Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ

περ. Ουτοπία, τευχ. 103/2013, σελ. 129-139 


Το έργο του Γ. Κορδάτου προϋποθέτει και εμπεριέχει, όπως είναι φυσικό, μια συγκεκριμένη αντίληψη για το κράτος[1]. Στην Εισαγωγή εις την Νομικήν Επιστήμην βρίσκουμε μάλιστα έναν ορισμό του κοινωνικού φαινομένου: Το κράτος «είναι ιστορικόν φαινόμενον και γέννημα της κοινωνίας. Και, ως κοινωνικό προϊόν, εμφανίζεται εις ωρισμένον σημείον της εξελίξεως της κοινωνίας και είναι η ομολογία τρόπον τινά της ιδίας κοινωνίας, ότι έχει έλθει εις αλύτους αντιθέσεις με τον εαυτόν της. Δια να μη επέλθη λοιπόν διάλυσις της κοινωνίας, εκ των αντιθέσεων τούτων και δια να συγκρατηθούν οι ενδοκοινωνικοί αγώνες οι προερχόμενοι εκ της συγκρούσεως συμφερόντων, καθίσταται αναγκαία μία υπέρ την κοινωνίαν ισταμένη δύναμις, ήτις να πραϋνη τας αντιθέσεις ταύτας και να τας κρατή εντός των ορίων της τάξεως. Αύτη λοιπόν η εκ της κοινωνίας προερχομένη αλλά διαρκώς υπέρ ταύτην τιθεμένη και αποξενωμένη αυτής δύναμις, είναι το Κράτος»[2]. Το χωρίο αυτό είναι ουσιαστικά απόδοση κειμένου του Φ. Ένγκελς[3]. Τον ίδιο ορισμό επαναλαμβάνει αργότερα όταν καταφεύγει σε πλατιά αποσπάσματα του Φ. Ένγκελς από την Καταγωγή της οικογένειας[4].
Πέρα όμως από το συγκεκριμένο ορισμό, σε όλο το έργο του Κορδάτου είναι φανερό ότι η ανάλυσή του είναι βασισμένη στη μαρξιστική λενινιστική θεωρία του κράτους. Θεωρεί ότι το κράτος γεννήθηκε με την διάσπαση της πρωτόγονης κοινωνίας σε τάξεις και ότι υπάρχει καθόλη τη διάρκεια των εκμεταλλευτικών τρόπων παραγωγής. Υποστήριζε ακόμη ότι το αστικό κράτος θα αντικατασταθεί από το εργατικό κράτος ως συνέπεια της σοσιαλιστικής επανάστασης και ότι, ιστορικά, προοπτικά, δηλαδή στην κομμουνιστική κοινωνία, το κράτος ως τέτοιο θα εκλείψει αφού θα εκλείψουν οι λόγοι ύπαρξης οργανωμένου καταναγκασμού.
Αυτή η θεώρηση του Κορδάτου για το κράτος επέσυρε την κριτική όχι μόνο των αστών επιστημόνων αλλά και άλλων που αναφέρονται με τον ένα ή άλλο τρόπο, στον ένα ή άλλο βαθμό, στο μαρξισμό. Στην παρούσα εργασία θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε κάποιες από αυτές τις κριτικές. Ειδικότερα θα μας απασχολήσει η θέση του Κορδάτου για το σύγχρονο, το αστικό κράτος.


Η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος

Μια πρώτη σημαντική κριτική παρατήρηση συνίσταται στο ότι η αντίληψη του Κορδάτου για το κράτος είναι «εργαλειακή»[5]. Σύμφωνα με τους επικριτές του, κατά τον Κορδάτο «το Κράτος είναι περίπου μια σατανική μηχανή καταπίεσης, συνειδητά φτιαγμένη από την εκάστοτε άρχουσα τάξη για την αποφασιστική επιδίωξη των οικονομικών συμφερόντων της»[6].
Η κριτική αυτή δεν είναι βάσιμη. Ο Κορδάτος, τόσο στον ορισμό του κράτους που χρησιμοποιεί όσο και στο ιστορικό του έργο έχει μια ισορροπημένη, διαλεκτική προσέγγιση στο ζήτημα. Πρώτο, δεν είναι τυχαίο ότι για τον ορισμό του κράτους χρησιμοποιεί κυρίως το προαναφερθέν χωρίο του Ένγκελς. Εκεί, όπως και στον αντίστοιχο ορισμό του Κορδάτου, με διαλεκτικό τρόπο αναλύεται η ουσία της κρατικής εξουσίας. Έτσι λοιπόν το κράτος δεν είναι υποκειμενικό κατασκεύασμα (και μάλιστα σατανικό) αλλά γέννημα των ανταγωνιστικών αντιθέσεων που διαπερνούν την κοινωνία. Έχει ως στόχο την επίδραση στην κοινωνική πραγματικότητα έτσι ώστε να μη διαλυθεί η κοινωνία και να συγκρατηθούν οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί. Η κρατική εξουσία τίθεται έτσι υπεράνω της κοινωνίας και διαρκώς αποξενώνεται από αυτήν.
Δεύτερο, στο ιστορικό του έργο ο Κορδάτος δείχνει να αναζητά και να αναδεικνύει τις αποχρώσεις των συμφερόντων, των ιδεών, των πολιτικών επιδιώξεων κοινωνικών τάξεων, ομάδων, προσώπων. Αυτό το κάνει όχι με τρόπο χαοτικό ή εκλεκτικιστικό αλλά βασιζόμενος στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Δεν ξεχνά πως σε τελευταία ανάλυση οι άνθρωποι διαμορφώνουν τη βούληση και την ιστορία εντός του πλαισίου που διαγράφει ο εκάστοτε κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.
Έτσι, για παράδειγμα, ήδη στο έργο του Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 μελετά τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πλαίσιο και το ταξικό περιεχόμενο της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης[7]. Η μελέτη των οικονομικών συνθηκών διατρέχει με συνέπεια το σύνολο του έργου του. Μελετώντας την περίοδο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μέχρι την επανάσταση του 1862 αναφέρεται στα βασικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μια και μόνο έτσι μπορούν να κατανοηθούν οι αλλαγές στο κράτος και γενικότερα οι πολιτικές εξελίξεις[8]. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες ιστορικές περιόδους. Η μελέτη όμως των γενικών κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων δίνεται από τον Κορδάτο για να κατανοηθεί το πλαίσιο και όχι για να περιοριστεί η ανάλυση της κίνησης του πολιτικού εποικοδομήματος με κάποια μηχανιστική αναγωγή στην οικονομία[9]. Από πουθενά δεν προκύπτει ο οικονομισμός για τον οποίο του ασκήθηκε κριτική.


