηση της διχτατορίας του προλεταριάτου»[17].
Μια κάπως εκτενέστερη αναφορά υπήρχε στο μανιφέστο της κεντρικής επιτροπής προς τον εργαζόμενο λαό (Ιούνιος 1935) όπου γινόταν λόγος ότι η «εργατοαγροτική σοβιετική δημοκρατία» «θα εκμηδενίσει την κρατική γραφειοκρατία και το κράτος θα γίνει όργανο εξυπηρέτησης του λαού», ότι «ο στρατός, ένοπλο τμήμα του εργαζόμενου λαού, από όργανο καταπίεσής του θα γίνει όργανο υπεράσπισης των λαϊκών καταχτήσεων και ελευθεριών» και ότι «η λαϊκή εξουσία θα στηρίζεται στα Συμβούλια (Σοβιέτ) των αντιπροσώπων των εργαζόμενων-εργατών-αγροτών-επαγγελματιών-υπαλλήλων-ελευθέρων επαγγελμάτων-στρατιωτών»[18].
Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω αναφορές, το ΚΚΕ επιδίωκε τη δημιουργία μιας νέου τύπου κρατικής εξουσίας που θα εξασφάλιζε ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο αστικό κράτος.
Γιατί όμως αυτή η δημοκρατία και αυτό το κράτος δεν χαρακτηριζόταν απευθείας σοσιαλιστικό αλλά εργατοαγροτικό; Γιατί το ΚΚΕ έκανε λόγο για «επαναστατική δημοκρατική διχτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς» και όχι για «διχτατορία του προλεταριάτου»; Καταρχήν πρέπει να διευκρινιστεί ότι στη μαρξιστική ορολογία της εποχής η έννοια της δικτατορίας σήμαινε την εξουσία μιας κοινωνικής τάξης και δεν ταυτιζόταν με τη μη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης.


Επαναστατική δημοκρατική εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και εξουσία της εργατικής τάξης: ενότητα και διαφορά

