Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ


περ. Ουτοπία, τευχ. 100, Σεπτ-Οκτ 2012, σελ. 153-166

Η Κριτική του προγράμματος της Γκότα του Κ. Μαρξ αποτέλεσε ένα έργο σταθμό στη μαρξιστική σκέψη. Εκεί βρίσκεται, ανάμεσα σε άλλα, ο πυρήνας της μαρξιστικής ανάλυσης για την ανάγκη και το χαρακτήρα της κρατικής εξουσίας μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση καθώς και η προβληματική της κατανομής των μέσων κατανάλωσης στη σοσιαλιστική κοινωνία. Αμφότερα τα θέματα απασχόλησαν και απασχολούν τη μαρξιστική θεωρία αλλά και τις πρακτικές εφαρμογές.
Το πρώτο που ξεκαθαρίζει ο Μαρξ στο εν λόγω έργο του είναι ότι κατά τη μεταβατική περίοδο από την καπιταλιστική κοινωνία στην κομμουνιστική υπάρχει ανάγκη από την πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης, την «επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου». Τα χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής κυριαρχίας της εργατικής τάξης ο Μαρξ τα είχε διακρίνει και συστηματοποιήσει στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας: ένοπλος λαός, αιρετότητα, ανακλητότητα όλων των δημόσιων λειτουργών, εναλλαγή τους, έλεγχός τους από τα κάτω, κατάργηση κάθε μισθολογικού και άλλου προνομίου των κυβερνητικών και λοιπών αξιωματούχων. Ένα δεύτερο σημαντικό θέμα με το οποίο καταπιάστηκε ο Μαρξ στο προαναφερθέν έργο του είναι η κατανομή των μέσων κατανάλωσης στη μεταβατική αυτή ιστορική περίοδο.
Η κατανομή, γενικά, καθορίζεται πρώτιστα από το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα στο οποίο αναφέρεται. Καθορίζεται δηλαδή από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και από τις σχέσεις παραγωγής. Από την άλλη, η κατανομή αντεπιδρά στις σχέσεις παραγωγής, τις επιβεβαιώνει ή τείνει να τις αναιρέσει. Μέσω αυτής της αντεπίδρασης ασκεί επιρροή στις παραγωγικές δυνάμεις επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας την ανάπτυξή τους. Το κράτος γενικά παρεμβαίνει για τη διασφάλιση της αναπαραγωγής των εκάστοτε κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής. Μπορεί να παρεμβαίνει με διάφορες μορφές στην κατανομή αντεπιδρώντας επίσης με αυτό τον τρόπο στις σχέσεις παραγωγής.
Στη σοσιαλιστική κοινωνία η κρατική εξουσία έχει ένα ειδικό ρόλο στην ίδια τη συγκρότηση των νέων παραγωγικών σχέσεων. Οι νέες παραγωγικές σχέσεις, που προκύπτουν μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, χαρακτηρίζονται από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής και τη μετατροπή τους σε παλλαϊκή ιδιοκτησία. Η παλλαϊκή ιδιοκτησία λαμβάνει κυρίως τη νομική μορφή της κρατικής ιδιοκτησίας. Επομένως, ήδη το κράτος έχει εξ ορισμού ρόλο στις παραγωγικές σχέσεις. Αυτό το στοιχείο ενισχύεται από το ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη σοσιαλιστική κοινωνία γίνεται σχεδιασμένα. Ο σχεδιασμός αυτός αποτελεί –πρέπει να αποτελεί- παλλαϊκό έργο. Κατά συνέπεια, και εδώ ο ρόλος της εργατικής εξουσίας είναι σημαντικός, αν όχι καθοριστικός.


Ανάλογα με την εργασία

Στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα ο Κ. Μαρξ έθεσε τους βασικούς κανόνες της κατανομής στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το βασικό κριτήριο για τον προσδιορισμό των κανόνων αυτών είναι ο χαρακτήρας της κοινωνίας.  Πρόκειται για μια κοινωνία όπου η εργατική δύναμη έχει πάψει να είναι εμπόρευμα εφόσον τα βασικά μέσα παραγωγής έχουν καταστεί κοινωνική ιδιοκτησία. Παράλληλα, όμως, πρόκειται για μια κοινωνία που “από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε[1].
Έτσι, αφού αφαιρεθούν από το συνολικό κοινωνικό προϊόν όσα απαιτούνται για την αντικατάσταση των φθαρμένων μέσων παραγωγής και για την επέκτασή τους, το απόθεμα ασφαλείας, τα γενικά διαχειριστικά έξοδα, τα κονδύλια για τις κοινές ανάγκες (παιδεία, υγεία κλπ.), ο καθένας λαμβάνει από το κοινωνικό προϊόν ανάλογα με την εργασία που έχει προσφέρει. Η μέτρηση της εργατικής δύναμης που έχει ξοδευτεί από κάθε εργαζόμενο σημαίνει τον υπολογισμό των μυικών και πνευματικών δυνάμεων που αυτός κατέβαλε, τη φθορά του μυικού και νευρικού του συστήματος. Για τον υπολογισμό αυτό δεν αρκεί η μέτρηση των ωρών εργασίας. Πρέπει ακόμη να συνυπολογιστεί η εντατικότητά της αλλά και οι γενικότερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, όπως για παράδειγμα αν κάποιος εργάζεται σε ανθυγιεινότερες συνθήκες ή αν ο τόπος εργασίας είναι εξαιρετικά απομακρυσμένος κλπ. 


Η ειδικευμένη εργασία

Σχετικό είναι το πρόβλημα του υπολογισμού της ειδικευμένης εργασίας. Ο Ένγκελς στο έργο του Αντι-Ντύρινγκ διευκρίνιζε ότι «το προϊόν μιας ώρας σύνθετης εργασίας είναι εμπόρευμα μεγαλύτερης, διπλής ή και τριπλής αξίας, συγκρινόμενο με το προϊόν μιας ώρας απλής εργασίας. Η αξία των προϊόντων της σύνθετης εργασίας, εκφράζεται, χάρη σ’ αυτή τη σύγκριση, με ορισμένες ποσότητες απλής εργασίας»[2]. Η ειδικευμένη εργασία απαιτεί «και τη χρήση δεξιοτήτων και γνώσεων, που αποκτήθηκαν με περισσότερο ή λιγότερο ξόδεμα κόπου, χρόνου και χρήματος»[3].
Κατά συνέπεια, σε κάθε κοινωνία, και στη σοσιαλιστική, μια ώρα ειδικευμένης εργασίας εμπεριέχει προσφορά εργασίας πολλαπλάσια μιας ώρας απλής εργασίας. Επομένως επί της αρχής, η αμοιβή της ειδικευμένης εργασίας θα είναι πολλαπλάσια. Αυτό ισχύει ακόμη και για την περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν καθώς, και τότε, ο εκπαιδευόμενος έχει καταβάλλει κόπο και χρόνο για την κατάκτηση των γνώσεων αλλά και έξοδα για την κάλυψη των τρεχόντων βιοτικών του αναγκών.
Πότε η ειδικευμένη εργασία δεν μπορεί να αμείβεται πολλαπλάσια της απλής; Μόνο όταν α. η κοινωνία παρέχει απολύτως δωρεάν εκπαίδευση, β. έχει καλύψει τις βιοτικές ανάγκες του ειδικευόμενου κατά τη διάρκεια της απόκτησης των γνώσεων, γ. έχει καλύψει την κατανάλωση κόπου και χρόνου κατά τη διάρκεια των σπουδών. Σε μια τέτοια λογική ο Ένγκελς σημείωνε πως «στη σοσιαλιστικά οργανωμένη κοινωνία, αυτά τα έξοδα τα κάνει η κοινωνία και συνεπώς, σ' αυτήν πρέπει να ανήκουν οι καρποί, δηλαδή οι ανώτερες αξίες που δημιουργεί η σύνθετη εργασία. Ο ίδιος ο εργάτης δεν έχει λοιπόν, δικαίωμα συμπληρωματικής αμοιβής[4].


H εξαίρεση των κρατικών στελεχών

Σε αυτούς τους κανόνες της σοσιαλιστικής αρχής της κατανομής που περιγράφηκαν παραπάνω, ο Μαρξ έθεσε μια ρητή και σημαντική εξαίρεση. Αυτή αφορούσε τους μισθούς εκείνων που αναλαμβάνουν στελεχικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό: υπουργοί, βουλευτές, ανώτατοι διευθυντές κλπ. Βασισμένος στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας ο Μαρξ εξήρε την απόφασή της να μην αμείβονται αυτές οι κατηγορίες ανάλογα με την εργασία τους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι είναι ζήτημα μείζονος σημασίας η κατάργηση κάθε προνομίου, κάθε ειδικής μισθολογικής ή άλλης μεταχείρισης αυτής της κοινωνικής κατηγορίας. Τόνιζε ότι αυτοί οι δημόσιοι λειτουργοί πρέπει να αμείβονται με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό.
Έτσι, τόσο ο Μαρξ όσο και αργότερα ο Λένιν έθεταν το ζήτημα της αμοιβής των κρατικών λειτουργών με ένα μέσο εργατικό μισθό ως ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού κράτους. Τα υπόλοιπα ήταν η αιρετότητα όλων των δημόσιων λειτουργών, η δυνατότητα ανά πάσα στιγμή της ανάκλησής τους από το λαό, η εναλλαγή τους, ο έλεγχός τους από το λαό[5]. Ο Λένιν τόνιζε από την πλευρά του ότι στην ελάττωση των μισθών των ανώτατων δημόσιων λειτουργών ως το επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού «εκφράζεται με τον πιο χτυπητό τρόπο η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή»[6]. Όχι μόνο στο κορυφαίο θεωρητικό του έργο λίγο πριν την επανάσταση αλλά και στα πρακτικά καθήκοντα ως ηγέτη του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, ο Λένιν επέμεινε σθεναρά στην εφαρμογή αυτής της αρχής: ετοίμασε δυο σχέδια απόφασης του συμβουλίου λαϊκών επιτρόπων (του υπουργικού συμβουλίου δηλαδή) με το θέμα αυτό, ένα το Νοέμβριο του 1917 και ένα άλλο τον Ιανουάριο του 1918[7]. Υπογράμμιζε επίσης ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των μελών των αντιπροσωπευτικών σωμάτων αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού[8].
Η αιτία της εξαίρεσης αυτής είναι ότι το σοσιαλιστικό κράτος πρέπει να διακρίνεται για την κατάργηση των ειδικών συμφερόντων της ανώτατης κρατικής γραφειοκρατίας. Ο Ένγκελς, όπως και ο Μαρξ, συνέδεε το ζήτημα αυτό πολύ στενά με το χαρακτήρα του κράτους. Υπογράμμιζε ότι τα μέτρα που προαναφέρθηκαν είναι όροι αναγκαίοι για να αλλάξει ο χαρακτήρας του κράτους αλλά και για να μην ξαναχάσει η εργατική τάξη την εξουσία[9]. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούσε να τεθεί ένας σοβαρός φραγμός στη θεσιθηρία και στον αριβισμό και να αποτραπεί σε ένα βαθμό η τάση αυτονόμησης των διευθυνόντων έναντι των διευθυνομένων, στην πορεία προσέλκυσης του συνόλου του πληθυσμού στην πραγματική διαχείριση όλων των κοινωνικών υποθέσεων. Στην περίπτωση λοιπόν των κρατικών λειτουργών δεν τίθεται θέμα προσμέτρησης της εργασίας τους ώστε να υπολογιστεί το μέρος του κοινωνικού προϊόντος που δικαιούνται να λάβουν.
Οι παρεκκλίσεις από την εξαίρεση αυτή διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των σοσιαλιστικών κρατών. Το ηγετικό διευθυντικό στρώμα των κρατών αυτών σταδιακά αυτονομήθηκε από την εργατική τάξη καθώς ιδιοποιήθηκε το σύνολο των σημαντικών αποφάσεων. Η λαϊκή συμμετοχή έγινε, σε ένα αξιοσημείωτο βαθμό, τυπική[10]. Ήδη το 1936 στην ΕΣΣΔ οι ίδιοι οι ιθύνοντες αναγνώριζαν μια τέτοια πραγματικότητα[11].
Η πολιτική αυτή αυτονόμηση συνοδεύτηκε από την κατάργηση της αρχής σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι λειτουργοί του εργατικού κράτους έπρεπε να αμείβονται με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό. Οι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες βρέθηκαν στην κορυφή της μισθολογικής ψαλίδας ενώ παράλληλα απολάμβαναν και διάφορα άλλα μη μισθολογικά προνόμια[12].