Το παράδειγμα της Γερουσίας

Ας δούμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα από τα πολλά που θα μπορούσαν ανασυρθούν από το έργο του. Ο Κορδάτος εξετάζει τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, την εξέγερση του 1843 και το Σύνταγμα του 1844. Στην ανάλυσή του αυτή καθόλου δεν αρκείται στη διαπίστωση του ταξικού χαρακτήρα του κράτους. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο απλουστευτικό συμπέρασμα ότι το κράτος ήταν αστικό ή φεουδαρχικό.
Αντίθετα με μια τέτοια απλουστευτική προσέγγιση ο Κορδάτος θέτει πρώτα απ’ όλα το κοινωνικο-οικονομικό έδαφος στο οποίο εκτυλίσσονται οι πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Μελετά την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας αμέσως μετά την απελευθέρωση. Αναδεικνύει τα οικονομικά προβλήματα του ελληνικού κράτους και το ρόλο που έπαιξε η οικονομική κρίση του 1842-1843 στις εξελίξεις[10].
Η θέση του πλαισίου δεν τον εμποδίζει να διακρίνει τις διαφορετικές τάσεις, επιδιώξεις, επιμέρους συμφέροντα ακόμη και προσωπικές στρατηγικές. Στην πολιτική αλλαγή, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στο Σύνταγμα μελετά την επίδραση όλων αυτών των παραμέτρων στην τελική συνταγματική μορφή του κράτους. Με χαρακτηριστικό τρόπο φαίνεται αυτό στην ανάλυσή του για το θεσμό της Γερουσίας που εγκαθιδρύθηκε με τα άρθρα 69-79 του Συντάγματος του 1844. Η ανάλυση του Κορδάτου δείχνει τις παρεμβάσεις των διάφορων κοινωνικών δυνάμεων, των πολιτικών προσώπων, την επίδρασή τους στο τελικό αποτέλεσμα. Πουθενά δεν διαφαίνεται κάποια μηχανιστική προσέγγιση βάσει της οποίας η Γερουσία ήταν προδιαγεγραμμένος, βέβαιος καρπός της ταξικής φύσης της συγκεκριμένης κρατικής εξουσίας. Αντίθετα, με διαλεκτικό τρόπο εξετάζει τις τάσεις, τις δυνατότητες που μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικότητα αν βέβαια συντρέξουν μια σειρά όροι.
Παράλληλα, καθόλου δεν παραγνώριζε την επίδραση των λαϊκών αγώνων στο κράτος[11]. Δεν θεωρούσε ωστόσο, και ορθά, ότι η επίδραση αυτή μπορεί να μεταβάλλει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους[12]. Αυτό όμως δεν τον καθιστούσε αδιάφορο, ούτε στη θεωρία ούτε στην πολιτική πράξη, για τη μορφή του κράτους και τις ενδοαστικές πολιτικές αντιθέσεις. Για τούτο ασκούσε κριτική σ’ εκείνους που αδιαφορούσαν σχετικά όσο και σε εκείνους που υπερεκτιμούσαν την επίδραση των μεταρρυθμίσεων[13].
Εννοείται ότι ανάλογη είναι η στάση του Κορδάτου στο σύνολο του έργου του. Κατά συνέπεια, η κριτική στον Κορδάτο ότι αντιμετωπίζει το κράτος ως «σατανική μηχανή» της άρχουσας τάξης δεν έχει καμιά απολύτως βάση.


Η σχετική αυτοτέλεια του κράτους

Παράλληλα, ασκήθηκε κριτική στον Κορδάτο ότι περιορίστηκε να εντοπίσει την αντανάκλαση των οικονομικών φαινομένων στο κράτος αλλά παραγνώριζε την αντεπίδραση του κράτους στην οικονομία. Του καταλογίζεται μάλιστα ότι «άφησε αναξιοποίητη» τη σχετική θέση του Ένγκελς[14].
Ούτε αυτή η κριτική ευσταθεί. Ο Ένγκελς υποστήριζε ότι «η οικονομική κίνηση επιβάλλεται γενικά, υφίσταται όμως τον αντίχτυπο της πολιτικής κίνησης που τη δημιούργησε η ίδια και που είναι προικισμένη με σχετική αυτοτέλεια της κίνησης, από τη μια της κρατικής εξουσίας, κι από την άλλη της αντιπολίτευσης που δημιουργείται ταυτόχρονα μ’ αυτήν» [15]. Ταυτόχρονα σημείωνε ότι η «αντεπίδραση της κρατικής εξουσίας πάνω στην οικονομική ανάπτυξη μπορεί να είναι τριών ειδών: μπορεί να ενεργεί στην ίδια κατεύθυνση, τότε τα πράγματα πάνε πιο γρήγορα, μπορεί να πηγαίνει ενάντια, τότε στην εποχή μας σε κάθε μεγάλο λαό η αντεπίδραση αυτή χρεωκοπεί ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα, ή ακόμα μπορεί να αποκόψει ορισμένες κατευθύνσεις της οικονομικής ανάπτυξης και να της υπαγορεύσει άλλες - αυτή η περίπτωση ανάγεται τελικά σε μιαν από τις δυο προηγούμενες»[16].
Ο Ένγκελς επισήμανε δηλαδή τη σχετική αυτοτέλεια της κρατικής εξουσίας και την αντεπίδρασή της στην οικονομία. Στο έργο του Κορδάτου είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κάποια μηχανιστική ταύτιση του κράτους, των πολιτικών εκπροσώπων ή των πολιτικών φορέων με την οικονομία. Διακρίνει το οικονομικό υπόβαθρο αλλά παράλληλα εντοπίζει την αυτοτέλεια των κινήσεων. Ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα που θα μπορούσε να παραθέσει κανείς: ο Κορδάτος αντιμετωπίζει την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη ως έκφραση του ανερχόμενου αστισμού. Εντοπίζει όμως τις προσωπικές επιλογές, ταλαντεύσεις, αστοχίες χωρίς να ταυτίζει το πολιτικό υποκείμενο με το οικονομικό υπόβαθρο[17].
Η κριτική προς τον Κορδάτο ότι τάχα αγνοεί τη σχετική αυτοτέλεια του κράτους και της πολιτικής μπορεί μόνο να σημαίνει ότι οι ασκούντες την κριτική αυτή αρνούνται στην πραγματικότητα τη θεμελιώδη μαρξιστική θέση ότι σε τελική ανάλυση οι οικονομικές σχέσεις είναι αυτές που καθορίζουν την πορεία της εξέλιξης αφού «η οικονομική κίνηση είναι κατά πολύ η πιο ισχυρή, η πιο πρωταρχική, η πιο αποφασιστική»[18].