Ποια είναι επομένως η διαφορά ανάμεσα στην επαναστατική δημοκρατική εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και στην εξουσία της εργατικής τάξης; Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι θεωρητικό εύρημα του ΚΚΕ. Αποτελεί προσπάθεια ενσωμάτωσης στην ελληνική περίπτωση των θεωρητικών αναλύσεων του μαρξισμού λενινισμού και ιδίως των αντίστοιχων αναλύσεων του Λένιν.
Το κοινωνικό περιεχόμενο μιας επανάστασης δεν καθορίζεται αυθαίρετα από την υποκειμενική βούληση των ανθρώπων ούτε κάν της πρωτοπορίας της. Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το χαρακτήρα μιας επανάστασης είναι πρώτιστα «ο βαθμός της οικονομικής ανάπτυξης (όρος αντικειμενικός)» και, επιπρόσθετα, «ο βαθμός της συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου (όρος υποκειμενικός)»[19].
Αντίστοιχα, ο ταξικός χαρακτήρας ενός κράτους δεν προσδιορίζεται κυρίως από τις υποκειμενικές προθέσεις αλλά αποτελεί καταρχήν αντικειμενικό δεδομένο που προσδιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την κοινωνικο-ταξική διάρθρωση της κοινωνίας, τις παραγωγικές σχέσεις (που καθορίζουν ποια τάξη είναι κυρίαρχη), τόσο τις προϋπάρχουσες της επανάστασης όσο και αυτές που αρχίζουν να οικοδομούνται μετά από αυτήν. Βέβαια, ο υποκειμενικός παράγοντας, δηλαδή η βούληση και οι σχεδιασμοί των ιθυνόντων της νέας κρατικής εξουσίας και των κοινωνικών τάξεων και συμφερόντων που συμμετέχουν σε αυτήν, διαδραματίζει το ρόλο του, εντός των ορίων που χαράσσουν τα αντικειμενικά δεδομένα.
Κατά συνέπεια, η δημιουργία σοσιαλιστικού κράτους, επαναστατικού κράτους της εργατικής τάξης, δεν είναι, μόνο ή κυρίως, ζήτημα επιλογής. Για να υπάρξει εργατικό, σοσιαλιστικό κράτος δεν αρκεί η κατάκτηση της κυβέρνησης από το επαναστατικό κόμμα της τάξης αυτής και η βούληση να οικοδομηθεί ένα τέτοιο κράτος.
Υπάρχουν μια σειρά προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δημιουργηθεί ένα κράτος της εργατικής τάξης: 1. Η επαναστατική ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και η διάλυση της ουσίας του αστικού κρατικού μηχανισμού. 2. Η αντικατάσταση των δομών αυτών από νέες, τύπου Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή από θεσμούς που διακρίνονται για την άμεση δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής της εργατικής τάξης και του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών τους, με την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας, ανακλητότητας, εναλλαγής, ελέγχου από τα κάτω όλων των αντιπροσώπων και όλων των υπεύθυνων κρατικών λειτουργών, την κατάργηση των προνομίων και των παχυλών μισθών των κρατικών αξιωματούχων. 3. Στους θεσμούς αυτούς, η εργατική τάξη θα πρέπει να διαδραματίζει καίριο ρόλο, η ίδια η τάξη και όχι απλώς οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. 4. Η οικονομική βάση, οι παραγωγικές δυνάμεις επί της οποίας εδράζεται το κράτος, θα πρέπει να έχουν αναπτυχθεί τόσο ώστε να μπορεί να κυριαρχεί και αριθμητικά η μισθωτή εργασία και να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια απρόσκοπτη βιομηχανική ανάπτυξη και άνοδο της ευημερίας του λαού. 5. Η κατεύθυνση και ο τρόπος παρέμβασης του κράτους στις παραγωγικές σχέσεις και στις παραγωγικές δυνάμεις θα πρέπει να ευνοεί πράγματι την ανάπτυξη νέων σχέσεων παραγωγής και την ορθολογική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αν, για παράδειγμα, οι νέες σχέσεις παραγωγής που οικοδομούνται δεν συνιστούν στην πράξη εξάλειψη της εκμετάλλευσης και της αποξένωσης, το γεγονός αυτό επιδρά από ένα σημείο και πέρα αρνητικά στο χαρακτήρα του κράτους αλλοιώνοντάς τον.
Το κράτος πρέπει να εξετάζεται όχι ως αφηρημένη έννοια, ούτε με βάση τις διακηρύξεις του ίδιου ή των διαχειριστών του, αλλά «όπως δημιουργήθηκε στην πράξη»[20]. Ο Λένιν, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία του κράτους που προέκυψε ως αποτέλεσμα της επανάστασης του Οκτωβρίου 1917, δε δίσταζε να το χαρακτηρίζει ενίοτε εργατο-αγροτικό καθώς η εργατική τάξη είχε εκ των πραγμάτων κυρίαρχο βέβαια αλλά σχετικά αδύναμο ρόλο[21].
Διακρίνοντας επιπλέον τις τάσεις αυτονόμησης του πολιτικών διαχειριστών από την τάξη, προσέθεσε ότι πρόκειται για κράτος με «γραφειοκρατική στρέβλωση»[22]. Το κράτος είναι και αυτό ιστορικό φαινόμενο, κινείται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά και ανάλογα με τις υποκειμενικές παρεμβάσεις. Ο εργατικός χαρακτήρας του κράτους δεν είναι μια για πάντα δοσμένος. «Πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή»[23].


Ενότητα: η επαναστατική δημοκρατία

Υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στην επαναστατική δημοκρατική εξουσία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και στην εξουσία της εργατικής τάξης, ανάμεσα στις δυο μορφές εξουσίας που διέκρινε και η ανάλυση της 6ης ολομέλειας του 1934;
Ως προς τη μορφή προφανώς δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην εξουσία της εργατική τάξης και της αγροτιάς και στην εξουσία της εργατικής τάξης. Και οι δύο βασίζονται στην ανατροπή της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης και στην οικοδόμηση ενός κράτους με πλήρεις λαϊκές ελευθερίες και με ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή. Θα είχαν τα χαρακτηριστικά μιας επαναστατικής δημοκρατίας η οποία σημαίνει την ολοένα και μεγαλύτερη  διευκόλυνση των λαϊκών στρωμάτων στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας.
Από άποψη κοινωνική, η εργατική τάξη διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και στις δυο μορφές εξουσίας. Στην πρώτη όμως σημαντικό ρόλο παίζει η αγροτιά και τα μικροαστικά στρώματα. Με βάση τα δεδομένα της Ελλάδας την περίοδο εκείνη θα ήταν αδιανόητο να θεωρήσει κανείς ότι μπορούσε άμεσα, ως συνέπεια μιας επαναστατικής αλλαγής, να δημιουργηθεί ένα εργατικό κράτος. Η εργατική τάξη αποτελούσε μειοψηφία, οι παραγωγικές δυνάμεις δεν ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες, υπήρχαν έντονα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην οικονομία και στο πολιτικό εποικοδόμημα. Ακόμη και αν διακήρυσσε το αντίθετο, η κρατική εξουσία δεν θα ήταν αυτομάτως εργατική από την ίδια την κοινωνική σύνθεση των οργάνων εξουσίας και την κοινωνική τους βάση. Θα ήταν εργατοαγροτική.
Κοινό στοιχείο ανάμεσα στις δυο μορφές εξουσίας είναι ο καθοριστικός ρόλος της εργατικής τάξης. Ο ρόλος αυτός ενισχύεται στη μετάβαση από τη μια μορφή στην άλλη. Η καθοδήγηση της επαναστατικής διαδικασίας από την εργατική τάξη και οι ορθές πολιτικές και οικονομικές της επιλογές αποτελούν προϋπόθεση για τη μετάβαση από τη μια μορφή στην άλλη.