Οι ιστορικά παροδικές εξαιρέσεις

Υπάρχουν όμως και οι ιστορικά μεταβατικές εξαιρέσεις από τη σοσιαλιστική αρχή της κατανομής με βάση την προσφερόμενη εργασία. Μια τέτοια εξαίρεση εισήχθη μετά την επανάσταση του 1917 και αφορούσε τους μισθούς των αστών ειδικών. Η Σοβιετική Ένωση βρέθηκε μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο, την ξένη επέμβαση και τον εμφύλιο που ακολούθησε εντελώς απογυμνωμένη από επιστημονικό δυναμικό. Προκειμένου να καταφέρει να ορθοποδήσει, ο Λένιν εισήγαγε την εξαίρεση αυτή ως μέτρο προσωρινού χαρακτήρα για την προσέλκυση των αστών ειδικών στην οικονομία και μέχρι την εκπαίδευση επαρκούς επιστημονικού δυναμικού από το σοσιαλιστικό κράτος[13]. Οι αστοί ειδικοί αμείβονταν όχι με βάση την προσφορά της (ειδικευμένης) εργασίας τους αλλά πολύ περισσότερο. Επρόκειτο για μια μορφή κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα στρώματα αυτά που υπαγορευόταν από την ανάγκη.
Μια άλλη, μεταβατικού χαρακτήρα εξαίρεση, προκύπτει από το γεγονός ότι η σοσιαλιστική αρχή της κατανομής δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί πλήρως και αμέσως μετά την επαναστατική αλλαγή. Απαιτείται ένα χρονικό διάστημα προκειμένου να εναρμονιστούν οι μισθοί -που είναι διαμορφωμένοι από την πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας- με την αρχή της σοσιαλιστικής κατανομής. Η εναρμόνιση αυτή μπορεί να γίνει μόνο βαθμιαία, σε μια συνολική κίνηση των πραγματικών αποδοχών των εργαζομένων προς τα πάνω, και μόνο με την προϋπόθεση ότι κάθε βήμα θα έχει την υποστήριξη των εργαζομένων.


Το κράτος: η δύναμη της δημοκρατίας

Στην καπιταλιστική κοινωνία οι μισθοί διαμορφώνονται με βάση τους νόμους της αγοράς, όπου κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και όπου ο μισθωτός δεν έχει να πωλήσει τίποτα άλλο παρά την εργατική του δύναμη. Ρόλο διαδραματίζει βέβαια η πάλη των τάξεων, ο συσχετισμός των δυνάμεων, το αστικό κράτος με τις νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις του.
Το βασικό πρόβλημα για τη σοσιαλιστική κοινωνία, όπου δεν ισχύει κανένας από τους παραπάνω παράγοντες, είναι πώς υπολογίζεται η μέτρηση της εργασίας αλλά κυρίως ποιος την υπολογίζει. Ο υπολογισμός της εργατικής δύναμης που ξόδεψε κάθε εργαζόμενος είναι ένα σύνθετο επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα. Τα πορίσματα διάφορων επιστημών και η κοινωνική εμπειρία μπορούν να υποδείξουν τρόπους για τον υπολογισμό της μιας ή της άλλης εργασίας. Τα συμπεράσματα όμως της επιστήμης και της εμπειρίας μπορούν να διαφέρουν στις εκτιμήσεις τους. Ο υπολογισμός στον οποίο αναφερόμαστε δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτική απόφαση.
Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Για παράδειγμα, είναι η οχτάωρη εργασία του κλητήρα περισσότερο επίπονη από την οχτάωρη εργασία του ανθρακωρύχου[14]; Πώς αποτιμάται μια ώρα εργασίας του εκπαιδευτικού και πώς ενός προγραμματιστή; Και αν σε κάποιες περιπτώσεις η απάντηση είναι προφανής, δεν ισχύει το ίδιο σε άλλες.
Ο μόνος τρόπος που μπορεί η κοινωνία να αποφασίσει για τα κριτήρια, τις γενικές αρχές μέτρησης της εργατικής δύναμης που καταναλώνεται είναι μέσω της παλλαϊκής συζήτησης, μέσω της αξιοποίησης της άμεσης και αντιπροσωπευτικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας ώστε να περιοριστεί το περιθώριο λαθεμένης ή και αυθαίρετης εκτίμησης.
Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις που καθορίζουν ποιό μέρος του κοινωνικού προϊόντος θα διατεθεί προς κατανάλωση και ποιό για κοινωνικό απόθεμα, επενδύσεις κλπ. Είναι η εργατική τάξη και ο λαός που πρέπει να αποφασίζει, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και μετά από πολύπλευρη ενημέρωση, για τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, πού δηλαδή θα γίνουν επενδύσεις, ποια θα είναι η αναλογία ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και σε εκείνη των μέσων κατανάλωσης, ποιό θα είναι το ύψος των κοινωνικών κονδυλίων. Ειδικά για τα τελευταία ο Μαρξ σημείωνε ότι «αυτό το μέρος μεγαλώνει από την αρχή σημαντικά σε σύγκριση με την τωρινή κοινωνία και μεγαλώνει στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία»[15]. Το ύψος όμως και ο ρυθμός αύξησης των κοινωνικών κονδυλίων πρέπει να καθορίζεται κάθε φορά από την ίδια την εργατική τάξη και το λαό στη βάση βέβαια των υπαρκτών, αντικειμενικών οικονομικών δυνατοτήτων.
Η ψαλίδα των μισθών, αν δηλαδή η σχέση κατώτατου και ανώτατου μισθού θα είναι 1:2 ή 1:4 ή περισσότερο, ποιες επαγγελματικές κατηγορίες θα βρίσκονται στη βάση και ποιες στην κορυφή της μισθολογικής ψαλίδας, όλα αυτά αποτελούν σημαντικές αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνονται μέσω των θεσμών δημοκρατικής συμμετοχής. Αποτελεί ευθύνη της κοινωνίας συνολικά να αποτιμήσει πόση εργατική δύναμη καταβάλλει σε μια ώρα μέσης εντατικότητας ο εργαζόμενος του ενός ή του άλλου κλάδου της οικονομίας και άρα πως πρέπει να διαμορφωθούν αντίστοιχα οι αμοιβές.
Εννοείται ότι η κοινωνία δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αποφασίζει για κάθε λεπτομέρεια[16]. Σε πανεθνικό επίπεδο μπορούν να υιοθετούνται οι γενικές αρχές οι οποίες στη συνέχεια μπορούν να εξειδικεύονται από τα επιμέρους όργανα της εργατικής εξουσίας. Η αποτίμηση των συνθηκών εργασίας και η μέτρηση της προσφοράς εργασίας σε διαφορετικές μονάδες εντός του ίδιου κλάδου της οικονομίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής, δημοκρατικής απόφασης των αντίστοιχων οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη μέτρηση της εργασίας που παρέχει ο κάθε συγκεκριμένος εργαζόμενος. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα, ούτε μόνο με βάση τις ώρες που εργάστηκε, αλλά με βάση τα γενικά ή ειδικά θεσπισμένα κοινωνικά κριτήρια. Στην εξειδίκευση των κριτηρίων αυτών και στην προσμέτρηση της εργασίας των εργαζομένων, οι θεσμοί  της εργατικής δημοκρατίας πρέπει να έχουν τον αποφασιστικό λόγο.