Εργαλειακή αντίληψη και εξάρτηση

Κατά μια άλλη, παρεμφερή άποψη, η εργαλειακή αντίληψη του Κορδάτου εκφράζεται από το ότι θέτει το ζήτημα της εξάρτησης του ελληνικού κράτους από τις μεγάλες δυνάμεις. Σύμφωνα λοιπόν με τους επικριτές του, «η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και το κεφάλαιο οδηγεί, με τυπικό τρόπο, στις δοξασίες περί εξάρτησης»[19].
Η εξάρτηση της ελληνικής αστικής τάξης από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες της Δύσης και η έννοια της εξάρτησης γενικότερα δεν αποτελούν πρωτοτυπία της ανάλυσης του Κορδάτου. Ο Μαρξ και αργότερα ο Λένιν επεξεργάστηκαν τη μεταφορά υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες στις περισσότερο αναπτυγμένες. Ο Λένιν ειδικά διέγνωσε τις νέες διαστάσεις του φαινομένου την περίοδο του ιμπεριαλισμού[20].
Η συμβολή του Κορδάτου και συνάμα απόδειξη ότι δεν τον διακατείχε μια μηχανιστική, απλουστευτική προσέγγιση αλλά ότι, αντίθετα, επιχειρούσε να κάνει συγκεκριμένη ανάλυση της συγκριμένης κατάστασης, είναι ακριβώς ότι προσπάθησε να αναδείξει τα ιδιαίτερα στοιχεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τον τρόπο με τον οποίο αυτά βρήκαν την αντανάκλασή τους στο πολιτικό εποικοδόμημα.
Με πλήθος στοιχείων ο Κορδάτος υποστηρίζει τη θέση του περί οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της Ελλάδας. Αναφέρεται πολύ εμπεριστατωμένα στις παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων στα πολιτικά δρώμενα και στη διαμόρφωση του κράτους και της κρατικής πολιτικής. Από τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1832, τις ονομασίες των πρώτων πολιτικών κομμάτων (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό) μέχρι τις παρεμβάσεις για την κατάλυση των δημοκρατικών Συνταγμάτων της επανάστασης, την επιβολή της μοναρχίας, την επιλογή του προσώπου κάθε φορά μονάρχη, οι παρεμβάσεις στη διαμόρφωση των Συνταγμάτων, στην παραβίασή τους, τα παρκερικά, η παρουσία του αγγλικού στόλου στο Φάληρο την περίοδο του κινήματος στο Γουδί, ο κατάλογος είναι τεράστιος.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση των παρεμβάσεων των μεγάλων δυνάμεων και η επίδρασή τους στη μορφή του κράτους. Ο Κορδάτος καταδεικνύει με πλήθος στοιχείων που διατρέχουν το σύνολο του έργο του ότι οι μεγάλες δυνάμεις, σε σύμπνοια ουσιαστικά με τα πιο αντιδραστικά τμήματα της εγχώριας ολιγαρχίας, επιδίωξαν από την αρχή κιόλας να υπονομεύσουν κάθε προσπάθεια για δημιουργία δημοκρατικού κράτους. Τα πρώτα Συντάγματα της επανάστασης του 1821 τέθηκαν στο στόχαστρο των δυνάμεων αυτών. Γι’ αυτό και έσπευσαν να κλείσουν το θέμα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 ξεκαθαρίζοντας στο άρθρο 3 ότι «Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική»[21]. Ακόμη και η υπόσχεση των Δυνάμεων προς τον ελληνικό λαό ότι θα παραχωρηθεί Σύνταγμα αποδείχθηκε ελιγμός.
Η ιστορική πορεία του νεοελληνικού κράτος επιβεβαίωσε την τάση αυτή. Οι ξένες δυνάμεις παρενέβαιναν συστηματικά στις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Αυτό αφορούσε και το κράτος. Σε κάθε προσπάθεια του ελληνικού λαού αλλά και τμημάτων της αστικής τάξης να αποκτηθεί μια δημοκρατική ή, έστω, μια πιο δημοκρατική μορφή κράτους, οι ξένες δυνάμεις ασκούσαν πιέσεις στην αντίθετη κατεύθυνση επιχειρώντας να περιορίσουν την εμβέλεια του εγχειρήματος. Με τις πολύμορφες παρεμβάσεις τους ενίσχυαν τις ταλαντεύσεις, αποθάρρυναν τα πιο δημοκρατικά στοιχεία, έγερναν τελικά την πλάστιγγα προς συντηρητικότερες λύσεις. Αυτό ενεγράφη στο Σύνταγμα του 1844, στο Σύνταγμα του 1864, σε εκείνο του 1911. Ενεγράφη περισσότερο στην πορεία εφαρμογής των Συνταγμάτων η οποία συνοδεύτηκε από φαινόμενα παραβίασής τους από τη βασιλική εξουσία. Ο βασιλικός θεσμός αποτέλεσε σε κάθε περίπτωση την πολιτειακή έκφραση του παρεμβατισμού των Δυνάμεων. Γι’ αυτό οι ξένες δυνάμεις επέμεναν σταθερά στη μη κατάργηση της βασιλικής μορφής του πολιτεύματος.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης περιόδου του νεοελληνικού κράτους, από τα πολλά που παραθέτει ο Κορδάτος, είναι η υπόμνηση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών με επιστολή του προς την ελληνική κυβέρνηση το 1843 ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη του Λονδίνου «εις το άρθρον 12 παράγραφον 6… τα πραγματικά εισοδήματα του Ελληνικού ταμείου να χρησιμεύσωσι  π ρ ο  π ά ν τ ω ν προς πληρωμήν του ρηθέντος τόκου και χρεωλύτρων»[22].
Μελετώντας την περίοδο μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο ο Κορδάτος αναφέρεται στις ωμές παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων όταν υπό το κράτος της λαϊκής οργής ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή ανακηρύχθηκε η δημοκρατία. Είναι χαρακτηριστικές οι απειλές όχι μόνο των πιέσεων των Δυνάμεων αλλά και οι δηλώσεις του τότε βρετανού πρωθυπουργού τις οποίες παραθέτει ο Κορδάτος. Ο πρωθυπουργός απείλησε άμεσα την Ελλάδα ότι δεν θα της δοθεί δάνειο αν εκθρονιστεί ο βασιλιάς Γεώργιος[23].
Βέβαια, ο Κορδάτος δεν υποστηρίζει ότι το φαινόμενο αυτό παραμένει αναλλοίωτο σε όλες τις περιόδους του νεοελληνικού κράτους. Αντίθετα, εξετάζει κάθε φορά πώς εξελίσσεται στην οικονομία και στο κράτος. Αναδεικνύει επίσης τις αντιθέσεις που ανακύπτουν ανάμεσα στον ξένο παράγοντα και στην εγχώρια αστική τάξη τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και στο πολιτικό εποικοδόμημα και στο κράτος[24].
Η κριτική προς τον Κορδάτο για εργαλειακή αντίληψη του κράτους επειδή αναδείκνυε και ανέλυε την επίδραση του ξένου κεφαλαίου και των μεγάλων δυνάμεων στην κρατική συγκρότηση της Ελλάδας υποκρύπτει στην πραγματικότητα την άρνηση θεμελιωδών επεξεργασιών των Μαρξ και Ένγκελς. Αντίθετα, το σημείο αυτό των αναλύσεων του Κορδάτου αποτελεί πρότυπο διαλεκτικής προσέγγισης και απάρνησης των εύκολων, μηχανιστικών αναλύσεων. Ο ίδιος τόνιζε ότι ο ερευνητής δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίζει τις ιδιομορφίες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα και να κρίνει με βάση τα γενικά πρότυπα που ισχύουν για άλλες χώρες. «Όταν όμως μεταφέρουμε καταστάσεις που επικράτησαν σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης … τότε μ η χ α ν ι σ τ ι κ ά κρίνουμε πρόσωπα, τάξεις, πράγματα»[25].