Διαφορά: το οικονομικό πρόγραμμα

Οι μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις δυο μορφές επαναστατικής εξουσίας προκύπτουν από την εξέταση των σημείων 4 και 5, δηλαδή με βάση την οικονομική πολιτική του κράτους.
Η οικονομική βάση της ελληνικής κοινωνίας της εποχής δεν ήταν απολύτως επαρκής για την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας. Σοσιαλισμός σημαίνει ανάπτυξη της προηγμένης βιομηχανίας και τεχνολογίας για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού, την προστασία του περιβάλλοντος μαζί βέβαια με την ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή στη λήψη όλων των αποφάσεων.
Για να υπάρξει ανάπτυξη της βιομηχανίας, των παραγωγικών δυνάμεων γενικότερα, έπρεπε πρώτα να επιλυθούν τρία τουλάχιστον σοβαρά προβλήματα: Πρώτο, να απαλλαγεί η χώρα από την οικονομική εξάρτηση και κηδεμονία από τις μεγάλες δυνάμεις. Δεύτερο, να αποκτήσουν οι αγρότες γη μέσω της διανομής των τσιφλικιών και να γίνει έτσι με επαναστατικό τρόπο η αγροτική μεταρρύθμιση. Τρίτο, να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις ώστε να τεθούν οι βάσεις για τη βιομηχανική ανάπτυξη και να ξεπεραστεί βαθμιαία ο κατακερματισμός της μικροϊδιοκτησίας που χαρακτήριζε την οικονομία.
Η επίλυση των ζητημάτων αυτών θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στο στάδιο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Κυρίως, όμως, έδινε τη δυνατότητα, για τη δημιουργία πλατιών συμμαχιών με βάση την κυρίαρχη αντίθεση.
Για το λόγο αυτό το οικονομικό πρόγραμμα της εργατοαγροτικής επαναστατικής δημοκρατίας πρότασσε δύο αιχμές: την απαλλαγή από την εξάρτηση και εκμετάλλευση του ξένου κεφαλαίου και τη διανομή της γης. Συγκεκριμένα διατυπωνόταν ως εξής: «Απελευθέρωση της χώρας απ’ το ζυγό του ξένου κεφαλαίου και την εξάρτηση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ακύρωση των ξένων χρεών, δήμευση και εθνικοποίηση των ξένων επιχειρήσεων» και αμέσως μετά «απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση των τσιφλικάδικων και μοναστηριακών γαιών και δόσιμό τους στους αγρότες, κατάργηση των τοκογλυφικών χρεών και χρεών απαλλοτριώσεως των εργαζόμενων αγροτών»[24]. Εννοείται πως, πλάι σε αυτά, υπήρχαν μια σειρά προτάσεις άμεσης βελτίωσης των συνθηκών ζωής, των δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου των εργατών και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Στη συνέχεια διευκρινιζόταν: «Ωστόσο, αρχίζοντας σαν αστικοδημοκρατική η επανάσταση, δεν θα μπορέσει να λύσει τα επιταχτικά της καθήκοντα χωρίς να προσβάλει την κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, δίχως την κατάσχεση και εθνικοποίηση των Τραπεζών και επιχειρήσεων που ελέγχονται απ’ το ξένο κεφάλαιο, δίχως την εθνικοποίηση των μεγαλύτερων ελληνικών Τραπεζών και μονοπωλίων»[25].
Λίγο αργότερα, το πρόγραμμα θα συμπληρωνόταν με την απαλλαγή από τα χρέη των «επαγγελματιών» σε μια προφανή προσπάθεια προσέγγισης προς τα λοιπά, πλην αγροτών, στρώματα μικροϊδιοκτητών. Παράλληλα, αναβαθμίστηκε το ζήτημα της εθνικοποίησης των τραπεζών[26]. Με δεδομένο τον νευραλγικό ρόλο των τραπεζών στην οικονομία, επρόκειτο για το σημείο εκείνο του προγράμματος που συνέδεε αρμονικά το πρώτο μέρος του οικονομικού προγράμματος με το δεύτερο, το σοσιαλιστικό.