Οι συνέπειες των παρεκκλίσεων

Η εφαρμογή της σοσιαλιστικής αρχής της κατανομής επιδρά στις σχέσεις παραγωγής και στις παραγωγικές δυνάμεις. Η εφαρμογή της αρχής βοηθά στην εδραίωση των νέων σχέσεων παραγωγής που χαρακτηρίζονται από το ότι η εργατική δύναμη δεν είναι πλέον εμπόρευμα και από το ότι οι εργαζόμενοι καθίστανται ολοένα και πιο ουσιαστικά συγκύριοι των μέσων παραγωγής. Η εδραίωση των νέων σχέσεων παραγωγής συμβάλλει με τη σειρά της στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όσο περισσότερο ο εργαζόμενος αισθάνεται συμμέτοχος της συλλογικής κοινωνικής προσπάθειας, τόσο περισσότερο ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα της εργασίας του με συνέπεια να συμβάλλει στην άνοδο της παραγωγικότητάς της. Τα δυο αυτά στοιχεία, δηλαδή η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων και η αύξηση του κοινωνικού πλούτου και η ολόπλευρη συμμετοχή του καθενός στην απόφαση και επίλυση όλων των κοινωνικών ζητημάτων είναι δυο από τις βασικότερες προϋποθέσεις για τη μετάβαση «σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας»[17].
Το στοιχείο αυτό της πολυεπίπεδης συμμετοχής της εργατικής τάξης και του λαού στη χάραξη τέτοιων αποφάσεων έχει πολύ μεγάλη σημασία. Οποιαδήποτε αυθαιρεσία στον ανωτέρω υπολογισμό έχει άμεσες επιπτώσεις στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. Αν, για παράδειγμα, υποτιμηθεί αυθαίρετα η εργασία κάποιας επαγγελματικής κατηγορίας ή μιας ομάδας εργαζομένων ή ενός μεμονωμένου εργαζόμενου, τότε αυτό θα σημαίνει ότι η εν λόγω επαγγελματική κατηγορία, ομάδα ή εργαζόμενος θα λαμβάνει από το κοινωνικό προϊόν λιγότερα από όσα δικαιούται. Τούτο συνιστά στοιχείο κοινωνικής αδικίας το οποίο, ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμα κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις: κοινωνικές εντάσεις, πολιτική δυσαρέσκεια, διασάλευση της ενότητας της εργατικής τάξης και του λαού, αδιαφορία για την εργασία, πτώση της παραγωγικότητας, δυσαναλογίες στην κατανομή του εργατικού δυναμικού.
Και αντίστροφα: μπορεί μια  επαγγελματική κατηγορία, ομάδα ή εργαζόμενος να λαμβάνει περισσότερα από όσα αντιστοιχούν στην εργασία του. Οριακά μάλιστα το γεγονός ότι κάποιος ή κάποιοι λαμβάνουν από το κοινωνικό προϊόν περισσότερα από εκείνα που τους αντιστοιχούν μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός κοινωνικού στρώματος που απολαμβάνει προνομιακή θέση. Δεν πρόκειται για εμφάνιση κοινωνικής τάξης και ταξικών, ανταγωνιστικών αντιθέσεων. Είναι όμως μια αντίθεση που, εν δυνάμει, μπορεί να αποκτήσει τέτοια χαρακτηριστικά.
Βέβαια, και η κοινωνία ενδέχεται να προβεί σε λαθεμένους υπολογισμούς. Η εργατική δημοκρατία δεν αποτελεί απόλυτη διασφάλιση ούτε υπάρχει το αλάθητο στις λαϊκές αποφάσεις. Ωστόσο, η λαθεμένη απόφαση που έχει ληφθεί δημοκρατικά είναι πιο εύκολο να διορθωθεί, δημιουργεί λιγότερες κοινωνικές εντάσεις.


Οι νομικές μορφές

Η σοσιαλιστική αρχή της κατανομής και οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνουν νομική μορφή. Αυτό το αναφέρει ήδη ο Μαρξ όταν συνδέει άμεσα την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος με το δίκαιο, το οποίο ορίζει ως ίσο μέτρο[18].
Όλα τα σοσιαλιστικά Συντάγματα περιελάμβαναν γενικές διατάξεις που κατοχύρωναν συνταγματικά τις αρχές της κατανομής. Μερικά παραδείγματα: το άρθρο 14 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1977 καθόριζε πως «Σύμφωνα με την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» το κράτος ασκεί έλεγχο πάνω στο μέτρο εργασίας και κατανάλωσης» ενώ στην επόμενη παράγραφο έκανε αναφορά στα «υλικά και ηθικά κίνητρα»[19]. Το Σύνταγμα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας του 1974 στο άρθρο 24 όριζε πως κάθε πολίτης «έχει δικαίωμα για αμοιβή ανάλογα με την ποιότητα της εργασίας»[20]. Το Σύνταγμα της Αλβανίας του 1976 (άρθρο 30) ανέφερε πως «Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας εφαρμόζεται η σοσιαλιστική αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες, στον καθένα σύμφωνα με την εργασία»», ενώ σε επόμενη παράγραφο όριζε πως «για την ενθάρρυνση της εργασίας για όσο πιο μεγάλα αποτελέσματα συνδυάζεται ορθά η χρησιμοποίηση των υλικών κινήτρων με τα ηθικά κίνητρα, δίνοντας προτεραιότητα στα ηθικά κίνητρα»[21].
Το σημερινό Σύνταγμα της Κούβας στο άρθρο 14 ορίζει ότι στη Δημοκρατία «επικρατεί η αρχή της σοσιαλιστικής κατανομής «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τη δουλειά του». Ο νόμος καθορίζει τους κανόνες για την αποτελεσματική εκπλήρωση αυτής της αρχής»[22].
Η πρακτική εξειδίκευση και εφαρμογή των συνταγματικών αρχών αποτέλεσε αντικείμενο νόμων που ψηφίζονταν από τα ανώτατα νομοθετικά όργανα καθώς επίσης υπουργικών και κυβερνητικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο των ορίων που χαράσσονταν από τα παραπάνω, υπογράφονταν συλλογικές συμβάσεις ανάμεσα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων[23].


Οικονομική ιδιοσυντήρηση εναντίον δημοκρατίας

Όταν το πολιτικό σύστημα του σοσιαλιστικού κράτους λειτουργεί δημοκρατικά, με παλλαϊκή συμμετοχή, τότε οι σχετικές νομικές ρυθμίσεις απολαμβάνουν της συναίνεσης της κοινωνίας, μπορούν να βρουν εφαρμογή στην πράξη και μάλιστα με τρόπο αποτελεσματικό. Τυχόν λαθεμένες προσεγγίσεις και αστοχίες μπορούν με την ίδια μέθοδο να διορθωθούν όσο το δυνατό πιο έγκαιρα.
Η εμπειρία των πρώην σοσιαλιστικών κρατών έδειξε ότι τέτοιες κρίσιμες αποφάσεις δεν γίνονταν αντικείμενο ουσιαστικής παλλαϊκής συζήτησης. Για παράδειγμα, ο καθορισμός των οικονομικών πλάνων (από τα οποία βέβαια εξαρτώνται οι αμοιβές) γινόταν κατά βάση από τα κυβερνητικά όργανα ενώ η συμμετοχή των εργαζομένων περιοριζόταν στο πώς θα τα υλοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο[24]. Ανεξάρτητα από την ειδικότερη νομική μορφή τους, αν δηλαδή έπαιρναν τη μορφή διαταγμάτων της κυβερνητικής εξουσίας ή αν γίνονταν νόμοι της νομοθετικής εξουσίας, φαίνεται πως υπήρχε ένα σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα στη διαμόρφωση της ουσίας των αποφάσεων.
Η χρήση υπερβολικά συγκεντρωτικών μεθόδων για τη λήψη των οικονομικών αποφάσεων, μαζί και εκείνων που αφορούν την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, επικράτησε τις πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό καρπός των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι χώρες αυτές. Οι αποφάσεις αυτές μπορεί να ήταν άλλοτε επιτυχείς και άλλοτε άστοχες. Μπορεί να οδηγούσαν άλλοτε σε αύξηση της ψαλίδας των εισοδημάτων, όπως για παράδειγμα τη δεκαετία του 1930 και άλλοτε σε κλείσιμο της ψαλίδας, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1950[25].
Ανεξάρτητα όμως από την αποτελεσματικότητά τους, ο υπέρμετρος διοικητικός συγκεντρωτισμός οδήγησε στην αποδυνάμωση της λαϊκής συμμετοχής. Αυτό, μοιραία οδήγησε κάποια στιγμή σε λαθεμένες αποφάσεις, τόσο σε ό,τι αφορά την οικονομική ανάπτυξη όσο και σε ό,τι αφορά την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. Εκτός αυτών όμως, η απίσχναση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας επέφερε βαθμιαία μια ιδιόμορφη αποξένωση των παραγωγών από το προϊόν τους. Συνέπεια τούτου ήταν, ανάμεσα σε άλλα, η πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας.
Ως απάντηση στα οικονομικά αδιέξοδα του υπερβολικού διοικητικού συγκεντρωτισμού από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισε να αναπτύσσεται η λογική της οικονομικής ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων[26]. Η οικονομική ιδιοσυντήρηση είχε χρησιμοποιηθεί στην ΕΣΣΔ στο πλαίσιο της «νέας οικονομικής πολιτικής» (ΝΕΠ). Ο Λένιν εισήγαγε τη ΝΕΠ ως μέτρο προσωρινής υποχώρησης στον καπιταλισμό που υπαγορευόταν από τις συνθήκες. Μέρος της ΝΕΠ αποτέλεσε και η οικονομική ιδιοσυντήρηση των επιχειρήσεων. Ο Λένιν αναγνώριζε ότι έτσι “οι κρατικές επιχειρήσεις τοποθετούνται σε μεγάλο βαθμό πάνω σε εμπορική, καπιταλιστική βάση[27] αλλά υπογράμμιζε ότι τούτο είναι μια προσωρινή, αναγκαστική υποχώρηση.
Η πολιτική της οικονομικής ιδιοσυντήρησης επανήλθε τη δεκαετία του 1960 σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από εκείνες της δεκαετίας του 1920. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε με διακυμάνσεις τις επόμενες δεκαετίες του 1970 και 1980[28]. Παρά την κατά διαστήματα αποδυνάμωση της τάσης, αυτή μακροπρόθεσμα ενισχυόταν και έφτασε στην αποκορύφωσή της τη δεκαετία του 1980. Οι αρχές της ιδιοσυντήρησης είχαν μάλιστα ενσωματωθεί στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1977. Στο άρθρο 16 οριζόταν ότι «Ταυτόχρονα, χρησιμοποιούνται ενεργά η οικονομική ιδιοσυντήρηση, το κέρδος και το κόστος και άλλοι οικονομικοί μοχλοί και κίνητρα».
Η οικονομική ιδιοσυντήρηση σήμαινε απομάκρυνση από τη σοσιαλιστική αρχή της κατανομής με βάση την προσφερόμενη εργασία του καθενός. Οι αμοιβές διαμορφώνονταν, ολοένα και περισσότερο, με βάση την αποδοτικότητα της επιχείρησης και την κερδοφορία της. Αυτό όμως σημαίνει ότι η αμοιβή του εργαζόμενου εξαρτάται από παράγοντες άλλους από εκείνον της προσφοράς εργασίας του. Έτσι, ο εργαζόμενος ενδέχεται να λάβει από την κοινωνία λιγότερα από όσα του αναλογούν με βάση την προσφορά του, αν για παράδειγμα η επιχείρηση εμφανίζει ζημίες λόγω εσφαλμένων χειρισμών της διεύθυνσης ή λόγω προβλημάτων στην αγορά. Αντίστροφα, ο εργαζόμενος μπορεί να λαμβάνει από το κοινωνικό προϊόν περισσότερα από όσα προσφέρει εξαιτίας της επιδέξιας αξιοποίησης των νόμων της αγοράς από την επιχείρηση. Και στις δυο περιπτώσεις υπεισέρχονται στοιχεία εμπορευματικής οικονομίας, περισσότερα ή λιγότερα ανάλογα με το εύρος της οικονομικής ιδιοσυντήρησης. Η οικονομική ιδιοσυντήρηση σημαίνει ακόμη διαπραγμάτευση εργαζομένων και εργοδοσίας (διεύθυνσης της επιχείρησης) για το ύψος των μισθών. Ακόμη και αν αυτή γίνεται εντός κάποιων ορίων που ορίζονται από το κράτος, δεν παύει να έχει στοιχεία εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης.  
Από τις αρχές της δεκαετίας τoυ 1980 η απoμάκρυvση από τη σoσιαλιστική αρχή καταvoμής έγιvε περισσότερo φαvερή και συvειδητή. Εφαρμόστηκε τo σύστημα μισθoδoσίας σύμφωvα με τo oπoίo η διεύθυvση τoυ εργoστασίoυ έκλειvε συμβόλαιo με τηv εργατική κoλεκτίβα (είτε όλoυ τoυ εργoστασίoυ είτε κάθε τμήματoς ξεχωριστά) με βάση τηv εργoλαβία. Τo συμβόλαιo συvέδεε τηv αμoιβή τωv εργατώv με τo τελικό απoτέλεσμα της επιχείρησης, τηv εκπλήρωση τoυ πλάvoυ πωλήσεωv και τηv εκτίμηση της αξίας τoυ αvτίστoιχoυ όγκoυ πρoϊόvτωv πoυ πoυλήθηκαv[29].
Ο vόμoς της ΕΣΣΔ για τις κρατικές επιχειρήσεις πoυ ψηφίστηκε τov Ioύvιο τoυ 1987 από τo Αvώτατo Σoβιέτ oλoκλήρωvε τη λoγική της παραπέρα απoδυvάμωσης της σoσιαλιστικής αρχής καταvoμής. Τo άρθρo 14 (“εργασία και μισθός”) πρoέβλεπε ότι η επιχείρηση μόvη της καθoρίζει τις vόρμες εργασίας, τις μoρφές και τα συστήματα αμoιβής της εργασίας, τις θέσεις εργασίας και τηv αvτίστoιχη καταvoμή τωv εργαζoμέvωv σε αυτές. Η επιχείρηση καθόριζε επίσης τις θέσεις εργασίας για τις oπoίες πρoβλεπόταv αυξημέvη μισθoλoγική ταρίφα, τηv απovoμή τωv πριμ, μπoρoύσε vα εξασφαλίζει πρoτεραιότητα στηv παρoχή κιvήτρωv για τηv εργασία τωv ειδικώv[30].