Η μορφή του κράτους

Συναφής με τα παραπάνω είναι η κριτική ότι ο Κορδάτος δεν διέκρινε ανάμεσα στις διάφορες μορφές του αστικού κράτους ή πάντως ότι υποτιμούσε τις διαφοροποιήσεις αυτές εξαιτίας της ακαμψίας με την οποία αντιμετώπιζε την ταξική ουσία του[26].
Η κριτική αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο ιστορικό έργο του Κορδάτου, ιδιαίτερα σε εκείνο που αναφέρεται στην περίοδο μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και στις πολιτικές του παρεμβάσεις υπάρχουν πλήθος αναφορές. Αυτές δείχνουν ότι καθόλου ο Κορδάτος δεν υποτιμούσε τις διαφορές ανάμεσα στις μορφές του αστικού κράτους. Μπορεί να υποστήριζε -και ορθά- ότι ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους παραμένει αναλλοίωτος, δεν τον άφηνε αδιάφορο όμως η μορφή του κράτους.
Διέκρινε μάλιστα και ανέλυε σε κάθε περίοδο τη στάση των κοινωνικών τάξεων και των επιμέρους τμημάτων τους έναντι της μορφής του κράτους και του πολιτεύματος. Ήδη κατά την επανάσταση του 1821 με διαφορετικό τρόπο και συνέπεια αντιμετώπιζαν την προοπτική της υιοθέτησης ενός δημοκρατικού Συντάγματος οι κοτζαμπάσηδες, τα διαφορετικά τμήματα της αστικής τάξης, τα αγροτικά στρώματα[27].
Με πιο γλαφυρό τρόπο διακρίνεται η θέση του Κορδάτου για το θέμα στην επιστολή που απέστειλε ως γραμματέας του ΚΚΕ προς τον Ν. Πλαστήρα τον Οκτώβριο του 1923[28]. Στην επιστολή αυτή εφαρμόζοντας δημιουργικά τη μαρξιστική ανάλυση ο Κορδάτος έθετε ένα ευρύτερο πλαίσιο για τη σύμπλευση του κόμματος με την «επαναστατική» κυβέρνηση Πλαστήρα με σκοπό την αντιμετώπιση των πραξικοπηματικών προσπαθειών των φιλομοναρχικών δυνάμεων.
Κατανοώντας τη σημασία της απόκρουσης του φιλομοναρχικού πραξικοπήματος έθετε ένα σύνολο άμεσων δημοκρατικών διεκδικήσεων: κατάργηση του στρατιωτικού νόμου, άρση της λογοκρισίας, αποφυλάκιση των αγωνιστών που είχαν καταδικαστεί ή ήταν υπόδικοι για τη συνδικαλιστική και πολιτική τους δράση, εκλογές για Συντακτική Συνέλευση αμέσως μετά την καταστολή του πραξικοπήματος με απλή αναλογική, αποκατάσταση των συνταγματικών ελευθεριών και πλήρη ελευθερία έκφρασης,[29]. Την ίδια περίοδο, βέβαια, ο Κορδάτος ως ηγετική φυσιογνωμία του ΚΚΕ προωθούσε και τις άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης και των αγροτών με αιχμή την «αποζημίωση των θυμάτων του πολέμου, βαριά φορολογία των εκμεταλλευτών του πολέμου, άμεση απαλλοτρίωση των τσιφλικιών»[30].
Από την επιστολή προκύπτει ότι καθόλου αδιάφορη δεν του ήταν η τυχόν επικράτηση φιλομοναρχικού πραξικοπήματος. Χωρίς να αναιρεί την ανάλυσή του για την ταξική ουσία του αστικού κράτους, ανεξάρτητα από τη μορφή του, έδειχνε ότι η μορφή έχει σημασία και ότι πρέπει να ενδιαφέρει τη μαρξιστική ανάλυση και το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Αναδείκνυε τις διαφορετικές τάσεις των μερίδων της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας απέναντι στο θέμα αυτό, ανάλογα και με τη λαϊκή πίεση και το συσχετισμό των δυνάμεων[31]. Με το σύνολο των προτάσεων έθετε παράλληλα μια σειρά αιτήματα δημοκρατικού χαρακτήρα που αφενός λάμβαναν υπόψη τους το συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και αφετέρου προσπαθούσαν να διανοίξουν καλύτερους όρους πάλης για την εργατική τάξη και το λαό με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες.
Λίγο αργότερα, κατά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, ο Κορδάτος υποστήριξε ότι για τους μαρξιστές το δίλημμα αβασίλευτη ή βασιλευόμενη δημοκρατία έχει τη σημασία του. Αντιτάχθηκε σε εκείνους που θεωρούσαν ότι δεν πρέπει να εμπλακούν στο δημοψήφισμα επειδή και οι δυο είναι μορφές της αστικής δημοκρατίας[32]. Ο Κορδάτος κατανοούσε τη θέση του Λένιν πως «ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι δυνατό να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο «ιδανικούς», αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο όμως, που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή»[33].
Παράλληλα, ο Κορδάτος, συνεπής στη μαρξιστική λενινιστική θεώρηση, φρόντιζε να μην υποτάσσεται η πολιτική της εργατικής τάξης σε εκείνη της αστικής δημοκρατίας. Όπως τόνιζε και στην προαναφερθείσα επιστολή, το άμεσο καθήκον του αγώνα για την αβασίλευτη δημοκρατία δεν σημαίνει παραίτηση από τον αγώνα για μια σοσιαλιστική κοινωνία[34]. Γνώριζε πολύ καλά πως «η δημοκρατία δεν εξαλείφει την ταξική καταπίεση, αλλά απλώς κάνει την ταξική πάλη πιο καθαρή, πιο πλατιά, πιο ανοιχτή, πιο οξεία»[35].