Ο αντίλογος του Πουλιόπουλου

Στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας διατυπώθηκαν ισχυρές αντιρρήσεις στην ανάλυση αυτή του ΚΚΕ, ιδίως από τον Π. Πουλιόπουλο ο οποίος ανήκε στο τροτσκιστικό ρεύμα. Στην πραγματικότητα ακολουθούσε το σχήμα της ανάλυσης του ΚΚΕ του 1930 περί προλεταριακής επανάστασης στην Ελλάδα. Ανάλογες προσεγγίσεις συναντάμε και σήμερα[27].
Οι αντιρρήσεις του Πουλιόπουλου στην ανάλυση της 6ης ολομέλειας συνίσταντο κυρίως στα εξής: η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική, το κράτος που θα αντικαταστήσει το αστικό θα είναι κράτος της εργατικής τάξης, το οικονομικό πρόγραμμα του εργατικού κράτους θα είναι σοσιαλιστικό.
Η πρώτη αντίρρηση, ότι η επανάσταση θα έχει αμιγώς σοσιαλιστικό χαρακτήρα στένευε τη βάση των κοινωνικών δυνάμεων που ενδιαφέρονταν για τη ριζική αυτή αλλαγή. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΚΕ θέση στη διαδικασία αυτή είχαν, εκτός της εργατικής τάξης (της πόλης και του χωριού), οι μικροϊδιοκτήτες (αγρότες και μη). Για την απαλλαγή της χώρας από την εξάρτηση και την εκμετάλλευση από τα ιμπεριαλιστικά κράτη ενδιαφερόταν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, και η μεσαία αστική τάξη η οποία έτσι γινόταν έστω και προσωρινά, έστω και εν μέρει, σύμμαχος της εργατικής τάξης. Αντίθετα, στη λογική της άμεσα σοσιαλιστικής επανάστασης ο Πουλιόπουλος περιόριζε την κοινωνική βάση της επανάστασης μόνο στην εργατική τάξη η οποία ήταν μάλιστα μειοψηφία την εποχή εκείνη στην ελληνική κοινωνία[28].
Καθώς αυτό είχε αντανάκλαση στη διαμόρφωση της τακτικής, η αντίληψη αυτή καθιστούσε αδύνατη τη συγκέντρωση δυνάμεων και καταδίκαζε την πολιτική πρόταση στην απομόνωση, όπως και πραγματικά συνέβη με το σχετικό πολιτικό ρεύμα.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη αντίρρηση, ότι δηλαδή το κράτος που θα προέκυπτε από μια επανάσταση στην Ελλάδα θα ήταν εργατικό, είναι φανερό ότι σε πρώτη φάση κάτι τέτοιο θα ήταν αντικειμενικά αδύνατο. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ευσταθεί μόνο αν ταυτίζεται η εργατική τάξη με το κόμμα που την εκπροσωπεί.
Τέλος, τι διαφορά έχει το οικονομικό πρόγραμμα της εργατοαγροτικής δημοκρατίας από εκείνο όσων υποστήριζαν ότι η επανάσταση θα ήταν σοσιαλιστική και το κράτος που θα αντικαθιστούσε το αστικό θα ήταν αυτομάτως εργατικό; Η απάντηση βρίσκεται και πάλι στο πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης που παρατίθεται στο έργο του Π. Πουλιόπουλου, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;[29].
Η αντίληψη αυτή έθετε ως άμεσο πραγματοποιήσιμο καθήκον την εθνικοποίηση του συνόλου των βασικών μέσων παραγωγής. Γιατί, για παράδειγμα, να προτάξουμε την εθνικοποίηση του ξένου κεφαλαίου και των τραπεζών; Γιατί να μην εθνικοποιηθεί άμεσα το σύνολο του μεγάλου κεφαλαίου; Αυτό το ερώτημα έθετε ο Πουλιόπουλος έναντι της θέσης του ΚΚΕ.