Οι συνέπειες

Η μαρξιστική θεωρία και πολιτική που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες δεν στάθηκε ιδιαίτερα στη μελέτη της αντεπίδρασης της κατανομής στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις και, κατά συνέπεια, στο σύνολο του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού. Οι οικονομικές και, ιδίως, οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες του τρόπου εφαρμογής ή της τυχόν παραβίασης της σοσιαλιστικής αρχής της κατανομής δεν μελετήθηκαν, τουλάχιστον όχι συστηματικά[31].
Στη σοβιετική πολιτική και επιστημονική φιλολογία θα βρει κανείς ελάχιστες και μόνο έμμεσες αναφορές στην παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής της κατανομής[32]. Πρώτο, οι υψηλές αμοιβές των στελεχών και τα κάθε λογής προνόμια αποτελούσαν θέμα – ταμπού, παρά το γεγονός ότι αυτό είχε καθοριστική επίδραση στη φυσιογνωμία του κράτους και στις σχέσεις παραγωγής: όχι μόνο γιατί οι κυβερνώντες έπαιρναν από το κοινωνικό προϊόν περισσότερα από όσα τους αντιστοιχούσαν αλλά και γιατί αλλοιωνόταν η ίδια η εργατική εξουσία. Αυτό ενισχυόταν από το ότι οι κυβερνώντες είχαν αποφασιστικό λόγο στη λήψη των αποφάσεων αφυδατώνοντας και παραμερίζοντας στην πράξη τη λαϊκή συμμετοχή. Αλλά και η αμοιβή των εργαζομένων με βάση τα κέρδη της επιχείρησης δεν αντιμετωπίστηκε ως απομάκρυνση από την αρχή αλλά ως βελτίωση της εφαρμογής της.
Υπήρξαν όμως και κάποιες εξαιρέσεις στο γενικό αυτό κλίμα. Πολύτιμες στάθηκαν, για το λόγο αυτό, οι σχετικές παρεμβάσεις του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Επισήμανε με οξυδέρκεια την απομάκρυνση από την αρχή της προσφοράς με βάση την εργασία, τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη αντιθέσεων στο εσωτερικό της, την τάση εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης αλλά και την οικονομική αναποτελεσματικότητα των πολιτικών της οικονομικής ιδιοσυντήρησης, την πτώση του ενδιαφέροντος για την εργασία[33]. Προειδοποιούσε ότι οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν ανάγκη από μια αλλαγή στρατηγικής[34].
Είναι φανερό ότι η απομάκρυνση αυτή από τη σοσιαλιστική αρχή της κατανομής σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση έως κατάργηση της λαϊκής συμμετοχής είχε επίδραση στον τρόπο παραγωγής. Επέφερε την αλλοίωση των σχέσεων παραγωγής και τελικά την οπισθοδρόμησή τους. Αντί η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής να βαθύνει, η συμμετοχή του λαού στον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σχεδιασμό να γίνεται πιο ουσιαστική, το ενδιαφέρον για την εργασία και η παραγωγικότητα της εργασίας να ανεβαίνουν, άρχισε μια αντιστροφή της κατάστασης και μια φθίνουσα πορεία. Αυτή εκφράστηκε με τους αρνητικούς δείκτες στην οικονομία και με την πολιτική κρίση που ακολούθησε. Αν οι σχέσεις παραγωγής που εγκαθιδρύθηκαν μετά τις επαναστάσεις δεν πήγαιναν μπροστά, δεν μπορούσαν παρά να οπισθοδρομήσουν προς τον καπιταλισμό. Όπερ και εγένετο εν έτει 1989-1991 με πρωτοβουλία των κυβερνώντων[35].