Η συνέπεια

Καταλήγοντας θα πρέπει να σημειωθεί ότι το τεράστιο και πολύτιμο έργο του Κορδάτου δεν είναι προφανώς απαλλαγμένο από αδυναμίες και λάθη. Ωστόσο, η μεθοδολογία του εδράζεται αυστηρά στο διαλεκτικό υλισμό. Η θεωρητική του ανάλυση για το αστικό κράτος αποκαλύπτει με συνέπεια τον ταξικό του χαρακτήρα χωρίς δογματισμό και απλουστευτικές προσεγγίσεις[36].
Με την ίδια συνέπεια ο Κορδάτος αγωνιούσε για τη διάδοση της επιστημονικής γνώσης στην εργατική τάξη και στο λαό, πρώτιστα στα μέλη του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Θεωρούσε ότι η αναζήτηση και κατάδειξη της αλήθειας είναι μέγιστο επαναστατικό όπλο για την εργατική τάξη και τον ιστορικό της ρόλο. Στο άρθρο του «Η κρίσις του κόμματος και το τελευταίον Εθνικόν Συμβούλιον» στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (1924) έγραφε: «Η αλήθεια δεν πρέπει ποτέ να αποσιωπάται. Ο αγών της εργατικής τάξεως δεν είναι ιδιωτική υπόθεσις κανενός. Η εργατική τάξις δεν έχει να χάση τίποτε εάν μάθη όλην την αλήθειαν, ότι οι μέχρι της χθες ηγέται της εψεύδοντο προς αυτήν όταν εισηγούντο την πολιτικήν που εισηγούντο. Τουναντίον θ’ αντλήση διδάγματα. Η αλήθεια όταν λέγεται, έστω και αργά, ουδέποτε κάμνει κακόν»[37].
Γι’ αυτό και τέλειωνε το άρθρο του  με τα λόγια της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Όλη η δύναμη του σύγχρονου εργατικού κινήματος στηρίζεται επάνω στη θεωρητική γνώση. Ως τότε που η θεωρητική γνώση θα είναι προνόμιο μιας φούχτας «ακαδημαϊκών» μέσα στο Κόμμα, αυτό πάντα θα απειλείται απ’ τον κίνδυνο να παραστρατήση. Μόνο τότε όταν οι μεγάλες μάζες της εργατικής τάξεως θα πάρουν οι ίδιες στα χέρια τους το γερό, ελπιδοφόρο, πολύ καλά ακονισμένο όπλο του επιστημονικού σοσιαλισμού, θα εξαγνισθούν όλες αι μικροαστικές ταλαντεύσεις, όλα τα οππορτουνιστικά ρεύματα»[38].