Η επίλυση των αντιθέσεων

Οι κοινωνικές αντιθέσεις όμως δεν μπορούν να επιλύονται όλες μαζί. Πάντοτε πρέπει να προτάσσεται αυτή που κυριαρχεί, που δίνει τη δυνατότητα να επιλυθεί το σύνολο των αντιθέσεων, μαζί και η βασική αντίθεση, εν προκειμένω η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Όπως υπογράμμιζε ο Λένιν «πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή τον ιδιαίτερο εκείνο κρίκο της αλυσίδας, απ’ όπου πρέπει  να πιαστείς με όλες σου τις δυνάμεις για να κρατάς όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον κατοπινό κρίκο. Και η διάταξη των κρίκων, η μορφή τους, το αλύσωμά τους, η διαφορά του ενός από τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι πράγματα τόσο απλά και τόσο χοντροκομμένα, όπως στη συνηθισμένη αλυσίδα που φτιάχνει ένας σιδεράς»[30]. «Το προλεταριάτο, σαν ηγετική, σαν κυρίαρχη τάξη πρέπει να ξέρει να κατευθύνει την πολιτική έτσι που να λύνει πρώτα απ’ όλα το πιο επιτακτικό, το πιο «φλέγον» καθήκον»[31].
Οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν λύνονται ταυτόχρονα. Η θεωρητική και πρακτική αντιμετώπιση της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής οικονομίας από τον Λένιν έδειξε ότι «είναι απαραίτητο το μακρόχρονο και περίπλοκο πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία» και υπογράμμιζε πως «θα είναι τόσο πιο μακρόχρονο, όσο λιγότερο η κοινωνία αυτή είναι αναπτυγμένη»[32]. Αναφερόμενος μάλιστα στις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς σημείωνε ότι είναι αναγκαία «ολόκληρη μεταβατική περίοδος»[33] και ότι «ύστερα από μερικές δεκαετίες οι επιχειρήσεις αυτές θα περάσουν ολοκληρωτικά στα χέρια μας»[34].
Ακόμη και λίγο πριν την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, ο Λένιν θεωρούσε πως το σοβιέτ «δεν «εισάγει», δεν σκοπεύει «να εισαγάγει» και δεν πρέπει να εισαγάγει κανενός είδους μετασχηματισμούς που δεν έχουν ωριμάσει απόλυτα και στην οικονομική πραγματικότητα και στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού»[35]. Γι’ αυτό, αμέσως μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 πρότεινε μια σειρά μέτρα που «δεν σημαίνουν ακόμη σοσιαλισμό»[36]. Στο ίδιο πνεύμα, στη συνδιάσκεψη του κόμματος των μπολσεβίκων που έγινε τον Απρίλιο του 1917 τόνιζε ότι «η κύρια έλλειψη και το κύριο λάθος όλων των συλλογισμών των σοσιαλιστών είναι ότι το ζήτημα τοποθετείται πολύ γενικά: πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ενώ πρέπει να μιλάμε για συγκεκριμένα βήματα και μέτρα»[37].
Πρότεινε σε πρώτη φάση τον έλεγχο των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων από τα σοβιέτ και μόνο στη συνέχεια την εθνικοποίησή τους καθώς το «προλεταριάτο της Ρωσίας, που δρα σε μια από τις πιο καθυστερημένες χώρες της Ευρώπης, μέσα σε μια μάζα μικροαγροτικού πληθυσμού, δεν μπορεί να βάζει για σκοπό του την άμεση πραγματοποίηση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού»[38]. Σημείωνε επίσης ότι «ο έλεγχος των τραπεζών, η συγχώνευση όλων των τραπεζών σε μια, δεν είναι ακόμη σοσιαλισμός, αλλά βήμα προς το σοσιαλισμό»[39] και ότι αφού υλοποιηθούν τέτοια και άλλα «απόλυτα πραγματοποιήσιμα μέτρα» μπορούν στη συνέχεια να περάσουν στην εθνικοποίησή τους[40]. Αμέσως μετά την επανάσταση, το τρίτο μόλις διάταγμα των σοβιέτ αφορούσε την εγκαθίδρυση εργατικού ελέγχου ως πρώτο βήμα πριν την εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής[41].