[1]               Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 13.
[2]               Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Αθήνα, εκδ. Αναγνωστίδης, χ.χρ., σελ. 292. Βλ. και Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 58.
[3]               Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, οπ.π., σελ. 291.
[4]               Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, οπ.π., σελ. 297.
[5]               Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 80.
[6]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 43.
[7]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105 και του ίδιου, «Για το όριο πληρωμής των ανώτατων δημόσιων λειτουργών», Άπαντα, τ. 35, σελ. 218.
[8]               Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78.
[9]               Βλ. εισαγωγή του Φ. Ένγκελς στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, οπ.π., σελ. 20-21.
[10]             Βλ. Βλ. Γ. Πολυμερίδης, Επιστημονικός σοσιαλισμός: κριτική στους επικριτές του, Αθήνα, εκδ. Εντός, 2011, σελ. 153. Βλ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 280, 294, 300, 308 και Σ. Μπετελέμ, Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω, Αθήνα, εκδ. Monthly Review, 1978, σελ. 21 επ., 44.
[11] Βλ. Α. Ζολότοβ, «Σοβιετική εξουσία: ιστορία, πραγματικότητα, προοπτικές», περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 5-6/1994, σελ. 103 επ. και Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) 26/2/1937, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 4/2008, σελ. 145 επ.
[12]             Βλ. για το άνοιγμα της ψαλίδας των μισθών στην ΕΣΣΔ, Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 247 και Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Γ. Κόστα, Γ. Μέγιερ, Σ. Βέμπερ, Η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό, Αθήνα, εκδ. Αναγνωστίδης, σελ. 224 επ., 271 επ. Για την αμοιβή όσων ασκούσαν ηγετικές λειτουργίες στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία με μισθούς υψηλούς, αντίστοιχους εκείνων της «υπερεξειδικευμένης εργασίας» βλ. Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51.
[13]             Βλ. ενδεικτικά την κριτική του Λένιν στον Μπουχάριν επειδή ο δεύτερος δεν θεωρούσε προσωρινό μέτρο τις υψηλότατατες αμοιβές των αστών ειδικών στο Β.Ι.Λένιν, «Για τα «αριστερά» παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό», Άπαντα, τ. 36, σελ. 303.
[14]             Βλ. Ι. Στάλιν, «Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα της οικονομικής ανοικοδόμησης» (1931), Ζητήματα λενινισμού, χ.χρ., σελ. 452 επ., 454.
[15] Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, οπ.π., σελ. 12.
[16] Βλ. Ε. Μαντέλ, Στην υπεράσπιση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2003, σελ. 8 επ.
[17]             Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, οπ.π., σελ. 14-15.
[18] Βλ. αναλυτικότερα Δ. Καλτσώνης, «Ο Μαρξ για το δίκαιο στη σοσιαλιστική κοινωνία», περ. Ουτοπία, τευχ. 94 (2011), σελ. 71-88.
[19]             Βλ. Το Σύνταγμα της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.
[20]             Βλ. τον τόμο Σύνταγμα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1979.
[21]             Βλ. τον τόμο Σύνταγμα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας, Αθήνα, εκδ. Πορεία, 1977.
[22]             Βλ. τον τόμο Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2004.
[23]             Βλ. J. Bellon, Το Σοβιετικό δίκαιο, Αθήνα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1966, σελ. 59 επ.
[24]             Βλ. για παράδειγμα Ε. Ντέρσελ, Σοσιαλιστική δημοκρατία στην παραγωγή, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985, σελ. 36 επ.
[25]             Γ. Κόστα, Γ. Μέγιερ, Σ. Βέμπερ, Η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό, οπ.π., σελ. 231.
[26]             Βλ. τον τόμο Το επτάχρονο σχέδιο της ΕΣΣΔ 1959-1965 (εισήγηση και τελικός λόγος του Χρουστσιώφ στο 21ο συνέδριο), Αθήνα, Επιστημονικές εκδόσεις, σελ. 110-113 και Λ. Μπρέζνιεφ, Έκθεση της ΚΕ στο 25ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976, σελ. 87 και Βασικές κατευθύνσεις για την οικονομική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ 1981-1985-1990 (σχέδιο της ΚΕ του ΚΚΣΕ για το 26ο συνέδριο), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 101, όπου μόνιμη επωδός είναι η ενίσχυση της οικονομικής ιδιοσυντήρησης.
[27]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχέδιο θέσεων για τα καθήκοντα των συνδικάτων”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 343.
[28]             Βλ. Λ. Μπρέζνιεφ, Λογοδοσία της ΚΕ στο ΧΧΙΙΙ Συνέδριο του ΚΚΣΕ, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1966, σελ. 55 και του ίδιου, Έκθεση δράσης της ΚΕ στο ΧΧΙV Συνέδριο του ΚΚΣΕ, εκδ. του “Νέου Κόσμου”, 1971, σελ. 92.
[29]             Βλ. άρθρo τoυ Α. Αγκαμπεκιάv στηv εφημερίδα τωv σoβιετικώv συvδικάτωv Τρουντ  στις 28.8.1984, όπως δημoσιεύθηκε στo Μ. Αvδρoυλάκης, ΕΣΣΔ, o σoσιαλισμός στo κατώφλι τoυ 2000, Αθήvα, εκδ. Σύγχρovη Επoχή, 1985, σελ. 114 επ. και Α. Μητρόπουλος, Η συμμετοχή των εργαζομένων στη Σοβιετική Ένωση, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1984, ιδίως σελ. 87 επ. και Ε. Ντέρσελ, Σοσιαλιστική δημοκρατία στην παραγωγή, οπ.π., σελ. 47.
[30]             Βλ. τov τόμo Η περεστρόϊκα στov τόπo δoυλιάς, Αθήvα, εκδ. Σύγχρovη Επoχή, 1988, σελ. 139 επ., 166 επ. και Γ. Ρούσης, Σοσιαλισμός και περεστρόικα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1988, σελ. 166 επ..
[31]             Βλ. για παράδειγμα Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Πολιτική οικονομία, Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1961, σελ. 549 επ. και τον τόμο Το επτάχρονο σχέδιο της ΕΣΣΔ 1959-1965 (εισήγηση και τελικός λόγος του Χρουστσιώφ στο 21ο συνέδριο), Αθήνα, Επιστημονικές εκδόσεις, σελ. 110-113.
[32] Βλ. για παράδειγμα Ν. Χρουτσώφ, Πλήρης έκθεση απολογισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο 20ό Συνέδριο, Αθήνα, εκδ. Ζώγια, 1956, σελ. 55 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, οπ.π., σελ. 17-18.
[33]             Βλ. E. Che Guevara, Apuntes críticos a la Economía Política, Melbourne – New York, Ocean Press, 2006, σελ. 9 επ., 168. Βλ. επίσης διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, σελ. 148 επ.
[34] Βλ. τη συνέντευξή του στο περιοδικό El-Taliah του Καϊρου το 1965, όπως περιλαμβάνεται στον τόμο E. Che Guevara, Apuntes críticos a la Economía Política, οπ.π., σελ. 421 επ.
[35] Βλ. J.-M. Chauvier, “Nouveaux éclairages sur la fin de l’ URSS”, Le Monde Diplomatique, Juillet 2012.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΞΕΝΩΝ ΔΙΚΑΙΙΚΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ

του Δημήτρη Καλτσώνη
επ. καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

εισήγηση στο Σεμινάριο «Κράτος και δίκαιο στον 21ο αιώνα», Μάρτιος 2012
 δημοσιεύθηκε στο περ. Το Σύνταγμα, τευχ. 1/2012, σελ. 245-258

Στην κοινωνιολογία του δικαίου γίνεται λόγος για την πρόσληψη ή αποδοχή κατ’ άλλους (reception) ξένου δικαίου[1]. Με τον όρο αυτό νοείται η εισαγωγή και χρησιμοποίηση των νομοθετικών προτύπων των πιο προηγμένων, κατά κανόνα τουλάχιστον, κρατών από χώρες λιγότερο αναπτυγμένες οι οποίες επιχειρούν να εκσυγχρονιστούν. Διακρίνονται τέσσερις ειδικότερες περιπτώσεις: η αναβίωση παλαιού δικαίου, η εισαγωγή (ή, ορθότερα, αποδοχή) ξένου δικαίου, η επιβολή ξένου δικαίου και η μεταφύτευση ξένου δικαίου[2].
Από τις τέσσερις αυτές υποπεριπτώσεις οι δυο δεν είναι καθεαυτή πρόσληψη ξένου δικαίου. Η αναβίωση παλαιού δικαίου είναι μάλλον μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της αναβίωσης του ρωμαϊκού δικαίου και της αξιοποίησής του για τη συγκρότηση των σύγχρονων νομικών κανόνων. Εδώ στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με πρόσληψη ξένου δικαίου. Το ρωμαϊκό δίκαιο αποτέλεσε μια καλή βάση για την επεξεργασία και διαμόρφωση των σύγχρονων νομικών ρυθμίσεων γιατί ήταν δίκαιο μιας αρκετά εμπορευματοποιημένης οικονομίας και, έτσι, ήταν κατάλληλο για τους σύγχρονους σκοπούς. Η μεταφύτευση δικαίου, όπως είναι το παράδειγμα του common law από τη Βρετανία στις ΗΠΑ, είναι επίσης μια ιστορική ιδιαιτερότητα και όχι κατά κυριολεξία πρόσληψη ξένου δικαίου.
Η κλασική προσέγγιση της πρόσληψης ξένου δικαίου παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι είναι, σε ένα βαθμό, εξωιστορική. Αναφέρεται στο φαινόμενο χωρίς να προσδιορίζει επακριβώς τις ιστορικές και κοινωνικο-οικονομικές συντεταγμένες του. Μόλις αυτές οριστούν, τα πράγματα γίνονται καθαρότερα.
Στην πραγματικότητα το φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου εμφανίζεται ως παράπλευρη ανάγκη της εξάπλωσης και εδραίωσης των καπιταλιστικών σχέσεων. Παρατηρείται ωστόσο και σε προγενέστερους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς. Στον καπιταλιστικό λαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις εξαιτίας του σημαντικού ρόλου του νομικού εποικοδομήματος στο συγκεκριμένο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα αλλά και της διεθνοποίησης που επιφέρει η αλματώδης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.


Αποδοχή ή επιβολή δικαιικού προτύπου;

Οι δυο βασικές μορφές πρόσληψης ξένου δικαίου στις σύγχρονες κοινωνίες είναι η αποδοχή και η επιβολή. Στην κρατούσα άποψη, πάντως, φαίνεται πως βαθμιαία κυριαρχεί η έννοια της αποδοχής ξένου δικαίου ενώ, παράλληλα, έχει ατονήσει ή εκλείψει αυτή της επιβολής[3].
Η έννοια της αποδοχής έχει το νόημα ότι η κοινωνία εθελοντικά εισάγει ένα αλλοδαπό νομοθετικό πρότυπο. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της Τουρκίας επί Κεμάλ Ατατούρκ. Εισήγαγε τον Ελβετικό αστικό κώδικα προκειμένου να απαλλαγεί σε σημαντικό βαθμό από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην οικονομία και στις κοινωνικές σχέσεις, γεγονός που επιδρούσε αρνητικά συνολικότερα στην οικονομική ανάπτυξη και εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων[4].
Ανάλογο παράδειγμα μπορεί να αντληθεί και από την ελληνική πραγματικότητα. Μετά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821, οι αναζητήσεις για νομοθετικές επιλογές που θα διευκόλυναν την ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων οδήγησαν στην προσπάθεια υιοθέτησης ως προτύπων των γαλλικών κωδίκων[5]. Το άρθρο 99 του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827) όριζε ότι «Η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν». Δεν είναι τυχαίο ότι το ελληνικό εμποροεφοπλιστικό κεφάλαιο σταθερά χρησιμοποιούσε ως νομική βάση των συναλλαγών του το γαλλικό εμπορικό κώδικα. Τούτο συνέβαινε μάλιστα πολύ πριν το νεοελληνικό κράτος υιοθετήσει ανάλογα νομοθετικά πρότυπα.
Αντίστοιχα λίγο πολύ παραδείγματα μπορεί να βρει κανείς στην αποδοχή των ευρωπαϊκών κωδίκων από την Ιαπωνία μετά το 1866, του γαλλικού αστικού κώδικα από τα κράτη της Λατινικής Αμερικής κατά το 19ο αιώνα, του αυστριακού δικαίου από τη Σερβία το 1844, του γαλλικού και ιταλικού δικαίου στην Αλβανία μετά το 1918 κλπ[6].
Η αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων δοκιμάζεται πάντοτε στην πράξη. Τα προαναφερθέντα εγχειρήματα υπήρξαν αποτελεσματικά μόνο εν μέρει. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με την υιοθέτηση νομοθετικών προτύπων των προηγμένων χωρών. Τα φεουδαρχικά κατάλοιπα συνέχισαν να ταλανίζουν τις κοινωνίες. Εξάλλου, αυτά συνδέονταν με κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που εμπόδισαν την απρόσκοπτη εφαρμογή των νεωτεριστικών νομοθετικών επιλογών, τις ακύρωναν στην πράξη ή τις διαστρέβλωναν κατά την εφαρμογή τους[7].
Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που προκύπτει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι αν πρόκειται για αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων, δηλαδή αν η πλευρά της εθελούσιας εισαγωγής είναι κυρίαρχη ή αν, αντίθετα, αυτό που υπερέχει είναι το στοιχείο της επιβολής εκ μέρους των πλέον αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Στα παραδείγματα που προαναφέρθηκαν, η εισδοχή ξένων δικαιικών προτύπων στη συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού αποτελούσε προοδευτικό στοιχείο. Διευκόλυνε τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, τον αστικό εκσυγχρονισμό. Η επιλογή αυτή στηρίχθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη αλλά και από άλλα, ευρύτερα, στρώματα του πληθυσμού που ενδιαφέρονταν για την απαλλαγή από τη φεουδαρχική καθυστέρηση. Άρα, είναι ορθότερο να γίνεται λόγος για εθελοντική αποδοχή του ξένου δικαίου.
Αντίθετα, η επιβολή ξένου δικαίου παρατηρείται στις αποικίες και στις χώρες εν γένει εκείνες που δεν απολαμβάνουν τυπικής τουλάχιστον ανεξαρτησίας[8]. Στις πρώην αποικίες, στην Αφρική και στην Ασία, βρίσκει κανείς δεκάδες παραδείγματα. Εκεί, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εισήγαγαν συνήθως στοιχεία του δικαίου των αναπτυγμένων χωρών. Η εισαγωγή δεν γινόταν με τρόπο ή με σκοπό να επικρατήσει ολοκληρωτικά το δίκαιο της αποικιοκρατικής δύναμης και μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούσε την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των αποικιών. Διατηρούνταν σε παράλληλη ισχύ οι εγχώριες νομοθετικές επιλογές οι οποίες συνήθως αντανακλούσαν τις καθυστερημένες, φεουδαρχικές ως επί το πλείστον σχέσεις που επικρατούσαν στην αποικία μέχρι την κατάκτησή της. Κατά κανόνα υιοθετούνταν το δίκαιο της μητρόπολης για τη ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων, ενώ διατηρούνταν το αυτόχθονο δίκαιο για το καθεστώς των προσώπων, προκειμένου να διατηρηθούν τα κατάλοιπα των φεουδαρχικών σχέσεων[9].