[1] Για μια κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Κορδάτου για το δίκαιο βλ. Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, κοινωνία, τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 134-144.
[2] Βλ. Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή εις την Νομικήν Επιστήμην, Αθήνα, εκδ. Μποκουμάνης, 1977 (από την έκδοση του 1939), σελ. 95-96.
[3] Βλ. Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ.
[4] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΙΙ (2500-500 π.Χ.), Αθήνα, εκδ. 20ός αιώνας, 1956, σελ. 156-157.
[5] Βλ. Κ. Σταμάτης, Ο νομικός Γιάνης Κορδάτος, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1989, σελ. 51 επ. και Γ. Μηλιός, «Η εξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό: η περίπτωση του Γ. Κορδάτου», περ. Θέσεις, τευχ. 49, 1994, σελ.
[6] Βλ. Κ. Σταμάτης, Ο νομικός Γιάνης Κορδάτος, οπ.π., σελ. 52, 54, 56.
[7] Βλ. Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, ιδίως σελ. 99 επ.
[8] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙ (1832-1862), οπ.π., σελ. 17-19.
[9] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙ (1862-1900), οπ.π., σελ. 14, 81, 664 επ. και τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), σελ. 11 επ.
[10] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙ (1832-1862), οπ.π., σελ. 11 επ., 141 επ., 191 επ.
[11] Βλ. Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, Αθήνα, εκδ. Συλλογή, 2009, σελ. 71.
[12] Βλ. Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, οπ.π., σελ. 144-145.
[13] Βλ. Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, οπ.π., σελ. 131-132, 144-145.
[14] Βλ. Κ. Σταμάτης, Ο νομικός Γιάνης Κορδάτος, οπ.π., σελ. 53-54.
[15] Βλ. Φ. Ένγκελς, «Επιστολές στον Σμιτ», στο Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ. ΙΙ, σελ. 570 επ., 575 επ.
[16] Βλ. Φ. Ένγκελς, «Επιστολές στον Σμιτ», στο Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ. ΙΙ, σελ. 579.
[17] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙ (1862-1900), οπ.π., σελ. 535.
[18] Βλ. Φ. Ένγκελς, «Επιστολές στον Σμιτ», στο Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ. ΙΙ, σελ. 583.
[19] Βλ. Γ. Μηλιός, «Η εξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό: η περίπτωση του Γ. Κορδάτου», περ. Θέσεις, τευχ. 49, 1994, σελ.
[20] Βλ. Β. Λιόσης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2012, ιδίως σελ. 316 επ.
[21] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. Χ (1821-1832), οπ.π., σελ. 623-624.
[22] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙ (1832-1862), οπ.π., σελ. 195.
[23] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 641, 642, 644-645, 658.
[24] Βλ. ήδη Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙ (1832-1862), οπ.π., σελ. 19.
[25] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙ (1862-1900), οπ.π., σελ. 18.
[26] Βλ. Κ. Σταμάτης, Ο νομικός Γιάνης Κορδάτος, οπ.π., σελ. 58.
[27] Βλ. Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821, οπ.π., σελ. 215 επ.
[28] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 634-635.
[29] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 627-628.
[30] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 584 και του ίδιου, «Εισαγωγή στη μελέτη του αγροτικού» στο Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, οπ.π., σελ. 39 επ.
[31] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 585, 638-639.
[32] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 686.
[33] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Απάντηση στο Π. Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», Άπαντα, τ. 30, σελ. 71.
[34] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙΙΙ (1900-1924), οπ.π., σελ. 635.
[35] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 127.
[36] Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. ΧΙ (1832-1862), οπ.π., σελ. 8 όπου καταφέρεται ενάντια στις «ψευτοαριστερές παρωπίδες που φτιάχτηκαν στη φάμπρικα του σταλινισμού».
[37] Βλ. Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, οπ.π., σελ. 127.
[38] Βλ. Γ. Κορδάτου, Αρθρογραφίες στην κομμουνιστική επιθεώρηση 1921-1924, οπ.π., σελ. 150-151.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Τα κύματα της λατινοαμερικάνικης επανάστασης και ο Ούγκο Τσάβες



περ. Ουτοπία, τευχ. 102/2013, σελ. 7-11

Η Λατινική Αμερική είναι, δίχως αμφιβολία, μια ξεχωριστή ήπειρος. Οι καπιταλιστικές σχέσεις είναι αναπτυγμένες αλλά συνυπάρχουν με υπολείμματα προηγούμενων τρόπων παραγωγής. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει αναμιχθεί με ένα ιδιόμορφο τρόπο με τον πολιτισμό των αυτοχθόνων και των αφρικανών. Οι λαοί της ηπείρου μιλούν όλοι σχεδόν την ίδια γλώσσα ενώ το αίσθημα ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος είναι αρκετά ισχυρό.
Η πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική ήταν πάντοτε ευαίσθητη στις διεθνείς ανακατατάξεις. Είχε όμως και τη δική της, αυτοτελή δυναμική. Το τέλος του β’ παγκοσμίου πολέμου, τα ισχυρό αντιφασιστικό κύμα που χαρακτήρισε την εποχή, η εμφάνιση των Λαϊκών Δημοκρατιών στην ανατολική Ευρώπη, βρήκαν την αντανάκλασή τους στη Λ. Αμερική. Έτσι, την περίοδο 1944-1946 επτά δικτατορίες στην περιοχή έδωσαν τη θέση τους σε αστικοδημοκρατικά καθεστώτα.
Η μεταβολή δεν κράτησε πολύ. Με δεδομένο το φόβο των κυρίαρχων τάξεων και των ΗΠΑ ότι το επαναστατικό κύμα που φαινόταν να εδραιώνεται σε ένα μέρος της Ευρώπης πρόκειται να εξαπλωθεί στη Λ. Αμερική αλλά και σε άλλες ηπείρους, παρατηρήθηκε μια αντιστροφή της κατάστασης. Στο διάστημα 1948-1955 μια σειρά πραξικοπήματα ανέτρεψαν έξι από τις αστικές δημοκρατίες της ηποηπείρου[1]. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 όλα σχεδόν τα καθεστώτα στη Λ. Αμερική ήταν είτε ανοιχτές δικτατορίες είτε ψευδοδημοκρατίες όπου η τήρηση των στοιχειωδών κανόνων της αστικής δημοκρατίας ήταν απολύτως προσχηματική. Στη Βενεζουέλα το 1948 επιβλήθηκε δικτατορικό καθεστώς το οποίο διάρκεσε μια δεκαετία.
Η βαθιά εκμετάλλευση και καταπίεση των λαών οδήγησε στο κύμα που σηματοδοτήθηκε από τη νίκη της επανάστασης στην Κούβα το 1959. Μια σειρά ένοπλα επαναστατικά κινήματα (Κολομβία, Βενεζουέλα, Γουατεμάλα, Βολιβία, Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Αργεντινή, Βραζιλία) συγκλόνισαν τις επόμενες δεκαετίες του 1960 και 1970. Παράλληλα, εγχειρήματα όπως η κυβέρνηση Αλλιέντε στη Χιλή[2] ή ακόμη εφήμερα στρατιωτικά καθεστώτα που είχαν εθνικοανεξαρτησιακό προσανατολισμό (Περού, Εκουαδόρ, Παναμάς)[3] συμπλήρωσαν την εικόνα. Ήταν η περίοδος των μεγάλων επαναστατικών κινημάτων αντιαποικιακού, εθνικοαπελευθερωτικού και αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα σε όλο τον λεγόμενο τρίτο κόσμο.
Το κύμα αυτό του ριζοσπαστισμού στη Λ. Αμερική αντιμετωπίστηκε με μια σειρά νέων πραξικοπημάτων που άνθισαν τη δεκαετία του 1960 αλλά και με άμεσες επεμβάσεις των ΗΠΑ όπως στη Δομινικανή Δημοκρατία και στη Γρενάδα. Η περίοδος αυτή έκλεισε με τη νίκη της επανάστασης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα το 1979[4].
Τα επαναστατικά κινήματα των δεκαετιών αυτών είχαν κατά κανόνα δημοκρατικό, αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο που έτεινε να μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση, όπως συνέβη στην Κούβα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η επαναστατική ορμή περιορίστηκε δραστικά. Εξαιτίας αυτού, υποχώρησαν τα δικτατορικά καθεστώτα για να δώσουν τη θέση τους σε   σιδερόφραχτες, συνήθως, αστικές δημοκρατίες.