Η εθνικοποίηση του ξένου κεφαλαίου

Η ίδια η εθνικοποίηση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι έργο μιας και μόνης πράξης. Χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη την αντικειμενική κατάσταση της οικονομίας και την υποκειμενική προετοιμασία των λαϊκών δυνάμεων.
Η πρόταξη της εθνικοποίησης του ξένου κεφαλαίου στο πρόγραμμα της 6ης ολομέλειας του ΚΚΕ είχε σημασία επειδή αυτό κατείχε στη χώρα μας στρατηγική θέση. Η εθνικοποίησή του θα συνέβαλε στην κατάκτηση από το επαναστατικό κράτος των πλέον καίριων τομέων της οικονομίας. Θα διέκοπτε ένα σημαντικό κανάλι μεταφοράς υπεραξίας και πόρων στο εξωτερικό. Αυτοί οι πόροι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εγχώρια ανάπτυξη σε όφελος του λαού[42].
Η πρόταξη της ρήξης με το ξένο κεφάλαιο είχε επίσης σημασία επειδή μια τέτοια εθνικοποίηση μπορούσε να γίνει κατανοητή ως αναγκαία από ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Θετικά αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο ακόμη και μικροαστικά στρώματα που δείχνουν ευαισθησία για τα ζητήματα της ανεξάρτητης οικονομικής ανάπτυξης, τμήματα της εργατικής τάξης που επηρεάζονται ιδεολογικο-πολιτικά από τα προηγούμενα, ακόμη και τμήματα της μεσαίας αστικής τάξης τα οποία μπορούν πρόσκαιρα να ουδετεροποιηθούν προσδοκώντας κάποιο όφελος από αυτές τις εθνικοποιήσεις.
Εξάλλου, εκ των πραγμάτων, η εθνικοποίηση του ξένου κεφαλαίου έθετε επί τάπητος το επόμενο βήμα που ήταν η εθνικοποίηση των τραπεζών και στη συνέχεια, σε επόμενο βήμα, όλων των μεγάλων επιχειρήσεων.
Όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα, η ταχύτητα των αλλαγών και της μετάβασης από το ένα κύμα εθνικοποιήσεων στο άλλο εξαρτάται από μια σειρά παράγοντες όπως: 1. η αντικειμενική ωριμότητα των παραγωγικών δυνάμεων, 2. η υποκειμενική ωριμότητα του λαού να κατανοήσει τη σχετική ανάγκη 3. η δυνατότητα των λαϊκών δυνάμεων να καταφέρουν στοιχειωδώς να διαχειριστούν τις παραγωγικές μονάδες που περιέρχονται στην εξουσία τους, 4. ο συσχετισμός των δυνάμεων (εσωτερικός και διεθνής), 5. η οξύτητα και οι μορφές της ταξικής πάλης.
Ένα πρώτο μέτρο σύγκρουσης με το ξένο κεφάλαιο ήταν το αίτημα της ακύρωσης των χρεών. Το ΚΚΕ προέτασσε το αίτημα αυτό κατανοώντας ότι αποτελούσε το πιο απτό δείγμα καταλήστευσης του λαού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά εξακολουθούσε κανονικά να καταβάλλει τόκους στους δανειστές[43].
Το αίτημα μπορούσε να αποτελέσει αιχμή και πόλο αγωνιστικής συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων και άνοιγε το δρόμο για πιο ριζοσπαστικά αιτήματα. Γι’ αυτό, το προέτασσε σε μια αλυσίδα αιτημάτων. Αντίθετα, στη λογική του Πουλιόπουλου, η ακύρωση του χρέους αποτελούσε απλά παρεπόμενο αποτέλεσμα του προγράμματος εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής. 


Ειδικότερα το αγροτικό

Σε σχέση με τους αγρότες, το πρόγραμμα του εργατικού κράτους που διατύπωνε ο Πουλιόπουλος έθετε συνολικά τη μετάβαση της αγροτικής οικονομίας στο σοσιαλισμό. Προέβλεπε όχι την ικανοποίηση του αιτήματος των αγροτών για γη μέσω της απαλλοτρίωσης της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας αλλά απευθείας μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα, όπως απαλλοτρίωση της γης και των μεσαίων αγροτών. Είναι φανερό ότι τέτοια μέτρα δεν μπορούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αγροτών και να τους κινητοποιήσουν σε αγώνα για την υλοποίησή τους. Έλειπε εκείνη η αιχμή (απαλλοτρίωση τσιφλικάδων) που μπορούσε να γίνει κατανοητή και σημείο συσπείρωσης των αγροτών.
Αντίθετα, η 6η ολομέλεια της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ στεκόταν πιο συνεπής στη λενινιστική ανάλυση. Ο Λένιν κατά την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματός του μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και πριν την οχτωβριανή του ίδιου έτους, προέτασσε ως αίτημα αιχμής τη δήμευση της τσιφλικάδικης γης, εξηγώντας ότι αυτό πρέπει να είναι το πρώτο βήμα για την περαιτέρω μετάβαση της αγροτικής οικονομίας στο σοσιαλισμό[44]. Γι’ αυτό το δεύτερο διάταγμα των σοβιέτ μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 αφορούσε τη δήμευση της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας. Ο Λένιν, την επόμενη ακριβώς μέρα της επανάστασης, εισηγήθηκε την πλήρη αποδοχή του αγροτικού προγράμματος των εσέρων, παρότι το πρόγραμμά τους ήταν σαφώς λιγότερο ριζοσπαστικό από των μπολσεβίκων[45].
Με ακόμη πιο προσεκτικό τρόπο έθετε το ζήτημα ο Λένιν στο 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκεί, στις θέσεις που παρουσίασε για το αγροτικό ζήτημα, υπογράμμιζε ότι «και η απαλλοτρίωση των μεγάλων αγροτών δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι άμεσο καθήκον του νικηφόρου προλεταριάτου, γιατί δεν υπάρχουν ακόμη οι υλικοί, ειδικά οι τεχνικοί και ύστερα οι κοινωνικοί όροι για την κοινωνικοποίηση τέτιων νοικοκυριών». Σε ό,τι αφορά τους μεσαίους αγρότες, έθετε ως στόχο την «ουδετεροποίησή» τους[46]. Στο 3ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υποστήριξε ότι σε χώρες με καθυστερημένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι αναγκαία η προσωρινή, ελεγχόμενη από το επαναστατικό κράτος ανάπτυξη των εμπορευματικών σχέσεων, ιδίως στην αγροτική οικονομία[47]. Αυτό γίνεται απαραίτητο προκειμένου να τονωθεί το ενδιαφέρον των αγροτών και άλλων μικρών κυρίως εμπορευματοπαραγωγών και να αναπτυχθεί έτσι η οικονομία.