Η ανισόμετρη ανάπτυξη και η πρόσληψη ξένου δικαίου

Τελικά, προκειμένου να εξηγηθεί ουσιαστικά το φαινόμενο της πρόσληψης  και, ειδικά, της επιβολής ξένου δικαίου, πρέπει να καταφύγει κανείς στην οικονομική βάση. Oι λιγότερο προηγμένες οικονομίες υιοθετούν, κατά κανόνα, τα νομοθετικά πρότυπα των αναπτυγμένων κρατών προκειμένου να υποβοηθήσουν την οικονομική τους ανάπτυξη. Στο σημείο αυτό απαιτείται ίσως μια διευκρίνιση: κάποιες φορές η εξαγωγή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι τα προηγμένα κράτη αντιμετωπίζουν πρώτα, σε σχέση με τα λιγότερο αναπτυγμένα, την ανάγκη ρύθμισης κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που εξαιτίας της ανάπτυξής τους πρωτοεμφανίζονται σε αυτά. Στη συνέχεια, οι σχετικές νομικές λύσεις μεταφέρονται στη δεύτερη κατηγορία κρατών όταν εκεί εμφανίζονται προς ρύθμιση οι αντίστοιχες σχέσεις. Τούτο συνέβη για παράδειγμα με τη νομική ρύθμιση διάφορων νέων μορφών συναλλαγών και των αντίστοιχων μορφών συμβάσεων. Αυτή είναι όμως μόνο η μια πλευρά. Το φαινόμενο που εξετάζεται εδώ συνίσταται στην επιβολή νομοθετικών προτύπων που δεν αφορούν απλά τη ρύθμιση επιμέρους νέων μορφών συναλλαγών αλλά κομβικής σημασίας επιλογές για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ανάπτυξη μιας κοινωνίας.
Η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των χωρών, ιδιαίτερα στο κρατικομονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, αντανακλάται και στο φαινόμενο της αποδοχής – επιβολής δικαιικών προτύπων. Πρέπει να γίνει μια διάκριση σε τρεις μεγάλες ομάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ποικίλες άλλες αποχρώσεις και ενδιάμεσες μορφές. Πρώτη ομάδα είναι εκείνη των αναπτυγμένων χωρών που είναι «εξαγωγείς» δικαιικών προτύπων.
Τούτο δεν σημαίνει ότι όλες οι νομοθετικές λύσεις, που προωθούνται από τις αναπτυγμένες χώρες προς τις άλλες, ακολουθούνται και στο εσωτερικό τους. Για παράδειγμα, τα κοινωνικά δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στη Δυτική Ευρώπη την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάκαμψης δεν εξήχθησαν στον τρίτο κόσμο. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει εξάλλου γιατί οι παραχωρήσεις αυτές αποτελούσαν ένα μέρος των υπερκερδών που αντλούσε το δυτικοευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο από τις υπανάπτυκτες χώρες.
Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν χώρες με εξαιρετικά αδύναμη οικονομία οι οποίες ουσιαστικά υφίστανται την εκμετάλλευση και τον έλεγχο εκ μέρους των ισχυρών, ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με νεοαποικιοκρατικές ή περίπου νεοαποικιοκρατικές μεθόδους. Στην ομάδα αυτών των χωρών ανήκουν και εκείνες στις οποίες επιβάλλεται στρατιωτική κατοχή με τη μια ή άλλη μορφή, με το ένα ή άλλο πρόσχημα. Στην ομάδα αυτών των χωρών είναι ευδιάκριτα τα σημάδια της επιβολής ξένου δικαίου.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, τρίτη ομάδα χωρών, με ενδιάμεσο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, όπου η πρόσληψη ξένου δικαίου γίνεται ιδίως με τη μορφή της αποδοχής. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποδοχή προϋποθέτει τη συνεργασία της κυρίαρχης τάξης ή τουλάχιστον τμήματος της κυρίαρχης τάξης των χωρών που γίνονται δέκτες αυτών των προτύπων.


Η προσωρινή, επίπλαστη κυριαρχία της αποδοχής ξένου δικαίου

Στις σημερινές συνθήκες το φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις. Η μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, όπως διαμορφώθηκε μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και τις επαναστάσεις που επικράτησαν μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα κατάληξή τους, επέδρασαν καθοριστικά στη μορφή των διεθνών σχέσεων, έδωσαν ώθηση στην κυριαρχία της τυπικής ισοτιμίας των κρατών, χωρίς βέβαια να καταργήσουν τις σχέσεις ανισοτιμίας και εκμετάλλευσης. Αυτές οι εξελίξεις είχαν την αντανάκλασή τους και στο φαινόμενο της πρόσληψης ξένου δικαίου. Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα γκρέμισαν τις αποικιοκρατικές μορφές κυριαρχίας. Μαζί με αυτές, θα έλεγε κανείς, ότι εξαλείφθηκε η επιβολή ξένου δικαίου. Έτσι, έχουμε μια προσωρινή, επίπλαστη κυριαρχία της αποδοχής έναντι της επιβολής.
Αυτή η πρώτη εντύπωση ανατρέπεται αν μελετηθεί σε περισσότερο βάθος το ζήτημα. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα των αφρικανικών κρατών που δημιουργήθηκαν ως συνέπεια των επαναστατικών και άλλων αλλαγών που οδήγησαν στο τέλος της αποικιοκρατίας. Η επιλογή εισαγωγής νομοθετικών προτύπων των πρώην επικυρίαρχων ενείχε συχνά το στοιχείο της συνέχισης των σχέσεων επικυριαρχίας ανάμεσα στη μητρόπολη και στην πρώην αποικία και, τελικά, συνέβαλε και αυτή στη δημιουργία της νεοαποικιοκρατίας[10].
Στο πεδίο της εφαρμογής και ενσωμάτωσης των ξένων δικαιικών προτύπων, και στα αφρικανικά κράτη η επιβίωση ισχυρών κατάλοιπων προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών αλλά, ιδίως, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η επί αιώνες καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και του εργατικού δυναμικού των χωρών αυτών από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις, οι άνισες ανταλλαγές κλπ οδήγησαν πολλές φορές στην αδυναμία εφαρμογής τέτοιων νομοθετικών επιλογών ή στη στρεβλή εφαρμογή τους[11].
Σε όλη αυτή την περίοδο η αποδοχή ξένων δικαιικών προτύπων άλλαξε χαρακτήρα. Έπαψε  βαθμιαία να έχει τον ιστορικά προοδευτικό ρόλο που είχε όταν σημειωνόταν η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Έπαψε να εκφράζει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Δεν αποτελούσε πια στοιχείο υπέρβασης της φεουδαρχίας αλλά παράγοντα διατήρησης και ενίσχυσης της αστικής τάξης και, ιδίως, εκείνης των ισχυρών αστικών κρατών. Η αξιοποίηση ξένων δικαιικών προτύπων είχε πλέον περισσότερο την έννοια της επιβολής σε βάρος των συμφερόντων των ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας.