Το νέο κύμα ριζοσπαστισμού

Παρόλα αυτά, η Λ. Αμερική παρέμεινε η πλέον ταραγμένη και ανήσυχη ήπειρος. Οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνθηκαν τις δεκαετίες 1980 και 1990. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίστηκε ένα νέο κύμα κοινωνικών αγώνων που εκτεινόταν από τους Ζαπατίστας στο Μεξικό μέχρι τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Το λαϊκό κίνημα της Βενεζουέλας και ο ηγέτης του Ούγκο Τσάβες αποτέλεσαν την πιο αυθεντική και προωθημένη έκφραση αυτού του κύματος.
Πρόκειται για ριζοσπαστικά λαϊκά κινήματα και όχι ακόμη για επαναστάσεις[5]. Η βασική τους αιχμή ήταν η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, πολιτικής και οικονομικής, έναντι των ΗΠΑ. Είχαν έτσι, αντικειμενικά τουλάχιστον, στον ένα ή άλλο βαθμό, αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο. Το βάθος του όμως ποικίλει ανάλογα με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ηγήθηκαν της διαδικασίας. Όπου επικεφαλής βρέθηκαν τα ριζοσπαστικοποιημένα μικροαστικά στρώματα της πόλης ή και της υπαίθρου (πχ. Βενεζουέλα, Βολιβία), εκεί το αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο υπήρξε σχετικά πιο συνεπές. Όπου επικεφαλής ήταν τμήμα της αστικής τάξης (πχ. Βραζιλία, Αργεντινή) που διεκδικούσε καλύτερη θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, η αντιιμπεριαλιστική ρητορεία ήταν ρηχή και γρήγορα εξαντλήθηκε. Ακόμη και στην πρώτη περίπτωση ήταν εμφανής η υστέρηση του εργατικού κινήματος το οποίο θα μπορούσε να γονιμοποιήσει, να προωθήσει και να μετεξελίξει τη διαδικασία αυτή στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης.


Τα ειδικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής Τσάβες

Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε το πολιτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης  του Ούγκο Τσάβες που διακήρυσσε μια «ειρηνική επανάσταση», μία «άλλου τύπου δημοκρατία» και όχι τη «δικτατορία του άγριου καπιταλισμού», μια δημοκρατία με «ισχυρό κοινωνικό περιεχόμενο». Υποστήριζε τη μετάβαση «από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε μία συμμετοχική, άμεση δημοκρατία. με τη μεγαλύτερη παρέμβαση του λαού σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας, για να αντισταθούμε καλύτερα σε κάθε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», όπως τόνιζε ο ίδιος.
Στη διάρκεια της πολυετούς διακυβέρνησης ο προγραμματικός λόγος του προέδρου Τσάβες σταδιακά έδειχνε να ριζοσπαστικοποιείται. Οι διακηρύξεις περί ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, του βασικού εθνικού πλούτου, του πετρελαίου δηλαδή, περί ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και ίδρυσης μιας νέου τύπου δημοκρατίας, άρχισαν να συμπληρώνονται με αναφορές σε κάποιου είδους σοσιαλισμό («σοσιαλισμός του 21ου αιώνα») ο οποίος όμως δεν ταυτίστηκε με το μαρξιστικό επιστημονικό σοσιαλισμό[6].
Οι πολιτικές των κυβερνήσεων Τσάβες, με αιχμή το νέο, δημοκρατικό Σύνταγμα του 1999, που υιοθετήθηκε μετά από σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και λαϊκό δημοψήφισμα, άλλαξαν σημαντικά το τοπίο. Το άρθρο 12 διακήρυξε ότι τα πετρελαϊκά κοιτάσματα και ο ορυκτός πλούτος που βρίσκεται στον εθνικό χώρο και στην ΑΟΖ αποτελούν δημόσια περιουσία. Με τα άρθρα 302-303 δόθηκε η δυνατότητα εθνικοποίησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν ή να συνεργαστούν με την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας, με άλλους όρους πλέον. Με βάση το άρθρο 302 εθνικοποιήθηκαν μερικές ακόμη πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Το άρθρο 13 του Συντάγματος απαγόρευσε την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στη χώρα. Βάσει αυτού, κόπηκαν τα δεσμά της στρατιωτικο-πολιτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Η χώρα απέκτησε ανεξάρτητη, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Με λίγα λόγια, αξιοποιώντας την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και τον ορυκτό πλούτο της, η κυβέρνηση μείωσε τη φτώχεια από το 85% στο 33%. Δημιουργήθηκε δημόσιο σύστημα υγείας. Ελήφθησαν δραστικά μέτρα εξάλειψης του αναλφαβητισμού.
Σημεία καμπής της προεδρίας Τσάβες υπήρξαν το πραξικόπημα του Απριλίου 2002 και η ανατροπή των πραξικοπηματιών από το λαό και τμήμα των ενόπλων δυνάμεων μετά από τρεις μέρες διαδηλώσεων, η νίκη του προέδρου Τσάβες στις εκλογές που προκάλεσε η αντιπολίτευση για την ανάκλησή του τον Αύγουστο του 2004, η δεύτερη επικράτησή του στις προεδρικές εκλογές του 2006.
            Σημείο καμπής υπήρξε επίσης η υποβολή πρότασης για αναθεώρηση του μπολιβαριανού Συντάγματος το 2007 η οποία απορρίφθηκε, με μικρή πλειοψηφία, στο σχετικό δημοψήφισμα. Η πρόταση αυτή εξέφραζε μια τάση ριζοσπαστικοποίησης και εμβάθυνσης των επιδιωκόμενων κοινωνικών αλλαγών. Ωστόσο, δεν υπήρξαν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την υιοθέτησή της. Οι πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, που υποστήριζαν με τον ένα ή άλλο τρόπο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας και την αλλαγή της δομής της κρατικής εξουσίας, δεν κατάφεραν να δώσουν την αναγκαία ώθηση. Εκ των πραγμάτων επήλθε κάποια στασιμότητα, ίσως και οπισθοδρόμηση[7].


            Όρια και προοπτικές

Τα όρια των παρεμβάσεων των κυβερνήσεων Τσάβες έτειναν να εξαντληθούν ήδη πριν το θάνατό του. Για να μειωθούν παραπέρα η φτώχεια και οι ανισότητες απαιτούνται πιο ριζοσπαστικές πολιτικές από αυτές του Συντάγματος του 1999. Απαιτείται μια ευρύτερη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων με την εφαρμογή ενός διευρυμένου και πιο συνεκτικού προγράμματος εθνικοποιήσεων. Χρήσιμη θα ήταν στην κατεύθυνση αυτή η επιβολή εργατικού ελέγχου όλων των επιχειρήσεων, δημόσιων και ιδιωτικών. Ωστόσο, η σχετική πρόταση νόμου του συγκυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος δεν υιοθετήθηκε ποτέ[8].
Απαιτείται επίσης να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν νέοι θεσμοί λαϊκής εξουσίας, όπως η παλλαϊκή άμυνα και πολιτοφυλακή.  Η ριζοσπαστικοποίηση των ενόπλων δυνάμεων μέσω της εισαγωγής του θεσμού της παλλαϊκής πολιτοφυλακής και άμυνας, που είχε εξαγγελθεί το 2007, υπήρξε τελικά άτολμη και παρέμεινε ημιτελής. Η κρατική γραφειοκρατία παραμένει πηγή προβλημάτων και υπονόμευσης των μεταρρυθμιστικών πολιτικών. Οι θεσμοί των λαϊκών συνελεύσεων, οι αρχές της ανακλητότητας και της εναλλαγής των αιρετών εκπροσώπων δεν έχουν καθολική εφαρμογή. Κατά συνέπεια, ο παλιός, αστικός κρατικός μηχανισμός, παραμένει στη θέση του, εμπόδιο για πιο βαθιές αλλαγές.
            Αν στα προηγούμενα δεν σημειωθούν τομές, το «πείραμα Τσάβες» θα εκφυλιστεί και οι λαϊκές κατακτήσεις θα εξανεμιστούν. Το βήμα σημειωτόν δεν μπορεί να κρατήσει επ’ άπειρο.
            Δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ενός νέου κύματος ριζοσπαστισμού στη Βενεζουέλα και γενικότερα στη Λατινική Αμερική όπου ο ρόλος της εργατικής τάξης, κοινωνικά και πολιτικά θα είναι πιο αποφασιστικός και όπου η αντιιμπεριαλιστική πάλη θα δεθεί διαλεκτικά με την ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η προοπτική μπορεί να γεννηθεί ως αποτέλεσμα μιας νέας επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού μια και τα περιθώρια των μεταρρυθμίσεων στενεύουν και η καπιταλιστική κρίση θα αγκαλιάσει αργά ή γρήγορα και το τμήμα αυτό του πλανήτη. Παράλληλα, η εργατική τάξη και οι λαοί της περιοχής έχουν συσσωρεύσει τις δεκαετίες αυτές κοινωνική και πολιτική εμπειρία που μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.





[1]               Βλ. Ol. Dabene, La region Amerique Latine, Paris, Presses de sciences Po, 1997, σελ. 83-84.
[2]               Βλ. Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός Αγώνας, 2012.
[3]               Βλ. Γ. Ντολκοπόλοφ, Ο στρατός και ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, Αθήνα, εκδ. Οδηγητής, 1984, σελ. 67-68.
[4]               Βλ. Μπ. Άρσε, Νικαράγουα: η λαϊκή επανάσταση των Σαντινίστας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1989.
[5]               Για την άμεση ή έμμεση αντανάκλασή τους στα Συντάγματα των χωρών βλ. J. Gonzalez Quevedo, «Empoderamiento, democracia directa y Nuevo constitucionalismo en America Latina», περ. Temas, 2012 και R. Uprimy, Las transformaciones constitucionales recientes en America Latina: tendencias y desafios, www.pensamientopenal.com.ar, edicion 122 – 16/4/2011 και S. Marti y Puig - S. Mabel Villalba, «Pocos pero guerreros? Multiculturalismo constitucional en cinco paises con poblacion indigena minoritaria», Revista Uruguaya de Ciencia Politica, Vol. 21, No 2, σελ. 77-96.
[6]               Βλ. Α. Ροδρίγες Αράκε – Α. Μούγερ Ρόχας, Ο σοσιαλισμός της Βενεζουέλας και το κόμμα που θα τον προωθήσει, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ.
[7]               Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 206 επ.
[8]               Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, οπ.π., σελ. 144 επ.