Η ιστορική εμπειρία

Η εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα επιβεβαίωσε πλήρως τις λενινιστικές αναλύσεις επί των οποίων βασίστηκε η 6η ολομέλεια του ΚΚΕ. Ενδεικτικά, εν είδει επιλόγου, θα αναφερθούν εδώ τρία παραδείγματα: της Κίνας, της Κούβας και της Βουλγαρίας. Πρόκειται για τρεις χώρες με διαφορετικό επίπεδο αλλά πάντως χαμηλής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Παράλληλα, χαρακτηρίζονταν από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου.
Και στις τρεις περιπτώσεις οι επαναστάσεις που διεξήχθησαν με επιτυχία βασίστηκαν σε ένα παρόμοιο θεωρητικό σχήμα. Η δημοκρατική επανάσταση στην Κίνα μετεξελίχθηκε σε σοσιαλιστική[48]. Η αντιδικτατορική επανάσταση στην Κούβα είχε επίσης την ίδια εξέλιξη[49]. Η αντιφασιστική εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1944 στη Βουλγαρία εξελίχθηκε σε σοσιαλιστική επανάσταση υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κόμματος της Βουλγαρίας[50].
Σε όλες αυτές τις επαναστάσεις, η αντιμετώπιση του ξένου κεφαλαίου και η διανομή της γης των τσιφλικιών στους αγρότες αποτέλεσαν τα αιτήματα αιχμής γύρω από τα οποία συσπειρώθηκαν ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις. Η επίλυσή τους άνοιξε στη συνέχεια το δρόμο για πιο ριζοσπαστικές αλλαγές.
Καμιά σοσιαλιστική επανάσταση μέχρι σήμερα δεν διεξήχθη με «καθαρούς» σοσιαλιστικούς στόχους. Αντίθετα, οι φορείς απόψεων επαναστατικής καθαρότητας δεν κατάφεραν να συσπειρώσουν ευρύτερες δυνάμεις και παρέμειναν στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο.