Σύγχρονες μορφές επιβολής ξένου δικαίου

Το 1989-1990 ολοκληρώθηκε η πορεία γραφειοκρατικού εκφυλισμού των σοσιαλιστικών κρατών οδηγώντας στην ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και στη δραστική μεταβολή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων. Η επιβολή ξένων δικαιϊκών προτύπων, που δεν είχε εκλείψει το προηγούμενο διάστημα αλλά έπαιρνε συγκαλυμμένες μορφές, γνώρισε νέα άνθηση. Η ιστορική περίοδος που εγκαινιάστηκε με την ανατροπή των σοσιαλιστικών κρατών επανέφερε στην επικαιρότητα με μεγαλύτερη έμφαση την επιβολή ξένου δικαίου[12].
Τέσσερεις είναι οι βασικές μορφές επιβολής δικαίου στη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος. Η πρώτη αποτελεί κατά κυριολεξία επιβολή. Οι υπόλοιπες τρεις συνιστούν μάλλον μορφές κρυπτο-επιβολής δικαίου.
1.      Η πρώτη πραγματώνεται μέσω της άσκησης στρατιωτικής πίεσης και της στρατιωτικής κατοχής, προσωρινής ή μόνιμης. Αυτό συνέβη με την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία το 1999 που διεξήχθη με το πρόσχημα της προστασίας και επιβολής των αρχών του κράτους δικαίου και κατέληξε στη δημιουργία ενός κατ’ ουσία προτεκτοράτου στο Κόσοβο[13]. Στις χώρες αυτές η επιβολή νομοθετικών προτύπων και επιλογών είναι απροκάλυπτη, όπως στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Έτσι, η νομοθεσία του Ιράκ για την εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας συντάχθηκε από τις πολιτικές υπηρεσίες της κατέχουσας δύναμης, των ΗΠΑ δηλαδή, στην αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια μεταφράστηκε στην αραβική για να προωθηθεί για ψήφιση στο Ιρακινό «κοινοβούλιο»[14].
Η μορφή αυτή επιβολής έχει διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά από την επιβολή δικαιικών προτύπων που λάμβανε χώρα στις αποικίες. Στις σύγχρονες συνθήκες δεν υφίσταται λόγος να επιβληθούν ο αστικός ή ο εμπορικός κώδικας κάποιου αναπτυγμένου αστικού κράτους. Στις υπό στρατιωτική κατοχή χώρες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έχουν ήδη αναπτυχθεί αρκετά παρά την επιβίωση ισχυρών φεουδαρχικών καταλοίπων. Αυτό που επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή είναι ιδίως η νομοθετική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της κατάργησης σημαντικών θεσμών του εργατικού δικαίου, γενικότερα η απελευθέρωση της αγοράς έτσι ώστε τα πολυεθνικά μονοπώλια να αποκτήσουν νέα πεδία κερδοφορίας.
2.      Η δεύτερη μορφή επιβολής του δικαίου είναι η έμμεση επιβολή μέσω της άσκησης οικονομικής πίεσης από τους διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς και τους λεγόμενους θεσμικούς επενδυτές. Αυτό ακριβώς συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1990 όταν τα αναπτυσσόμενα κράτη της Ανατολικής Ασίας αναγκάστηκαν να ιδιωτικοποιήσουν τον ισχυρό έως τότε κρατικό τομέα της οικονομίας τους[15]. Κάτι τέτοιο συμβαίνει γενικότερα με την επιβολή νομοθετικών προτύπων από τα αναπτυγμένα κράτη σε αυτά του τρίτου κόσμου, και όχι μόνο, στους τομείς της προστασίας των επενδύσεων, της εργατικής νομοθεσίας, του ποινικού δικαίου[16]. Είναι προφανές ότι η εν πολλοίς κατάργηση του εργατικού δικαίου, η κατάργηση των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, η ασύδοτη δράση των πολυεθνικών επιχειρήσεων επιβλήθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, ΕΕ κλπ) σε βάρος των λαών των αναπτυσσόμενων χωρών με τη βοήθεια συχνά τέτοιων οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή η Παγκόσμια Τράπεζα[17]. Μάλιστα, η υιοθέτηση τέτοιων προτύπων προκύπτει άμεσα όχι μόνο από οικονομικές, πολιτικές πιέσεις αλλά και από διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση Λομέ-Κοτονού που έχει υπογράψει η ΕΕ με μια σειρά κράτη του τρίτου κόσμου.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα ισχυρά κράτη δεν ακολουθούν πάντοτε απαρέγκλιτα τα δικαιικά και οικονομικά πρότυπα που επιβάλλουν στους ασθενέστερους. Ενίοτε λαμβάνουν νομοθετικά ή άλλα μέτρα προστασίας της οικονομίας τους ή των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεών τους. Είναι γνωστές οι προστατευτικές πολιτικές που ακολουθούνται από τα ισχυρά κράτη κατά παράβαση των κανόνων απελευθέρωσης που τα ίδια επιβάλλουν[18].
3.      Η τρίτη σύγχρονη μορφή επιβολής ξένου δικαίου είναι η αναπτυξιακή βοήθεια που παρέχουν τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη προς άλλα ασθενέστερα. Το παράδειγμα της “βοήθειας” της Ιαπωνίας προς τα λεγόμενα αναδυόμενα κράτη της Ασίας (Καμπότζη, Βιετνάμ, Μογγολία, Ουζμπεκιστάν) είναι ενδεικτικό αλλά όχι μοναδικό. Η Ιαπωνία αναπτύσσει προγράμματα νομικής αρωγής, βάσει των οποίων παρέχεται τεχνογνωσία για την αποδοχή δικαιικών προτύπων που θα βοηθήσουν τις χώρες υποδοχής στην οικονομική τους ανάπτυξη και στον εκδημοκρατισμό[19]. Πρέπει βέβαια να υπογραμμιστεί ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ένας ουδέτερος ή μονοσήμαντος όρος. Δεν υφίσταται οικονομική ανάπτυξη έξω και πάνω από συγκεκριμένα κοινωνικά, ταξικά συμφέροντα. Η οικονομική ανάπτυξη, η οποία εν προκειμένω προωθείται, συμβάλλει στην κερδοφορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου της Ιαπωνίας μαζί βέβαια με τα οικονομικά συμφέροντα επιχειρηματικών και πολιτικών κύκλων των αναδυόμενων χωρών. Προωθεί επίσης, δίχως άλλο, τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ιαπωνίας οι οποίες έχουν αναβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, προωθούν και το αντίστοιχο μοντέλο δημοκρατίας.
Ανάλογη υπήρξε η περίπτωση της νομικής αρωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ προς τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Τα σχετικά προγράμματα προώθησαν την αποδοχή δικαιικών προτύπων, τόσο στο χώρο του συνταγματικού δικαίου όσο και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων των χωρών αυτών, στην εμπέδωση της οικονομίας της αγοράς και στην υιοθέτηση συγκεκριμένου περιεχομένου πολιτειακών προτύπων.
4.      Στις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων λαμβάνει περισσότερο έμμεση μορφή. Το φαινόμενο της εναρμόνισης των δικαιικών τάξεων συγκαλύπτει συχνά την επιβολή ξένου δικαίου. Η εναρμόνιση της νομοθεσίας των πιο αδύναμων κρατών στις κατευθύνσεις της ΕΕ έχει τέτοια χαρακτηριστικά επιβολής[20]. Η εντύπωση της αποδοχής του ξένου δικαίου υφίσταται γιατί η εναρμόνιση των δικαίων στηρίζεται στην εθελούσια προσχώρηση σε αυτά της κυρίαρχης τάξης η οποία για λόγους οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, ακόμη και παρά τις επιμέρους αντιθέσεις, συμμερίζεται και συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία αυτή. Έτσι, με δεδομένη τη νομιμοποίηση την οποία απολαμβάνει σε ομαλές συνθήκες η κυρίαρχη τάξη, η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων φαίνεται να είναι προϊόν της βούλησης του εκλογικού σώματος ή, έστω, να γίνεται ανεκτή από αυτό. Υπάρχουν ωστόσο, οριακές καταστάσεις, όπως για παράδειγμα αυτή της Ιρλανδίας. Ο λαός της χώρας κλήθηκε επανειλημμένα σε δημοψήφισμα και ασκήθηκαν ποικιλόμορφες πιέσεις προκειμένου να μεταβάλλει την αρχική του αρνητική στάση και να αποδεχθεί τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η ελληνική περίπτωση

Στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας η επιβολή ξένου δικαίου πραγματοποιείται με τη μορφή της εναρμόνισης. Έχει λάβει και συνταγματική κατοχύρωση. Ήδη το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης του 1963 προέβλεπε διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΟΚ ενώ το άρθρο 28 του Συντάγματος του 1975 αποτέλεσε τη βάση των σχετικών εξελίξεων. Η εναρμόνιση ωστόσο δεν έπαυε να  υποκρύπτει ένα υποδεέστερο, συμπληρωματικό ρόλο της χώρας μας στον ευρωπαϊκό, καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Αντίθετα, ενέτεινε την ανισομετρία στην ανάπτυξη εντός της ΕΕ[21].
Η υιοθέτηση του άρθρου 28 του Συντάγματος είχε προκαλέσει σφοδρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό. Ήταν τέτοια η εμμονή των κυρίαρχων οικονομικά και πολιτικά δυνάμεων στην επιλογή αυτή που δεν αποδέχτηκαν καμιά από τις προτάσεις της τότε αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος[22]. Δεν έγινε δεκτή ούτε τροπολογία που πρότεινε αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών προκειμένου να αποφασίσει η Βουλή περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία[23].
Στη συνέχεια, όπως είναι γνωστό, σε συνθήκες δικομματικής συναίνεσης, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο αυτό η ερμηνευτική  δήλωση που διευκρινίζει ότι «το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και, παράλληλα, με το άρθρο 80 κατοχυρώθηκε η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Σαν συνέπεια, η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή και των προεδρικών διαταγμάτων αποτελούν μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα ειλημμένων αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[24].
Χαρακτηριστική της επιβολής δικαιικού προτύπου υπήρξε η τύχη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος του 1975/1986/2001. Η διάταξη αυτή επιχειρούσε να θέσει κάποιους ελάχιστους και όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των ισχυρών ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης να αναλαμβάνουν έργα του δημοσίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάργησε ουσιαστικά με την παρέμβασή της το σχετικό άρθρο του Συντάγματος.
Με την οικονομική κρίση η πλευρά αυτή της επιβολής του δικαίου έγινε από τη μια πλευρά περισσότερο εμφανής και, από την άλλη, πιο έντονη. Η επιβολή δημοσιονομικής εποπτείας βάσει των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσα ακολούθησαν και διαδραματίζονται στις μέρες μας σημαίνουν την επιβολή ολοένα και στενότερου οικονομικού ελέγχου και επιτήρησης στη χώρα μας. Όλες οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις γύρω από την οικονομική πολιτική, και όχι μόνο, υπαγορεύθηκαν και υπαγορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπαγορεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να ικανοποιούνται προνομιακά οι δανειστές[25].
Τα Μνημόνια, οι εφαρμοστικοί των Μνημονίων νόμοι, οι δανειακές συμβάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση και που παραχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα, πέρα και από τις όποιες προβλέψεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, το σύνολο των νομοθετικών αντιλαϊκών επιλογών που εκπορεύονται από αυτά, το λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας, οι τροποποιήσεις του κρατικού προϋπολογισμού με βάση τις απαιτήσεις των δανειστών, οι νόμοι με τους οποίους περικόπηκαν δραστικά οι αποδοχές των εργαζομένων δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η κατ’ ουσία κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η λοιπή σχετική νομοθεσία καθώς επίσης οι μηχανισμοί καθημερινής επιτήρησης και παρακολούθησης της νομοθετικής πολιτικής όσο και της εφαρμογής των νόμων από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αποτελούν τις καθημερινές απτές πλευρές αυτής της επιβολής δικαιικού προτύπου[26].
Οι νομοθετικές αυτές επιλογές επέβαλλαν στον ελληνικό λαό ένα συγκεκριμένο, νεοφιλελεύθερο μοντέλο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης ήδη με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1985 και στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τις τροποποιήσεις της[27].
Οι ποικίλες παρεμβάσεις επιδρούν όχι μόνο στην υιοθέτηση συγκεκριμένων νομοθετικών επιλογών και προτύπων αλλά και στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής ή μη εφαρμογής του ισχύοντος δικαίου. Οι συστηματικές παραβιάσεις των συνταγματικών διατάξεων[28], οι οριακές συνταγματικές επιλογές όπως ο σχηματισμός της κυβέρνησης Παπαδήμου, η ματαίωση του δημοψηφίσματος (άσχετα με τις μεθοδεύσεις των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων), ο καθορισμός της ημερομηνίας των εκλογών από τα ξένα κέντρα, η επιβολή ενός άτυπου και ιδιότυπου, αντισυνταγματικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης αποτελούν συμπληρωματικές πλευρές της επιβολής ξένων δικαιικών προτύπων.
Επιβάλλεται με τον τρόπο αυτό μια βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε βάρος του λαού και σε όφελος των δανειστών και του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εγχώριου και αλλοδαπού. Επιβάλλεται επίσης έναν οικονομικός δρόμος ανάπτυξης που, πέρα από το βαθιά κοινωνικά άδικο χαρακτήρα του, συρρικνώνει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και ιδίως τη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση, δημιουργεί νέα δεσμά εξάρτησης και καθυπόταξης της Ελλάδας, αυξάνει την απόσταση που τη χωρίζει από τις αναπτυγμένες χώρες[29].
Στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, λοιπόν, τα στοιχεία της επιβολής γίνονται πιο έντονα και πλέον ορατά ακόμη και για χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης όπως η Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η κυβέρνηση και οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας δεν είχαν συμμετοχή στις αποφάσεις αυτές είτε, πολύ περισσότερο, ότι οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν ερήμην τους ή σε αντίθεση με τις επιδιώξεις τους. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η οικονομικά κυρίαρχη τάξη και η πολιτική της ελίτ διαθέτουν κοινή στρατηγική στόχευση με τα επιτελεία της ΕΕ, ακόμη και αν κάποιες πλευρές αυτής της σχέσης μπορεί κάποτε να θίγουν κάποια επιμέρους συμφέροντα του τμημάτων εγχώριου κεφαλαίου υποβαθμίζοντας τη θέση του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Να υπογραμμιστεί ότι οι αναπτυγμένες χώρες δεν ακολουθούν πάντοτε απαρέγκλιτα αυτό το μοντέλο που επιβάλλουν στην Ελλάδα. Η άντληση υπερκερδών από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες παρέχει τη δυνατότητα στα αναπτυγμένα βιομηχανικά κράτη για μεγαλύτερους ελιγμούς. Για παράδειγμα, η κατεδάφιση του εργατικού δικαίου στη Γαλλία ή στη Γερμανία δεν έχει τους ίδιους καταιγιστικούς ρυθμούς που γνωρίζουμε στη χώρα μας. Για την εξασφάλιση της στοιχειώδους κοινωνικής συναίνεσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις των ισχυρών κρατών παραχωρούν ένα μικρό μέρος των υπερκερδών στην εργατική τάξη.
Ενώπιον, λοιπόν, του προφανούς, ότι δηλαδή η επιβολή ξένων δικαιικών προτύπων συνιστά πηγή κακοδαιμονίας για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αλλά και παράγοντα καταρράκωσης της εθνικής κυριαρχίας, απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, μια θεμελιώδης στροφή: σε οικονομικό, πολιτικό, νομικό-συνταγματικό επίπεδο. Είναι επιτακτικά αναγκαία για τον ελληνικό λαό η κατάκτηση της πλήρους οικονομικής και πολιτικής του κυριαρχίας[30]. Η φωνή της επιστήμης πρέπει να ακουστεί πιο καθαρά. Όσοι θεραπεύουν τις κοινωνικές επιστήμες δεν μπορεί να αρκούνται στην ερμηνεία του κόσμου. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε[31].



[1]             Βλ. J. Carbonnier, Sociologie juridique, Paris, PUF, 1978, σελ. 235 και Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, σελ. 129-130.
[2]             Βλ. Θ. Παπαχρίστου, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1984, τ. 1, σελ. 166-176.
[3]             Βλ. Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, οπ.π., σελ. 129-130 συγκριτικά και με A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, Paris, LGDJ, 1975, σελ. 34 επ.
[4]             Βλ. H.K.Elbir, “La réforme d’ un code civil adopté de l’étranger”, Revue internationale de droit comparé, 1956 (1-2), σελ. 53 επ. και A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 22 επ. και Π. Φουντεδάκη, Το Τουρκικό πολίτευμα  (το χωλό δημοκρατικό πρότυπο και οι θεσπισμένες παρεκκλίσεις του), Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2002, σελ. 235, 251.
[5]             Βλ. Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, 1991, σελ. 215 επ. και Μ. Σταθόπουλος, «Τα έθιμα, ο Maurer και η νομοθετική πολιτική στον τομέα του αστ. Δικαίου τον 19ο αιώνα», Αρμενόπουλος, τευχ. 5, 1992, σελ. 465 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική ιστορία, τ. Ι: 1821-1940, σελ. 35.
[6]             Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 24 επ., 27 επ. και I. Zajtay, “La réception des droits étrangers et le droit compare”, Revue internationale de droit comparé, vol. 9 No 4, Oct-Dec 1957, σελ. 692.
[7]             Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 42-42, 72-73.
[8]             Βλ. A.T.Kesli, “Reception and application in Turkey”, Ataturk Universitesi Hukuk Fakultesi Dergisi, 75. Yil Armagani, Vol Yil. 2, No2, Jan 1998, σελ. 261-262.
[9]             Βλ. H. Bleuchot, “La formation du droit soudanais”, Égypte/Monde arabe, Premiere série no 17/1994, σελ. 133 επ. και J. Goldberg, “Réception du droit francais sous les britanniques en Égypte: un paradoxe”?, Égypte/Monde arabe, Premiere série no 34/1998, σελ. 67 επ.
[10]           Βλ. ενδεικτικά A.A. Belal – Y. Popov, La formation du sous-developpement: passé, present, futur, Moscou, ed. du Progres, 1987, σελ. 171 επ.
[11]           Βλ. A.C.Papachristos, La réception des droits privés étrangers comme phénomene de sociologie juridique, οπ.π., σελ. 28 επ.
[12]           Βλ. Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο – κοινωνία – τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 116 επ.
[13]           Βλ. Ch.-A. Morand, “Le droit saisi par la mondialisation: définitions, enjeux et transformations” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 95  και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο-κοινωνία-τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 116 επ.
[14]  Βλ. N. Klein, Το δόγμα του σοκ, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, σελ. 462 επ.
[15]  Βλ. N. Klein, Το δόγμα του σοκ, οπ.π., σελ. 363 επ.
[16]           Βλ. F. Ost, “Mondialisation, globalization, universalisation: s’ arracher, encore et toujours, a l’ état de nature” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 16-18, 26.
[17]           Βλ. M. Delmas-Marty, Les forces imaginantes du droit-Le relatif  et l’ universel, Paris, Seuil, σελ. 399.
[18]  Βλ.  F. Lordon, “La démondialisation et ses ennemis”, Le Monde Diplomatique, Aout 2011, σελ. 1 επ.
[19]  Βλ. I. Giraudou, “L' assistance juridique japonaise aux pays dits “émergents” d' Asie”, Transcontinentales, 7/2009, σελ. 47 επ.
[20]           Βλ. όμως και M. Kohen, “Internationalisme et mondialisation” στον τόμο Ch.-A. Morand (dir.),  Le droit saisi par la mondialisation, Bruxelles, Bruylant, 2001, σελ. 123-124 και S. Poillot-Peruzzetto, “Vers une culture juridique européenne, le pont de l’ Europe” στον τόμο S. Robin-Olivier – D. Fasquelle (dir.), Les échanges entre les droits, l’ expérience communautaire (une lecture des phénomenes de régionalisation et de mondialisation du droit), Bruxelles, Bruylant, 2008, σελ. 173 επ.
[21]  Βλ. Γ. Οικονομάκης, «Η κρίση του εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού», Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 79 επ., 85.
[22]           Βλ. συνοπτικά για τις σχετικές ενστάσεις και αντιπροτάσεις που κατατέθηκαν κατά την αναθεωρητική διαδικασία του 1975 Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ: 1941-2001, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 143-145.
[23]  Βλ. τις σχετικές τροπολογίες των Γ. Μαύρου (επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης) και Α. Παπανδρέου στο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 174 επ., 177.
[24]           Βλ. Γ. Ρούσης, εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21 Μαρτίου 2010.
[25]  Βλ. συνέντευξη του Γ. Σταυρόπουλου, εφημ. Η Καθημερινή, 26/2/2012.
[26]           Βλ. την έκδοση «Το νέο Μνημόνιο» όπου περιλαμβάνεται εισαγωγή του Ν. Μαριά αλλά και τα πρακτικά της συζήτησης που οργανώθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με θέμα «Η Δανειακή Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας – κρατών μελών Ευρωζώνης και η Εθνική μας Κυριαρχία», Επίκαιρα, τευχ. 47, 9/9-15/9/2010 και Κ. Χρυσόγονος, «Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης» της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/809/ent.1809.asp και Γ. Κατρούγκαλος, «Τα καταστροφικά αδιέξοδα του νέου μνημονίου», http://greek-critical-legal.blogspot.com/2012/02/blog-post.html.
[27] Βλ. Κ. Δουζίνας, «Η Ευρώπη που έρχεται», Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 114.
[28]  Βλ. συνοπτικά την Κοινή δήλωση των Γ. Κασιμάτη, Α. Δημητρόπουλος, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος, Κ. Χρυσόγονος, http://greek-critical-legal.blogspot.com/2012/02/blog-post_13.html και Δ. Σαραφιανός, “Η δημοκρατία χωρίς το Σύνταγμα και χωρίς τη δημοκρατία”, Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 21 επ. και Δ. Μπελαντής, «Νομικές και συνταγματικές όψεις των «νέων συμφωνιών»», Ουτοπία, τευχ. 97, σελ. 13 επ.
[29]  Βλ. Σ. Μαυρουδέας, «Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση», http://www.kratoskaidikaio.blogspot.com/2011_03_01_archive.html, Μάρτιος 2011.
[30]  Βλ. Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ' άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), οπ.π., σελ. 10 επ. και Κ. Χρυσόγονος, «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα θέσεις για μια άλλη αναθεώρηση», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp.
[31] Κατά τη γνωστή θέση του Μαρξ στο Φ. Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 70.