[1] Μια θαυμάσια σχετική ανάλυση βρίσκεται στο Δ. Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.
[2] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 1975, σελ. 23-25. Βλ. επίσης, Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Α’ (1918-1949), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1995, σελ. 102, 176, 178, 194, ιδίως όμως 260-261, 263.
[3] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 3ος 1929-1933, οπ.π., σελ. 171.
[4] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 23.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Άπαντα, τ. 31, σελ. 131 επ., 133-134.
[6] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Άπαντα, τ. 31, σελ. 155.
[7] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους Ελβετούς εργάτες», Άπαντα, τ. 31, σελ. 93.
[8] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 176 και Β.Ι.Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)», Άπαντα, τ. 38, σελ. 143.
[9]Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 64-65.
[10] Βλ. αντίθετη αλλά αυθαίρετη ερμηνεία στο Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2006, σελ. 164.
[11] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τ. 37, σελ. 311, 312, 316, 322, 323.
[12] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η τέταρτη επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 147.
[13] Βλ. Πρόγραμμα και καταστατικό της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Ειρήνη, 1975, σελ. 60-62.
[14]Βλ. Λ. Τρότσκι, Η ρωσική επανάσταση του 1905, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2005, ιδίως σελ. 87 και Λ. Τρότσκι, Η διαρκής επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Αλλαγή, 1982, σελ. 152-157.
[15] Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, οπ.π., σελ. 197 επ.
[16] Βλ. αντίθετη προσέγγιση στο Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ, Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2013, σελ. 29 επ.
[17] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 24-25.
[18] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 182-183.
[19] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», Άπαντα, τ. 11, σελ. 15.
[20] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ.208.
[21] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το φόρο σε είδος», Άπαντα, τ. 43, σελ. 209, 230-231.
[22] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα συνδικάτα, την τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του σ. Τρότσκι», Άπαντα, τ. 42, σελ. 207-208 και του ίδιου, «Η κρίση του κόμματος», Άπαντα, τ. 42, σελ. 239.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σημασία του χρυσού», Άπαντα, τ. 44, σελ. 224, όπου μιλώντας για το κράτος τόνιζε ότι «πολλές φορές ακόμη θα χρειαστεί να αποτελειώσουμε, να ξαναφτιάξουμε, να αρχίσουμε από την αρχή».
[24] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 24.
[25] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 24.
[26] Βλ. Το ΚΚΕ, επίσημα κείμενα, τ. 4ος 1934-1940, οπ.π., σελ. 182.
[27] Βλ. Μ. Μαϊλης, «Η στρατηγική του ΚΚΕ με ΓΓ της ΚΕ τον Νίκο Ζαχαριάδη (1931-1956), Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2013 και Δ. Μπελαντής, «Σκέψεις για το ΕΑΜ και την θεωρία των σταδίων – για το σήμερα με αφορμή το χθες», www.iskra.gr.
[28] Ο ίδιος την υπολογίζει στο 32% περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, παρότι είναι φανερό ότι ο τρόπος υπολογισμού του τείνει να την παρουσιάσει μεγαλύτερη από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2006, σελ. 67 επ.
[29] Βλ. Π. Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, οπ.π., σελ. 197 επ.
[30] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας», Άπαντα, τ. 36, σελ. 205-206.
[31] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το φόρο σε είδος», Άπαντα, τ. 43, σελ. 218.
[32] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η ΝΕΠ και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης», Άπαντα, τ. 44, σελ. 158.
[33] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το φόρο σε είδος», Άπαντα, τ. 43, σελ. 212 και του ίδιου, «Για τα «αριστερά» παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό», Άπαντα, τ. 36, σελ. 301.
[34] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το φόρο σε είδος», Άπαντα, τ. 43, σελ. 227.
[35] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Άπαντα, τ. 31, σελ. 164.
[36] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Άπαντα, τ. 31, σελ. 44.
[37] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η έβδομη πανρωσική συνδιάσκεψη (του Απρίλη) του ΣΔΕΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 31, σελ. 356.
[38] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η έβδομη πανρωσική συνδιάσκεψη (του Απρίλη) του ΣΔΕΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 31, σελ. 444.
[39] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Άπαντα, τ. 31, σελ. 143.
[40] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τα κόμματα της Ρωσίας και τα πολιτικά καθήκοντα του προλεταριάτου», Άπαντα, τ. 31, σελ. 203.
[41] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το δεύτερο πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών», Άπαντα, τ. 35, σελ. 30-31.
[42] Βλ. τη θαυμάσια μεταγενέστερη και τόσο επίκαιρη μελέτη Δ. Μπάτσης, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1977.
[43] Βλ. Ν. Μπελογιάννης, Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1998, σελ. 255-256.
[44] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 160-161 και του ίδιου, «Το Ι πανρωσικό συνέδριο των αγροτών βουλευτών», Άπαντα, τ. 32, σελ. 163 επ.
[45] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το δεύτερο πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών», Άπαντα, τ. 35, σελ. 27.
[46] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 41, σελ. 174-175.
[47] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το ΙΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τ. 44, σελ. 8.
[48] Βλ. Μάο Τσε Τουνγκ, «Η κινέζικη επανάσταση και το κομμουνιστικό κόμμα Κίνας», Άπαντα, τ. Γ-Δ, Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, σελ. 76 επ. και του ίδιου, «Η νέα δημοκρατία», στο ίδιο, 114 επ.
[49] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 55 επ. και τις εκεί παραπομπές στα σχετικά έργα των Φ. Κάστρο και Ε. Γκεβάρα.
[50] Βλ. Précis d’ histoire du Parti Communiste Bulgare, Sofia-Presse, 1978, σελ. 213 επ., 220 επ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου